Tag Archives: ολοκληρωτισμός

Φασισμός: μια ιστορική προσέγγιση

Φασισμός

Το τέλος του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου δημιούργησε στην ανθρωπότητα την αίσθηση πως παρόμοια καταστροφή δεν πρέπει να ξανασυμβεί. Σχεδόν 20 χρόνια αργότερα, ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ξεπέρασε σε αγριότητα τον πρώτο και αποτέλεσε τη μεγαλύτερη σύγκρουση στην ιστορία. Τι ήταν αυτό που σε τόσο μικρό διάστημα οδήγησε την ανθρωπότητα στην επανάληψη τέτοιων θηριωδιών;

Ο φασισμός, που αναδύθηκε και ισχυροποιήθηκε πολιτικά στο διάστημα του μεσοπολέμου συνεπεία και της μεγάλης οικονομικής κρίσης της εποχής, συνέτεινε στον μέγιστο βαθμό προς την κατεύθυνση αυτή. Κι ενώ τα φασιστικά κινήματα εξαρχής έδειξαν τα αποκρουστικά πρόσωπά τους, υποστηρίχτηκαν μαζικά από ευρωπαϊκές κοινωνίες, κόντρα σε κάθε λογική, ακόμη και στα ίδια τα συμφέροντά τους. Στις μέρες μας, που ακόμα μια σοβαρή καπιταλιστική κρίση αλλάζει τη φυσιογνωμία των ευρωπαϊκών κοινωνιών, ακροδεξιές φωνές επανεμφανίζονται και μάλιστα αποκτούν σημαντικό ακροατήριο.1 Καθώς λοιπόν η παρούσα ιστορική συγκυρία αναπόφευκτα φέρνει τις κοινωνίες μας αντιμέτωπες με το φαινόμενο του φασισμού, είναι απαραίτητη αφενός η διαλεύκανση των σχετικών εννοιών (φασισμός, ναζισμός, εθνικοσοσιαλισμός κλπ) και αφετέρου η επαναφορά της ιστορίας στις πραγματικές της διαστάσεις. Υπό την οπτική αυτή, η παρούσα δημοσίευση αποτελεί μία προσπάθεια διερεύνησης των αιτιών και της ιστορίας του φασισμού, εξετάζοντας τον ιταλικό φασισμό και τον γερμανικό εθνικοσοσιαλισμό.

Η προσέγγισή μας ξεκινά με την περιγραφή των κοινωνικών συνθηκών της μεσοπολεμικής περιόδου σε Γερμανία και Ιταλία και την ανάδειξη των προβλημάτων που τις ταλάνιζαν. Έπειτα περιγράφεται το πώς οι αντιδημοκρατικές δυνάμεις που αναδύθηκαν, εξελίχθηκαν σε φασιστικά κινήματα, ποιά ιδεολογικά χαρακτηριστικά απέκτησαν και ποιές πρακτικές μεταχειρίστηκαν. Τέλος, δίνονται συνοπτικά οι αιτίες που οδήγησαν στην επικράτηση της φασιστικής ιδεολογίας στις κοινωνίες των δύο χωρών.

Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο

Πλήθη ανέργων στην Σκωτία του 1930
Πλήθη ανέργων στην Σκωτία του 1930

Το τέλος του Α’ Παγκόσμιου Πόλεμου οδήγησε στην διαμόρφωση μίας εντελώς διαφορετικής κατάστασης στην Ευρώπη από αυτή που υπήρχε πριν την έναρξή του. Οι παλιές αυτοκρατορίες εντός της Ευρώπης κατέρρευσαν και στην θέση τους αναδύθηκαν μικρότερα εθνικά κράτη, στο πνεύμα των εθνικισμών του 19ου αιώνα.. Ο φιλελευθερισμός φαινόταν να επικρατεί καθολικά ως πολιτικό σύστημα, με την επιβολή των συνθηκών ειρήνευσης. Ωστόσο, οι οικονομικές συνέπειες του πολέμου ήταν εκτεταμένες: προκάλεσε σοβαρότατο κύμα πληθωρισμού, η δε επιστροφή των στρατιωτών επέφερε πλεόνασμα εργατικού δυναμικού και, ως επακόλουθο, την πτώση των ημερομισθίων.2

Επιπλέον, η σαρωτική οικονομική κρίση του 1929 – 1930, εντεινόμενη και από την αυτοτροφοδότηση του δημόσιου χρέους μεταξύ Ευρώπης και Αμερικής3 , μείωσε στα μάτια των λαών την αξιοπιστία της φιλελεύθερης καπιταλιστικής δημοκρατίας. Ευνοήθηκαν έτσι η εσωστρέφεια των χωρών και αναζωπυρώθηκαν προβλήματα και εντάσεις που προϋπήρχαν.4

Ανάπηρος Γερμανός αξιωματικός ζητιανεύει  μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο φορώντας  τη στολή του
Ανάπηρος Γερμανός αξιωματικός ζητιανεύει μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο φορώντας τη στολή του

Στη συλλογική συνείδηση, ο πόλεμος οδήγησε σε «ριζική μεταβολή της ευαισθησίας, εγκαινιάζοντας την “ευρωπαϊκή βία” του 20ου αιώνα».5 Στους βετεράνους της πρώτης γραμμής των μετώπων, για τους οποίους η συμμετοχή στον πόλεμο αποτελούσε τον σημαντικότερο σταθμό της μέχρι τότε ζωής τους, δημιουργήθηκε μία «μη επικοινωνήσιμη αίσθηση ανωτερότητας» απέναντι σε όσους δεν είχαν πολεμήσει.6 Τα οικονομικά προβλήματα και οι κοινωνικές απογοητεύσεις του μεσοπολέμου δυσαρέστησαν πρώην στρατιώτες, εργάτες και ακτήμονες που, ενώ θυσίασαν πολλά στον πόλεμο, δεν αισθάνονταν να τους περιμένει ένα καλύτερο μέλλον.7 Οι κοινωνικές ομάδες αυτές έγιναν οι πρώτοι θιασώτες της μεταπολεμικής άκρας δεξιάς.8

Το κοινωνικό πλαίσιο αυτό οδήγησε στην ενδυνάμωση δυνάμεων στα αριστερά και στα άκρα δεξιά· δυνάμεις που υπήρχαν και πριν τον πόλεμο, αλλά οι συνέπειές του τις ριζοσπαστικοποίησαν δημιουργώντας κρίσεις στις δημοκρατίες κατά τη δεκαετία του 1920.9

Στην Ιταλία, το τέλος του Α’ Παγκόσμιου Πόλεμου βρήκε το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού σε συνθήκες ανέχειας. Η μαξιμαλιστική εθνικιστική προπαγάνδα της πολεμικής περιόδου οδήγησε στο παράδοξο η πλειοψηφία του λαού να αισθάνεται απογοητευμένη για τα κέρδη που η Ιταλία αποκόμισε από τον πόλεμο, παρόλο που η χώρα ήταν από τους νικητές του. Δημιουργήθηκαν αισθήματα εθνικής ταπείνωσης και ντροπής ιδιαίτερα στους νέους, οι οποίοι υιοθέτησαν στάση περιφρόνησης προς το υπάρχον πολιτικό σύστημα, θεωρώντας το διεφθαρμένο και κυνικό. Τα αισθήματα αυτά δεν στερούνταν λογικής βάσης, καθόσον η Ιταλία κατέβαλε μεγάλο τίμημα στον πόλεμο αναλογικά με το μέγεθός της, τόσο οικονομικό όσο και σε ανθρώπινες απώλειες 10

Ως απότοκο των κοινωνικών συνθηκών προκλήθηκε μακρά περίοδος αναταραχής, ευνοώντας τις δυνάμεις που μάχονταν υπέρ μιας σοσιαλιστικής επανάστασης.11 Η κυβέρνηση, μη μπορώντας να θέσει υπό έλεγχο την κατάσταση, χρησιμοποίησε τα αναδυόμενα παραστρατιωτικά φασιστικά τάγματα, τα οποία εξοπλισμένα από την αστυνομία και το στρατό βοήθησαν σημαντικά στην κατάπνιξη των σοσιαλιστικών πυρήνων.12

Στην Γερμανία, το πολιτικοοικονομικό κατεστημένο υποστήριξε την παράδοση της χώρας στους νικητές του πολέμου.13 Στη συλλογική συνείδηση των Γερμανών όμως οι συνθήκες του Παρισιού καταγράφηκαν ως ταπεινωτικές και άδικες, λόγω και των υπέρογκων πολεμικών αποζη- μιώσεων που επιβλήθηκαν στην Γερμανία. Επιπροσθέτως, η οικονομική κρίση του 1930 επηρέασε και στη Γερμανία όλο το φάσμα του πληθυσμού, οδηγώντας σε ενίσχυση των πολιτικών άκρων. Τα αποτελέσματα της κρίσης εντάθηκαν από την τεχνητή δημιουργία πληθωρισμού από την γερμανική κυβέρνηση, στην προσπάθειά της να αποδείξει πως δεν μπορούσε να αποπληρώσει τις πολεμικές  αποζημιώσεις.14

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ, ηγετική μορφή των Γερμανών Κομμουνιστών, απευθύνεται σε συγκέντρωση εργατών.
Η Ρόζα Λούξεμπουργκ, ηγετική μορφή των Γερμανών Κομμουνιστών, απευθύνεται σε συγκέντρωση εργατών.

Αρχικά οι Γερμανοί στράφηκαν προς τα αριστερά, ενδυναμώνοντας το επαναστατικό κίνημα των Σπαρτακιστών. Παρόμοια με την Ιταλία, η κυβέρνηση αντιμετώπισε την κομμουνιστική άνοδο χρησιμοποιώντας πολιτοφυλακές με επικεφαλής πρώην αξιωματικούς του πολέμου, κάτι που πρακτικά οδήγησε στην ενδυνάμωση των ακροδεξιών ιδεών.15 Η πολιτική αναταραχή έδειξε να ομαλοποιείται με την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Η σοσιαλδημοκρατική της κυβέρνηση προσπάθησε να εφαρμόσει κοινωνικές μεταρρυθμίσεις. Όμως οι κατεστημένες δυνάμεις αντιτάχθηκαν σε αυτές και, καθώς διατηρούσαν υπό την ισχύ τους τα μέσα παραγωγής και ενημέρωσης, τελικά συνέτειναν στην αποσταθεροποίηση της ίδιας της δημοκρατίας.16 Υπό την επίδραση της Μεγάλης Ύφεσης κατέστη αδύνατη η διατήρηση της σιωπηρής συναίνεσης μεταξύ κράτους, εργοδοτών και εργατών, η οποία στήριζε την δημοκρατία.17 Τελικώς προκλήθηκε δημοκρατικό αδιέξοδο το 1932, λόγω και της στρατηγικής των ανερχόμενων ναζιστών18 αλλά και της κόντρας κομμουνιστών και σοσιαλιστών.19 Υπό τις συνθήκες αυτές, οι εκφραστές του μεγάλου κεφαλαίου εκμαίευσαν τον διορισμό του Χίτλερ στην πρωθυπουργία το 1933, θεωρώντας τον ως λύση στην ακυβερνησία, σκεπτόμενοι ότι θα μπορούσαν να τον καθυποτάξουν στα συμφέροντά τους.20

Γίνεται σαφές πως οι κοινωνικές συνθήκες του μεσοπολέμου ήταν τέτοιες που ευνοούσαν την ανάπτυξη εντάσεων και αντιδημοκρατικού κλίματος. Οι κυρίαρχες τάξεις αρνούνταν να υποχωρήσουν στο ελάχιστο, συνεισφέροντας στην ανακούφιση των δοκιμαζόμενων κατώτερων στρωμάτων. Με αυτό τον τρόπο οι ταξικές συγκρούσεις εντάθηκαν.21 Επιπροσθέτως, η Γερμανία και η Ιταλία αποτελούσαν προβληματικούς κρίκους στη διεθνή αλυσίδα της ιμπεριαλιστικής μετάβασης του καπιταλισμού.22 Το οικονομικό αδιέξοδο οδήγησε σε βαθιά ιδεολογική κρίση της εργατικής τάξης και της φτωχής αγροτιάς.23 Αυτό, σε συνδυασμό με τη γενικότερη κρίση των επαναστατικών οργανώσεων24 αύξησε την επιρροή των μικροαστών25, οι οποίοι όμως επίσης περνούσαν βαθιά οικονομική κρίση στο σύνολό τους.26

Ανάπτυξη αντιδημοκρατικών δυνάμεων

Όπως φάνηκε, το διάστημα του μεσοπολέμου αποτέλεσε μία περίοδο ιδιαίτερης πολιτικής κρίσης. Χαρακτηριζόταν από επιδείνωση των αντιφάσεων ανάμεσα στις άρχουσες τάξεις, από διαρκή μεταβολή και κρίση της ηγεμονίας, από προβλήματα πολιτικής εκπροσώπησης, από βαθιά κρίση της επικρατούσας ιδεολογίας και, τέλος, από επίθεση του μεγάλου κεφαλαίου και των άρχουσων τάξεων.27 Οι συνθήκες αυτές αποτέλεσαν γόνιμο έδαφος για την ανάπτυξη και εμπέδωση από τους λαούς αντιδημοκρατικών δυνάμεων. Στην αρχή, κυριότερη απειλή για το υφιστάμενο κοινωνικό καθεστώς έμοιαζε να αποτελεί η επαναστατική ρητορική και πρακτική της αριστεράς. Από την δεκαετία του 1920 κι έπειτα όμως, η απειλή για τον φιλελευθερισμό πήγαζε αποκλειστικά από την πολιτική δεξιά.28

Ο καπιταλιστικός μετασχηματισμός των κοινωνιών και η ξενοφοβία που προκλήθηκε από την μαζική μετανάστευση του 19ου αιώνα, συνέτειναν στην δημιουργία ριζοσπαστικών δεξιών κινημάτων ήδη από την περίοδο εκείνη. Οι ιδεολογίες αυτές ενδυναμώνονταν από την «πικρία που ένιωθαν οι μικροί άνθρωποι μέσα σε μια κοινωνία που τους συνέθλιβε μεταξύ των μεγάλων επιχειρήσεων και των ανερχόμενων μαζικών εργατικών κινημάτων»29. Κατά τον μεσοπόλεμο ωστόσο, τα κινήματα αυτά μεγεθύνθηκαν σημαντικά σε επιρροή, καθώς τα κοινωνικά προβλήματα οξύνθηκαν. Η θεσμική δυσλειτουργία των παλαιών κρατών και η επαναστατική εντύπωση που δημιουργούσαν ισχυρά σοσιαλιστικά κινήματα, δημιούργησαν μάζες απογοητευμένων ατόμων που δεν ήξεραν πού να στραφούν. Οι μάζες αυτές, κυρίως προερχόμενες από τα μεσαία και κατώτερα μεσαία (μικροαστικά) στρώματα, αποτέλεσαν τα πιο ευήκοα ώτα προς τις ριζοσπαστικές δυνάμεις της δεξιάς.30

Τα κυριότερα χαρακτηριστικά αυτών των ρευμάτων ήταν η εναντίωσή τους στην ενδεχόμενη σοσιαλιστική επανάσταση (κάτι που μεταφράστηκε σε φανατικό αντικομουνισμό), η εχθρική στάση τους απέναντι στους φιλελεύθερους πολιτικούς θεσμούς, ο μιλιταρισμός και η συνεπακόλουθη ενίσχυση των σωμάτων καταστολής, ο ακραίος εθνικισμός, η οργανική αντίληψη της φύσης της κοινωνίας31 και η εξύψωση των παραδοσιακών αξιών της θρησκείας, της έννομης τάξης και της οικογένειας.32

Υπό τις επικρατούσες συνθήκες του μεσοπολέμου, οι δυνάμεις αυτές σταδιακά μετατράπηκαν σε φασιστικά κινήματα, πρώτα στην Ιταλία και έπειτα στην Γερμανία. Η φασιστική ιδεολογία δεν ήταν ιδιαίτερα θεωρητικοποιημένη ούτε είχε στιβαρή φιλοσοφική υποστήριξη. Έδινε έμφαση στην ανεπάρκεια του ορθολογισμού και πρόκρινε την ανωτερότητα του ενστίκτου και της βούλησης, καταλήγοντας σε έναν συγκερασμό αντιφατικών στοιχείων.33 Ωστόσο,  οι πρωτόγονες δυνάμεις που την διαπερνούσαν, αφύπνιζαν τα στοιχειώδη συναισθήματα  οδηγώντας «στην έκρηξη μιας άθλιας φρασεολογίας».34

Χαρακτηριστικά των φασισμών

Χίτλερ και Μουσολίνι σε κοινή τους εμφάνιση.
Χίτλερ και Μουσολίνι σε κοινή τους εμφάνιση.

Ο ιταλικός φασισμός εμφανίστηκε ιστορικά πρώτος και έδωσε το ιδεολογικό παράδειγμα. Το «φασιστικό κόμμα» του Μουσολίνι αρχικά παρουσιάστηκε ως αντικαπιταλιστικό, ενσωματώνοντας σχετικές προσδοκίες τόσο των μικροαστών όσο και των εργατών. Η πολιτική του πλατφόρμα ήταν εξαιρετικά ριζοσπαστική, υιοθετώντας αιτήματα όπως την καθολική ψηφοφορία, την εφαρμογή φιλεργατικών ρυθμίσεων, τη βαριά φορολογία του κεφαλαίου και την αντίθεση σε κάθε ιμπεριαλισμό. Μετά τον Μάιο του 1920 όμως άλλαξε εντυπωσιακά την ρητορική του: αφαιρέθηκε κάθε αναφορά σε οικονομικές μεταρρυθμίσεις και σε σύγκρουση με το μεγάλο κεφάλαιο. Το φασιστικό κόμμα, ελλείψει οικονομικού προγράμματος, βασιζόταν σε συμβιβασμούς και συνδιαλλαγή με το κατεστημένο· μεταμορφώθηκε έτσι σταδιακά στον κύριο εγγυητή των συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου. 35

Παρόλο που ο ιταλικός φασισμός διατεινόταν πως συνιστούσε την ριζοσπαστική απάντηση στο διεφθαρμένο, κατεστημένο πολιτικοοικονομικό σύστημα της χώρας, συνέχισε να βασίζεται σε πρόσωπα της συντηρητικής ελίτ. Δεν αποτέλεσε ποτέ ουσιαστική απειλή για την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, ούτε για την Εκκλησία, η οποία εξάλλου προσέβλεπε στους φασίστες προστασία απέναντι στην «κομμουνιστική αθεΐα».36 Το κόμμα ταυτίστηκε πλήρως με τον διοικητικό μηχανισμό, δημιουργώντας ένα ολοκληρωτικό «κορπορατικό κράτος»37 προς όφελος των κομματικών στελεχών και των βιομηχάνων. Η κατεύθυνση αυτή ιδεολογικά προωθήθηκε στις μάζες με την άποψη πως το κράτος υπερισχύει των ατομικών συμφερόντων, ενσωματώνοντάς τα.

Η εμπέδωση της εξουσίας στο φασισμό γινόταν στη μορφή του «ανώτατου λαϊκιστή ηγέτη»38, τον Μουσολίνι, ο οποίος κατείχε υπερεξουσίες και πρακτικά έλεγχε τα πάντα. Η εξουσία στηριζόταν σε ένα πλαίσιο προπαγάνδας, βίαιης καταστολής και τρομοκρατίας, τόσο από  κρατικούς όσο και από παρακρατικούς μηχανισμούς. Αυτή η τακτική οδήγησε σε μία εικόνα σταθερότητας και «παθητικής δημοφιλίας» του φασισμού, αφού κάθε αντίθετη φωνή καταπνιγόταν εν τη γενέσει της. Ιδιαίτερη σπουδή επέδειξε ο φασισμός στην βίαιη καταστολή εργατικών και αγροτικών διεκδικήσεων, τάξεις οι οποίες ήταν ιδιαίτερα πληγμένες από την αποπληθωριστική του πολιτική.39

Βασικό εργαλείο μαζικής χειραγώγησης του φασισμού υπήρξε μία σχεδόν υστερική μορφή εθνικισμού, επενδεδυμένη με ένα πλαίσιο συντηρητικών αξιών.40 Μέσα από τον εθνικισμό νομιμοποιήθηκε το καθεστώς στη λαϊκή συνείδηση αλλά και εκφράστηκε η πικρία των Ιταλών για τα κέρδη από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το έθνος εξιδανικεύτηκε και απέκτησε μια υπερβατική θεώρηση, αν και αυτή στηρίχθηκε στην επίκληση ενός κατασκευασμένου παρελθόντος. Αυτό, σε συνδυασμό με την εξύμνηση του μιλιταρισμού και του ιμπεριαλισμού41, οδήγησε στην εμπέδωση της ιδέας πως υπάρχει αδυναμία αρμονικής συνύπαρξης των εθνών.42 Ο Μουσολίνι «εκσυγχρόνισε» τον εθνικισμό, μετατρέποντάς τον σε μαζική ιδεολογία με αντιφατικά χαρακτηριστικά, αφού μέσω αυτής εκφράζονταν πόθοι αντεπαναστατικοί και ταυτόχρονα επαναστατικοί, αντικομουνιστικοί και ταυτόχρονα αντικαπιταλιστικοί. Κάτι τέτοιο δεν θα ήταν εφικτό χωρίς την αυξημένη επιρροή της μικροαστικών φοβιών πάνω στην εργατική τάξη, γεγονός που ο φασισμός εκμεταλλεύτηκε απόλυτα.43

Αφίσα των εθνικοσοσιαλιστών «Εθνικοσοσιαλισμός: Η οργανωμένη θέληση του έθνους»
Αφίσα των εθνικοσοσιαλιστών «Εθνικοσοσιαλισμός: Η οργανωμένη θέληση του έθνους»

Στην Γερμανία, ο φασισμός αναπτύχθηκε από το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα, υπό τον Αδόλφο Χίτλερ, για τον οποίο ο Μουσολίνι υπήρξε το παράδειγμα. Ο εθνικοσοσιαλισμός ενσωμάτωσε όλα τα προηγούμενα στοιχεία του ιταλικού φασισμού, όμως τα εξέφρασε σε ιδιαίτερα ακραία μορφή και πρόσθεσε νέα στοιχεία τόσο ειδεχθή, ικανά να τον χαρακτηρίσουν ως μια «μαζική ψυχική αρρώστια που αναδύθηκε στην επιφάνεια» και ως «ανορθολογική επανάσταση».44

Αρχικά το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα -όπως και το ιταλικό φασιστικό- υποστήριξε στοιχεία ρήξης με το πολιτικοοικονομικό καθεστώς της Γερμανίας. Ωστόσο και αυτό μετασκεύασε την προπαγάνδα του αφαιρώντας τα αντικαπιταλιστικά του συνθήματα από το 1930 κι έπειτα.45 Διατήρησε έναν ορθολογικό πυρήνα, εκφρασμένο στην θεωρία του «κοινού αίματος και εδάφους», όμως κατέληξε σε έναν μυστικιστικό τρόπο λατρείας του κοινού αυτού αίματος.46 Η έννοια της «φυλής» αποτέλεσε κεντρική θεωρητική του θέση47, σε βαθμό που τελικά αφαιρέθηκε από τον άνθρωπο η δυνατότητα ιδεολογικού αυτοπροσδιορισμού του, αφού η ιδέα είναι συνυφασμένη με το «είναι» του ανθρώπου.48 Η θεώρηση αυτή βοήθησε στην δημιουργία ενός αποδιοπομπαίου τράγου, φορτωμένου με την ενοχή όλων των συμφορών του έθνους, τους Εβραίους49. Τα δραστικά μέτρα που έλαβε ο φασισμός εναντίον τους, οδήγησαν στην εκστρατεία ολοκληρωτικής εξόντωσής τους: το Ολοκαύτωμα.50 Αυτός ο λυσσαλέος ρατσισμός, υπήρξε η σημαντικότερη διαφορά του εθνικοσοσιαλισμού από τον ιταλικό φασισμό, καθώς ο Μουσολίνι δεν υιοθέτησε πρόθυμα τις διώξεις κατά των Εβραίων.

Εκπαίδευση της νεολαίας σε μιλιταριστικού τύπου οργανώσεις.
Εκπαίδευση της νεολαίας σε μιλιταριστικού τύπου οργανώσεις.

Στο κοινωνικό πεδίο, ο ναζισμός κατάργησε την διάκριση μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού.51  Εξύμνησε ιδιαίτερα την οικογένεια, την οποία χρησιμοποίησε ως ένα κοινωνικό κύτταρο προστατευμένο από την ταξική πάλη.52 Κήρυττε την ολοκληρωτική μεταρρύθμιση της κοινωνίας μέσω της δημιουργίας ενός «νέου τύπου ανθρώπου», αναμιγνύοντας ρομαντικά στοιχεία της γερμανικής παράδοσης με την τεχνολογική νεωτερικότητα. Αποθέωσε τους επίλεκτους και χρησιμοποίησε μιλιταριστικού τύπου οργανώσεις για να εντρυφήσει στη νεολαία το ιδανικό πως η ουσία του ανθρώπου δεν βρίσκεται πλέον στην ελευθερία, αλλά σε ένα είδος αλυσόδεσης.53 Το γερμανικό ιδανικό για τον άνθρωπο εμφανίστηκε σαν μια υπόσχεση ειλικρίνειας και αυθεντικότητας. Απέκτησε μαζική υποστήριξη σε μια κοινωνία που, όντας καταπιεσμένη από τις συνθήκες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου,  είχε μεν έντονη επιθυμία για ελευθερία, αλλά είχε χάσει την επαφή της με το πραγματικό της ιδανικό για την ουσία της ελευθερίας και επιπλέον φοβόταν να αναλάβει την ευθύνη που αυτή συνεπάγεται.54

Καταλήγοντας, ο δογματισμός, το τελετουργικό, η μισαλλοδοξία και ο επεκτατικός ζήλος του εθνικοσοσιαλισμού, τον καθιστούν συγκρίσιμο με μια νέα θρησκεία.55 Μια θρησκεία όμως, που πήρε την μορφή μιας ιδιότυπης μορφής καθεστώτος του καπιταλιστικού κράτους εκτάκτου ανάγκης, απαντώντας στην σοβαρή πολιτική κρίση της εποχής.56

Πρακτικές φασιστικών κινημάτων

Χαρακτηριστικό των φασιστικών πρακτικών αποτελεί η χαμαιλεόντεια προσαρμοστικότητά τους. Κατά την εξέλιξη του εκφασισμού της κοινωνίας, ο φασισμός δεν είχε πρόβλημα να υπηρετεί -στο επίπεδο της ρητορικής- αντικρουόμενα συμφέροντα. Στη διάρκεια της πρώτης φάσης του, ο φασισμός εκπροσώπησε τα συμφέροντα των μικροαστών· το πολιτικό του πρόγραμμα αποτέλεσε έναν «κατάλογο μνησικακιών της μικροαστικής τάξης»57. Από την μαζικοποίησή του κι έπειτα όμως, εξέφρασε τα συμφέροντα των μεγαλοαστών.58

Ο Μουσολίνι οδηγεί την «πορεία προς την Ρώμη».
Ο Μουσολίνι οδηγεί την «πορεία προς την Ρώμη».

Το σημαντικότερο εργαλείο για τον φασισμό αποτέλεσε η προπαγάνδα, η οποία αποσκοπούσε στην «κινητοποίηση των μαζών από τα κάτω»59. Τόσο ο Χίτλερ όσο και ο Μουσολίνι, βάσισαν την ρητορική τους στο πληγωμένο γόητρο Ιταλών και Γερμανών. Οι εξαγγελίες τους για την ανατροπή του υφιστάμενου διεθνούς πλαισίου, για επέκταση, για οικονομική ανόρθωση και κοινωνική εξασφάλιση κατεύνασαν την αγωνία των πολυπληθών μεσαίων στρωμάτων, απομα- κρύνοντάς την από τα προβλήματα της καθημερι- νότητας. Ο φασισμός όμως δεν αρκέστηκε στην επιδί- ωξη της μαζικοποίησης, αλλά προσχεδίασε τις ενέργειες αυτές που θα τον έφερναν στην εξουσία.

Στην Ιταλία, ο πρώην σοσιαλιστής Μουσολίνι προ- σέγγισε τις απογοητευμένες μάζες με ένα φιλολαϊκό πρόγραμμα αλλά γρήγορα, υπό την χρηματοδότηση των καπιταλιστών, πραγματοποίησε στροφή σε σαφώς πιο συντηρητικές, εθνικιστικές θέσεις που δεν περιλάμβαναν οικονομικές επιβαρύνσεις των κυρίαρχων στρωμάτων.60 Καθώς το υπάρχον σύστημα κατέρρεε, οι φασίστες ετοιμάζονταν επιθετικά για την ανάληψη της εξουσίας. Οι παραστρατιωτικές τους ομάδες κατέπνιξαν κάθε προοδευτικό στοιχείο και, στο κλίμα διάλυσης που δημιουργήθηκε,  εκμεταλλεύτηκαν την αναποφασιστικότητα των πολιτικών. Με την «πορεία προς την Ρώμη»61 τον Οκτώβριο του 1922 εκβίασαν την παραίτηση του πρωθυπουργού και την ανάθεση της εξουσίας στον Μουσολίνι. Μέχρι το 1925 είχε ήδη επιβληθεί ένα πλήρως δικτατορικό καθεστώς.62

Αφίσα των ναζιστών που υποστηρίζει την αδελφοσύνη των προλετάριων με τους «χαρτογιακάδες» τους εργαζόμενους στον τριτογενή τομέα, οι οποίοι συνήθως αποτελούσαν την «εργατική αριστοκρατία». Η αποδόμηση της ταξικής συνείδησης επιχιρείται ταυτίζοντάς την εργασιακή αδελφοσύνη με τα αισθήματα συντροφικότητας των στρατιωτών του Α' Π.Π.
Αφίσα των ναζιστών που υποστηρίζει την αδελφοσύνη των προλετάριων με τους «χαρτογιακάδες» τους εργαζόμενους στον τριτογενή τομέα, οι οποίοι συνήθως αποτελούσαν την «εργατική αριστοκρατία». Η αποδόμηση της ταξικής συνείδησης επιχιρείται ταυτίζοντάς την εργασιακή αδελφοσύνη με τα αισθήματα συντροφικότητας των στρατιωτών του Α’ Π.Π.

Στην Γερμανία, η εθνικιστική ρητορική του ναζιστικού κόμματος κατασκεύασε τη θεωρία της «πισώπλατης μαχαιριάς» από σοσιαλιστές πολιτικούς και Εβραίους, για να εκμεταλλευτεί την «μεταφυσική άρνηση της ήττας»63 στον Α’ Παγκόσμιο. Για να τονωθεί η αυτοεκτίμηση του μέσου Γερμανού, οι ναζιστές επιδόθηκαν σε καθημερινή ρατσιστική προπαγάνδα εναντίων των Εβραίων.64

Όντας αυστηρά οργανωμένο, το ναζιστικό κόμμα χρησιμοποίησε επίλεκτες ομάδες ένοπλης πολιτοφυλακής για να τρομοκρατήσει και να εξοντώσει του αντιπάλους του.65 Σειρά προσχεδιασμένων ενεργειών του Χίτλερ66 δημιούργησαν κλίμα κοινωνικής αναταραχής και πολιτικού αδιεξόδου, ώστε -υπό την πίεση και των ανώτατων οικονομικών στρωμάτων- να πιεσθεί ο πρόεδρος Χίντεμπουργκ στην κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Στις επακό- λουθες εκλογές η προπαγάνδα των ναζιστών έφερε τον Χίτλερ στην εξουσία. Με την ανάληψη της διακυβέρνησης, οι ναζιστές άρχισαν τον ολοκληρωτικό μετασχηματισμό του κράτους: ανέστειλαν τις πολιτικές ελευθερίες, εξαπέλυσαν κύμα συλλήψεων αντιπάλων, κατάργησαν τα συνδικάτα και τα κόμματα, ενεργοποίησαν τις μυστικές υπηρεσίες.67

Το Volkswagen υπήρξε ο ακρογωνιαίος λίθος της ναζιστικής προπαγάνδας σχετικά με το φιλολαϊκό του πρόγραμμα. Η αφίσα της εποχής διατείνεται πως «με 5 μάρκα την εβδομάδα μπορεί να το αποκτήσει ο καθένας».
Το Volkswagen υπήρξε ο ακρογωνιαίος λίθος της ναζιστικής προπαγάνδας σχετικά με το φιλολαϊκό του πρόγραμμα. Η αφίσα της εποχής διατείνεται πως «με 5 μάρκα την εβδομάδα μπορεί να το αποκτήσει ο καθένας».

Είναι χαρακτηριστικό και στις δύο περιπτώσεις (Ιταλία και Γερμανία) το γεγονός πως, σε αντίθεση με την επαναστατική ρητορική, ο φασισμός κατέλαβε την εξουσία με συνταγματικό τρόπο -διά της κοινοβουλευτικής οδού-, βοηθούμενος από τον κρατικό μηχανισμό καταστολής της ταξικής πάλης.68 Αμέσως μετά την ανάληψη της εξουσίας, η κύρια προσπάθεια του φασισμού στράφηκε στον έλεγχο των ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους και σε εκκαθαρίσεις αντιπάλων ακόμη και στις ίδιες του τις τάξεις. Αυτό τον απάλλαξε από ένα μέρος του ταξικού βάρους που τον πίεζε.69

Αιτίες επικράτησης του φασισμού

Μέχρι την έλευση του φασισμού οι άνθρωποι απλώς υπέμεναν την τυραννία. Στην εποχή του όμως, δρώντας εντελώς παράλογα, υποστήριξαν ενεργά την τυραννία. Για πρώτη φορά στην ιστορία αποκαλύφθηκε «η σημασία του ανορθολογισμού στην κοινωνική διαδικασία».70 Τι ήταν όμως αυτό που έστρεψε την γερμανική και ιταλική κοινωνία ενάντια στα ίδια τα συμφέροντά τους ;

Ο φασισμός βρήκε ιδιαίτερη απήχηση σε αυτούς που θεωρούσαν τους εαυτούς τους θύματα της κοινωνίας. Τον υποστήριξαν νέοι, φοιτητές, πρώην στρατιώτες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, αξιωματικοί της μεσαίας τάξης και ψηφοφόροι του αστικού Κέντρου και της Δεξιάς.71 Ο φασισμός συνδέθηκε με τη μικροαστική τάξη με ένα δεσμό αρκετά ισχυρό και πολύπλοκο.72 Ταυτόχρονα όμως, και ενώ υποστήριζε τις παραδοσιακές αξίες, δεν είχε την ίδια απήχηση στους ιστορικούς φύλακες της συντηρητικής τάξης πραγμάτων.73 Για να κατανοηθούν αυτές οι αντιφάσεις θα πρέπει να γίνει αντιληπτό πώς ο φασισμός πρόβαλε τα ιδεολογικά χαρακτηριστικά του ως απάντηση στα σοβαρά προβλήματα των κοινωνιών του μεσοπολέμου.

Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι ευρωπαϊκές κοινωνίες αντιμετώπιζαν σοβαρά πολιτικά, κοινωνικά74 και οικονομικά προβλήματα, τα οποία ήταν ιδιαίτερα έντονα σε Ιταλία και Γερμανία. Οι δύο αυτές χώρες μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα πέρασαν από την εθνική ενοποίηση στο τελευταίο στάδιο του ιμπεριαλιστικού επεκτατισμού, επιθυμώντας να ανδρωθούν ως αυτοκρατορίες σε μια εποχή που οι αυτοκρατορίες γενικά κατέρρεαν. Οι αστικές τάξεις Γερμανίας και Ιταλίας επιθυμούσαν την ιμπεριαλιστική οικονομική επέκταση, όμως η εποχή και τα κοινωνικά δεδομένα των χωρών δεν ευνοούσαν κάτι τέτοιο. Προέκυψε λοιπόν μια χαρακτηριστική κρίση του ιμπεριαλιστικού σταδίου στην οποία ο φασισμός εξέφρασε μία ιδιότυπη συγκυρία της πάλης των τάξεων.75 Επιπροσθέτως, η Μεγάλη Ύφεση του 1929 – 1930 δημιούργησε συνθήκες ευνοϊκές στην ανάπτυξη του φασισμού. Χωρίς αυτήν, ο φασισμός (ο οποίος υποστηρίχτηκε μαζικά ως αντίδραση στα τραύματα της Ύφεσης) δεν θα αποκτούσε τόσο σημαντικό ιστορικά ρόλο.76

Η κρίση προκάλεσε αισθήματα κοινωνικού φόβου και συνεπώς, μια μετατόπιση του λαού προς τα δεξιά. Ο μέσος άνθρωπος δεν μπορούσε να κατανοήσει τους περίπλοκους μηχανισμούς της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας, οι οποίοι επιδείνωσαν τα αποτελέσματα της κρίσης στην καθημερινότητά του. Ο φασισμός από την άλλη ανέπτυξε ένα πρόγραμμα απλοϊκό, ικανό να το κατανοήσει ο καθένας.77 Ταυτόχρονα, ο φόβος των ανώτατων και μεσαίων στρωμάτων για μια σοσιαλιστική επανάσταση, οδήγησε σε αύξηση της απήχησης του φασισμού, ως ένα κίνημα που υποσχόταν διατήρηση των ιδιοκτησιών.78  «Ο φασισμός υποσχέθηκε στους καπιταλιστές ότι θα διασφάλιζε τον έλεγχό τους στη βιομηχανία και ταυτοχρόνως στους εργάτες την πρόσβασή τους στον έλεγχο αυτό – και τον πίστεψαν και οι δύο»!79Έτσι, οι οικονομικές εξελίξεις ήρθαν σε άμεση αντίθεση με τις ιδεολογικές.80

Ειδικά όμως το μεγάλο κεφάλαιο, διείδε στον φασισμό σημαντικά πλεονεκτήματα, καθόσον αυτός υπήρξε το ισχυρότερο οχυρό απέναντι στην αριστερή κοινωνική επανάσταση, εξαφάνισε τα εργατικά δικαιώματα και διεκδικήσεις, έδωσε πλήρη ελευθερία στην εργοδοτική αυθαιρεσία και χειραγώγησε τους εργάτες.81 Ταυτοχρόνως όμως, ο φασισμός υποστήριξε στην ρητορική του, και στην Γερμανία το έκανε εν μέρει πράξη, ένα κοινωνικό πρόγραμμα για τις μάζες, χωρίς ωστόσο να κλονίσει την σταθερότητα της αστικής τάξης. Επιπλέον, ανέσχεσε την ύφεση,  μέσω  χρηματοδοτήσεων σε εξοπλιστικά προγράμματα και δημόσια έργα.82

Επιπροσθέτως, ο φασισμός αυτοσυστήθηκε ως η μοναδική δύναμη τάξης ενάντια στην κοινωνική αταξία. Οι Ευρωπαίοι συντηρητικοί έβλεπαν τις χώρες με φασιστικά καθεστώτα ως τις μόνες που αντιμετώπισαν αποτελεσματικά τους σοσιαλιστές επαναστάτες.83 Ακόμη, η μη επαναστατημένη μάζα ήταν διατεθειμένη να αποδεχτεί και να στηρίξει οποιαδήποτε κυβέρνηση φαινόταν να εξασφαλίζει κοινωνική ηρεμία.84 Εμφαίνεται πως οι μάζες ήθελαν μεν μια ριζοσπαστική αλλαγή, αλλά ταυτόχρονα φοβόντουσαν την επανάσταση. Ο φασισμός απάντησε στην ανάγκη αυτή, απαλλάσσοντάς τες από την ευθύνη για την ίδια τους τη μοίρα.85

Επίλογος

Από την ανάλυση των προβλημάτων που αντιμετώπιζαν η γερμανική και ιταλική κοινωνία του μεσοπολέμου και των χαρακτηριστικών της φασιστικής ιδεολογίας, προέκυψε το πώς ο φασισμός απέκτησε μαζική υποστήριξη, προβάλλοντας μια πειστική απάντηση στις αγωνίες του μέσου ανθρώπου της εποχής.

Γίνεται επίσης εμφανές πως η φασιστική ιδεολογία είναι διαποτισμένη από αντιφατικές θέσεις. Παρόλο που ο φασισμός προέβαλε τον ριζοσπαστικό και επαναστατικό του χαρακτήρα, ανέλαβε την εξουσία μέσω της δημοκρατικής οδού. Δεν αποτέλεσε ουσιαστικά ένα καινούργιο καθεστώς, αλλά στηρίχθηκε σε μία συμμαχία των μικροαστικών μαζών με το μεγάλο κεφάλαιο, εξυπηρετώντας πρακτικά τα συμφέροντα του δευτέρου. Η ανορθολογικότητα και η εξαχρείωση δεν ήταν αποκλειστικά αποτελέσματα παραφρόνων ηγετών (του Χίτλερ στη Γερμανία, του Μουσολίνι στην Ιταλία). Οι ηγεσίες αυτές δεν υπέταξαν με την βία τους λαούς τους, αλλά ανδρώθηκαν σε ένα έδαφος γόνιμο λόγω των καταπιεσμένων συλλογικών υποσυνείδητων. Αυτή η επικράτηση του καταπιεσμένου ανορθολογισμού οδήγησε τελικά στην κτηνωδία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Στην αυγή του 21ου αιώνα, οι δυτικές κοινωνίες αντιμετωπίζουν ξανά οικονομικά προβλήματα, τα οποία οδηγούν σε παρόμοια συλλογική καταπίεση. Η φασιστική ιδεολογία αποκτά και πάλι έδαφος, προβάλλοντας το ίδιο περιεχόμενο: μια θεωρία ελκυστική στα καταπιεσμένα συλλογικά υποσυνείδητα, στρέφοντας όμως την ενστικτώδη βίαιη αντίδραση των αδικημένων μαζών όχι προς τους αληθινούς υπαίτιους, αλλά προς τον εκάστοτε δαιμονοποιημένο, εύκολο στόχο (τον μετανάστη, τον διαφορετικό, τον αλοεθνή). Αυτή τη φορά θα διδαχτούμε από τις εμπειρίες της ιστορίας, ώστε να μην επαναληφθούν τα λάθη του παρελθόντος;

Βιβλιογραφία

  • Πουλαντζάς, Ν., Φασισμός και δικτατορία – Η 3η Διεθνής αντιμέτωπη στον φασισμό, Αθήνα, Εκδ. Θεμέλιο – Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, 2006

  • Ράπτης, Κ., Γενική Ιστορία της Ευρώπης, τ. Β’, Πάτρα, Ε.Α.Π., 2000

  • Κώστας Ράπτης, «Η Οικονομική Κρίση 1929-1932 στην Κεντρική Ευρώπη», Εισήγηση στη διήμερη επιστημονική συνάντηση του Τομέα Ιστορίας του ΕΚΠΑ στις 4-5 Νοεμβρίου του 2011 για τις Οικονομικές Κρίσεις και την αντιμετώπισή τους στον μακρό ιστορικό χρόνο, Αθήνα, 2011, διαθέσιμο στο http://www.arch.uoa.gr/fileadmin/arch.uoa.gr/uploads/drast_hist/krisi_ seminaria/krisi_raptis.pdf , 10 Απριλίου 2013

  • Agamben, G., «Εισαγωγή», στο Ε. Levinas, Μερικές σκέψεις για τη φιλοσοφία του χιτλερισμού, Αθήνα, Εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα, 2013, σ. 5 – 14

  • Burns, E. M., Ευρωπαϊκή Ιστορία – Εισαγωγή στην ιστορία και τον πολιτισμό της νεότερης Ευρώπης, τ. Β‘, Θεσσαλονίκη, Εκδ. Παρατηρητής, 1983

  • Frank, R., «Εμφύλιοι ευρωπαϊκοί πόλεμοι», στο E. Αρβελέρ – M. Aymard (επιμ.), Οι Ευρωπαίοι – Νεότερη και σύγχρονη εποχή, τ. Β’, Εκδ. Σαββάλας, Αθήνα, 2003, σ. 359422

  • Heywood, A., Πολιτικές Ιδεολογίες, Αθήνα, Εκδ. Επίκεντρο, 2005

  • Hobsbawm, E. J., Η εποχή των άκρων – Ο σύντομος εικοστός αιώνας 1914 – 1991, Αθήνα, Εκδ. Θεμέλιο, 2010

  • Levinas, E., Μερικές σκέψεις για τη φιλοσοφία του χιτλερισμού, Αθήνα, Εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα, 2013

  • Malatesta, E., Δημοκρατία, φασισμός, αναρχία, Αθήνα, Εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα, 2012

  • Preston, P., «Ο μεγάλος εμφύλιος πόλεμος: Πολιτική ιστορία της Ευρώπης, 1914 – 1945», στο T.C.W. Blanning (επιμ.), Ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης, Εκδ. Τουρίκη, Αθήνα, 2009, σ. 213256

  • Reich, W., Ο μαύρος και ο κόκκινος φασισμός, Αθήνα, Εκδ. Ελεύθερος Τύπος, 2012

  • Wikipedia, «Κορπορατισμός», διαθέσιμο στο http://el.wikipedia.org/wiki/Κορπορατισμός , 10 Απριλίου 2013.

  • Wikipedia, «Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα», διαθέσιμο στο http://el.wikipedia.org/wiki/Εθνικοσοσιαλιστικό_Γερμανικό_Εργατικό_Κόμμα , 10 Απριλίου 2013.

  • TVXS, «Ακροδεξιός ηγέτης χαστουκίζει εισαγγελέα στην Ουκρανία», http://www.tvxs.gr/node/149711
  • TVXS, «Ουκρανία: Η ακροδεξιά πνίγει το «Κίνημα της Ευρώπης»», http://www.tvxs.gr/node/147823
  • TVXS, «Πρώτος στόχος των ουκρανών νεοναζί οι κομμουνιστές», http://www.tvxs.gr/node/149519
  • TVXS, «Nέα κυβέρνηση στην Ουκρανία ενώ νεοναζί στήνουν πογκρόμ», http://www.tvxs.gr/node/149599
  • TVXS, «Το Ράιχσταγκ στις φλόγες, εξαπλώνεται ο ναζισμός», http://www.tvxs.gr/node/55447

 

Πηγές εικόνων

  1. Η Χρυσή Αυγή, αποδεδειγμένα ναζιστικό – φασιστικό κόμμα, έχει πλέον μπει στην ελληνική βουλή και η δύναμή της δημοσκοπικά κινείται σταθερά (μέχρι και τον Μάρτιο του 2014) σε επίπεδα τρίτου κόμματος. Στις δε πρόσφατες αναταραχές στην Ουκρανία, ναζιστικά μορφώματα έπαιξαν σημαντικότατο ρόλο και τελικά έλαβαν θέσει κλειδιά στη νέα, μεταβατική κυβέρνηση. Η σχετική δημοσιογραφία είναι αποκαλυπτική: Η ακροδεξιά πνίγει το «Κίνημα της Ευρώπης», Nέα κυβέρνηση στην Ουκρανία ενώ νεοναζί στήνουν πογκρόμ, Πρώτος στόχος των ουκρανών νεοναζί οι κομμουνιστές, Ακροδεξιός ηγέτης χαστουκίζει εισαγγελέα στην Ουκρανία. []
  2. Edward Burns, Ευρωπαϊκή Ιστορία – Εισαγωγή στην ιστορία και τον πολιτισμό της νεότερης Ευρώπης, τ. Β’, Θεσσαλονίκη, Εκδ. Παρατηρητής, 1983, σ. 324. []
  3. Για να αποπληρώσει τις υπέρογκες πολεμικές αποζημιώσεις του Α’ Π.Π. η Γερμανία δανείστηκε σε μεγάλο βαθμό από τις ΗΠΑ και την Μ. Βρετανία. «Ο συνεχής και υπέρογκος δανεισμός από τις ΗΠΑ και τη Μ. Βρετανία, ο οποίος δημιούργησε υψηλά και δύσκολα διαχειρίσιμα χρέη κατά τον μεσοπόλεμο, λειτούργησε ως ωρολογιακή βόμβα για την οικονομική – δημοσιονομική και όχι μόνο σταθερότητα των κεντροευρωπαϊκών κρατών». Αυτή η οικονομική αλληλεξάρτηση έκανε πιο έντονα τα αποτελέσματα του οικονομικού κραχ του 1929, Κώστας Ράπτης, «Η Οικονομική Κρίση 1929-1932 στην Κεντρική Ευρώπη», Εισήγηση στη διήμερη επιστημονική συνάντηση του Τομέα Ιστορίας του ΕΚΠΑ στις 4-5 Νοεμβρίου του 2011 για τις Οικονομικές Κρίσεις και την αντιμετώπισή τους στον μακρό ιστορικό χρόνο, Αθήνα, 2011, σ. 5, διαθέσιμο στο http://www.arch.uoa.gr/fileadmin/ arch.uoa.gr/uploads/drast_hist/krisi_seminaria/krisi_raptis.pdf  , 10 Απριλίου 2013 []
  4. Κώστας Ράπτης, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, τ. Β’, Πάτρα, Ε.Α.Π., 2000, σ. 188 και 201. []
  5. Λόγω της πρωτοφανούς βίας (σε είδος και ένταση) που χρησιμοποιήθηκε κατά τον Α’ Παγκόσμιο, οι ευρωπαϊκές κοινωνίες έγιναν πιο δεκτικές σε βίαιες και ανορθολογικές θεωρήσεις, Robert Frank, “Εμφύλιοι ευρωπαϊκοί πόλεμοι”, στο E. Αρβελέρ – M. Aymard (επιμ.), Οι Ευρωπαίοι – Νεότερη και σύγχρονη εποχή, τ. Β’, Εκδ. Σαββάλας, Αθήνα, 2003, σ. 367. []
  6. Eric Hobsbawm, Η εποχή των άκρων – Ο σύντομος εικοστός αιώνας 1914 – 1991, Αθήνα, Εκδ. Θεμέλιο, 2010, σ. 43 και σ. 161 – 162. []
  7. Frank, ό.π., σ. 390. []
  8. Hobsbawm, ό.π., σ. 43. []
  9. Frank, ό.π., σ. 390. []
  10. Burns, ό.π., σ. 324 και Ράπτης, ό.π., σ. 188. []
  11. Στο ίδιο, ό.π., σ. 188 []
  12. Paul Preston, “Ο μεγάλος εμφύλιος πόλεμος: Πολιτική ιστορία της Ευρώπης, 1914 – 1945”, στο T.C.W. Blanning (επιμ.), Ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης, Εκδ. Τουρίκη, Αθήνα, 2009, σ. 225. []
  13. Ράπτης, ό.π., σ. 191. []
  14. Preston, ό.π., σ. 227. []
  15. Burns, ό.π., σ. 329. []
  16. Preston, ό.π., σ. 232. []
  17. Hobsbawm, ό.π., σ. 180. []
  18. Είναι ενδεικτική η αύξηση των εκλογικών ποσοστών του ναζιστικού κόμματος: 1928 – 2,6%,1930 – 18,3%, 7/1932 – 37,3%, 11/1932 – 33,1%, 1933 – 43,9%, Wikipedia, «Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα», διαθέσιμο στο http://el.wikipedia.org/wiki/Εθνικοσοσιαλιστικό_Γερμανικό_Εργατικό_Κόμμα , 10 Απριλίου 2013. []
  19. Burns, ό.π., σ. 333. []
  20. Ράπτης, ό.π., σ. 192 και Burns, ό.π., σ. 334. []
  21. «Η διαδικασία εκφασισμού αντιστοιχεί σε μια κρίσιμη στιγμή επίθεσης της αστικής τάξης και άμυνας της εργατικής τάξης.», Νίκος Πουλαντζάς, Φασισμός και δικτατορία – Η 3η Διεθνής αντιμέτωπη στον φασισμό, Αθήνα, Εκδ. Θεμέλιο – Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, 2006, σ. 85 και Burns, ό.π., σ. 312. []
  22. Πουλαντζάς, ό.π., σ. 25 – 36. []
  23. Στο ίδιο, ό.π., σ. 305. []
  24. Ο Πουλαντζάς στηρίζει την άποψη αυτή αναφέροντας ως παράδειγμα την «αποκοπή του Γερμανικού και του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος από την εργατική τάξη,» Πουλαντζάς, ό.π., σ. 162 και την «λανθασμένη στρατηγική (αναφορικά με την αντιφασιστική πάλη και το ζήτημα των συνεργασιών) του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, της Διεθνούς και του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος», Στο ίδιο, ό.π., σ. 177. []
  25. Στο ίδιο, ό.π., σ. 163. []
  26. Στο ίδιο, ό.π., σ. 271. []
  27. Στο ίδιο, ό.π., σ. 77 – 91. []
  28. Hobsbawm, ό.π., σ. 148 και 162 και Ράπτης, ό.π., σ. 187. []
  29. Hobsbawm, ό.π., σ. 157. []
  30. Στο ίδιο, ό.π., σ. 160 – 161 και 167 και Πουλαντζάς, ό.π., σ. 274. []
  31. Η οργανική θεώρηση της κοινωνίας είναι μια συντηρητική αντίληψη, την οποία ο φασισμός ασπάστηκε πλήρως.  Η ύπαρξη του ατόμου είναι άνευ σημασίας, εκτός κι αν αυτό αφιερώνεται στο κοινό καλό. Ωστόσο, μέλος της κοινωνίας δεν μπορεί να γίνει κάθε άτομο, αλλά μόνο όσα πληρούν ορισμένα αυστηρά φυλετικά ή εθνικά κριτήρια., Andrew Heywood, Πολιτικές Ιδεολογίες, Αθήνα, Εκδ. Επίκεντρο, 2005, σ. 160 []
  32. Hobsbawm, ό.π., σ. 149 – 150 και Ράπτης, ό.π., σ. 187 []
  33. Στο ίδιο, ό.π., σ. 278 και Hobsbawm, ό.π., σ. 154  – 155. []
  34. Emmanuel Levinas, Μερικές σκέψεις για τη φιλοσοφία του χιτλερισμού, Αθήνα, Εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα, 2013, σ. 17. []
  35. Χαρακτηριστικά της προστασίας των συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου είναι η φορολογία των καταναλωτών προς όφελος των επιδοτήσεων της βιομηχανίας και ο προστατευτισμός (μετά το 1925) των μεγάλων βιομηχανιών, στη βάση μιας πρωτόγονης, αυτάρκους οικονομίας προσανατολισμένης στον πόλεμο Preston, ό.π., σ. 232 και Πουλαντζάς, ό.π., ιδιαίτερα σ. 187 – 188 και σ. 275 και σ. 283. []
  36. Ράπτης, ό.π., σ. 188 και Preston, ό.π., σ. 232. []
  37. «Η θεωρία του σωματειακού («κορπορατικού») κράτους βασίζεται στην οργάνωση οικονομικού συστήματος όπου τα μέλη μιας κοινωνίας – πολίτες συμμετέχουν σε αυτό “υποχρεωτικά” μέσα από σωματειακές ενώσεις, π.χ. γεωργικές, βιομηχανικές, στρατιωτικές, θρησκευτικές κ.λπ., οργανωμένες όμως από το κράτος και συνεπώς υποτελείς σε αυτό. Έτσι υπό το οικονομικό σύστημα αυτό καθίσταται περιττός κάθε άλλος θεσμός πολιτικής εκπροσώπησης των εργαζομένων», κάτι που ενίοτε οδηγεί σε αυταρχικά καθεστώτα, Wikipedia, «Κορπορατισμός», διαθέσιμο στο http://el.wikipedia.org/wiki/Κορπορατισμός , 10 Απριλίου 2013. []
  38. Ο όρος κατά τον Hobsbawm, ό.π., σ. 167. []
  39. Μετά το 1922 εφαρμόστηκε μείωση μισθών στην Ιταλία. Preston, ό.π., σ. 232. []
  40. Hobsbawm, ό.π., σ. 157. []
  41. Για τον ιμπεριαλισμό, αποτελεί δικαίωμα των εθνών η επέκτασή τους μέσω πολέμου. Heywood, ό.π., σ. 319 – 323 []
  42. Burns, ό.π., σ. 328. []
  43. Πουλαντζάς, ό.π., σ. 165 και Frank, ό.π., σ. 393. Είναι χαρακτηριστική η άποψη του Πουλαντζά πως «η φασιστική ιδεολογία ενστερνίζεται μία μορφή ιμπεριαλιστικής ιδεολογίας, προσαρμοσμένη στις ιδιαίτερες προσδοκίες των μικροαστών» Πουλαντζάς, ό.π., σ. 277. []
  44. Wilchelm Reich, Ο μαύρος και ο κόκκινος φασισμός, Αθήνα, Εκδ. Ελεύθερος Τύπος, 2012, σ. 55 και σ. 63. []
  45. Ράπτης, ό.π., σ. 192. []
  46. Reich, ό.π., σ. 52 – 53. []
  47. Ο γερμανικός εθνικισμός εξάλλου αντιλαμβανόταν την έννοια του έθνους στην βάση της κοινής καταγωγής των ατόμων («πολιτισμική θεώρηση»). Ο Agamben παρατηρεί πως «ο ναζισμός θεμελιώνεται σε μια ανεπιφύλακτη αποδοχή της ιστορικής και υλικής κατάστασης – αδιαχώριστη συνάφεια πνεύματος και σώματος, φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς», Giorgio Agamben, “Εισαγωγή”, στο Ε. Levinas, Μερικές σκέψεις για τη φιλοσοφία του χιτλερισμού, Αθήνα, Εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα, 2013, σ. 5 – 14, σ. 5. []
  48. «Ο άνθρωπος δεν βρίσκεται πλέον ενώπιον ενός κόσμου ιδεών από όπου μπορεί να επιλέξει, με μια απόφαση υπέρτερη του ελεύθερου λόγου του, την αλήθεια του – αυτός είναι ήδη συνδεδεμένος με κάποιες από αυτές τις αλήθειες, όπως είναι συνδεδεμένος από τη στιγμή της γέννησής του με όλους εκείνους που έχουν το ίδιο αίμα με αυτόν.» Levinas, ό.π., σ. 26 και σ. 27. []
  49. «Οι Εβραίοι ήταν σχεδόν πανταχού παρόντες και μπορούσαν εύκολα να συμβολίζουν όλα αυτά που ήταν μισητά μέσα σε έναν κόσμο άδικο», Hobsbawm, ό.π., σ.158. []
  50. Burns, ό.π., σ. 335 – 336. []
  51. Πουλαντζάς, ό.π., σ. 384. []
  52. Στο ίδιο, ό.π., σ. 280. []
  53. Levinas, ό.π., σ. 25 και Πουλαντζάς, ό.π., σ. 281. []
  54. Levinas, ό.π., σ. 26 και  Reich, ό.π., σ. 57. []
  55. Burns, ό.π., σ. 337 και Hobsbawm, ό.π., σ. 156. []
  56. Πουλαντζάς, ό.π., και ιδιαίτερα σ. 63, σ. 345 και σ. 399. []
  57. Στο ίδιο, ό.π., σ. 274. []
  58. Στο ίδιο, ό.π., σ. 274. []
  59. Hobsbawm, ό.π., σ. 155 και Πουλαντζάς, ό.π., σ. 369. []
  60. Ράπτης, ό.π., σ. 189. []
  61. Στις 28/10/1922 50.000 μελανοχίτωνες φασίστες από όλη την Ιταλία κατέλαβαν την Ρώμη, Burns, ό.π., σ. 327. []
  62. Στο ίδιο, ό.π., σ. 326 και Ράπτης, ό.π., σ. 189. []
  63. Burns, ό.π., σ. 330. []
  64. Reich, ό.π., σ. 43. []
  65. Στο ίδιο, ό.π., σ. 191 – 192. []
  66. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί ο εμπρησμός του του Ράιχσταγκ: αν και τα τελευταία χρόνια η ιστοριογραφία τείνει να αποδέχεται πως τελικά ο εμπρησμός του δεν ήταν έργο ναζιστικής προβοκάτσιας, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός πως ο Χίτλερ το εκμεταλλεύτηκε προπαγανδιστικά εναντίων των κομμουνιστών, βλ. σχετικά Το Ράιχσταγκ στις φλόγες, εξαπλώνεται ο ναζισμός. []
  67. Ράπτης, ό.π., σ. 193 και Burns, ό.π., σ. 335. []
  68. Πουλαντζάς, ό.π., σ. 372. []
  69. Στο ίδιο, ό.π., σ. 74 και σ. 380. []
  70. Reich, ό.π., σ. 50. []
  71. Hobsbawm, ό.π., σ. 155 και σ. 161 – 162. []
  72. Πουλαντζάς, ό.π., σ. 94. []
  73. Hobsbawm, ό.π., σ. 156. []
  74. Η άποψη του Reich πως «η καθαρότητα του αίματος που ο εθνικοσοσιαλισμός υποσχέθηκε, ταυτίζεται με την κοινωνική υστερία της εποχής έναντι της σύφιλης, κάτι που αποτελεί κληρονομιά του παιδικού γενετήσιου άγχους» αναδεικνύει τη θέση πως ο φασισμός ήρθε να απαντήσει συνολικά στις αγωνίες των ανθρώπων του μεσοπολέμου, κι όχι μόνο σε επιμέρους προβλήματα. Reich, ό.π., σ. 61. []
  75. Πουλαντζάς, ό.π., σ. 16 και σ. 63. []
  76. Hobsbawm, ό.π., σ. 169 – 170. []
  77. Reich, ό.π., σ. 36 και Frank, ό.π., σ. 371 – 372. []
  78. Burns, ό.π., σ. 325 και Ράπτης, ό.π., σ. 191. []
  79. Reich, ό.π., σ. 39. []
  80. Reich, ό.π., σ. 41 και Πουλαντζάς, ό.π. []
  81. Hobsbawm, ό.π., σ. 170. []
  82. Hobsbawm, ό.π., σ. 168 και Ράπτης, ό.π., σ. 193 και Πουλαντζάς, ό.π., σ. 190. []
  83. Hobsbawm, ό.π., σ. 163 και Preston, ό.π., σ. 230. []
  84. Errico Malatesta, Δημοκρατία, φασισμός, αναρχία, Αθήνα, Εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα, 2012, σ. 62. []
  85. Reich, ό.π., σ. 36. Απαντώντας στις ανάγκες των λαών της εποχής, το σημείο αυτό αποτελεί την χαρακτηριστικότερη διαφορά μεταξύ φασισμού και κομμουνισμού: ο κομμουνισμός καλεί το άτομο να αναλάβει την ευθύνη της μοίρας του. Αν το άτομο δεν δράσει, κανείς δεν θα το βοηθήσει προς το συμφέρον του. []

Μας αφορά;

Από το «δε με αφορά» μέχρι το Άουσβιτς η απόσταση μικραίνει όσο μεγαλώνει ο ατομιισμός μας και όσο μικραίνει το στοχαστικό μας πλαίσιο..

Ένα ντοκουμέντο του κατώτατου άκρου του ανθρώπου. Μας αφορά; Οι περιγραφόμενες συνθήκες έχουν περάσει ανεπιστρεπτί; Όχι όσο ξεχνάμε ή όσο επιμένουμε να κλεινόμαστε στον ατομισμό μας…

Καθρεύτης

Ένα παιδί 13 χρονών πεθαίνει, στην προσπάθεια της μάνας του να το ζεστάνει. Το περιστατικό, πέρα από την τραγικότητά του ως γεγονός, αναδεικνύει ως καθρεύτης την τραγική κατάσταση μιας κοινωνίας που στην απόγνωσή της επάνω λειτουργεί εντελώς κυνικά. Υπό αυτή την έννοια η εποχή μας είναι ιστορική, όχι διότι συμβαίνουν καινοφανή πράγματα (ανέκαθεν άνθρωποι σκοτώνονταν “άδικα”, αν θεωρήσουμε πως υπάρχει και “δίκαιος” θάνατος), αλλά διότι τα γεγονότα υπερβαίνουν τις διαχειριστικές δυνατότητες της κοινωνίας μας.

Το κράτος που ουσιαστικά προκάλεσε αυτό το γεγονός, με την κοινωνικά αποσαθρωτική του λειτουργία τα τελευταία χρόνια, σαστισμένο απέναντι σε μια πραγματικότητα που το ίδιο εξέθρεψε αλλά αδυνατεί να συλλάβει την έκβαση που παίρνει, προσπαθεί να λειτουργήσει με τις δομές και τις έννοιες που μέχρι τώρα χρησιμοποιούσε. Μόνο που οι δομές αυτές ήταν κατασκευασμένες να ανταποκρίνονται σε άλλες ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες. Καταλήγουν έτσι στην παρούσα φάση να λειτουργούν αρνητικά, αποδεικνύοντας από τη μία τη διαχειριστική αδυναμία της σημερινής εξουσίας και από την άλλη την κυνικότητά της. Το κράτος προσπάθησε να “αποδώσει δικαιοσύνη” στο συγκεκριμένο περιστατικό, ερμηνεύοντας το γράμμα ενός ποινικού κώδικα που δεν αναγνωρίζει ανθρωπιστική κρίση και αγώνες επιβίωσης. Η δικαιοσύνη λοιπόν αποδόθηκε με την επίρριψη της ευθύνης στη μητερα του νεκρού παιδιού, η οποία όχι μόνο κατηγορήθηκε για το θάνατό του, αλλά απελαύνεται από τη χώρα λόγω “προβλημάτων” με την άδεια παραμονής της. Λες και η απέλασή της θα διορθώσει την κατάσταση που γέννησε το “έγκλημα”.

Η μητέρα αντιμετωπίζεται ωσάν να είχε εναλακτική επιλογή ή γνώση των συνεπειών της πράξης της. Προφανώς, κανένα από τα δύο δεν ισχύει. Την εναλλακτική της την στέρησαν αυτοί που της έκοψαν το ρεύμα, δημιουργώντας της την ίδια στιγμή το άγχος επιβίωσης για την ίδια και το παιδί της. Την έλλειψη αληθινής γνώσης την αποδεικνύει το γεγονός ότι το παιδί σκοτώθηκε στην προσπάθεια της μάνας να το προστατέψει από τον θάνατο λόγω ψύχους. Το σύστημα εξουσίας, είναι τόσο κυνικό που δεν αντιλαμβάνεται την κυνικότητα της σκέψης του: αν η μάνα “ήθελε” να σκοτώσει το παιδί της, θα το άφηνε εξαρχής να πεθάνει από το κρύο, δεν θα προσπαθούσε να το ζεστάνει…

Μια δικαιοσύνη που λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο είναι τόσο αστόχαστη, που καταντά τεχνοκρατική. Προσπαθεί να εντάξει μια περίπλοκή πραγματικότητα στο στενό ερμηνευτικό της πλαίσιο, στερούμενη ηθικού προβληματισμού. Ο Σωκράτης πίστευε πως οι άνθρωποι δεν είναι δυνατόν να πράττουν αρνητικά εις γνώση τους, και στο συγκεκριμένο συμβάν φαίνεται να επαληθεύεται. Η δικαιοσύνη τι διατείνεται πως πιστεύει; Ποιες είναι οι αρχές μιας τέτοιας δικαιοσύνης;

Το πρόβλημα όμως δεν είναι αποκλειστικά νομικό, αλλά ευρύτερα κοινωνικό. Η δικαιοσύνη καθρευτίζει τα ιδανικά, το κοσμοείδωλο και το αποδεκτό ή κατακριτέο της εκάστοτε κοινωνικής συνείδησης. Αν λοιπόν ως κοινωνία πράγματι θεωρούμε υπαίτια τη μάνα, έχουμε αποτύχει παταγωδώς. Αντιμετωπίζουμε το πένθος και την τραγωδία της φτύνοντας τις χειρότερες μνησικακίες μας επάνω της και, ακόμα χειρότερα, οικτίρωντάς την, αφού υποσυνείδητα θεωρούμε πως «εμείς ποτέ δεν θα πέφταμε σε τέτοιο σφάλμα». Μόνο που έτσι ουσιαστικά παραδεχόμαστε ότι δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα για τις συνθήκες που την οδήγησαν στην απόφαση αυτή και τα διλήματα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει. Συνεπώς δεν γνωρίζουμε, βρισκόμαστε σε γνωσιολογικά χειρότερο επίπεδο κι από την ίδια τη μάνα, που μάλιστα έλαβε αποφάσεις υπό το βάρος του αγώνα της για επιβίωση. Πώς θα αποδώσουμε δικαιοσύνη τότε; Η γνώση είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την ηθική δόμηση και την απόδοση δικαιοσύνης…

Το δυστυχές συμπέρασμα είναι πως εξουσιαστικές δομές και σημαντικό τμημα της κοινωνίας μας δεν γνωρίζουν και καλύπτουν το γνωσιολογικό κενό με μία τραγική κυνικότητα. Η ανάγνωση της πραγματικότητας με αυτόν τον τρόπο είναι αδιέξοδη και επιδεινωτική της καταστάσεως, αφού όχι μόνο δεν παράγει λύσεις και επιτείνει τα προβλήματα, αλλά αναζητά διέξοδο μέσω μίας οδού αστόχαστης και εντελώς κυνικής. Είναι η ίδια αφετηρία που γεννά τις θεωρίες περί «καταδικαστέας βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται», «των δύο άκρων» κλπ. Η οπτική αυτή αναγνωρίζει μόνο την ύπαρξη του “πτώματος” και παραβλέπει αντικειμενικές συνθήκες, θύτες και θύματα. Οδηγείται έτσι σε μία υπεραπλουστευμένη αντίληψη της πραγματικότητας, που καταλήγει παράλογη. Και η ιστορική εμπειρία έχει δείξει πως η επικράτηση του παραλογισμού σε τεταμένες κοινωνικές συνθήκες έχει συνήθως ως κατάληξη τον ολοκληρωτισμό.

Η γνώση ως απάντηση στον συλλογικό παραλογισμό

Ρώμη, δύο χρόνια πριν το ξέσπασμα του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Μαρσέλο (Ζαν Λουί Τρεντινιάν) ζει μια απόλυτα συμβατική ζωή. Δουλεύει για το φασιστικό καθεστώς του Μουσολίνι, είναι παντρεμένος με μία μικροαστή αλλά κοινωνικά αποδεκτή γυναίκα και πηγαίνει στην εκκλησία σε τακτά διαστήματα. Ο Μαρσέλο θα βρεθεί όμως αντιμέτωπος με τις… συνέπειες των πράξεών του όταν θα του ζητήσει το αφεντικό του να σκοτώσει έναν πρώην καθηγητή του.
SevenArt

Ο Κομφορμίστας – Bertolucci

Ο Bertolucci καταπιάνεται με ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον θέμα εδώ: πώς η ψυχολογία και οι επιλογές του ατόμου καταλήγουν να έχουν σημαντικό κοινωνικό αντίκτυπο. Προσεγγίζει μάλιστα το θέμα με έναν πηγαίο, υπαρξιακό και γνωσιολογικό προβληματισμό.

Ο Κονφορμιστής δεν είναι απλώς ένας άνθρωπος που θέλει να μοιάζει με όλους τους άλλους. Επιδιώκει την ένταξή του στο κοινωνικό σύνολο, μέσα από ένα δρόμο που διαλύει το εγώ του στη συλλογική υπόσταση. Ένας τέτοιος προσανατολισμός φανερώνει σημαντικά προβλήματα στο ίδιο το «εγώ» (για να γίνει αυτό εμφανές, ο Bertolucci βάζει το νεαρό Μαρσέλο να εχει πρωταγωνιστήσει σε μια τραυματική εμπειρία, που περιλαμβάνει σεξουαλική κακοποίηση, όπλα και βία). Στην πραγματική ζωή όμως, αυτά τα προβλήματα του «εγώ» δεν είναι απαραίτητο να είναι τόσο δραματικά ή ολοκληρωτικά. Κονφορμιστής, θα μπορούσαμε να πούμε, γίνεται κατά διαστήματα κάθε άνθρωπος που ενστερνίζεται το κοινά αποδεκτό πρότυπο, όχι επειδή έχει καταλήξει σε αυτό μέσα από μια διαδικασία σκέψης, αλλά γιατί θέλει να γίνει αρεστός, να πάει με το ρεύμα, ή απλά βαριέται να σκεφτεί την πραγματικότητα που τον περιβάλλει.

Όπως γίνεται εμφανές, υπάρχουν σημαντικές γνωσιολογικές διαστάσεις στο ζήτημα του κονφορμισμού. Κάποιος που βάζει το μυαλό του να δουλέψει, που στοχάζεται έστω και απλοϊκά, δεν μπορεί να καταλήξει κονφορμιστής. Η δραματική ιστορία της επικράτησης του φασισμού και του ναζισμού δείχνει αναμφίβολα πως οι κοινωνίες -τουλάχιστον σε κάποιες περιόδους- υιοθέτησαν κονφορμιστική στάση απέναντί τους. Μια στοιχειωδώς δομημένη σκέψη όμως, θα αρκούσε για να καταδείξει το παράλογο της τροπής που οι κοινωνίες αυτές έπαιρναν.

Ο Bertolucci έχει συναίσθηση αυτής της γνωσιολογικής προέκτασης. «Ο Κονφορμιστής» εξάλλου θεωρείται από μερικους ως μια κοινωνική ανάγνωση πάνω στη γνωσιολογία του Πλάτωνα.1 Και πράγματι, ο σκηνοθέτης αναδεικνύει τις γνωσιολογικές προεκτάσεις των προτύπων που κυριαρχούν στην ταυτότητα της κοινωνίας που περιγράφει: ο μικροαστικός τρόπος σκέψης, που βασίζεται σε μια επιφανειακή ανάνγωση της κοινωνικής πραγματικότητας με επίκεντρο το επίσης επιφανειακά ορισμένο ατομικό συμφέρον οδηγεί σε μια αντίστοιχα ανάλαφρη αντιμετώπιση των εν εξελίξει διεργασιών εκφασισμού. Ο μικροαστός «γνωρίζει» επιφανειακά και συνεπώς οδηγείται σε επιφανειακές ερμηνείες, που τις καθιστά «απόλυτες αλήθειες» στον βαθμό που ικανοποιούνται τα ατομικά μικροσυμφέροντά του.2 Καταλήγει μάλιστα ο Bertolucci να μας χαρίζει στην ταινία αυτή μια αισθητικά εξαίρετη απόδοση της εικόνας του σπηλαίου του Πλάτωνα, την οποία προβάλει πάνω στην κοινωνική πραγματικότητα που παρουσιάζει.

Ο Μαρσέλο τελικά δεν καταφέρνει τελικά να εκπληρώσει την αποστολή του: ο καθηγητής (σύμβολο της Γνώσης, που αναπόδραστα θα οδηγούσε στην κριτική καταπολέμηση του καθεστώτος) δεν πέφτει νεκρός από τα χέρια του, αλλά από τους «αναπληρωματικούς» δολοφόνους που το φασιστικό καθεστώς είχε προνοήσει να τον ακολουθούν. Ο συνεργάτης του μάλιστα τον θεωρεί «δειλό, ισάξιο με τους ομοφυλόφιλους».

Ο πραγματικός λόγος όμως του δισταγμού του Μαρσέλο δεν είναι η δειλία του, αλλά οι γνωσιολογικές συνέπειες της επαφής του με τον καθηγητή πριν τη δολοφονία. Η γνωσιακή «διαφώτισή» του που έρχεται με την σκηνή της περιγραφής του σπηλαίου, αναθερμαίνει την ανθρώπινη σπίθα στο λογικό και την ψυχή του. Δεν ταράσσεται ο κονφορμισμός του απλώς και μόνο από τη διανοητική αναταραχή που του επέφερε η επαφή του με τη γνώση. Η γνώση ξύπνησε τον ανθρωπισμό που κάθε άνθρωπος έχει στον πυρήνα του και που ο παραλογισμός των ολοκληρωτικών καθεστώτων πάντα προσπαθεί να εξαλείψει.

Η αληθινή γνώση (είτε ποιητική, είτε φιλοσοφική) δεν μπορεί παρά να αποκαταστήσει την ισορροπία του ανθρώπου με τον άνθρωπο στο εσωτερικό του…

  1. Julia Annas, Εισαγωγή στην Πολιτεία του Πλάτωνα, Εκδ. Καλέντης, Αθήνα, 2006, σσ. 322 – 324 []
  2. Μας θυμίζει μήπως αυτό κάτι; Ποιά ήταν η μόνιμη επωδός της νεοελληνικής κοινωνίας όποτε καταφερόταν κανείς ενάντια στην μαζική κουλτούρα του σκυλάδικου και ανάλαφρου; Και ποιά τα αποτελέσματα αυτής της μαζικής κουλτούρας στον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται ο μέσος μικροαστός νεοέλληνας σήμερα, μέσα στον πάταγο με τον οποίο γκρεμίζεται το κοσμοείδωλό του; []

Το τελευταίο αντίο στην μικροαστική αθωότητα

  • (Η μικροαστή νοικοκυρά) προσαρμόζεται, υπακούοντας σε ένα φυσικό νόμο, όπως τα ζώα που μεγαλώνει το τρίχωμά τους το χειμώνα. Χιλιάδες άνθρωποι σαν αυτή προσαρμόζονται. Στο κάτω – κάτω, όποια κυβέρνηση κι αν βρίσκεται στην εξουσία, είναι καταδικασμένοι να ζουν στην πόλη αυτή.
  • Για τα παιδιά της περιοχής το μηχανουργείο και η φυλακή ήταν οι μόνες προοπτικές. Και το μηχανουργείο την επόμενη εβδομάδα κλείνει.
  • Μερικές στιγμές με πιάνει απελπισία. Είναι σα να υπάρχει ένα είδος αρρώστιας, το μικρόβιο του κακού, που εξαπλώνεται σήμερα στον κόσμο.
  • Οι ναζί μπορεί να γράφουν σα σχολιαρόπαιδα, είναι όμως ικανοί για τα πάντα. Κι αυτό είναι που τους κάνει τόσο επικίνδυνους. Γελάει κανείς μαζί τους μέχρι την τελευταία στιγμή…

Αντίο ΒερολίνοΣτις αρχές της δεκαετίας του 1930 ο Κρίστοφερ Ίσεργουντ πηγαίνει στο Βερολίνο. Εκεί ζει σχετικά μποέμικα, παραδίδωντας μαθήματα Αγγλικών σε γόννους μεγαλοαστικών οικογεννειών, σε κρατικούς αξιωματούχους, επίδοξους καλλιτέχνες κ.ά. Ταυτόχρονα, ο κοινοβουλευτισμός της Γερμανίας, μη μπορώντας να αποσβέσει τους κλυδωνισμούς της Μεγάλης Ύφεσης σε μια χώρα που προσπαθεί να διαχειριστεί την βαριά ήττα του μεγαλοϊδεατισμού της στον Α Παγκόσμιο Πόλεμο, τρεκλίζει και ετοιμάζεται να καταρρεύσει.

Ο Ίσεργουντ, μέσα από τις λογοτεχνικές περιγραφές του ημερολογίου του, μας δίνει μια ακτινογραφία της μεσοαστικής βερολινέζικης κοινωνίας, στα πρόθυρα της ανόδου του ναζισμού. Η περιγραφή του, εστιάζοντας στην καθημερινότητα των ανθρώπων που ερωτεύονται, δουλεύουν και προσπαθουν να τα φέρουν βόλτα, αναδεικνύει τη δραματικότητα μιας κοινωνίας που σε λίγο πρόκειται να υποστηρίξει ενθέρμως τα μεγαλύτερα εγκλήματα του 20ου αιώνα.

Στα πρώτα τρία κεφάλαια ο Ίσεργουντ στρέφεται περισσότερο στην ανάδειξη μιας κοινωνίας που προσπαθεί να ζήσει στη σκιά της οικονομικής κρίσης. Η πολιτική δεν εμφανίζεται στο προσκήνιο, παρά μόνο περιστασιακά. Εξάλλου, ο μέσος μικροαστός Γερμανός ζει εκφυλιζόμενα, στη σκιά της εικόνας του για τη Μεγάλη Γερμανία. Στρέφεται λοιπόν σε φαντάσματα όπως ο Κάιζερ για να βρει πολιτικές λύσεις.

Στα επόμενα τρία κεφάλαια ο εθνικοσοσιαλισμός του Χίτλερ έχει ήδη αρχίσει να διαπερνά τη γερμανική κοινωνία. Ο Ίσεργουντ μας παρουσιάζει την εικόνα  μιας κοινωνίας που ενώ έχει κουραστεί από τη βία (τη βία της καθημερινά επιδεινούμενης οικονομίας, τη βία των ανερχόμενων ναζιστών, τη βία που θυμάται από τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο) ταυτοχρόνως στηρίζει τον βίαιο μεταφυσικό παραλογισμό των ναζιστών. Το “αρκετά πια” απέναντι στην κλιμακούμενη ναζιστική βία συνυπάρχει με το “χρειάζεται να τους δείξουν αυτοί”, μερικές μάλιστα φορές συνυπάρχουν εντός του ίδιου ατόμου!1 Μας εμφανίζεται λοιπόν η μαζική ψυχολογία μιας κοινωνίας που από τη μία  η μνησικακία και από την άλλη η ηθική της την στρέφουν στην υποστήριξη ενός εξόφθαλμου παραλογισμού. Η εσωτερική αυτή αντίφαση φωτίζει τη διαδικασία της πολιτικής επιλογής.

Χωρίς να το δηλώνει ευθέως ως σκοπό του, ο συγγραφέας μέσω του ημερολογίου του καταλήγει να μας δίνει ένα κοινωνικό ψυχογράφημα. Το οποίο τυγχάνει εξαιρετικού ενδιαφέροντος, για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, αφορά σε μια κοινωνία που ανέδειξε και υποστήριξε αυτό που θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε στην πραγματικότητα ως τον πιο κοντινό συγγενή του «απόλυτου κακού». Και δεύτερον, η κοινωνία αυτή ταλανίζεται από συνθήκες σχετικά παρόμοιες με τις τωρινές δικές μας, διαποτισμένη από παρόμοια  ψυχολογία (ο μεγαλοϊδεατισμός των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 συνετρίβη ξαφνικά στο διάγγελμα του Καστελόριζου, το οποίο σκόρπισε το πάτωμα από τα πόδια μιας καταναλωτικά παραζαλισμένης κοινωνίας). Δυστυχώς, τηρουμένων των αναλογιών, τα βήματα της δικής μας περίπτωσης ακολουθούν τον παραλογισμό μνησικακίας των Γερμανών μικροαστών του 1930 σαν πατημασιες πάνω στο χιόνι…

Isherwood, Cristopher, 1904-1986. Αντίο Βερολίνο / Κρίστοφερ Ίσεργουντ · μετάφραση Ανδρέας Αποστολίδης. – 2η έκδ. – Αθήνα : Μέδουσα, 1989

  1. Χαρακτηριστικό είναι το επεισόδιο με τον Εβραίο Ράφτη στο 4ο κεφάλαιο []

ΕΡΤ, οικονομικός φονταμεταλισμός και κρίση πολιτικής εκπροσώπησης

Τα ιδιωτικά κανάλια, ανταγωνιστές της ΕΡΤ, εδώ και χρόνια πάλευαν να σε πείσουν πως το ανταποδοτικό τέλος για την ΕΡΤ είναι «χαράτσι», και ειδικά στην παρούσα οικονομική συγκυρία δυσβάσταχτο. Παρεμπιπτόντως, ιδιοκτήτες των καναλιών που σε έπεισαν είναι οι ίδιοι που αναθρέφουν την εξουσία που φρόντισε να ταυτίσει στη συνείδησή σου την εκπαίδευση με το «χαρτί» που θα σου εξασφάλιζε μια ξεκούραστη και πλούσια δουλειά, τελικώς όμως σου εξασφάλισε σκοτάδια και πλήρη καταναλωτική υποταγή. Καθώς η προπαγάνδα της ιδιωτικής TV κορυφωνόταν, εσύ σκεφτόσουν πως έτσι κι αλλιώς δεν έβλεπες ΕΡΤ, στην τελική ας γλιτώσεις έστω και δυο δραχμές με την κατάργηση του ανταποδωτικού τέλους.

Την κλείσανε λοιπόν την ΕΡΤ. Εν μία νυκτί. Και, αν και αρχικά κάπως σου φάνηκε αυτό το ξαφνικό μαύρο, τελικώς σκέφτηκες «δε βαριέσαι», τουλάχιστον θα γλιτώσεις το «χαράτσι» και τα «ξενέρωτα ντοκυμανταίρ».
Στη θέση όμως της ΕΡΤ φύτρωσε το αγριόχορτο της ΔΤ, με σκοπό να εξελιχθεί στην περικοκλάδα της ΝΕΡΙΤ.

Η «εκσυγχρονιστική» πολιτική που βρίσκεται από πίσω τους όμως, πρεσβεύει ότι η διαφάνεια (που υποτίθεται πως δεν είχε η ΕΡΤ) εξασφαλίζεται στη ΔΤ και ΝΕΡΙΤ μέσω της… απευθείας ανάθεσης σε ιδιωτικές εταιρίες του τηλεοπτικού έργου1. Η ίδια φονταμεταλιστική οινομική νοοτροπία που θεωρεί πως ο ρόλος του Κράτους δεν έγκειται στο να παρέχει (υπηρεσίες, έργο, προϊόν κλπ) αλλά μόνο να πληρώνει όσους συνδιαλέγονται μαζί του, βρίσκεται φυσικά κι εδώ. Τις οποίες εταιρίες, θα συνεχίσεις εσύ να πληρώνεις, μέσω του (μάντεψε)… ανταποδοτικού τέλους, που δεν καταργείται! Κι όχι μόνον δεν καταργείται, αλλά πλέον θα πληρώνει ιδιώτες για να παρέχουν μια υπηρεσία του δημοσιου. Οι «τεμπέληδες» της ΕΡΤ απολύθηκαν, για να μοιραστεί στη θέση τους το χρήμα με άλλο τρόπο: αντί να το κατευθύνεται στη μισθοδοσία ανθρώπων, κατευθύνεται σε ιδιωτικές εταιρίες, που (λογικά) θα πιστεύουν στα χρηστά ήθη οικονομικής νεοφιλελεύθερης διαπλοκής.

Ας κάνουμε τον απολογισμό μας: με βάση όσα σε πείσανε, η ΕΡΤ ήταν κάτι που πλήρωνες και που δεν ήθελες, γιατί δεν μπορούσες να ελέγξεις. Στη θέση της, θα υπάρχει κάτι που εσύ θα πληρώνεις και, καθώς το έργο του θα εκτελείται από ιδιώτες, δεν θα μπορείς να ελέγξεις. Αυτό θα το θέλεις; Μάλλον όχι.

Στην τεταμένη περίοδο που περνάμε, είναι καταπληκτικό το γεγονός πως η καθημερινότητα διέπεται από τόση «βαριά» πολιτική, την ίδια στιγμή που το μέσο άτομο απονεκρώνεται όλο και περισσότερο από τη δυνατότητά του να αισθανθεί τις συνέπειες της πολιτικής που τον περιβάλλει. Και το μικρότερο θέμα της καθημερινής πολιτικής ατζέντας των ΜΜΕ, περικλείει τέτοιας σημασίας Πολιτική. Ο ιστορικός του μέλλοντος θα έχει πολλή δουλειά…

Βρισκόμαστε λοιπόν σε μία κατάσταση όπου απονεκρωμένα πολιτικά όντα καλούνται να λάβουν σοβαρότατες πολιτικές αποφάσεις. Αν μη τι άλλο, η κατάσταση αυτή δημιουργεί «κρίση πολιτικής εκπροσώπησης»2 (με την έννοια ότι υπάρχει κενό μεταξύ της πολιτικής που το κοινό πράγματι θέλει και αυτής που τελικά ασκείται). Στον κενό πολιτικό χώρο που δημιουργείται, και λόγω της επικρατούσας μικροαστικής – μνησίκακης νοοτροπίας, οργώνεται το έδαφος που φύεται ο ολοκληρωτισμός.

  1. HotDoc, τ. 40 []
  2. Νίκος Πουλαντζάς, Φασισμός και Δικτατορία – Η τρίτη Διεθνής αντιμέτωπη στον φασισμό, Εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 2006 []