Tag Archives: πολιτική

Φόβος

Τώρα που τέλειωσε και επίσημα η προεκλογική εκστρατεία, σαν γενικότερη διαπίστωση, μου προξενεί πολύ μεγάλη εντύπωση ό,τι εν έτει 2015 άνθρωποι με πρόσβαση στην πληροφορία και με λειτουργικό νου εκφράζουν φόβους πως είναι δυνατόν από τις εκλογές εντός των πλαισίων μιας αστικής δημοκρατίας, να προκύψουν αναρχικές η ρεβανσιστικές ή κομμουνιστικές κυβερνήσεις (άσχετα από τη στάση που υιοθετεί ο καθένας απέναντί τους, αν δηλαδή τις εκτιμά ή τις αποστρέφεται)! Αυτό ιστορικά δεν έχει συμβεί ποτέ σε εκλογές σε εθνικό επίπεδο, ούτε εντός ούτε εκτός Ελλάδος.1 Και ο λόγος που δεν έχει συμβεί αυτό είναι πολύ απλός και ισχύει σε όλα τα διπολικά πολιτικά συστήματα του δυτικού κόσμου: για να συγκεντρώσει κανείς κυβερνητική πλειοψηφία είναι αναγκασμένος να προσεταιριστεί το λεγόμενο «μεσαίο χώρο», ο οποίος -αν δεν είναι απολιτίκ- διατηρεί συντηρητικά αντανακλαστικά, στην υποψία και μόνο ριζοσπαστικών πολιτικών προτάσεων. Συνεπώς, αν μια πολιτική παράταξη είναι πραγματικά ριζοσπαστική τελικώς δεν καταφέρνει να εκλεγεί, ή αν εκλεγεί τότε κατά συνέπεια δεν είναι ριζοσπαστική. Με λίγα λόγια οι επαναστάσεις γίνονται εκτός κάλπης – αν κάτι γίνει μέσω κάλπης δεν είναι επανάσταση κι ούτε μπορεί να λειτουργήσει ως τέτοια…

Ο παραπάνω ισχυρισμός θα καταστεί αυταπόδεικτα προφανής από Δευτέρα, όταν θα διαπιστώσουμε σταδιακά πως ούτε επανάσταση πρόκειται να γίνει, ούτε και καμία τρομερή αδικία θα αποκατασταθεί, τουλάχιστον με ριζοσπαστικό τρόπο… Μετά βεβαιότητος μπορώ να πληροφορήσω τους ανησυχούντες, εντός και εντός Ελλάδος, ότι στην ελληνική κοινωνία καμία ριζοσπαστική – επαναστατική διάθεση δεν έχει ωριμάσει, επομένως να μην περιμένυν δραματικές αλλαγές από την κάλπη της Κυριακής. Για μένα (και αυτό είναι καθαρά προσωπική ελπίδα, που δεν θεμελιώνεται σε ιστορική – κοινωνιολογική έρευνα) θα ήταν ευχής έργον αν τουλάχιστον από Δευτέρα γινόταν έστω ένα μικρό βήμα προόδου ως προς τον τομέα της δικαιοσύνης: απλά να αποκαθίστατο στο συλλογικό μας υποσυνείδητο η έννοιά της και το ότι αυτή είναι διατεθειμένη να λειτουργήσει…

Ωστόσο, διατηρεί το ενδιαφέρον της η διερεύνηση της πηγής του φόβου ορισμένων, όχι απαραίτητα μεγαλοαστών, ότι μια εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ θα ισοδυναμούσε με την άνοδο αναρχικών – κομμουνιστών – ρεβανσιστών στην εξουσία ή με την βενεζουελοποίηση (ή αργεντινοποίηση αν σας βολεύει) της Ελλάδας. Από πού αντλεί την υπόστασή του ένας τέτοιος φόβος, που στον ψύχραιμο παρατηρητή είναι προφανής η χαώδης απόστασή του από την πραγματικότητα;

Οι μόνες πειστικές απαντήσεις που κατάφερα να σχηματοποιήσω κινούντια σε δύο άξονες. Είτε κάποιοι θεωρούν πως έχουν πολλά να χάσουν από μια αλλαγή εξουσίας τέτοιου τύπου, η οποία θα φέρει στην επιφάνεια έναν μηχανισμό με τον οποίο δεν έχουν προλάβει ακόμη να διαπλακούν. Αν όντως ισχύει κάτι τέτοιο, αυτό θα ήταν ένα θετικό στοιχείο για την ειλικρίνεια των προθέσεων του ΣΥΡΙΖΑ. Μένει να αποδειχτεί στην πράξη, κάτι το οποίο είναι εύκολο (και θα συμβεί σχετικά σύντομα).

Είτε κάποιοι από την αστική τάξη διατηρούν τέτοια απόσταση από την καθημερινότητα της Ελλάδας της κρίσης, που τους είναι αδύνατο να θέσουν την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα στις ρεαλιστικές τους διαστάσεις. Από την προσωπική μου εμπειρία έχω τέτοια παραδείγματα, ακόμα και από άτομα όχι απαραίτητα υψηλότατων εισοδημάτων· όμως σε κάθε περίπτωση πρόκειται για άτομα είτε προκατειλημμένου, είτε ανύπαρκτου κοινωνικού και πολιτικού προβληματισμού. Δεν αποτελούν απαραίτητα το γραφικό ακροατήριο της επιχειρηματολογίας τύπου Γεωργιάδη, ωστόσο διακατέχονται από έναν εγγενή φόβο έναντι της προοδευτικότητας και από συντηρητικά αντανακλαστικά.2

Η περίπτωσή τους δείχνει πως παρά το ότι ζούμε στην εποχή της πληροφορίας και της Εικόνας, φύεται ακόμη το φαινόμενο «Μαρία Αντουανέτα», δηλαδή της εντελώς παραμορφωμένης εικόνας της κοινωνίας. Κάποιοι άνθρωποι, απασχολημένοι και χορτασμένοι καθώς είναι στον κόσμο τους, αδυνατούν να φανταστούν το επίπεδο ανέχειας στο οποίο έχουν φτάσει σημαντικά τμήματα της κοινωνίας μας. Αυτό θα πρέπει να το έχουν πολύ καλά στο μυαλό τους τα κατώτερα στρώματα, όταν πολλές φορές βιάζονται να υιοθετήσουν ή να στηρίξουν αιτήματα και νουθεσίες της ανώτατης – άρχουσας τάξης.

Για να το θέσω πιο ωμά, ο χορτάτος δικαιολογείται να μην καταλαβαίνει τον πεινασμένο, γιατί έχει απωλέσει προ πολλού (ή ίσως δεν έχει αισθανθεί ποτέ) το αίσθημα της πείνας. Ο πεινασμένος όμως, δικαιολογείται να ακολουθεί τις συνταγές του χορτάτου, κόντρα στην πείνα του;

  1. Ακόμα και την εκλογή Αλιέντε στη Χιλή ή την ανάδειξη του Τσάβες, ούτε οι ΗΠΑ δεν τις χαρακτήρισαν με τόσο καταστροφολογικά επίθετα όσο αυτά που έχει υιοθετήσει μέρος της ελληνικής αστικής τάξης εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ []
  2. Εδώ εντάσσονται και άτομα κοντά στον σημερινό κύκλο εξουσίας που τελικά πιστεύουν την προπαγάνδα περί αναρχοΣΥΡΙΖαίων που οι ίδιοι ενσυνείδητα έχουν καλλιεργήσει… []

«Δεν πρόκειται να τους αφήσουμε ότι κι αν είναι εκείνο το οποίο θα χρειαστεί να κάνουμε. Ότι υπερασπίστηκαν οι παππούδες μας γενναία με τα όπλα θα το υπερασπιστούμε εμείς με την ψήφο μας την επόμενη Κυριακή […] Είναι η σύγκρουση ανάμεσα στον κόσμο της Ελευθερίας και της πατρίδας, ανάμεσα στις αξίες της Πατρίδας, της Θρησκείας και της Οικογένειας που εκπροσωπούμε εμείς και στον ισοπεδωτισμό που εκπροσωπεί η Αριστερά […] Δεν θα νικήσει η Αριστερά την επόμενη Κυριακή. Αυτό πρέπει να τους πούμε και γι’ αυτό πρέπει να αγωνιστούμε. Αυτό πρέπει να τους μεταδόσουμε»

Ομιλία Βορίδη, Ασπρόπυργος, 18/1/2015

Αυτό που αποδεικνύεται δεν είναι πως οι βορίδηδες είναι γνήσια ελληνικά ακροδεξιά γκρουπούσκουλα. Κάτι τέτοιο δεν είναι ούτε καινούργιο, ούτε δύσκολο να δειχθεί.

Το γεγονός όμως ότι η ρητορική τους αποσπά χειροκροτήματα αντί για γιούχες ή ντομάτες, σημαίνει ότι η ρητορική αυτή ικανοποιεί το υποσυνείδητο των υποστηρικτών τους. Με λίγα λόγια, αποδεικνύεται -δυστυχώς- πως σημαντικό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας πράγματι υιοθετεί αυτά τα ιδανικά και όντως το φοβίζει η κοινωνική πρόοδος. Ο εμφύλιος (για αυτούς) δεν τέλειωσε το ’49, η χούντα δεν τέλειωσε το ’73…

Το θετικό της υπόθεσης είναι πως την ώρα που ο νεοφιλελεθερισμός προσπαθεί να πείσει πως «πέθαναν οι ιδεολογίες», κάτι που για αυτόν σημαίνει ότι αποτελεί πλέον το μοναδικό παράδειγμα το οποίο είμαστε αναγκασμένοι να ακολουθήσουμε,1  οι φανατικοί υποστηρικτικές και πιστοί υπάλληλοι του νεοφιλελευθερισμού εν Ελλάδι (η ακροδεξιά Νέα Δημοκρατία του Σαμαρά, του Βορίδη και της παρέας τους) αναδεικνύουν έμπρακτα την ιδεολογική πόλωση. Εμείς οι υπόλοιποι το συνειδητοποιούμε; Άραγε τα «όλοι ίδιοι είναι», «να καεί η Βουλή», «εγώ δεν ασχολούμαι με την πολιτική», τελικά προς όφελος ποιανού λειτουργούνε;

  1. Σε αυτή την ιδεολογική προσέγγιση βασίζεται ο τρόπος με τον οποίο συστηματικά σερβιρίστηκαν τα μνημονιακά μέτρα στην Ελλάδα της κρίσης: αν θέλουμε να ανήκουμε στον σύγχρονο κόσμο (του Ευρώ, της ΕΕ, της Δύσης κλπ) δεν υπάρχει άλλος δρόμος πέρα από την λιτότητα και την προσαρμογή στις επιταγές της νεοφιλελεύθερης πολιτικής του, κραταιού σήμερα, Βερολίνου []

«Δεν θέλω να το γυρίσω στην πολιτική…»

Πάμπολλες είναι οι φορές που κουβεντιάζοντας, ίσως ακόμη και για κάποιο θέμα μη-πολιτικό, η κουβέντα μπορεί να οδηγήσει σε οδούς που αναγκαστικά οδηγούν σε πολιτική σκέψη. Πολλές φορές τότε, ακούγεται κάποιος από την παρέα να απολογείται «δεν θέλω να το γυρίσω στην πολιτική», λες και αναγκάζεται να ξεστομίσει άθελά του απαγορευμένες λέξεις!

Δεν καταλαβαίνω γιατί φοβόμαστε να μιλήσουμε «πολιτικά», λες και η πολιτική είναι κάτι που δεν μας αφορά, που είναι απαγορευμένο, που γίνεται σε άλλο επίπεδο και δεν ξέρω τι άλλο…
Αν έχουμε μπερδέψει την πολιτική με την κομματικολογία, ας αποφορτίσουμε τότε την έννοια (της πολιτικής) κι ας θυμηθούμε πως πολιτικό είναι ότι αφορά στην έννοια του πολίτη, δηλαδή του ανθρώπου που ζει εντός μιας οργανωμένης κοινωνίας:

  • Οι σχέσεις μας με τους συγκατοίκους της πόλης είναι πολιτική
  • Οι κανόνες που ρυθμίζουν τη ζωή μας (άπαξ και ζούμε με άλλους ανθρώπους κι όχι μόνοι μας σε σπηλιές) είναι πολιτική
  • Τα προβλήματα μες στο σπίτι μας, στο βαθμό που προκύπτουν από τα βάρη που σηκώνουμε λόγω των υποχρεώσεών μας έναντι άλλων ανθρώπων, είναι πολιτική
  • Οι τιμές των ταξί, του ψωμιού, του γάλακτος κλπ είναι πολιτική
  • Ο αέρας που αναπνέουμε είναι πολιτική
  • ……

Αυτό που σίγουρα δεν είναι πολιτική, είναι να κατοικούμε τόσα εκατομμύρια ανθρώπων στον ίδιο χώρο, στην ίδια πόλη, και να (μας έχουν κάνει να) νομίζουμε πως τον καθένα τον αφορά μόνο η ιδιώτευσή του, το ατομικό συμφέρον του, άντε και η οικογένειά του.

Αντιθέτως, νομίζω πως θα έπρεπε να το γυρνάμε μόνο στην πολιτική. Είμαστε υποχρεωμένοι να μιλάμε πολιτικά, από τη στιγμή που οργανωθήκαμε ως είδος στην πρώτη αγέλη. Όπως παρατηρεί ο Jurgen Habermas1 η συνύπαρξη εντός της κοινωνίας απαιτεί την εύρεση λύσεων στα ζητήματα που ανακύπτουν· ο μόνος τρόπος που μεγιστοποιεί την πιθανότητα εξεύρεσης μια λύσης που να λαμβάνει υπ’ όψιν της όλους τους εμπλεκόμενους και τις θέσεις τους, είναι ο δημοκρατικά και λογικά ελεγχόμενος διάλογος – δηλαδή μια πράξη καθαρά πολιτική.

Ειδάλλως δεν έχουμε καμία απολύτως πιθανότητα να βρούμε την οποιαδήποτε λύση, ούτε στην κρίση ούτε και στα ατομικά μας προβλήματα…

  1. Βλ. σχετικά Habermas, J., Η ηθική της επικοινωνίας, μτφρ. – εισαγωγή – ερμηνευτικά σχόλια K. Καβουλάκος, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα, 1997. []

Περί συγχώνευσης και άλλων… δαιμονίων!

Η είδηση ήταν από πολλούς αναμενόμενη:

Με μια τροπολογία 22 σελίδων που μοιάζει να έχει γραφτεί σε γραφεία μεγάλων εκδοτικών συγκροτημάτων, υιοθετούνται όλα τα αιτήματα των τελευταίων και διευκολύνονται οι συγχωνεύσεις, ενώ παρατείνεται επ’ αόριστον το προσωρινό καθεστώς λειτουργίας της ιδιωτικής τηλεόρασης και των ραδιοφωνικών σταθμών. (tvxs)

«Ε και;», θα αναφωνούσε κάποιος. Και πού είναι το μεμπτό (πέραν του ότι κατατίθεται μέσα σε ένα παντελώς άσχετο νομοσχέδιο); Δυο εταιρίες θέλουν να συγχωνευτούν και προσπαθούν αν ρυθμίσουν τα της συγχώνευσής τους. Ποιό είναι το ζήτημα που εγείρεται λοιπόν από πολιτικής και κοινωνικής απόψεως;

Πέρα από το καθαρά εργασιακό κομμάτι (η συγχώνευση θα φέρει σίγουρα απολύσεις, μειώσεις μισθών και γενικότερα χειροτέρευση εργασιακών συνθηκών, εξελίξεις που για κάποιους μπορεί να είναι απαραίτητες για να σωθούν οι δουλειές έστω ορισμένων από τους εργαζόμενους, αλλά για κάποιους άλλους είναι μη αποδεκτές), εγείρονται γενικότερα, πολύ σοβαρά ζητήματα που αφορούν την έννοια της δικαιοσύνης -που έχει πλέον γίνει λάστιχο, υπό το βάρος του νεοφιλελεύθερου ξεχειλώματος που της ασκείται. Δεν πρόκειται για μια απλή ρύθμιση ιδιωτικών ζητημάτων, αλλά για ζήτημα που (θα έπρεπε να) αφορά ολόκληρη την κοινωνία και τη λειτουργία της δημοκρατίας.

  • Η συγχώνευση αφορά επιχειρήσεις που νέμονται παράνομα δημόσιες ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες, καθεστώς που η τροπολογία παρατείνει επ αόριστον…
  • Η τροπολογία περνά καθ’ υπαγόρευσιν των εταιριών και διασφαλίζοντας αποκλειστικά τα δικά τους (ιδιωτικά) συμφέροντα, εις βάρος του όποιου δημοσίου συμφέροντος, το οποίο η νομοπαρασκευαστική επιτροπή παραδέχεται ότι δεν είχε τον χρόνο να εξετάσει λόγω των πιέσεων που της ασκήθηκαν (!!!!)
  • Ακόμη και εντός του πλαισίου του καπιταλιστικού τρόπου οργάνωσης, οι δυο αυτές εταιρίες δεν λειτουργούν με βάσει τις αρχές της ανταγωνιστικής καπιταλιστικής αγοράς που και οι ίδιες υποστηρίζουν (αφού δεν μπορούν να αποπληρώσουν τις δανειακές υποχρεώσεις τους -γιατί από εκεί ξεκινά όλο το παιχνίδι, καθ’ υπόδειξη των τραπεζών για να μην χάσουν εντελώς τα δάνεια που τους έχουν χορηγήσει), αλλά προσπαθούν να διαμορφώσουν ένα νομικό πλαίσιο τέτοιο που να τις συμφέρει και -κατά προέκταση- να τους δώσει πλεονέκτημα έναντι των ανταγωνιστών τους – με τη σφραγίδα του κράτους. Αν ηταν γνήσιοι καπιταλιστές (όπως πάντα υποστήριζαν μέσα από τα ΜΜΕ τους), ας τα έβγαζαν πέρα με τον ανταγωνισμό και τη χρεοκοπία τους χωρίς κρατικά δεκανίκια.
  • Τα επιμέρους ιδιωτικά συμφέροντα λοιπόν περνούν ως καθολικός νόμος του κράτους, ερχόμενος μάλιστα σε αντίθεση στο γενικό συμφερον (της διαχείρισης των δημοσίων συχνοτήτων, της ρύθμισης δανειακών υποχρεώσεις -και προς δημόσια ταμεία- κλπ). Ακόμα κι αν αυτό παρουσιάζεται ως νομιμοφανές μες στο διεφθαρμένο πολιτικό σκηνικό των ημερών μας, είναι κατάφορα ανήθικο. Κι είναι ανήθικο όχι με βάση κάποια αδιόρατη αριστερή ηθική, αλλά με βάση την ίδια τη λογική: ένα ιδιωτικό συμφέρον που όταν καθίσταται γενικός κανόνας έρχεται σε αντίθεση με όλα τα άλλα συμφέροντα (ιδιωτικά και δημόσια) είναι σίγουρο πως θα οδηγήσει σε απαξίωση του ίδιου του κανόνα· πρόκειται για χαρκατηριστικό παράδειγμα ανηθικότητας, ελεγχόμενο με βάση την κατηγορική προσταγή του Καντ, όπου ένας συμφεροντολογικός ατομικός γνώμονας καθίσταται γενικός νόμος και οδηγεί σε λογικές αντιφάσεις

Παρεμπιπτόντως, ας μην ξεχνάμε πως δεν πρόκειται για «δυο οποιεσδήποτε εταιρίες», αλλά για εταιρίες που ανέλαβαν να παίξουν σημαντικότατο ρόλο στην στήριξη του κυβερνητικού – τροϊκανού έργου εις βάρος της ίδιας της κοινωνίας: λέγοντας ψέματα, διασπείροντας ψευδές εισήσεις, συκοφαντώντας, εκφοβίζοντας την κοινωνία κλπ, δεν στήριξαν απλώς την επιβαλλόμενη τα τελευταία χρόνια πολιτική. αλλά διασφάλισαν με νύχια και με δόντια τις εύθραυστες και κοινωνικά μη νομιμοποιούμενες κυβερνητικές πλειοψηφίες όποτε αυτές φάνταζαν ετοιμόρροπες απέναντι στην εντεινόμενη κοινωνική οργή. Πρόκειται δηλαδή για εταιρείες που βρίσκονταν σε διατεταγμένη πολιτική υπηρεσία εις βάρος του κοινωνικού συνόλου και που τώρα έρχονται να εξαργυρώσουν τις υπηρεσίες τους αυτές… Το να τις βλέπουμε εμείς σαν «δυο οποιεσδήποτε εταιρίες» ωσάν δε μας αφορά καθόλου η δράση τους, είναι από μαζοχιστικό ως βλακώδες….

Είμαστε μια κοινωνία που η ηθική μας εξεγείρεται περισσότερο από έναν ζάπλουτο πρώην υπουργό που κυκλοφορεί με πλαστές πινακίδες (Λιάπης), παρά από έναν δημοκρατικά εκλεγμένο βουλευτή (Πολύδωρας) που στην αγόρευσή του επικαλείται έναν δικτάτορα (Μεταξά). Και οι δύο περιπτώσεις σαφώς αποτελούν -πολιτικώς- ηθικά παραπτώματα. Η πολιτική σημασία της περίπτωσης Πολύδωρα όμως μου φαίνεται πολύ μεγαλύτερη…

Στα κενα διαστηματα που δημιουργουνται μεταξυ οσων λεμε και οσων εννοουμε, φυεται και μεγαλωνει ο παραλογισμος – το ιδανικο λιπασμα για τους ολοκληρωτισμους. Έχουμε λοιπόν υποχρέωση, όταν μιλάμε πολιτικά, να είμαστε σαφείς…

Η αταξική δικαιοσύνη των ισχυρών

Η πραγματικότητα είναι αμείλικτη: η ανθρωπιστική κρίση παίρνει τέτοιες διαστάσεις (καθώς ο χειμώνας σφίγγει, οι πυρκαγιές και οι θάνατοι συνεπεία της επανεμφάνισης της θέρμανσης με τζάκια, μαγκάλια κλπ αυξάνονται με ρυθμούς πρωτόγνωρους για τη μεταπολεμική Ελλάδα) που πλέον η κυβέρνηση δεν μπορεί να την αγνοήσει. Η ανάγκη για τη διαχείρισή της υπερβαίνει τις διαστάσεις του πολιτικού κόστους, καθώς η ανθρωπιστική κρίση μπορεί να εξελιχθεί σε χιονοστοιβάδα που θα παρασύρει μαζί της όχι απλώς την κυβέρνηση, αλλά ολόκληρη την κοινωνία.

Η σπασμωδική αντιμετώπιση της κατάσταση με τις κυβερνητικές εξαγγελίες ύφους “ούτε ένα σπίτι χωρίς ρεύμα”, δε φανερώνει απλώς μία κυβέρνηση ανίκανη να αντιδράσει με πολιτική παρά μόνο με επικοινωνιακούς χειρισμούς. Η πρόταση επιβολής οριζόντιου τέλους 50 λεπτών σε όλους τους καταναλωτές για να καλύψει την επανασύνδεση του ηλεκτρικού στις ευαίσθητες πληθυσμιακές ομάδες, αποδεικνύει την συνεχή προσπάθεια του εξουσιαστικού συστήματος να εμπεδώσει στην κοινωνία μια νέα έννοια δικαιοσύνης, την αταξική δικαιοσύνη του ισχυρού.

Herbert Sandberg, χαρακτικό1 Η έλλειψη ταξικής αναλογικότητας στον επωμισμό του κόστους της απαραίτητης κοινωνικής πολιτικής προφανώς δεν υποδηλώνει την κομουνιστικοποίηση της κοινωνίας μας! Φανερώνει απλώς τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται οι οικονομικά ισχυροί την έννοια της αναλογικότητας αλλά και της κοινωνίας της ίδιας: το βάρος θα πρέπει να πέσει στους πολλούς. Εξάλλου, οι ισχυροί θεωρούν τους εαυτούς τους υπεράνω και έξωθεν της κοινωνίας. Τους φαίνεται λογικό λοιπόν να αναλαμβάνουν ίσο μερίδιο με το πόπολο στην αποπληρωμή του κοινωνικού κόστους – δεν τους φαίνεται εξίσου λογικό όμως να απολαμβάνουν και τις ίδιες αποδοχές ή επίπεδο διαβίωσης με την υπόλοιπη κοινωνία…

Αυτό το έλλειμα δικαιοσύνης, παράλογο στην ουσία του, δεν μπορεί να εμπεδωθεί στην κοινωνία παρά μονάχα με τη χρήση παραλογισμού: οι αντιδρώντες στην έλλειψη κοινωνικής αναλογικότητας βαφτίζονται από το εξουσιαστικό σύστημα λαϊκιστές, άπονοι, μη συμπάσχοντες προς τους ασθενέστερους… Το ίδιο το σύστημα που δημιούργησε και εντείνειτην κοινωνική ανισότητα, εγκαλεί όσους αντιδρούν στην ανισότητα αυτή χρεώνοντάς τους ότι αντιδρούν στην καταπολέμιση της ανισότητας! Ο παραλογισμός αυτός είναι ο ίδιος που κινεί τη σκέψη του Υπ. Υγείας όταν αυτός καταλογίζει έλλειψη ενδιαφέροντος για το δημόσιο σύστημα υγείας σε όσους αντιδρούν στη νομοθέτηση ασυμβίβαστου στους γιατρούς μεταξύ ιδιωτικών ιατρείων και απασχόλησής τους στο ΕΣΥ (ενώ την ίδια στιγμή ο Υπουργός έχει δηλώσει ευθέως πως ο δημόσιος χαρακτήρας του συστήματος υγείας είναι παρωχημένος και κάνει ότι περνά από το νομοθετικό χέρι του για να το απαξιώσει).

Η αντίδραση της κοινωνίας μα και κάθε ατόμου χωριστά απέναντι σε αυτόν τον παραλογισμό αποτελεί την ελάχιστη πράξη ανθρωπισμού. Ένα σύστημα που προσπαθεί να εδραιωθεί ηθικά σε παράλογες βάσεις δεν μας θεωρεί απλά ηλίθιους αλλά θέτει υπό αμφισβήτηση την ίδια την ανθρώπινη υπόστασή μας. Υπό αυτή την οπτική, το αίτημα για απονομή δικαιοσύνης δεν είναι απλώς κοινωνική αναγκαιότητα, αλλά αγώνας για την επικράτηση του ανθρώπινου έναντι του τερατώδους.

  1. Η εικόνα είναι χαρακτικό του Herbert Sandberg []

Το τελευταίο αντίο στην μικροαστική αθωότητα

  • (Η μικροαστή νοικοκυρά) προσαρμόζεται, υπακούοντας σε ένα φυσικό νόμο, όπως τα ζώα που μεγαλώνει το τρίχωμά τους το χειμώνα. Χιλιάδες άνθρωποι σαν αυτή προσαρμόζονται. Στο κάτω – κάτω, όποια κυβέρνηση κι αν βρίσκεται στην εξουσία, είναι καταδικασμένοι να ζουν στην πόλη αυτή.
  • Για τα παιδιά της περιοχής το μηχανουργείο και η φυλακή ήταν οι μόνες προοπτικές. Και το μηχανουργείο την επόμενη εβδομάδα κλείνει.
  • Μερικές στιγμές με πιάνει απελπισία. Είναι σα να υπάρχει ένα είδος αρρώστιας, το μικρόβιο του κακού, που εξαπλώνεται σήμερα στον κόσμο.
  • Οι ναζί μπορεί να γράφουν σα σχολιαρόπαιδα, είναι όμως ικανοί για τα πάντα. Κι αυτό είναι που τους κάνει τόσο επικίνδυνους. Γελάει κανείς μαζί τους μέχρι την τελευταία στιγμή…

Αντίο ΒερολίνοΣτις αρχές της δεκαετίας του 1930 ο Κρίστοφερ Ίσεργουντ πηγαίνει στο Βερολίνο. Εκεί ζει σχετικά μποέμικα, παραδίδωντας μαθήματα Αγγλικών σε γόννους μεγαλοαστικών οικογεννειών, σε κρατικούς αξιωματούχους, επίδοξους καλλιτέχνες κ.ά. Ταυτόχρονα, ο κοινοβουλευτισμός της Γερμανίας, μη μπορώντας να αποσβέσει τους κλυδωνισμούς της Μεγάλης Ύφεσης σε μια χώρα που προσπαθεί να διαχειριστεί την βαριά ήττα του μεγαλοϊδεατισμού της στον Α Παγκόσμιο Πόλεμο, τρεκλίζει και ετοιμάζεται να καταρρεύσει.

Ο Ίσεργουντ, μέσα από τις λογοτεχνικές περιγραφές του ημερολογίου του, μας δίνει μια ακτινογραφία της μεσοαστικής βερολινέζικης κοινωνίας, στα πρόθυρα της ανόδου του ναζισμού. Η περιγραφή του, εστιάζοντας στην καθημερινότητα των ανθρώπων που ερωτεύονται, δουλεύουν και προσπαθουν να τα φέρουν βόλτα, αναδεικνύει τη δραματικότητα μιας κοινωνίας που σε λίγο πρόκειται να υποστηρίξει ενθέρμως τα μεγαλύτερα εγκλήματα του 20ου αιώνα.

Στα πρώτα τρία κεφάλαια ο Ίσεργουντ στρέφεται περισσότερο στην ανάδειξη μιας κοινωνίας που προσπαθεί να ζήσει στη σκιά της οικονομικής κρίσης. Η πολιτική δεν εμφανίζεται στο προσκήνιο, παρά μόνο περιστασιακά. Εξάλλου, ο μέσος μικροαστός Γερμανός ζει εκφυλιζόμενα, στη σκιά της εικόνας του για τη Μεγάλη Γερμανία. Στρέφεται λοιπόν σε φαντάσματα όπως ο Κάιζερ για να βρει πολιτικές λύσεις.

Στα επόμενα τρία κεφάλαια ο εθνικοσοσιαλισμός του Χίτλερ έχει ήδη αρχίσει να διαπερνά τη γερμανική κοινωνία. Ο Ίσεργουντ μας παρουσιάζει την εικόνα  μιας κοινωνίας που ενώ έχει κουραστεί από τη βία (τη βία της καθημερινά επιδεινούμενης οικονομίας, τη βία των ανερχόμενων ναζιστών, τη βία που θυμάται από τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο) ταυτοχρόνως στηρίζει τον βίαιο μεταφυσικό παραλογισμό των ναζιστών. Το “αρκετά πια” απέναντι στην κλιμακούμενη ναζιστική βία συνυπάρχει με το “χρειάζεται να τους δείξουν αυτοί”, μερικές μάλιστα φορές συνυπάρχουν εντός του ίδιου ατόμου!1 Μας εμφανίζεται λοιπόν η μαζική ψυχολογία μιας κοινωνίας που από τη μία  η μνησικακία και από την άλλη η ηθική της την στρέφουν στην υποστήριξη ενός εξόφθαλμου παραλογισμού. Η εσωτερική αυτή αντίφαση φωτίζει τη διαδικασία της πολιτικής επιλογής.

Χωρίς να το δηλώνει ευθέως ως σκοπό του, ο συγγραφέας μέσω του ημερολογίου του καταλήγει να μας δίνει ένα κοινωνικό ψυχογράφημα. Το οποίο τυγχάνει εξαιρετικού ενδιαφέροντος, για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, αφορά σε μια κοινωνία που ανέδειξε και υποστήριξε αυτό που θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε στην πραγματικότητα ως τον πιο κοντινό συγγενή του «απόλυτου κακού». Και δεύτερον, η κοινωνία αυτή ταλανίζεται από συνθήκες σχετικά παρόμοιες με τις τωρινές δικές μας, διαποτισμένη από παρόμοια  ψυχολογία (ο μεγαλοϊδεατισμός των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 συνετρίβη ξαφνικά στο διάγγελμα του Καστελόριζου, το οποίο σκόρπισε το πάτωμα από τα πόδια μιας καταναλωτικά παραζαλισμένης κοινωνίας). Δυστυχώς, τηρουμένων των αναλογιών, τα βήματα της δικής μας περίπτωσης ακολουθούν τον παραλογισμό μνησικακίας των Γερμανών μικροαστών του 1930 σαν πατημασιες πάνω στο χιόνι…

Isherwood, Cristopher, 1904-1986. Αντίο Βερολίνο / Κρίστοφερ Ίσεργουντ · μετάφραση Ανδρέας Αποστολίδης. – 2η έκδ. – Αθήνα : Μέδουσα, 1989

  1. Χαρακτηριστικό είναι το επεισόδιο με τον Εβραίο Ράφτη στο 4ο κεφάλαιο []

ΕΡΤ, οικονομικός φονταμεταλισμός και κρίση πολιτικής εκπροσώπησης

Τα ιδιωτικά κανάλια, ανταγωνιστές της ΕΡΤ, εδώ και χρόνια πάλευαν να σε πείσουν πως το ανταποδοτικό τέλος για την ΕΡΤ είναι «χαράτσι», και ειδικά στην παρούσα οικονομική συγκυρία δυσβάσταχτο. Παρεμπιπτόντως, ιδιοκτήτες των καναλιών που σε έπεισαν είναι οι ίδιοι που αναθρέφουν την εξουσία που φρόντισε να ταυτίσει στη συνείδησή σου την εκπαίδευση με το «χαρτί» που θα σου εξασφάλιζε μια ξεκούραστη και πλούσια δουλειά, τελικώς όμως σου εξασφάλισε σκοτάδια και πλήρη καταναλωτική υποταγή. Καθώς η προπαγάνδα της ιδιωτικής TV κορυφωνόταν, εσύ σκεφτόσουν πως έτσι κι αλλιώς δεν έβλεπες ΕΡΤ, στην τελική ας γλιτώσεις έστω και δυο δραχμές με την κατάργηση του ανταποδωτικού τέλους.

Την κλείσανε λοιπόν την ΕΡΤ. Εν μία νυκτί. Και, αν και αρχικά κάπως σου φάνηκε αυτό το ξαφνικό μαύρο, τελικώς σκέφτηκες «δε βαριέσαι», τουλάχιστον θα γλιτώσεις το «χαράτσι» και τα «ξενέρωτα ντοκυμανταίρ».
Στη θέση όμως της ΕΡΤ φύτρωσε το αγριόχορτο της ΔΤ, με σκοπό να εξελιχθεί στην περικοκλάδα της ΝΕΡΙΤ.

Η «εκσυγχρονιστική» πολιτική που βρίσκεται από πίσω τους όμως, πρεσβεύει ότι η διαφάνεια (που υποτίθεται πως δεν είχε η ΕΡΤ) εξασφαλίζεται στη ΔΤ και ΝΕΡΙΤ μέσω της… απευθείας ανάθεσης σε ιδιωτικές εταιρίες του τηλεοπτικού έργου1. Η ίδια φονταμεταλιστική οινομική νοοτροπία που θεωρεί πως ο ρόλος του Κράτους δεν έγκειται στο να παρέχει (υπηρεσίες, έργο, προϊόν κλπ) αλλά μόνο να πληρώνει όσους συνδιαλέγονται μαζί του, βρίσκεται φυσικά κι εδώ. Τις οποίες εταιρίες, θα συνεχίσεις εσύ να πληρώνεις, μέσω του (μάντεψε)… ανταποδοτικού τέλους, που δεν καταργείται! Κι όχι μόνον δεν καταργείται, αλλά πλέον θα πληρώνει ιδιώτες για να παρέχουν μια υπηρεσία του δημοσιου. Οι «τεμπέληδες» της ΕΡΤ απολύθηκαν, για να μοιραστεί στη θέση τους το χρήμα με άλλο τρόπο: αντί να το κατευθύνεται στη μισθοδοσία ανθρώπων, κατευθύνεται σε ιδιωτικές εταιρίες, που (λογικά) θα πιστεύουν στα χρηστά ήθη οικονομικής νεοφιλελεύθερης διαπλοκής.

Ας κάνουμε τον απολογισμό μας: με βάση όσα σε πείσανε, η ΕΡΤ ήταν κάτι που πλήρωνες και που δεν ήθελες, γιατί δεν μπορούσες να ελέγξεις. Στη θέση της, θα υπάρχει κάτι που εσύ θα πληρώνεις και, καθώς το έργο του θα εκτελείται από ιδιώτες, δεν θα μπορείς να ελέγξεις. Αυτό θα το θέλεις; Μάλλον όχι.

Στην τεταμένη περίοδο που περνάμε, είναι καταπληκτικό το γεγονός πως η καθημερινότητα διέπεται από τόση «βαριά» πολιτική, την ίδια στιγμή που το μέσο άτομο απονεκρώνεται όλο και περισσότερο από τη δυνατότητά του να αισθανθεί τις συνέπειες της πολιτικής που τον περιβάλλει. Και το μικρότερο θέμα της καθημερινής πολιτικής ατζέντας των ΜΜΕ, περικλείει τέτοιας σημασίας Πολιτική. Ο ιστορικός του μέλλοντος θα έχει πολλή δουλειά…

Βρισκόμαστε λοιπόν σε μία κατάσταση όπου απονεκρωμένα πολιτικά όντα καλούνται να λάβουν σοβαρότατες πολιτικές αποφάσεις. Αν μη τι άλλο, η κατάσταση αυτή δημιουργεί «κρίση πολιτικής εκπροσώπησης»2 (με την έννοια ότι υπάρχει κενό μεταξύ της πολιτικής που το κοινό πράγματι θέλει και αυτής που τελικά ασκείται). Στον κενό πολιτικό χώρο που δημιουργείται, και λόγω της επικρατούσας μικροαστικής – μνησίκακης νοοτροπίας, οργώνεται το έδαφος που φύεται ο ολοκληρωτισμός.

  1. HotDoc, τ. 40 []
  2. Νίκος Πουλαντζάς, Φασισμός και Δικτατορία – Η τρίτη Διεθνής αντιμέτωπη στον φασισμό, Εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 2006 []