Tag Archives: παραλογισμός

Μιας λογικής απόσταση

Ο φασισμός, ο ρατσισμός, η συνωμοσιολογία, αποτελούν διαφορετικές εκφάνσεις του ίδιου πράγματος: όλα τους παρέχουν απλοϊκά ερμηνευτικά σχήματα και απαντήσεις σε δυσερμήνευτες και πολύπλοκες πραγματικότητες. Απέναντι μάλιστα στις αληθινές απαντήσεις, διαθέτουν ένα επιλέον εγγενές «πλεονέκτημα»: όντας απλοϊκές στην σύλληψη και στην ερμηνεία που περέχουν, απαιτούν πολύ μικρότερη προσπάθεια για την τεκμηρίωσή τους. Μια επίφαση λογικής ή ένα άσχετο γεγονός που συνδέεται με μια απλοϊκή εξήγηση με έναν λογικοφανή τρόπο, αρκούν για την εμπέδωση και της πιο ακραίας θεωρίας.
Από την άλλη, οι αληθινές προσπάθειες κατανόησης της σύνθετης πραγματικότητας, είναι αναγκασμένες να διαπραγματευτούν πιο πολύπλευρους όρους και πιο σύνθετες διαδικασίες λογικής αφαίρεσης, συσχέτισης, και εξήγησης ενός μεγαλύτερου εύρους γεγονότων. Συνεπώς, απαιτούν μεγαλύτερα νοητικά εφόδια από τον άνθρωπο, κάτι που αυτομάτως μεγαλώνει τις πιθανότητες να μην γίνουν κατανοητές και στενεύει το ακροατήριο στο οποίο απευθύνονται. Με λίγα λόγια, η αλήθεια ενέχει το τίμημα της ενεργητικής προσπάθειας για κατανόηση.
Γι’ αυτό εξάλλου φασισμος, ρατσισμός, συνομωσιολογία και άλλα σχετικά ευδοκιμούν ιδιαίτερα στην εποχή της τηλεπληροφόρησης, εις βάρος βέβαια των αληθινών εξηγήσεων και, σε τελική ανάλυση, της λογικής. Όντας απλοϊκά ως εξηγητικά σχήματα και μη εγείροντας ιδιαίτερες νοητικές απαιτήσεις για την κατανόησή τους, χωράνε πολύ εύκολα στο ολιγόλεπτο τηλεοπτικό ρεπορτάζ η στο μονόστηλο της εφημερίδας και μπορεί να τα χρησιμοποιήσει οποιοσδήποτε διατηρεί ένα blog. Απευθυνόμενα περισσότερο στο κομμάτι του ανθρώπου που «πιστεύει» παρά σε εκείνο που «κατανοεί», εμπεδώνονται από περισσότερους, με διαφορετικά υπόβαθρα και γίνονται αποδεκτά ως δόγματα, ως αξιωματικές αλήθειες. Όντας εύπεπτα και εγείρωντας τα πάθη, προσφέρουν στο άτομο μια εξήγηση που κατανοεί χωρίς κόπο και που το συμφέρει. Ο σημερινός (και μόνο κατ’ όνομα) «πολίτης», αδυνατώντας να κατανοήσει και να τοποθετηθεί σε έναν πολυδιάστατο κόσμο που μεταβάλλεται συνεχώς, καταναλώνει ευχαρίστως τις απλοϊκές εξηγήσεις του ρατσισμού, της συνομοσιολογίας, του φασισμού κλπ.
Σε συνθήκες κρίσης, άμεση συνέπεια της απλοϊκότητας αυτής αποτελεί η εμπέδωση του πατερναλισμού. Το άτομο καταλήγει να αναζητά μεσσίες, σωτήρες, κάποιον «να πάρει την κατάσταση στα χέρια του» ή -στην πιο αθώα, μα εξίσου επικίνδυνη εκδοχή- «κάποιον ηγέτη να πρωτοστατήσει». Δεν είναι τυχαίο που ο πατερναλισμός αυτός είναι βασικό χαρακτηριστικό των φασιστικών συστημάτων, στα οποία το άτομο καλείται να αναθέσει την τύχη του στα χέρια του «Αρχηγού» που ξέρει το καλό όλων. Όμως, όσο κι αν η συγκυρία ευνοεί την επικράτηση του απλοϊσμού στις μάζες, η μάχη της λογικής είναι ο μοναδικός αποδεκτός δρόμος. Μέσα στον σημερινό ορθολογικά θεμελιωμένο κόσμο, αν ο άνθρωπος αποκοπεί από τη λογική του δεν του απομένει κανένα έρεισμα, κανένα στέρεο θεμέλιο πάνω στο οποίο να οικοδομήσει τη γνώση του για τον κόσμο, τον εαυτό του, τους άλλους.1 Χωρίς την βεβαιότητα της λογικής, ο άνθρωπος, έρμαιο των παθών και των ενστίκτων, καταλήγει στην απανθρωπιά. Από το «κάποιος να πάρει την κατάσταση στα χέρα του» μέχρι το «για όλα φταίνει οι άλλοι» και ta στρατόπεδα εξόντωσης ή τους πνιγμούς μεταναστών στα Φαρμακονήσια, ο δρόμος είναι «μιας λογικής» απόσταση.

  1. Η λογική ως όχι απλώς χαρακτηριστικό του ανθρώπου, αλλά πηγή της ύπαρξής του, αναδεικνύεται με εξαιρετικό στη σκέψη του Καρτέσιου, βλ. σχετικά Rene Descartes, Στοχασμοί περί της πρώτης φιλοσοφίας, Εκδ. Εκρεμές []

Μας αφορά;

Από το «δε με αφορά» μέχρι το Άουσβιτς η απόσταση μικραίνει όσο μεγαλώνει ο ατομιισμός μας και όσο μικραίνει το στοχαστικό μας πλαίσιο..

Ένα ντοκουμέντο του κατώτατου άκρου του ανθρώπου. Μας αφορά; Οι περιγραφόμενες συνθήκες έχουν περάσει ανεπιστρεπτί; Όχι όσο ξεχνάμε ή όσο επιμένουμε να κλεινόμαστε στον ατομισμό μας…

Στα κενα διαστηματα που δημιουργουνται μεταξυ οσων λεμε και οσων εννοουμε, φυεται και μεγαλωνει ο παραλογισμος – το ιδανικο λιπασμα για τους ολοκληρωτισμους. Έχουμε λοιπόν υποχρέωση, όταν μιλάμε πολιτικά, να είμαστε σαφείς…

Η αταξική δικαιοσύνη των ισχυρών

Η πραγματικότητα είναι αμείλικτη: η ανθρωπιστική κρίση παίρνει τέτοιες διαστάσεις (καθώς ο χειμώνας σφίγγει, οι πυρκαγιές και οι θάνατοι συνεπεία της επανεμφάνισης της θέρμανσης με τζάκια, μαγκάλια κλπ αυξάνονται με ρυθμούς πρωτόγνωρους για τη μεταπολεμική Ελλάδα) που πλέον η κυβέρνηση δεν μπορεί να την αγνοήσει. Η ανάγκη για τη διαχείρισή της υπερβαίνει τις διαστάσεις του πολιτικού κόστους, καθώς η ανθρωπιστική κρίση μπορεί να εξελιχθεί σε χιονοστοιβάδα που θα παρασύρει μαζί της όχι απλώς την κυβέρνηση, αλλά ολόκληρη την κοινωνία.

Η σπασμωδική αντιμετώπιση της κατάσταση με τις κυβερνητικές εξαγγελίες ύφους “ούτε ένα σπίτι χωρίς ρεύμα”, δε φανερώνει απλώς μία κυβέρνηση ανίκανη να αντιδράσει με πολιτική παρά μόνο με επικοινωνιακούς χειρισμούς. Η πρόταση επιβολής οριζόντιου τέλους 50 λεπτών σε όλους τους καταναλωτές για να καλύψει την επανασύνδεση του ηλεκτρικού στις ευαίσθητες πληθυσμιακές ομάδες, αποδεικνύει την συνεχή προσπάθεια του εξουσιαστικού συστήματος να εμπεδώσει στην κοινωνία μια νέα έννοια δικαιοσύνης, την αταξική δικαιοσύνη του ισχυρού.

Herbert Sandberg, χαρακτικό1 Η έλλειψη ταξικής αναλογικότητας στον επωμισμό του κόστους της απαραίτητης κοινωνικής πολιτικής προφανώς δεν υποδηλώνει την κομουνιστικοποίηση της κοινωνίας μας! Φανερώνει απλώς τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται οι οικονομικά ισχυροί την έννοια της αναλογικότητας αλλά και της κοινωνίας της ίδιας: το βάρος θα πρέπει να πέσει στους πολλούς. Εξάλλου, οι ισχυροί θεωρούν τους εαυτούς τους υπεράνω και έξωθεν της κοινωνίας. Τους φαίνεται λογικό λοιπόν να αναλαμβάνουν ίσο μερίδιο με το πόπολο στην αποπληρωμή του κοινωνικού κόστους – δεν τους φαίνεται εξίσου λογικό όμως να απολαμβάνουν και τις ίδιες αποδοχές ή επίπεδο διαβίωσης με την υπόλοιπη κοινωνία…

Αυτό το έλλειμα δικαιοσύνης, παράλογο στην ουσία του, δεν μπορεί να εμπεδωθεί στην κοινωνία παρά μονάχα με τη χρήση παραλογισμού: οι αντιδρώντες στην έλλειψη κοινωνικής αναλογικότητας βαφτίζονται από το εξουσιαστικό σύστημα λαϊκιστές, άπονοι, μη συμπάσχοντες προς τους ασθενέστερους… Το ίδιο το σύστημα που δημιούργησε και εντείνειτην κοινωνική ανισότητα, εγκαλεί όσους αντιδρούν στην ανισότητα αυτή χρεώνοντάς τους ότι αντιδρούν στην καταπολέμιση της ανισότητας! Ο παραλογισμός αυτός είναι ο ίδιος που κινεί τη σκέψη του Υπ. Υγείας όταν αυτός καταλογίζει έλλειψη ενδιαφέροντος για το δημόσιο σύστημα υγείας σε όσους αντιδρούν στη νομοθέτηση ασυμβίβαστου στους γιατρούς μεταξύ ιδιωτικών ιατρείων και απασχόλησής τους στο ΕΣΥ (ενώ την ίδια στιγμή ο Υπουργός έχει δηλώσει ευθέως πως ο δημόσιος χαρακτήρας του συστήματος υγείας είναι παρωχημένος και κάνει ότι περνά από το νομοθετικό χέρι του για να το απαξιώσει).

Η αντίδραση της κοινωνίας μα και κάθε ατόμου χωριστά απέναντι σε αυτόν τον παραλογισμό αποτελεί την ελάχιστη πράξη ανθρωπισμού. Ένα σύστημα που προσπαθεί να εδραιωθεί ηθικά σε παράλογες βάσεις δεν μας θεωρεί απλά ηλίθιους αλλά θέτει υπό αμφισβήτηση την ίδια την ανθρώπινη υπόστασή μας. Υπό αυτή την οπτική, το αίτημα για απονομή δικαιοσύνης δεν είναι απλώς κοινωνική αναγκαιότητα, αλλά αγώνας για την επικράτηση του ανθρώπινου έναντι του τερατώδους.

  1. Η εικόνα είναι χαρακτικό του Herbert Sandberg []

Να μην συμφιλιωθούμε με τον παραλογισμό. Και η πιο μικρή υπαναχώρηση απέναντι στην απαξίωση της λογικής ανθρώπινης φύσης, εντάσσει το “πρόσωπο του τέρατος” στην καθημερινότητά μας. Η έλλειψη αντίδρασης και στον παραμικρό παραλογισμό του διπλανού μας, φορτώνει την ανθρωπότητα με μία ακόμη ήττα, της αφαιρεί  λίγη από την ουσία της.

Το ξένο ρούχο

Η ελληνική κοινωνία πάντα είχε περίεργη σχέση με τη νεωτερικότητα. Τα ιδανικά που δημιουργήθηκαν στην υπόλοιπη Ευρώπη κατά τον 19ο αιώνα και οι διαδικασίες που πυροδότησαν (επαναστάσεις, αντεπαναστάσεις, γέννεση εθνικών κρατών, άνοδος του καπιταλισμού κλπ) στην Ελλάδα υπήρξαν περισσότερο ως αύρα προερχόμενη απ’ έξω, παρά ως γηγενής πραγματικότητα. Στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία αυτό δημιουργεί μία πολύ ιδιάζουσα και συχνά αντιθετική ταυτότητα. Από τους ματσο λήσταρχους επαναστάτες του 1821, που αντιτίθεντο σε κάθε μορφή εξουσίας, ακόμη και της δικής τους 1 μέχρι τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Θόδωρο Αγγελόπουλο και τον «ξέρεις ποιός είμαι εγώ ρε;» νεοέλληνα, οι αντιθέσεις καθορίζουν την ιδιαιτερότητά μας ως κοινωνία.

Παρά όμως την αντιθετική ιδιοσυγκρασία της ελληνικής κοινωνίας, είναι πρόδηλο πως η πολιτική και οικονομική ταυτότητα που γίνεται προσπάθεια να της επιβληθεί στις παρούσες συνθήκες είναι εντελώς έξω από τα χαρακτηριστικά της. Το ρούχο που προσπαθούν να της φορέσουν τα εγχώρια και αλλοδαπά οικονομικά συμφέροντα που εξουσιάζουν, δεν της ταιριάζει. Όχι απλά δεν έχει ραφτεί στα μέτρα της, ίσως δεν ταιριάζει καν στα μέτρα του ανθρώπου.  Γι’ αυτό και η ελληνική μνημονιακή κοινωνία φαίνεται σα να είναι ντυμένη με ένα «οικονομικό και πολιτικό τσουβάλι», όπου μέσα του ψάχνει να βρει πού είναι τα μανίκια και πού τα μπατζάκια.

Η φονταμεταλιστική νεοφιλελεύθερη οικονομία2 που γίνεται προσπάθεια να επιβληθεί στην κοινωνία κουβαλά πολιτικές, εμπορικές, οικονομικές, εργασιακές και καταναλωτικές συνήθειες που, όντας βασισμένες στην προτεσταντική καπιταλιστική ηθική, είναι σχεδόν αδύνατο να γίνουν κατανοητές από την κοινωνίας μας. Γι’ αυτό και ο μόνος τρόπος με τον οποίο θα μπορούσαν να εφαρμοστούν οι συνήθειες αυτές είναι διά της επιβολής, και μάλιστα με μια «θεραπεία σοκ».3

Ως αποτέλεσμα της «θεραπείας» αυτής δημιουργήθηκε στην ελληνική κοινωνία μία παράλογη καθημερινότητα, αδύνατο να γίνει κατανοητή από τα άτομα με βάση τον μέχρι τώρα τρόπο σκέψης τους. Αυτή η κοινωνική ψυχολογία φαίνεται παρόμοια με τις αρχικές αντιδράσειςτων νεοφερμένων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Όπως ο κρατούμενος των στρατοπέδων εξόντωσης, έτσι κι ο «μνημονιακός πολίτης»  αισθάνεται «να τον εξουσιάζει ένας μηχανισμός βίας και απειλών (που) αδυνατεί να τον ερμηνεύσει, διότι οι ανάγκες της κάθε στιγμής κρατούν το βλέμμα του προσηλωμένο συνεχώς στο έδαφος».4 Η μεθοδολογία αυτή έχει διττό αποτέλεσμα: από τη μία εμπεδώνει τη βία ως αδήριτη κοινωνική πραγματικότητα 5 κι από την άλλη δεν επιτρέπει στο άτομο να σχηματίσει πλήρη και λογική εικόνα της πραγματικότητας. Συνεπώς, το άτομο όχι μόνο δεν αντιδρά αλλά αδυνατεί να αντιληφθει καν την ύπαρξη εναλλακτικού κόσμου, αφού δεν κατανοεί πλήρως τον παρόντα κόσμο που το περιβάλλει.

Εντός των συνθηκών αυτών ο παραλογισμός φαντάζει ιδιαίτερα ελκυστικός στα άτομα ως μέθοδος εξήγησης της πραγματικότητας. Η ίδια η πραγματικότητα εξάλλου είναι παράλογη και επιπλέον τα παράλογα επιχειρήματα δεν απαιτούν κοπιαστική λογική θεμελίωση, κάτι που θα ανάγκαζε το άτομο να περισπαστεί από τον αγώνα για την επιβίωσή του. Το εξουσιαστικό σύστημα φαίνεται να έχει συναίσθηση αυτής της πραγματικότητας και γι’ αυτό καταφεύγει σε πολιτικούς που ντύνουν ηθικά την εφαρμοζόμενη πολιτική με εντελώς παράλογα δομημένα επιχειρήματα, καθιστώντας τα έτσι κατανοητές αλήθειες στην χειμαζόμενη από τον παραλογισμό κοινωνία. Η εκτόξευση στην εξουσιαστική ιεραρχία σκεπτικών σαν αυτό που πρεσβεύει ο Αδ. Γεωργιάδης εντάσσονται στο πλαίσιο αυτό.

Ο ανατροφοδοτούμενος κύκλος παραλογισμού έχει πολύ σοβαρότερες επιπτώσεις απ’ ότι αρχικά γίνεται εμφανές· οδηγεί στην πλήρη απαξίωση της λογικής. Η λογική όμως αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό του ανθρώπου, που τον διαφοροποιεί από άλλα είδη ζωής. Με την απαξίωση της λογικής ο άνθρωπος αποκτηνώνεται. Η μνημονιακή πολιτική είναι λοιπόν απάνθρωπη τόσο σε υλικό όσο και σε πνευματικό επίπεδο.

Αυτός ο απάνθρωπος παραλογισμός όμως κουβαλάει μέσα του το σπέρμα του ολοκληρωτισμού και επιπλέον του παρέχει τις ιδανικές συνθήκες ανάπτυξης. Η άνοδος και σταθεροποίηση της κοινωνικής απήχησης της Χρυσής Αυγής είναι απόλυτα συνεπής με την κατάσταση που η μνημονιακή πολιτική δημιούργησε στην κοινωνία. Γι’ αυτό τελικά είναι εξαιρετικά σημαντική η προάσπιση της λογικής, ως μια πρώτη και αναγκαία πράξη αντίστασης.

Η άνοδος των προνομιούχων (…) σε κάθε ανθρώπινη συμβίωση είναι φαινόμενο ανησυχητικό αλλά αδιάλειπτο. (…) Είναι καθηκον των δικαίων να πολεμάνε κάθε καταχρηστικό προνόμιο, αλλά δε πρέπει να ξεχνάμε ότι πρόκειται για έναν ατέρμονα πόλεμο.
Primo Levi

  1. Eric Hobsbawm,  Η εποχή των επαναστάσεων 1789-1848, μτφρ. Μαριέτα Οικονομοπούλου, Αθήνα : Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1997 []
  2. «Φονταμενταλιστική» με την έννοια ότι εμμένει σε μία θεωρία με τρόπο παράλογο, παρόλο που η θεωρία αυτή συνεχώς διαψεύδεται στα αποτελέσματά της. «Νεοφιλελεύθερη» με τους όρους που περιγράφει η οικονομική «Σχολή του Σικάγο», βλ. σχετικά Naomi Klein, Το δόγμα του σοκ : Η άνοδος του καπιταλισμού της καταστροφής, μτφρ. Άγγελος Φιλιππάτος. – 1η έκδ. – Αθήνα : Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, 2010 []
  3. βλ. σχετικά Naomi Klein, ό.π. []
  4. Primo Levi, Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν, μτφρ. Χαρά Σαρλικιώτη. – Αθήνα : Άγρα, 1997, σ. 17 []
  5. Κάθε είδους βία: την πείνα, την εξαθλίωση σημαντικών τμημάτων της κοινωνίας, την αυταρχική διακυβέρνηση με Πράξεις Νομοθετικού Κινδύνου, την βίαιη καταστολή κάθε αντίδρασης, την διάλυση της μεσαίας τάξης. []

Καθρεύτης

Ένα παιδί 13 χρονών πεθαίνει, στην προσπάθεια της μάνας του να το ζεστάνει. Το περιστατικό, πέρα από την τραγικότητά του ως γεγονός, αναδεικνύει ως καθρεύτης την τραγική κατάσταση μιας κοινωνίας που στην απόγνωσή της επάνω λειτουργεί εντελώς κυνικά. Υπό αυτή την έννοια η εποχή μας είναι ιστορική, όχι διότι συμβαίνουν καινοφανή πράγματα (ανέκαθεν άνθρωποι σκοτώνονταν “άδικα”, αν θεωρήσουμε πως υπάρχει και “δίκαιος” θάνατος), αλλά διότι τα γεγονότα υπερβαίνουν τις διαχειριστικές δυνατότητες της κοινωνίας μας.

Το κράτος που ουσιαστικά προκάλεσε αυτό το γεγονός, με την κοινωνικά αποσαθρωτική του λειτουργία τα τελευταία χρόνια, σαστισμένο απέναντι σε μια πραγματικότητα που το ίδιο εξέθρεψε αλλά αδυνατεί να συλλάβει την έκβαση που παίρνει, προσπαθεί να λειτουργήσει με τις δομές και τις έννοιες που μέχρι τώρα χρησιμοποιούσε. Μόνο που οι δομές αυτές ήταν κατασκευασμένες να ανταποκρίνονται σε άλλες ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες. Καταλήγουν έτσι στην παρούσα φάση να λειτουργούν αρνητικά, αποδεικνύοντας από τη μία τη διαχειριστική αδυναμία της σημερινής εξουσίας και από την άλλη την κυνικότητά της. Το κράτος προσπάθησε να “αποδώσει δικαιοσύνη” στο συγκεκριμένο περιστατικό, ερμηνεύοντας το γράμμα ενός ποινικού κώδικα που δεν αναγνωρίζει ανθρωπιστική κρίση και αγώνες επιβίωσης. Η δικαιοσύνη λοιπόν αποδόθηκε με την επίρριψη της ευθύνης στη μητερα του νεκρού παιδιού, η οποία όχι μόνο κατηγορήθηκε για το θάνατό του, αλλά απελαύνεται από τη χώρα λόγω “προβλημάτων” με την άδεια παραμονής της. Λες και η απέλασή της θα διορθώσει την κατάσταση που γέννησε το “έγκλημα”.

Η μητέρα αντιμετωπίζεται ωσάν να είχε εναλακτική επιλογή ή γνώση των συνεπειών της πράξης της. Προφανώς, κανένα από τα δύο δεν ισχύει. Την εναλλακτική της την στέρησαν αυτοί που της έκοψαν το ρεύμα, δημιουργώντας της την ίδια στιγμή το άγχος επιβίωσης για την ίδια και το παιδί της. Την έλλειψη αληθινής γνώσης την αποδεικνύει το γεγονός ότι το παιδί σκοτώθηκε στην προσπάθεια της μάνας να το προστατέψει από τον θάνατο λόγω ψύχους. Το σύστημα εξουσίας, είναι τόσο κυνικό που δεν αντιλαμβάνεται την κυνικότητα της σκέψης του: αν η μάνα “ήθελε” να σκοτώσει το παιδί της, θα το άφηνε εξαρχής να πεθάνει από το κρύο, δεν θα προσπαθούσε να το ζεστάνει…

Μια δικαιοσύνη που λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο είναι τόσο αστόχαστη, που καταντά τεχνοκρατική. Προσπαθεί να εντάξει μια περίπλοκή πραγματικότητα στο στενό ερμηνευτικό της πλαίσιο, στερούμενη ηθικού προβληματισμού. Ο Σωκράτης πίστευε πως οι άνθρωποι δεν είναι δυνατόν να πράττουν αρνητικά εις γνώση τους, και στο συγκεκριμένο συμβάν φαίνεται να επαληθεύεται. Η δικαιοσύνη τι διατείνεται πως πιστεύει; Ποιες είναι οι αρχές μιας τέτοιας δικαιοσύνης;

Το πρόβλημα όμως δεν είναι αποκλειστικά νομικό, αλλά ευρύτερα κοινωνικό. Η δικαιοσύνη καθρευτίζει τα ιδανικά, το κοσμοείδωλο και το αποδεκτό ή κατακριτέο της εκάστοτε κοινωνικής συνείδησης. Αν λοιπόν ως κοινωνία πράγματι θεωρούμε υπαίτια τη μάνα, έχουμε αποτύχει παταγωδώς. Αντιμετωπίζουμε το πένθος και την τραγωδία της φτύνοντας τις χειρότερες μνησικακίες μας επάνω της και, ακόμα χειρότερα, οικτίρωντάς την, αφού υποσυνείδητα θεωρούμε πως «εμείς ποτέ δεν θα πέφταμε σε τέτοιο σφάλμα». Μόνο που έτσι ουσιαστικά παραδεχόμαστε ότι δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα για τις συνθήκες που την οδήγησαν στην απόφαση αυτή και τα διλήματα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει. Συνεπώς δεν γνωρίζουμε, βρισκόμαστε σε γνωσιολογικά χειρότερο επίπεδο κι από την ίδια τη μάνα, που μάλιστα έλαβε αποφάσεις υπό το βάρος του αγώνα της για επιβίωση. Πώς θα αποδώσουμε δικαιοσύνη τότε; Η γνώση είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την ηθική δόμηση και την απόδοση δικαιοσύνης…

Το δυστυχές συμπέρασμα είναι πως εξουσιαστικές δομές και σημαντικό τμημα της κοινωνίας μας δεν γνωρίζουν και καλύπτουν το γνωσιολογικό κενό με μία τραγική κυνικότητα. Η ανάγνωση της πραγματικότητας με αυτόν τον τρόπο είναι αδιέξοδη και επιδεινωτική της καταστάσεως, αφού όχι μόνο δεν παράγει λύσεις και επιτείνει τα προβλήματα, αλλά αναζητά διέξοδο μέσω μίας οδού αστόχαστης και εντελώς κυνικής. Είναι η ίδια αφετηρία που γεννά τις θεωρίες περί «καταδικαστέας βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται», «των δύο άκρων» κλπ. Η οπτική αυτή αναγνωρίζει μόνο την ύπαρξη του “πτώματος” και παραβλέπει αντικειμενικές συνθήκες, θύτες και θύματα. Οδηγείται έτσι σε μία υπεραπλουστευμένη αντίληψη της πραγματικότητας, που καταλήγει παράλογη. Και η ιστορική εμπειρία έχει δείξει πως η επικράτηση του παραλογισμού σε τεταμένες κοινωνικές συνθήκες έχει συνήθως ως κατάληξη τον ολοκληρωτισμό.

Το τελευταίο αντίο στην μικροαστική αθωότητα

  • (Η μικροαστή νοικοκυρά) προσαρμόζεται, υπακούοντας σε ένα φυσικό νόμο, όπως τα ζώα που μεγαλώνει το τρίχωμά τους το χειμώνα. Χιλιάδες άνθρωποι σαν αυτή προσαρμόζονται. Στο κάτω – κάτω, όποια κυβέρνηση κι αν βρίσκεται στην εξουσία, είναι καταδικασμένοι να ζουν στην πόλη αυτή.
  • Για τα παιδιά της περιοχής το μηχανουργείο και η φυλακή ήταν οι μόνες προοπτικές. Και το μηχανουργείο την επόμενη εβδομάδα κλείνει.
  • Μερικές στιγμές με πιάνει απελπισία. Είναι σα να υπάρχει ένα είδος αρρώστιας, το μικρόβιο του κακού, που εξαπλώνεται σήμερα στον κόσμο.
  • Οι ναζί μπορεί να γράφουν σα σχολιαρόπαιδα, είναι όμως ικανοί για τα πάντα. Κι αυτό είναι που τους κάνει τόσο επικίνδυνους. Γελάει κανείς μαζί τους μέχρι την τελευταία στιγμή…

Αντίο ΒερολίνοΣτις αρχές της δεκαετίας του 1930 ο Κρίστοφερ Ίσεργουντ πηγαίνει στο Βερολίνο. Εκεί ζει σχετικά μποέμικα, παραδίδωντας μαθήματα Αγγλικών σε γόννους μεγαλοαστικών οικογεννειών, σε κρατικούς αξιωματούχους, επίδοξους καλλιτέχνες κ.ά. Ταυτόχρονα, ο κοινοβουλευτισμός της Γερμανίας, μη μπορώντας να αποσβέσει τους κλυδωνισμούς της Μεγάλης Ύφεσης σε μια χώρα που προσπαθεί να διαχειριστεί την βαριά ήττα του μεγαλοϊδεατισμού της στον Α Παγκόσμιο Πόλεμο, τρεκλίζει και ετοιμάζεται να καταρρεύσει.

Ο Ίσεργουντ, μέσα από τις λογοτεχνικές περιγραφές του ημερολογίου του, μας δίνει μια ακτινογραφία της μεσοαστικής βερολινέζικης κοινωνίας, στα πρόθυρα της ανόδου του ναζισμού. Η περιγραφή του, εστιάζοντας στην καθημερινότητα των ανθρώπων που ερωτεύονται, δουλεύουν και προσπαθουν να τα φέρουν βόλτα, αναδεικνύει τη δραματικότητα μιας κοινωνίας που σε λίγο πρόκειται να υποστηρίξει ενθέρμως τα μεγαλύτερα εγκλήματα του 20ου αιώνα.

Στα πρώτα τρία κεφάλαια ο Ίσεργουντ στρέφεται περισσότερο στην ανάδειξη μιας κοινωνίας που προσπαθεί να ζήσει στη σκιά της οικονομικής κρίσης. Η πολιτική δεν εμφανίζεται στο προσκήνιο, παρά μόνο περιστασιακά. Εξάλλου, ο μέσος μικροαστός Γερμανός ζει εκφυλιζόμενα, στη σκιά της εικόνας του για τη Μεγάλη Γερμανία. Στρέφεται λοιπόν σε φαντάσματα όπως ο Κάιζερ για να βρει πολιτικές λύσεις.

Στα επόμενα τρία κεφάλαια ο εθνικοσοσιαλισμός του Χίτλερ έχει ήδη αρχίσει να διαπερνά τη γερμανική κοινωνία. Ο Ίσεργουντ μας παρουσιάζει την εικόνα  μιας κοινωνίας που ενώ έχει κουραστεί από τη βία (τη βία της καθημερινά επιδεινούμενης οικονομίας, τη βία των ανερχόμενων ναζιστών, τη βία που θυμάται από τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο) ταυτοχρόνως στηρίζει τον βίαιο μεταφυσικό παραλογισμό των ναζιστών. Το “αρκετά πια” απέναντι στην κλιμακούμενη ναζιστική βία συνυπάρχει με το “χρειάζεται να τους δείξουν αυτοί”, μερικές μάλιστα φορές συνυπάρχουν εντός του ίδιου ατόμου!1 Μας εμφανίζεται λοιπόν η μαζική ψυχολογία μιας κοινωνίας που από τη μία  η μνησικακία και από την άλλη η ηθική της την στρέφουν στην υποστήριξη ενός εξόφθαλμου παραλογισμού. Η εσωτερική αυτή αντίφαση φωτίζει τη διαδικασία της πολιτικής επιλογής.

Χωρίς να το δηλώνει ευθέως ως σκοπό του, ο συγγραφέας μέσω του ημερολογίου του καταλήγει να μας δίνει ένα κοινωνικό ψυχογράφημα. Το οποίο τυγχάνει εξαιρετικού ενδιαφέροντος, για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, αφορά σε μια κοινωνία που ανέδειξε και υποστήριξε αυτό που θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε στην πραγματικότητα ως τον πιο κοντινό συγγενή του «απόλυτου κακού». Και δεύτερον, η κοινωνία αυτή ταλανίζεται από συνθήκες σχετικά παρόμοιες με τις τωρινές δικές μας, διαποτισμένη από παρόμοια  ψυχολογία (ο μεγαλοϊδεατισμός των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 συνετρίβη ξαφνικά στο διάγγελμα του Καστελόριζου, το οποίο σκόρπισε το πάτωμα από τα πόδια μιας καταναλωτικά παραζαλισμένης κοινωνίας). Δυστυχώς, τηρουμένων των αναλογιών, τα βήματα της δικής μας περίπτωσης ακολουθούν τον παραλογισμό μνησικακίας των Γερμανών μικροαστών του 1930 σαν πατημασιες πάνω στο χιόνι…

Isherwood, Cristopher, 1904-1986. Αντίο Βερολίνο / Κρίστοφερ Ίσεργουντ · μετάφραση Ανδρέας Αποστολίδης. – 2η έκδ. – Αθήνα : Μέδουσα, 1989

  1. Χαρακτηριστικό είναι το επεισόδιο με τον Εβραίο Ράφτη στο 4ο κεφάλαιο []