Tag Archives: Χρυσή Αυγή

Σεξουαλικότητα και αντεπανάσταση

Robert Doisneau, The sidelong glance, 1948
Robert Doisneau, The sidelong glance, 1948

Το φαινόμενο του ναζισμού και, ακόμη περισσότερο του νεο-ναζισμού, δεν μπορεί να γίνει κατανοητό αν δίπλα στην πολιτική ανάλυση δεν προστεθεί και η ψυχολογική προσέγγιση του δρώντος ατόμου. Η πρώτη (πολιτική ανάλυση) μπορεί να αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο δημιουργείται το πολιτικό υπόστρωμα πάνω στο οποίο φύεται ο ναζισμός, δεν μπορεί όμως να εξηγήσει πλήρως τον μηχανισμό ο οποίος θέτει σε κίνηση το άτομο αυτό καθ’ αυτό. Πώς μπορεί να εξηγηθεί η δράση του ατόμου «κόντρα σε κάθε λογική, ακόμη και στα ίδια τα συμφέροντά του»1, όταν αυτό εντάσσεται σε μια παραστρατιωτική νεοναζιστική οργάνωση και δρα εμφανώς παράλογα και παράνομα; Τι είναι αυτό που καταστέλλει στην συνείδησή του τον ενδοιασμό και το απελευθερώνει στη διάπραξη νεοναζιστικών εγκλημάτων (συμπλοκές, επιθέσεις σε όσους στοχοποιούνται, παράνομη δράση κλπ);

Η ψυχολογική προσέγγιση από την άλλη, δεν μας λέει πολλά για την κοινωνική κατάσταση στην οποία αναδεικνύονται και ισχυροποιούνται τα φασιστικά μορφώματα, μπορεί όμως να αναδείξει καλύτερα τους μηχανισμούς που θέτουν σε δράση το νεοναζιστικό υποκείμενο. Αφού διαγνωσθεί το, κατά γενική βάση, προβληματικό ψυχολογικό υπόβαθρο, ειδικά των ηγετικών στελεχών των φασιστικών μορφωμάτων (χαμηλή αυτοεκτίμηση και ατομικές ανασφάλειες είναι τα πιο προφανή συμπτώματα), το προφανές και πιο εύκολο συμπέρασμα είναι πως το άτομο αποκτά αναγνώριση, «αίσθηση του συνανήκειν» από τη δράση του μέσα στο πλαίσιο ενός τέτοιου μηχανισμού. Απομένει όμως η αναγνώριση ενός ακόμη συμπλέγματος, ιδιάζοντος και αρκούντος σημαντικού, το οποίο εξηγεί ακόμη περισσότερο την θηριώδη ορμή που φαίνεται να απελευθερώνεται στις δράσεις των φασιστικών / νεοναζιστικών μορφωμάτων: υπάρχει μία υποβόσκουσα, υπόγεια σύνδεση μεταξύ των ιδανικών που προσπαθούν να δηλώσουν οι φασιστικές πρακτικές και η (προβληματική) σεξουαλικότητα των δρώντων υποκειμένων τους. Η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών των ηγετικών στελεχών της Χρυσής Αυγής σήμερα επιβεβαίωσε την ιστορική έρευνα του φαινομένου «φασισμός» και σε αυτό το σημείο. Οι πρόσφατα αποκαλυφθείσες συνομιλίες του Λαγού με την -προφανώς- ερωτική του σύντροφο, είναι απόλυτα διαφωτιστικές:

«Ετοιμάζομαι να κοιμηθώ, πρόστυχη ναζιστούλα», εμφανίζεται να λέει ο Λαγός σε μία γυναίκα ονόματι Νικόλ, όπως προκύπτει από την άρση του απορρήτου του κινητού του τηλεφώνου. Η ίδια, αναφερόμενη σε επίθεση χρυσαυγιτών σε κοινωνικό χώρο στην Ηλιούπολη, αναφέρει: «Ο άντρακλάς μου δέρνει… Λα, λα, λα! Γουστάρω! Εξιτάρομαι κάθε φορά που το κάνεις….»2

Η αναφορά και περιγραφή της βίαιης δράσης του Λαγού στη σύντροφό του ξεπερνά το ενδιαφέρον που μπορεί η «Νικόλ» να είχε λόγω ιδεολογικής ταύτισης. Ο Λαγός επιζητά σεξουαλική, και συνεπώς έμφυλη, αναγνώριση από τη Νικόλ. Κι αυτή του την παρέχει. Η αναζήτηση αναγνώρισης του αρσενικού από το θηλυκό είναι μέχρις ενός σημείου μηχανισμός φυσιολογικός, εγγεγραμμένος στο DNA του είδους μας από την εποχή του κυνηγιού και των σπηλαίων. Ωστόσο, όσο πιο ακραίες πράξεις μεταχειρίζεται το αρσενικό για να αποκτήσει την αναγνώριση αυτή, τόσο μεγαλύτερο κενό αναδεικνύεται στην σεξουαλική και συνειδησιακή του αυτοεκτίμηση. Ένα άτομο με ουσιώδη αυτοεκτίμηση συνειδητοποιεί πως δεν χρειάζεται να σκοτώσει έναν άνθρωπο για να αναγνωριστεί από τον άλλο ή από την ερωτική του σύντροφο. Στα υγιή ψυχολογικά άτομα, μέρος της αναγνώρισης που απαιτεί το εγώ έρχεται από το ίδιο το άτομο μέσω της φυσιολογικής αυτοεκτίμησης. Όσο χαμηλότερη όμως είναι η αυτοεκτίμηση, τόσο μεγαλύτερο είναι το κενό αναγνώρισης που προκύπτει. Το κενό αυτό αναγνωρίζεται από τα υγιή άτομα κατά τη συναναστροφή τους με το «πάσχον» ψυχολογικά άτομο, οπότε και η πλήρωσή του από το κοινωνικό του περιβάλλον καθίσταται δύσκολη. Στο σημείο αυτό, η ένταξη και δράση στα πλαίσια μιας ναζιστικής οργάνωσης, στην οποία κυβερνά ο παραλογισμός, το μεταφυσικό και ο μυστικισμός, μεταθέτει το ζήτημα της ψυχολογικής αναγνώρισης από το επίπεδο του έλλογου σε αυτό του μεταφυσικού ή του παράλογου. Ο φασίστας δολοφόνος όχι απλώς δικαιολογεί τη δράση του στο υποσυνείδητό του, αλλά από το καθρέφτισμα της πράξης του στα μάτια του ερωτικού του συντρόφου επιβεβαιώνεται στον εαυτό του. Καθώς πλέον η συμπεριφορά έχει αφελκυσθεί από το επίπεδο της λογικής, η δράση εξελίσσεται σε ολοένα αυξανόμενους βαθμούς κτηνωδίας: μια προβληματική αυτοεκτίμηση η οποία δεν έχει έλλογη συναίσθηση της κατάστασής της θα αναζητά όλο και μεγαλύτερες «δόσεις» πλήρωσης.

Την σχέση αυτή είχε εντοπίσει και περιγράψει ολιστικά ο Βίλχελμ Ράιχ3, δίνοντας μια ανάγλυφη εικόνα της σημασίας του σεξουαλικού υποσυνείδητου στην πολιτική διαμόρφωση. Όσο κι αν από ένα σημείο κι έπειτα το έργο του αποτελεί σημείο αντιπαράθεσης ως προς την εγκυρότητά του4, οι βασικές γραμμές της σκέψης του που αφορούν στη σύνδεση ψυχολογίας, κοινωνικής πραγματικότητας και πολιτικής, παραμένουν πειστικές και ευφυείς. Το συμπέρασμά του πως «η αυταρχική διάπλαση του ανθρώπου συντελείται […] κυρίως με το ρίζωμα της ανάσχεσης και του άγχους μέσα στο ζωντανό υλικό του γενετήσιου ορμέμφυτου»5 δεν αποδίδει απλώς το σημείο εκκίνησης του φασιστικού υποκειμένου, αλλά και την γενικότερη μικροαστική πραγματικότητα (ηθική και πολιτική) πάνω στην οποία καλλιεργήθηκαν τα χειρότερα προϊόντα του περασμένου αιώνα (ολοκληρωτισμοί, υπερνεοφιλευθέρες οικονομικές πραγματικότητες, εθνικοί πόλεμοι κλπ, όλα αυτά τα ιστορικά γεγονότα που εκ πρώτης όψεως φαντάζουν παράλογα, καθώς οι μαζικές συνειδήσεις τα στήριξαν ενάντια στα ίδια τα οικονομικά και κοινωνικά τους συμφέροντα).

Μάλιστα ο Ράιχ προχωρά περαιτέρω την διεισδυτική ματιά του και διαπιστώνει πως «η απώθηση της γενετήσιας επιθυμίας ενισχύει την πολιτική αντίδραση, όχι μόνο επειδή κάνει το αγελαίο άτομο παθητικό, αδιάφορο και απολίτικο· αλλά γιατί δημιουργεί μέσα στη δομή του μια δεύτερη δύναμη, ένα τεχνητό συμφέρον, που στηρίζει ενεργά το αυταρχικό σύστημα. Όταν η ερωτική επιθυμία εμποδίζεται από τη γενετήσια απώθηση και δεν μπορεί να βρει τη φυσιολογική της πλήρωση, τότε καταφεύγει σε κάθε λογής υποκατάστατα6 Αυτά τα «κάθε λογής υποκατάστατα» όμως, έχουν σαφέστατο προσανατολισμό. Ο «απολίτικος» και «παθητικός» χαρακτήρας τους, την πηγή του οποίου εύστοχα ο Ράιχ αποδίδει στην προβληματική σεξουαλικότητα,  τα ωθεί να στρέφονται πάντα προς την  αντεπαναστατική κατεύθυνση, ενισχύοντας το στρατόπεδο του συντηρητισμού, της καπιταλιστικής εδραίωσης και, στην χειρότερη έκφανσή τους, τους κάθε φύσεως ολοκληρωτισμούς ή φασισμούς. Καθίσταται σαφές για ακόμη μία φορά πως η «ταύτιση των ιδεολογικών άκρων» όχι απλώς είναι θέση ανιστόρητη, αλλά και πρακτικά αδύνατη: η επαναστατική (ή έστω πολιτικά ενεργή) κατεύθυνση που εκφράζει αυτό που ιστορικά θα αποκαλούσαμε αριστερή πολιτική, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εδραιωθεί μέσω «απολίτικων» και «παθητικών» υποκειμένων. Η ανάγκη δικαιοσύνης και κοινωνικής αλλαγής που η αριστερή σκέψη εκφράζει, απαιτεί -τόσο για την ιδεολογική της εδραίωσης, όσο και για την πρακτική της εφαρμογή- άτομα συνειδητοποιημένα και πολιτικά ενεργά. Το ιδανικό επαναστατικό υποκείμενο είναι άνθρωπος με αυξημένο βαθμό αυτοσυνειδησία και σίγουρα χωρίς καταπιεσμένη σεξουαλικότητα.

  1. Βλ. σχετικά την εργασία «Φασισμός: μια ιστορική προσέγγιση», homo hominus, 8/3/2014 []
  2. Λαγός για αντεξουσιαστές: Θα τους μακελεύω όπου τους βρίσκω, tvxs.gr []
  3. Βλ. Βίλχελμ Ράιχ, Η μαζική ψυχολογία του φασισμού, Εκδ Μπουκουμάνη, Αθήνα, 1974 []
  4. …κυρίως τα τμήματά του που αφορούν στην ύπαρξη της «οργόνης», καθώς και η πλήρης προσήλωσή του στην περιγραφή των κοινωνικών πραγματικοτήτων μέσα από το πρίσμα της καταπιεσμένης ατομικής σεξουαλικότητας. Για την εικόνα από την πλευρά του Ράιχ βλ. σχετικά Βίλχελμ Ράιχ, Άκου ανθρωπάκο, Εκδ. Γνώση, Αθήνα, 2012 []
  5. Ράιχ, Η μαζική ψυχολογία του φασισμού, ό.π., σ. 71 []
  6. Ράιχ, Η μαζική ψυχολογία του φασισμού, ό.π., σ. 72 []

Το ξένο ρούχο

Η ελληνική κοινωνία πάντα είχε περίεργη σχέση με τη νεωτερικότητα. Τα ιδανικά που δημιουργήθηκαν στην υπόλοιπη Ευρώπη κατά τον 19ο αιώνα και οι διαδικασίες που πυροδότησαν (επαναστάσεις, αντεπαναστάσεις, γέννεση εθνικών κρατών, άνοδος του καπιταλισμού κλπ) στην Ελλάδα υπήρξαν περισσότερο ως αύρα προερχόμενη απ’ έξω, παρά ως γηγενής πραγματικότητα. Στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία αυτό δημιουργεί μία πολύ ιδιάζουσα και συχνά αντιθετική ταυτότητα. Από τους ματσο λήσταρχους επαναστάτες του 1821, που αντιτίθεντο σε κάθε μορφή εξουσίας, ακόμη και της δικής τους 1 μέχρι τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Θόδωρο Αγγελόπουλο και τον «ξέρεις ποιός είμαι εγώ ρε;» νεοέλληνα, οι αντιθέσεις καθορίζουν την ιδιαιτερότητά μας ως κοινωνία.

Παρά όμως την αντιθετική ιδιοσυγκρασία της ελληνικής κοινωνίας, είναι πρόδηλο πως η πολιτική και οικονομική ταυτότητα που γίνεται προσπάθεια να της επιβληθεί στις παρούσες συνθήκες είναι εντελώς έξω από τα χαρακτηριστικά της. Το ρούχο που προσπαθούν να της φορέσουν τα εγχώρια και αλλοδαπά οικονομικά συμφέροντα που εξουσιάζουν, δεν της ταιριάζει. Όχι απλά δεν έχει ραφτεί στα μέτρα της, ίσως δεν ταιριάζει καν στα μέτρα του ανθρώπου.  Γι’ αυτό και η ελληνική μνημονιακή κοινωνία φαίνεται σα να είναι ντυμένη με ένα «οικονομικό και πολιτικό τσουβάλι», όπου μέσα του ψάχνει να βρει πού είναι τα μανίκια και πού τα μπατζάκια.

Η φονταμεταλιστική νεοφιλελεύθερη οικονομία2 που γίνεται προσπάθεια να επιβληθεί στην κοινωνία κουβαλά πολιτικές, εμπορικές, οικονομικές, εργασιακές και καταναλωτικές συνήθειες που, όντας βασισμένες στην προτεσταντική καπιταλιστική ηθική, είναι σχεδόν αδύνατο να γίνουν κατανοητές από την κοινωνίας μας. Γι’ αυτό και ο μόνος τρόπος με τον οποίο θα μπορούσαν να εφαρμοστούν οι συνήθειες αυτές είναι διά της επιβολής, και μάλιστα με μια «θεραπεία σοκ».3

Ως αποτέλεσμα της «θεραπείας» αυτής δημιουργήθηκε στην ελληνική κοινωνία μία παράλογη καθημερινότητα, αδύνατο να γίνει κατανοητή από τα άτομα με βάση τον μέχρι τώρα τρόπο σκέψης τους. Αυτή η κοινωνική ψυχολογία φαίνεται παρόμοια με τις αρχικές αντιδράσειςτων νεοφερμένων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Όπως ο κρατούμενος των στρατοπέδων εξόντωσης, έτσι κι ο «μνημονιακός πολίτης»  αισθάνεται «να τον εξουσιάζει ένας μηχανισμός βίας και απειλών (που) αδυνατεί να τον ερμηνεύσει, διότι οι ανάγκες της κάθε στιγμής κρατούν το βλέμμα του προσηλωμένο συνεχώς στο έδαφος».4 Η μεθοδολογία αυτή έχει διττό αποτέλεσμα: από τη μία εμπεδώνει τη βία ως αδήριτη κοινωνική πραγματικότητα 5 κι από την άλλη δεν επιτρέπει στο άτομο να σχηματίσει πλήρη και λογική εικόνα της πραγματικότητας. Συνεπώς, το άτομο όχι μόνο δεν αντιδρά αλλά αδυνατεί να αντιληφθει καν την ύπαρξη εναλλακτικού κόσμου, αφού δεν κατανοεί πλήρως τον παρόντα κόσμο που το περιβάλλει.

Εντός των συνθηκών αυτών ο παραλογισμός φαντάζει ιδιαίτερα ελκυστικός στα άτομα ως μέθοδος εξήγησης της πραγματικότητας. Η ίδια η πραγματικότητα εξάλλου είναι παράλογη και επιπλέον τα παράλογα επιχειρήματα δεν απαιτούν κοπιαστική λογική θεμελίωση, κάτι που θα ανάγκαζε το άτομο να περισπαστεί από τον αγώνα για την επιβίωσή του. Το εξουσιαστικό σύστημα φαίνεται να έχει συναίσθηση αυτής της πραγματικότητας και γι’ αυτό καταφεύγει σε πολιτικούς που ντύνουν ηθικά την εφαρμοζόμενη πολιτική με εντελώς παράλογα δομημένα επιχειρήματα, καθιστώντας τα έτσι κατανοητές αλήθειες στην χειμαζόμενη από τον παραλογισμό κοινωνία. Η εκτόξευση στην εξουσιαστική ιεραρχία σκεπτικών σαν αυτό που πρεσβεύει ο Αδ. Γεωργιάδης εντάσσονται στο πλαίσιο αυτό.

Ο ανατροφοδοτούμενος κύκλος παραλογισμού έχει πολύ σοβαρότερες επιπτώσεις απ’ ότι αρχικά γίνεται εμφανές· οδηγεί στην πλήρη απαξίωση της λογικής. Η λογική όμως αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό του ανθρώπου, που τον διαφοροποιεί από άλλα είδη ζωής. Με την απαξίωση της λογικής ο άνθρωπος αποκτηνώνεται. Η μνημονιακή πολιτική είναι λοιπόν απάνθρωπη τόσο σε υλικό όσο και σε πνευματικό επίπεδο.

Αυτός ο απάνθρωπος παραλογισμός όμως κουβαλάει μέσα του το σπέρμα του ολοκληρωτισμού και επιπλέον του παρέχει τις ιδανικές συνθήκες ανάπτυξης. Η άνοδος και σταθεροποίηση της κοινωνικής απήχησης της Χρυσής Αυγής είναι απόλυτα συνεπής με την κατάσταση που η μνημονιακή πολιτική δημιούργησε στην κοινωνία. Γι’ αυτό τελικά είναι εξαιρετικά σημαντική η προάσπιση της λογικής, ως μια πρώτη και αναγκαία πράξη αντίστασης.

Η άνοδος των προνομιούχων (…) σε κάθε ανθρώπινη συμβίωση είναι φαινόμενο ανησυχητικό αλλά αδιάλειπτο. (…) Είναι καθηκον των δικαίων να πολεμάνε κάθε καταχρηστικό προνόμιο, αλλά δε πρέπει να ξεχνάμε ότι πρόκειται για έναν ατέρμονα πόλεμο.
Primo Levi

  1. Eric Hobsbawm,  Η εποχή των επαναστάσεων 1789-1848, μτφρ. Μαριέτα Οικονομοπούλου, Αθήνα : Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1997 []
  2. «Φονταμενταλιστική» με την έννοια ότι εμμένει σε μία θεωρία με τρόπο παράλογο, παρόλο που η θεωρία αυτή συνεχώς διαψεύδεται στα αποτελέσματά της. «Νεοφιλελεύθερη» με τους όρους που περιγράφει η οικονομική «Σχολή του Σικάγο», βλ. σχετικά Naomi Klein, Το δόγμα του σοκ : Η άνοδος του καπιταλισμού της καταστροφής, μτφρ. Άγγελος Φιλιππάτος. – 1η έκδ. – Αθήνα : Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, 2010 []
  3. βλ. σχετικά Naomi Klein, ό.π. []
  4. Primo Levi, Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν, μτφρ. Χαρά Σαρλικιώτη. – Αθήνα : Άγρα, 1997, σ. 17 []
  5. Κάθε είδους βία: την πείνα, την εξαθλίωση σημαντικών τμημάτων της κοινωνίας, την αυταρχική διακυβέρνηση με Πράξεις Νομοθετικού Κινδύνου, την βίαιη καταστολή κάθε αντίδρασης, την διάλυση της μεσαίας τάξης. []