Tag Archives: 1990

Μουσική από το 1990

Μια μικρή βουτιά στο ροκ των 90s, με αφορμή τον θάνατο του Νικου Τρανταφυλλίδη, γιού του γνωστού Χάρρυ Κλύν.

Ο Νίκος Τριανταφυλλίδης, εκτός από γενικά ρομαντικός τύπος, υπήρξε σκηνοθέτης και μουσικόφιλος. Το 1993 λοιπόν είχε σκηνοθετήσει σε ασπρόμαυρο super8 το video clip για το «Δεν Χωράς Πουθενά» των Τρυπών. Μεγάλη ιστορία οι Τρύπες, από που’να την πιάσει και που’να την τελειώσει κανείς… Προωπικά θεωρώ πως αποτέλεσαν έναν συγκερασμό ρομαντισμού, πανκ και προβληματισμού υπαρξιακής καθαρότητας – προβληματισμός του τύπου που γεννάται μόνο μέσα στο καθαρό βλέμμα ενός παιδιού που βλέπει ξεκάθαρα τη “γύμνια του βασιλιά”, του κόσμου δηλαδή των ενηλίκων που δεν διακατέχεται ούτε από τα ελάχιστα ψήγματα αυτοσυνέπειας… Οι Τρύπες εξάλλου μεγαλούργησαν ακριβώς την περίοδο που η ελληνική κοινωνία μικροαστικοποιούνταν μαζικά, κι επομένως όταν χτίζονταν οι σύγχρονες συλλογικές αυταπάτες μας, που τόσο βίαια γκρεμίστηκαν πρόσφατα..

Γιατί τα αναφέρω όλα αυτά; Γιατί στο videoclip του Τριανταφυλλίδη για το «Δε χωράς πουθενά» ο ρομαντισμός του σκηνοθέτη συναντά τον υπαρξιακό πανκ ρομαντισμό των Τρυπών και δίνει ένα χαρακτηριστικό δείγμα από την μουσική ατμόσφαιρα που σημάδεψε μια ολόκληρη γεννιά: τα εναρκτήρια πλάνα των ενισχυτών, και ειδικά η κλασσική πρόσοψη του Marshall στο πρώτο κιόλας πλάνο, «φωνάζουν» στούντιο, ροκ συναυλία, χώρο “γρατσουνίσματος” – εκφάνσεις τυπικές για μια εποχή που οι 15άρηδες έψαχναν να βρουν κάποιο νόημα μέσω της μουσικής (σήμερα, οι αντίστοιχες εφηβικές αναζητήσεις διέπονται από εντελώς διαφορετικές εικόνες). Μόλις το πλάνο ανοίγει, το σκοτεινό καταγώγι και οι φιγούρες των Τρυπών ολοκληρώνουν αυτή την εικονοποιημένη ταυτοποίηση μιας εποχής: γυμνοί τοίχοι, τζινάτοι τύποι, άλλοι μαλλιάδες – άλλοι πιο κοντοκουρεμένοι και το ρυθμικό κοπάνημα του Αγγελάκα….

Το κερασάκι στην τούρτα; Το πλάνο στις μπότες με τον κρίκο στο 1:42, οι οποίες μαζί με το τζιν (κι ενίοτε το flight jacket) αποτελούσαν την “κλασσική εμφάνιση” στα λύκεια της εποχής!

Με απλά μέσα, αλλά με ρομαντισμό και ευαισθησία, ο Τριανταφυλλίδης μετέφερε εδώ την καθημερινότητά του στο διαχρονικό, ως δηλωτικό μορφικού τύπου…

Και μιας κι έπιασα τις τρύπες (και θυμήθηκα τα 15 μου) ας δούμε άλλο ένα πολύ πετυχημένο κλιπάκι τους (δεν έκαναν και πολλά εξάλλου). “Ακούω την αγάπη”, από το 1996 (δίσκος: Κεφάλι γεμάτο χρυσάφι). Πολύ πριν δω το videoclip, το συγκεκριμένο κομμάτι μου έδινε την αίσθηση ενός “road movie”, μου δημιουργούσε φευγαλέες εικόνες σαν αυτές που περνάνε από το παράθυρο όταν ταξιδεύεις… Το videoclip πράγματι πιάνει αυτή την αίσθηση, με ασφυκτικά κοντινα πλάνα “roadtrip” πάνω στο σώμα του Αγγελάκα, που ξαφνικά μετατρέπονται σε φευγαλέες εικόνες κίνησης “έξω από το παράθυρο”, κι έπειτα ανοίγουν σε όλη την μπάντα…

Ψυχολογική παλινδρόμηση

Πρόσφατα ο Πιτσιρίκος έθεσε το ερώτημά «σε τι διαφέρει ο ΣΥΡΙΖΑ»1, προκαλώντας πολλές απαντήσεις και έναν σχετικό διάλογο. Νομίζω όμως ότι το ερώτημα είναι «προβληματικό», γιατί είναι λάθος διατυπωμένο. Μάλλον καλύτερο θα μου φαινόταν το «σε τι διαφέρει η ελληνική κοινωνία»; Διότι, έτσι όπως τουλάχιστον το αντιλαμβάνομαι εγώ, το ζητούμενο αυτή τη στιγμή δεν είναι ποιός θα είναι αύριο πρωθυπουργός αλλά το τι πολιτική θα ασκείται. Ζητούμενο είναι η ουσία της απάντησης, όχι τα πρόσωπα ή οι τίτλοι. Και για να δοθεί μια απάντηση με ουσία, θα πρέπει να έχει αποκρυσταλλωθεί το ερώτημα.

Στην παρούσα φάση, τα ερωτήματα είναι πολλά, άλλα πιο επιτακτικά κι άλλα λιγότερο. Νομίζω πως το σημαντικότερο στοιχείο αυτή τη στιγμή είναι να μπει ένα άμεσο (όχι τώρα… χθες!) φράγμα στην εντεινόμενη ανθρωπιστική κρίση. Σε μια πυρκαγιά, πρώτα προσπαθείς να μην εξαπλωθεί. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί η ίδια η ανθρωπιστική κρίση, με ριζοσπαστικές ελαφρύνσεις προς τους ανθρώπους που υποφέρουν. Για να συμβούν αυτά όμως, θα πρέπει αφενός σημαντικά κονδύλια να μεταφερθούν στην κοινωνική πολιτική και αφετέρου να σταματήσει η διάλυση της μεσαίας τάξης. Μόλις η κατάσταση σταθεροποιηθεί, νομίζω πως θα είναι η ώρα να τεθούν τα επόμενα μεγάλα ερωτήματα: χάραξη πορείας στο άμεσο μέλλον και απόδοση δικαιοσύνης.

Αν προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε τις απαντήσεις του ΣΥΡΙΖΑ στα ερωτήματα αυτά, ίσως διαπιστώσουμε και τις διαφορές του. Το ζήτημα είναι… ποιές απαντήσεις του ΣΥΡΙΖΑ; Τις παρούσες; Τις προηγούμενες; Ή τις επόμενες; Είναι προφανές νομίζω πως υπάρχουν αντιφάσεις στις πολιτικές απαντήσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Όμως, πηγή των αντιφάσεων αυτών είναι το γεγονός πως η διαμόρφωση της πολιτικής του βρίσκεται εν εξελίξει ή (οι αντιφάσεις) αποτελούν εγγενές χαρακτηριστικό της νέας του ταυτότητας;

Ακόμη κι αν παραδεχτούμε μόνο αγαθές προθέσεις στον ΣΥΡΙΖΑ (ας το εξετάσουμε καλοπροαίρετα καθώς ακόμη δεν έχουμε αποδεδειγμένα στοιχεία για τις πιθανές παρασκηνιακές διαβουλεύσεις συστήματος οικονομικής εξουσίας – ΣΥΡΙΖΑ), ο ΣΥΡΙΖΑ μεγάλωσε κι απέκτησε κυβερνητικές προοπτικές εγκολπώνοντας σημαντικότατα μερίδια της σημερινής ελληνικής κοινωνίας. Η σημερινή ελληνική κοινωνία όμως, όχι απλά δεν έχει αναπτύξει ακόμη προβληματισμό αναφορικά με την κατάστασή της, αλλά μάλλον πασχίζει να βρει ένα στοιχειώδη βηματισμό, βαδίζοντας στην συνεχώς μεταβαλλόμενη μνημονιακή καθημερινότητα σαν παραζαλισμένο κοτόπουλο. Και δυστυχώς για την κοινωνία (για εμάς τους ίδους) αυτό δεν συμβαίνει επειδή ο μνημονιακός αντίπαλος είναι ισχυρός, αλλά επειδή η κοινωνία είναι έρμαιο των ίδιων των αντιθέσεων και αντιφάσεών της.

Εξάλλου, «η ελληνική κοινωνία πάντα είχε περίεργη σχέση με τη νεωτερικότητα. Τα ιδανικά που δημιουργήθηκαν στην υπόλοιπη Ευρώπη κατά τον 19ο αιώνα και οι διαδικασίες που πυροδότησαν (επαναστάσεις, αντεπαναστάσεις, γέννεση εθνικών κρατών, άνοδος του καπιταλισμού κλπ) στην Ελλάδα υπήρξαν περισσότερο ως αύρα προερχόμενη απ’ έξω, παρά ως γηγενής πραγματικότητα. Στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία αυτό δημιουργεί μία πολύ ιδιάζουσα και συχνά αντιθετική ταυτότητα. Από τους ματσο λήσταρχους επαναστάτες του 1821, που αντιτίθεντο σε κάθε μορφή εξουσίας, ακόμη και της δικής τους μέχρι τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Θόδωρο Αγγελόπουλο και τον «ξέρεις ποιός είμαι εγώ ρε;» νεοέλληνα, οι αντιθέσεις καθορίζουν την ιδιαιτερότητά μας ως κοινωνία.»2

Ο χαρακτήρας που έχουμε σαν κοινωνία παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στο τι ερωτήματα θετουμε, σε ποιά κατεύθυνση αναζητούμε απαντήσεις και, επί του προκειμένου, τι χαρακτήρα λαμβάνουν τα πολιτικά μορφώματα που καλούνται να μας εκφράσουν. Συνεπώς, κι ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ γίνεται θύμα των ίδιων των αντιθέσεων και αντιφάσεών του, σαν την κοινωνία που καλείται να εκφράσει. Πώς θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά, αφού τα δομικά υλικά των πολιτικών σχηματισμών προέρχονται από την κοινωνία;

Η σημερινή κοινωνία μας λοιπόν, σε τι διαφέρει από την κοινωνία που ανέδειξε το ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του ’80, τον Σημίτη το ’90, τον Καραμανλή (ανιψιό) το ’00 κ.ο.κ.; Δεν λέω πως είμαστε υποχρεωτικά καταδικασμένοι να βαδίζουμε σε φθίνουσα πορεία (που μάλλον είμαστε, αλλά προτιμώ να αφήνω ανοιχτά τα ενδεχόμενα) αλλά νομίζω πως οι αντιφάσεις μας, που ξεκινούν από την ατομική προσωπικότητα του καθενός και καταλήγουν στη συλλογική ταυτότητά μας ως κοινωνία, είναι τόσο μεγάλες που δεν μπορούν να τις υπερκαλύψουν οι αποσπασματικές προσπάθειες ριζοσπαστικοποίησης που συμβαίνουν εντός της κοινωνίας σήμερα. Ακριβώς τα κενά αυτά που υπάρχουν μεταξύ των αντιφάσεων, τα εκμεταλλεύονται επάξια οι κάθε λογής λαοπλάνοι εξυπηρετητές συμφερόντων (παλιότερα, όσο ακόμη δεν αποτελούσαμε σημαντικό τμήμα του παγκόσμιου χωριού, τα εκμεταλλεύονταν για ατομικό πλουτισμό μεσογειακοεπαρχιωτικοί πολιτικοί πραγματευτάδες. Σήμερα, τα εκμεταλλεύεται ένα πιο συγκροτημένο πανευρωπαϊκό οικονομικό σύμπλεγμα).

Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να γεμίσει αυτά τα κενά μεταξύ των κοινωνικών αντιφάσεων; Μπορεί επί παραδείγματι να δημιουργήσει μια πολιτική που να συγκεράσει παραμονή στο Ευρώ μαζί με κοινωνική πολιτική και εντελώς δίκαιη κοινωνική διαστρωμάτωση, ώστε να ικανοποιήσει τις τόσο αντιθετικά σκεπτόμενες μάζες που θα πρέπει να τον υποστηρίξουν ώστενα εκλεγεί ως κυβέρνηση; Μου μοιάζει σαν εξίσωση με παραμέτρους που όλες μεταβάλλονται ταυτόχρονα! Μπορεί να βρεθεί λύση; Εκεί θα έγκειτο η διαφορά του ΣΥΡΙΖΑ. Η μέχρι τώρα πολιτική και κοινωνική εμπειρία λέει πως τέτοια λύση δεν υπάρχει.

Στο ίδιο πλαίσιο θεωρώ πως εντάσσεται και η λεγόμενη «κινηση των 58». Οι δημοσκοπικές αναλύσεις δείχνουν ότι υπάρχει κενό εκπροσώπησης στον κεντροαριστερό χώρο, τον οποίο (χώρο) κανένας υπάρχον πολιτικός σχηματισμός δεν φαίνεται να μπορεί να εκμεταλευτεί. Η πολιτική πλατφόρμα που προσπαθούν να δημιουργήσουν οι «58» υποτίθεται ότι στοχεύει στην πλήρωση του κενού αυτού. Η διαδικασία αυτή αποδεικνύει περίτρανα τον συσχετισμό κοινωνίας – πολιτικής που περιγράφεται παραπάνω. Η πολιτική ταυτότητα της «κίνησης των 58» είναι προφανής· πολιτικά υλικά που η αλλαγή συσχετισμών εντός των παραδοσιακών αστικών κομμάτων της τελευταίας δεκαετίαςτα αδρανοποίησε, έρχονται ξανά στο προσκήνιο τώρα που τα παραδοσιακά κόμματα περνάνε στελεχιακή κρίση (υπό το βάρος της κοινωνικής κατακραυγής), ενδεδυμένα με τον απαραίτητο πνευματικό μανδύα (Μπέζος, Τριανταφύλλου κλπ, οι οποίοι όμως έχουν ήδη δείξει τον πολιτικό προσανατολισμό τους προς όχι απλώς μη ριζοσπαστικές θέσεις, αλλά σχεδόν αντιδραστικές). Στη δεύτερη σειρά της βιτρίνας (προφανώς για να μην προκαλείται το κοινό αίσθημα) Σημίτης, Μπίστης και λοιποί γνήσιοι εκπρόσωποι του τεχνοκρατικού – εκσυγχρονιστικού (και στην πράξη ημινεοφιλελεύθερου) ΠΑΣΟΚ του τέλους της δεκαετίας του ’90. Εκείνου του ΠΑΣΟΚ που με τη νεοφιλελεύθερη στροφή του εξοικίωσε την κοινωνία με μια πιο απροκάλυπτη όψη του καπιταλισμού και ουσιαστικά έθεσε τα θεμέλια της περαιτέρω εδραίωσης του νεοφιλελευθερισμού στην Ελλάδα. Είναι νομίζω προφανές πως η απάντηση στη σημερινή δύσκολη συγκυρία δεν μπορεί να δοθεί από αυτές τις πολιτικές ταυτότητες. Κι όμως φαίνεται πως -τουλάχιστον σε πρώτη φάση- υπάρχει ενδιαφέρον και σχετική ανταπόκριση. Γιατί;

Η μεσαία τάξη που σήμερα διαλύεται υπήρξε το χαϊδεμένο παιδί των πολιτικών του τεχνοκρατικού ΠΑΣΟΚ του ’90. Αυτή το υποστήριξε και σε αυτήν κυρίως απευθυνόταν η πολιτική του: ο σημερινός, γεμάτος συνειδησιακές αντιφάσεις μικροαστός είναι γνήσιο τέκνο ενός αντιφατικού πολιτικού φορέα που, ενώ είχε στον τίτλο του τη λέξη «Σοσιαλιστικό», ασκούσε επί χρόνια χαμηλών τόνων νεοφιλελεύθερη πολιτική. Είναι λοιπόν λογικό η πολυπληθής αυτή τάξη (πολυπληθής συνειδησιακά, γιατί πρακτικά η μεσαία τάξη έχει καταρρεύσει πλέον) να αναγνωρίζει μια περιγραφή του «κεντροαριστερού χώρου» σαν αυτή που εκφράζουν τα παροπλισμένα στελέχη του εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ. Και είναι επίσης λογικό να στρέφεται προς αυτήν, είτε λόγω ανεπαρκούς πολιτικης σκέψης είτε λόγω ψυχολογικής παλινδρόμησης αναπολώντας τις «όμορφες μέρες» της μικροαστικής ηγεμόνευσης, με την ίδια έννοια που ο νεαρός ενήλικας αδυνατεί να πάρει τη ζωή του στα χέρια του (με τις χαρές και τις δυσκολίες της) και αναπολεί τις υπαρξιακά ασφαλείς περιπέτειες της εφηβίας και του στρατιωτικού του. Αποτελούμε μια κοινωνία που δεν επιθυμεί να ενηλικιωθεί ιστορικά και πολιτικά.

  1. Πιτσιρίκος, Σε τι διαφέρει ο ΣΥΡΙΖΑ από την Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ;, 4/12/2013 []
  2. Homo Hominus, Το ξένο ρούχο, 4/12/2013 []