Tag Archives: νεωτερικότητα

Μοντερνισμός: Τέχνες και χρόνος στον 20ο αι.

Εισαγωγή

Το πρώτο μισό του 20ού αιώνα αποτέλεσε μια περίοδο όπου έντονες εξελίξεις έλαβαν χώρα σε μικρό χρονικό διάστημα. Ο δυτικός καπιταλισμός, μετρώντας έναν αιώνα ύπαρξης, έφτασε σε πρωτόγνωρα επίπεδα οικονομικής ανάπτυξης, συνοδευόμενα από ευρεία επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο. Η σύγχρονη φυσική και οι τεχνολογίες μαζικής κλίμακας που αποτελούν αναπόσπαστα τμήματα της σημερινής μας καθημερινότητας αναπτύχθηκαν τότε. Ταυτόχρονα ωστόσο, ένα σκηνικό διαρκούς κρίσης χαρακτηρίζει γενικότερα τις δυτικές κοινωνίες. Την περίοδο αυτή παρατηρούνται οι πρώτες μεγάλες κρίσεις καπιταλιστικής υπερυσσώρευσης, οι οποίες οδήγησαν στο παγκόσμιο κραχ του 1929, υποδαύλισαν δύο παγκόσμιους πολέμους και έδρασαν καταλυτικά ως προς την ανάδυση και επικράτηση τόσο ολοκληρωτικών καθεστώτων όσο και της μεγαλύτερης επανάστασης που έχει γνωρίσει ποτέ η ανθρωπότητα. Η ιστορία της περιόδου δημιουργεί μια αντιφατική εικόνα ταυτόχρονης προόδου και κρίσης, δημιουργίας και καταστροφής.

Παράλληλα, ως αποτέλεσμα της δράσης πολλαπλών παραγόντων (επιστημονικών, τεχνολογικών, κοινωνικών, φιλοσοφικών κ.ά.), αλλάζει το περιεχόμενο των θεμελιωδέστερων για τον άνθρωπο εννοιών της αντίληψης της πραγματικότητας, του χρόνου και του χώρου. Χάνοντας τον απόλυτο χαρακτήρα που μέχρι τότε διατηρούσαν στην ανθρώπινη συνείδηση, οι νέοι τρόποι πρόσληψης του χρόνου και του χώρου δημιούργησαν ένα πλαίσιο αβεβαιότητας το οποίο λειτούργησε επιβαρυντικά στην εμπειρία μιας ήδη δύσκολης πραγματικότητας.

Όπως θα περίμενε κανείς, το πλαίσιο αυτό επέφερε σημαντικές αλλαγές τόσο στην πρώτη ύλη της τέχνης και στην σχέση της με την πραγματικότητα, όσο και στον ρόλο της εντός της κοινωνίας. Αντικείμενο της παρούσας εργασίας αποτελεί η σκιαγράφηση των παραγόντων που επέδρασαν στην αλλαγή της έννοιας του χρόνου και στην αδρομερή αποτύπωση της αναπροσαρμογής που αυτοί επέφεραν στην λειτουργία και τους σκοπούς της τέχνης. Προς το σκοπό αυτό αρχικά θα διερευνήσουμε τις αλλαγές που επήλθαν στην αντίληψη του χρόνου και του χώρου κι έπειτα θα εστιάσουμε στις μεταβολές που αυτές επέφεραν στην τέχνη. Κατόπιν θα εξετάσουμε τον πίνακα του De Chirico «Οι ανήσυχες μούσες» και το κτίριο του Bauhaus στο Dessau· τέλος θα προσεγγίσουμε τις εξελίξεις στην ηλεκτρονική μουσική, μέσω του έργου των Pink Floyd.

Χρόνος, χώρος και μοντερνισμός

Μέχρι την εποχή της νεωτερικότητας η έννοια του χρόνου κατείχε μια εντελώς διαφορετική σημασία για τον άνθρωπο, η οποία οδηγούσε αναπόδραστα και σε μια διαφορετική σχέση του με τον χώρο. Από την φυσική του εμπειρία ο άνθρωπος αντιλαμβανόταν τη ροή του χρόνου ως μια φθοροποιό δύναμη η οποία επιδρούσε καθολικά στον χώρο. Υπό την αντίληψη αυτή το παρόν αντιπροσωπεύει τη διαρκή μετάβαση προς τον μέλλοντα θάνατο, ενώ η ζωή έχει συντελεστεί στο παρελθόν. Γι’ αυτό ο δυτικός άνθρωπος προσπάθησε διαχρονικά να διακρίνει κάποιο νόημα στην ιστορία: η αριστοτέλεια τελολογία, η μετά θάνατον σωτηρία που ευαγγελίζεται ο χριστιανισμός, η ιστορία του πνεύματος του Χέγκελ, αποτελούν θεραπευτικές επεμβάσεις της ανθρώπινης σκέψης επάνω στην παρατήρηση του αναπόδραστου της φθοράς που επιφέρει η ροή του χρόνου.

Καθώς επί σχεδόν χίλια πεντακόσια χρόνια οι κοινωνικές μεταβολές συντελούνταν με σχετικά σταθερό, βραδύ ρυθμό, η εικόνα αυτή για τον χρόνο έμεινε λίγο πολύ κυρίαρχη. Οι αλλαγές όμως που συνόδευσαν το πέρασμα των δυτικών κοινωνιών στη νεωτερικότητα, και που τα αποτελέσματά τους κορυφώθηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα, άλλαξαν άρδην την κατάσταση. Οι αστικές κοινωνίες λειτουργούν βάσει των επιταγών του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, για το οποίο ο χρόνος σημαίνει παραγωγή χρήματος. Με την καθιέρωση του φορντισμού επιτεύχθηκε γρηγορότερη παραγωγή μεγαλύτερου αριθμού προϊόντων, κάτι που με τη σειρά του επέδρασε στην ευρύτερη διάδοση των εφαρμοσμένων τεχνολογιών στις μάζες. Αυτοκίνητα, αεροπλάνα, ραδιόφωνα κ.ά. δημιούργησαν νέο περιεχόμενο στην έννοια της ταχύτητας και μείωσαν τις αποστάσεις και τους χρόνους στη μεταφορά ανθρώπων, αγαθών και πληροφοριών – μεγεθύνοντας τον ορίζοντα γεγονότων που επηρεάζουν το μέσο άτομο και συνεπώς αλλάζοντας την εικόνα του για τον κόσμο. Ταυτόχρονα, η αλματώδης πρόοδος της επιστήμης (ιδιαίτερα της φυσικής) οδήγησε στην ριζική μεταβολή βασικών εννοιών όπως ο χρόνος και ο χώρος. Η θεωρία της σχετικότητας που δημοσιεύτηκε από τον Αϊνστάιν στην πρώτη εικοσαετία του 20ού αιώνα, πέρα από τις τεράστιες αλλαγές που επέφερε σε πολλούς τομείς της επιστήμης, δημιούργησε στον μέσο άνθρωπο ένα πλατύ υπόστρωμα αβεβαιότητας, αφού γκρέμισε την απόλυτη ισχύ του χρόνου και του χώρου.1

Όλες αυτές οι μεταβολές εξοικείωσαν τις δυτικές κοινωνίες με νέες, υψηλότερες ταχύτητες στις αλλαγές· ο κοινωνικός χρόνος κυλά τώρα με πολύ γρηγορότερο ρυθμό απ’ ότι πριν εκατόν πενήντα χρόνια. Σε υπαρξιακό επίπεδο ο χρόνος δεν σημαίνει πια φθορά, αλλά πρόοδο, δημιουργία και κατάκτηση δυνατοτήτων. Ο νεωτερικός άνθρωπος αποκτά νέα σχέση με το παρόν, καθώς η επίγνωση της παροντικής στιγμής είναι το απαραίτητο στάδιο που θα λειτουργήσει ως ελατήριο προς το γεμάτο δυνατότητες μέλλον.2 Το παρελθόν αντίθετα, σημαίνει το παρωχημένο, το φτωχότερο χθες, μια κατάσταση μικρότερης προόδου. Συνεπώς «μοντέρνος» σημαίνει αποκομμένος από το παρελθόν.3 Αυτή η έμφαση στο παρόν ενισχύεται στις αρχές του 20ου αιώνα και από τη θεώρηση του μαρξισμού, ο οποίος αναγνωρίζει στην οκτωβριανή επανάσταση την επίτευξη του ιστορικού σκοπού: το χθες ξεπεράστηκε, τώρα πια η οπτική πρέπει να στραφεί στο σήμερα και στο αύριο, δηλαδή στην επέκταση και στην οικοδόμηση της αταξικής κοινωνίας.

Οι αλλαγές αυτές ωστόσο από κάποιο σημείο κι έπειτα ξεπέρασαν τις αφομοιωτικές δυνατότητες των δυτικών κοινωνιών, οι οποίες εξάλλου σε όλο το πρώτο μισό του 20ού αιώνα διανύουν μια μακρά περίοδο κρίσης· η πρόοδος άλλωστε δεν αύξησε μόνο την ειρηνική τεχνολογία, αλλά και τις καταστρεπτικές δυνατότητες στα πεδία της μάχης, ενώ κατέστησε μεγαλύτερες σε έκταση και τις συνέπειες των οικονομικών κρίσεων. Μια δεκαετία παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης, η εγκαθίδρυση ολοκληρωτικών καθεστώτων και δύο παγκόσμιοι πόλεμοι με εκατομμύρια νεκρούς αποτέλεσαν τα ανώτατα όρια καταστρεπτικότητας που έφτασε ποτέ η ανθρώπινη δραστηριότητα, ενώ αύξησαν την αβεβαιότητα των ανθρώπων και μείωσαν την πίστη στην πρόοδο.4 Ο Ευρωπαίος των αρχών του 20ού αιώνα αισθάνεται μετέωρος μέσα σε έναν κατακερματισμένο κόσμο στον οποίο ο καπιταλιστικός ορθολογισμός φέρνει την πρόοδο μαζί με τη διάλυση, ενώ ταυτόχρονα έχει απολέσει τον τρόπο που είχε να αντιλαμβάνεται τον χώρο και τον χρόνο, δηλαδή να συλλαμβάνει την πραγματικότητα.5

Η αντίδραση των καλλιτεχνών σχηματοποιείται σε δύο παράλληλες κατευθύνσεις: προσπάθησαν να διερευνήσουν τη βαθύτερη φύση και να πειραματιστούν με τις δυνατότητες της τέχνης, προβάλλοντάς την ταυτόχρονα ως φορέα κοινωνικής κριτικής και αλλαγής. Η στάση αυτή αναγκαστικά συνεπάγεται την απομάκρυνσή τους από τον ιστορικό χρόνο και την εστίαση στο εδώ και τώρα. Το «εδώ» όμως, στα πλαίσια του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού που έχει διαχύσει τα κοινωνικά προβλήματα σε υπερεθνική κλίμακα, δεν μπορεί να είναι το οριοθετημένο «εδώ» της μικροκοινωνίας. Είναι ένα διεθνές «εδώ» που περιγράφει περισσότερο ένα κοινωνικό στιγμιότυπο, αναγνωρίζοντας τα ευρεία χωρικά όρια του δυτικού πολιτισμού, παρά έναν οριοθετημένο χώρο. Εξάλλου, η εμπειρία του Ά’ Παγκόσμιου Πολέμου ανέδειξε τις δραματικές επιπτώσεις που έχει η εθνοκεντρική ανάγνωση της ιστορίας και η έμφαση στην χωρικά προσδιορισμένη παράδοση. Η εμπειρία των εθνικισμών απέδειξε πως η τέχνη δεν μπορεί να είναι πια ιστορία των εθνών.

Εικόνα 1: Amadeo Modigliani, Τραγουδίστρια σε καφέ, 1917, λάδι σε καμβά, Εθνική πινακοθήκη τέχνης, Ουάσινγκτον
Εικόνα 1: Amadeo Modigliani, Τραγουδίστρια σε καφέ, 1917, λάδι σε καμβά, Εθνική πινακοθήκη τέχνης, Ουάσινγκτον

Οι παραδόσεις μπορούν να αποτελέσουν γόνιμο έδαφος για τον μοντερνισμό μόνο εντός ενός διαλεκτικού πλαισίου, με τελικό όμως σκοπό την υπέρβασή τους προς κάτι καινούργιο.6 Η τάση αυτή ενδυναμώθηκε από την άνοδο των ολοκληρωτισμών και την επέκταση των πολεμικών συγκρούσεων, γεγονότα που εξανάγκασαν σε μετανάστευση εντός κι εκτός Ευρώπης σημαντικούς δημιουργούς, οι οποίοι μετέφεραν στους τόπους μετεγκατάστασής τους το λανθάνον πνεύμα των κοινωνιών προέλευσής τους. Στις νέες τοποθεσίες τους δημιουργούν, ενώ υφίστανται ζυμώσεις από τα φαντασιακά των εκεί κοινωνιών. Οι δημιουργίες τους διευρύνουν τα όρια του «εδώ» και καταλήγουν στη μορφοποίηση μιας τέχνης άχρονης και υπερεθνικής – πραγματικά μοντέρνας. Εξέχον παράδειγμα τέτοιου είδους ζυμώσεων αποτέλεσαν η «Σχολή του Παρισιού»7 (εικόνα 1) (όπως αποκαλείται ο πολυεθνικός καλλιτεχνικός οίστρος που επικρατούσε στο Παρίσι το α’ μισό του 20ού αιώνα)8 και η μετεγκατάσταση στις ΗΠΑ των ηγετικών προσωπικοτήτων του Bauhaus.

Εικόνα 2: Pablo Picasso, Κλαρίνο και βιολί, 1907, λάδι σε μουσαμά, 55.3 x 33 cm (The State Hermitage, Saint Petersburg).
Εικόνα 2: Pablo Picasso, Κλαρίνο και βιολί, 1907, λάδι σε μουσαμά, 55.3 x 33 cm (The State Hermitage, Saint Petersburg).

Η μοντερνιστική τέχνη λοιπόν στέκεται κριτικά απέναντι στη δυτική έννοια της προόδου και γενικότερα στον καπιταλιστικό πολιτισμό, από τον ποσοτικό ορθολογισμό του οποίου ξεπήδησαν τα μεγαλύτερα δεινά που γνώρισε μέχρι τότε η ανθρωπότητα· επιθυμεί να εκφράσει το αιώνιο μέσω του στιγμιαίου9 και διακρίνεται για την αποστασιοποίησή της από την ιστορία και την έμφασή της στη δημιουργία μιας άχρονης πραγματικότητας, μαζί με μια νέα προσέγγιση στον χώρο. Γι’ αυτό αναζήτησε αξίες εκτός του (χρονικού και χωρικού) φάσματος του δυτικού πολιτισμού και εμπνεύστηκε από την πρωτόγονη τέχνη των λαών της Αφρικής και από τις δημιουργίες αυτοδίδακτων καλλιτεχνών.10 Ακόμα κι όταν η τέχνη επηρεάστηκε από τις σύγχρονες εξελίξεις στη δυτική σκέψη, ο ρόλος των εξωδυτικών επιδράσεων υπήρξε καταλυτικός: ο κυβισμός των Πικάσο (1881 – 1973) και Μπρακ αποτελεί μοντερνιστική μελέτη ανατομίας, μια προσπάθεια να αποδοθεί η σχέση χρόνου – χώρου υπό την επίδραση της οπτικής της σύγχρονης φυσικής (εικόνα 2)·11 όμως ταυτόχρονα διατηρεί αναφορές σε επιρροές από την αφρικανική τέχνη που ο Πικάσο εκτιμούσε και διερευνούσε.12

Εικόνα 3: Umberto Boccioni, Μοναδικές μορφές στη συνέχεια του χώρου, 1913, 1,26 x 0,89 x 0.40 cm, μπρούτζος, Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, Νέα Υόρκη.
Εικόνα 3: Umberto Boccioni, Μοναδικές μορφές στη συνέχεια του χώρου, 1913, 1,26 x 0,89 x 0.40 cm, μπρούτζος, Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, Νέα Υόρκη.

Οι μοντερνιστικές καλλιτεχνικές αναζητήσεις εκφράστηκαν μέσω των πρωτοποριών, μαχητικά μα βραχύβια καλλιτεχνικά κινήματα με δεδηλωμένα συνήθως προγράμματα και έντονη διάθεση πειραματισμού, το καθένα από τα οποία προέβαλε τη δική του άποψη για την τέχνη και για τη σχέση της με την κοινωνία. Γενικά οι πρωτοπορίες έχουν το βλέμμα τους στραμμένο στο μέλλον, αναζητώντας σε αυτό την έκφραση του ριζικά νέου και ταυτόχρονα δείχνοντας αποστροφή προς τα συμβατικά μέσα έκφρασης του παρελθόντος.13 Οι μελέτες του Φουτουρισμού για παράδειγμα, εικονοποιούν τη σύγχρονη έννοια της ταχύτητας πάνω σε νέες φόρμες (εικόνα 3).14 Λόγω της εννοιολογικής μεταβολής που έχει επιφέρει η τεχνολογική ανάπτυξη, οι φόρμες που θα προκύψουν αναγκαστικά δεν μπορούν να πατήσουν πάνω σε καμία ιστορική παράδοση.15 Στην περίπτωση αυτή η ανιστορικότητα προκύπτει και ως πρακτική αναγκαιότητα.

Επιπλέον, καθώς η τέχνη στοχεύει στην κοινωνική αλλαγή, δεν αρκείται στον αναπαραστατικό της ρόλο ως προς τη φύση. Για να αλλάξει η κοινωνία, η τέχνη θα πρέπει πλέον να λειτουργεί ως δημιουργός του εντελώς καινούργιου, να καταστεί μια δημιουργική δύναμη όμοια με τη φύση.16 Ταυτόχρονα όμως, μέσα στον κατακερματισμένο και άγριο κόσμο της εποχής όπου ο ορθολογισμός υπάρχει μαζί με τον παραλογισμό και το όμορφο και το άσχημο εκφράζουν εξίσου την ζώσα πραγματικότητα,17 οι ανάγκες για συναισθηματική έκφραση και για επικοινωνία πέρα από φραγμούς (γλωσσικούς, πολιτικούς κλπ) εντείνονται. Οι καλλιτέχνες στρέφονται στη διερεύνηση ζητημάτων όπως η συναισθηματική έκφραση μέσω της φόρμας, ο ρόλος του θέματος, η σχέση του όλου με το επιμέρους, οι δυνατότητες ορθολογικής παρέμβασης και επικοινωνίας μέσω της εικόνας κ.ά. Η απάντηση που δίνει έμφαση στον ορθολογισμό και στην επικοινωνία σχηματοποιείται στα ρεύματα του εξπρεσιονισμού και της αφηρημένης ζωγραφικής. Στην περίπτωση που ο κόσμος θεωρηθεί ανεπίδεκτος τροποποιήσεων, ούτε καν από την τέχνη, προκύπτουν απαντήσεις όπως η μηδενιστική και παραλογική έκφραση του dada ή η σουρεαλιστική προσπάθεια ανάδειξης του ελαττωματικού χαρακτήρα της αστικής κοινωνίας.18 Ανεξάρτητα από τις επιμέρους κατευθύνσεις ωστόσο, ο μοντερνισμός, ακριβώς λόγω της άρνησης της ιστορικότητας και της διάθεσης πειραματισμού που επιδεικνύει, καταλήγει να καταστήσει την τέχνη το απαραίτητο σημείο συνοχής για τον άνθρωπο: μια νέα πραγματικότητα που «δημιουργείται από τη συνάντηση του ανθρώπου με τον κόσμο [και εκφράζει] την ενότητα μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού».19 Με τον τρόπο αυτό τελικά καταφέρνει να θέσει ως μέτρο των πάντων τον άνθρωπο.

Εικόνα 4: W. Gropius & A. Meyer, Εργοστάσιο Fagus, 1911 – 1914, Alfeld. Η κατασκευή από μεγάλες τζαμωτές επιφάνειες και σκυρόδεμα εξασφάλισε μειωμένο κόστος και πλήρη φωτισμό στο εσωτερικό.
Εικόνα 4: W. Gropius & A. Meyer, Εργοστάσιο Fagus, 1911 – 1914, Alfeld. Η κατασκευή από μεγάλες τζαμωτές επιφάνειες και σκυρόδεμα εξασφάλισε μειωμένο κόστος και πλήρη φωτισμό στο εσωτερικό.

Αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στην αρχιτεκτονική, η οποία προσπάθησε να απαντήσει συνολικά (μέσω της πολεοδομίας) στην οξύμωρη εικόνα ταυτόχρονης επιστημονικής προόδου και τεράστιας κοινωνικής κρίσης, προκρίνοντας τον άνθρωπο ως μέτρο για την επίλυση των προβλημάτων της κοινωνίας.20 Μια τέτοια στάση σημαίνει πως θα πρέπει να εγκαταλειφθεί η ιστορία και η παράδοση,21 και οδηγεί στην απαίτηση η μορφή να ακολουθεί τη λειτουργία του κτιρίου (εικόνα 4).22 Τα κτίρια που θα προκύψουν με βάση αυτή τη συλλογιστική δεν θα μοιάζουν με κανένα παράδειγμα από καμία πρότερη χρονική περίοδο, αφού οι ανάγκες στις οποίες απαντούν είναι εντελώς νέες. Για να μπορέσει η αρχιτεκτονική να εκπληρώσει την κοινωνική υπηρεσία που αναγνωρίζει στον εαυτό της, θέτει ως πρωταρχικό ζήτημα προς διερεύνηση την ομαλή συνύπαρξη (ανθρώπου με άνθρωπο και περιβάλλον). Προσπαθεί να δώσει απαντήσεις στις ανάγκες της καθημερινής ζωής, στοχεύοντας στην εκπαίδευση της κοινωνίας στην «τέχνη του ζειν».23 Τίποτα δεν εκφράζει με πιο πλήρη τρόπο αυτές τις επιταγές της μοντερνιστικής αρχιτεκτονικής από τη σχολή του Bauhaus.

Ιδρυμένο από τον Gropius (1883 – 1969) το 1919 στη Βαϊμάρη, το Bauhaus στόχευε στην επανασύνδεση τέχνης και βιοτεχνίας με σκοπό την εξυπηρέτηση των κοινωνικών αναγκών.24 Για να το επιτύχει αυτό, το Bauhaus εστίασε στην εκπαίδευση (τόσο των αρχιτεκτόνων όσο και της κοινωνίας) και οργάνωσε τις αναζητήσεις των πρωτοποριών στη βάση ενός συγκροτημένου πλαισίου.25 Το γεγονός ό,τι καταδιώχθηκε λυσσαλέα από τους ναζί ως «κομμουνιστικό κέντρο»,26 αποδεικνύει πως το Bauhaus κατάφερε να δημιουργήσει μια πραγματικά ανθρώπινη (και γι’ αυτό διεθνιστική και άχρονη) αρχιτεκτονική γλώσσα.

Ενδεικτικά έργα

Εικόνα 5: Giorgio de Chirico, Οι ανησυχητικές μούσες, 1916, 0,97 x 0,66 cm, καμβάς, ιδιωτική συλλογή, Μιλάνο
Εικόνα 5: Giorgio de Chirico, Οι ανησυχητικές μούσες, 1916, 0,97 x 0,66 cm, καμβάς, ιδιωτική συλλογή, Μιλάνο

Μέσα στον γεμάτο ένταση και εξελίξεις χώρο της ζωγραφικής του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, το έργο του De Chirico (1888 – 1978) μοιάζει εξωπραγματικά ήρεμο και στατικό. Ας σταθούμε στον πίνακά του με τον παράξενο τίτλο «Οι ανησυχητικές μούσες» (εικόνα 5). Ο ζωγράφος αποδίδει τρεις μορφές που μοιάζουν με αλλόκοτα αρχαιοελληνικά αγάλματα, μέσα σε μια τοποθεσία ταυτόχρονα αληθοφανή μα και παράταιρη. Στο πρώτο πλάνο βαρύνοντα ρόλο στη σύνθεση παίζουν κοινά αντικείμενα όπως κουτιά, μια μάσκα κι ένας πάσσαλος. Στο βάθος το τοπίο περιλαμβάνει ένα κλασσικίζον κτίριο, έναν πύργο κι ένα βιομηχανικό κτίριο, τα επίπεδα των οποίων με απότομο τρόπο βυθίζονται κάτω από το επίπεδο στο οποίο τοποθετούνται οι μορφές του πρώτου πλάνου. Ο ντε Κίρικο χρησιμοποιεί μια αντι-παραδοσιακή απόδοση της προοπτικής: παρόλο που μεταχειρίζεται την αίσθηση του βάθους, δεν αποδίδει την ατμοσφαιρική θόλωση (αντίθετα το σχέδιό του παραμένει με έντονα περιγράμματα, σχεδόν γραμμικό), οι γραμμές της προοπτικής δεν συγκλίνουν σε ένα σημείο διαφυγής, φόντο και πρώτο πλάνο αποδίδονται σε διαφορετικά επίπεδα με παράλογο τρόπο και, τέλος, η προοπτική αντιστρέφεται στο πολύχρωμο κουτί στο πρώτο πλάνο.

Ο κόσμος που δημιουργεί ο ντε Κίρικο βρίσκεται σε διαλεκτική σχέση με τις τεχνικές και αισθητικές παραδόσεις, ωστόσο τις ξεπερνά καταλήγοντας σε μια καινοφανή πρόταση.27 Η στάση αυτή γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στον τρόπο με τον οποίο μεταχειρίζεται τις αρχαϊκές μορφές των αγαλμάτων: τις περιπλέκει με καθημερινά αντικείμενα, τις αποδίδει με την ίδια πιστότητα και τελικά τις αποδομεί ιστορικά, δημιουργώντας καινούργιες οντότητες.28 Ο ζωγράφος λοιπόν δεν είναι απλός καταγραφέας της πραγματικότητας αλλά δημιουργός ενός κόσμου που, παρά την αληθοφάνεια των αντικειμένων του, ξεπερνά την πραγματικότητα και είναι ασυμβίβαστος με αυτήν, προσεγγίζοντας το επίπεδο των ιδεών και των εννοιών.29 Το αποτέλεσμα (το οποίο ενισχύεται από τον απροσδιόριστο πλάγιο φωτισμό και τις έντονες σκιές) δημιουργεί μια κατάσταση χωρίς χώρο και χωρίς χρόνο, μια στατική ηρεμία αποκομμένη από τη ζωή με τρόπο μεταφυσικό.30 Όμως, μια κατάσταση χωρίς χρόνο και χώρο, δηλαδή έξω από τις συνθήκες υπό τις οποίες  πραγματώνεται η εμπειρία,31 δεν μπορεί να σχετίζεται με τη ζωή αλλά με τον θάνατο.

Στον τάχιστα μεταβαλλόμενο κόσμο των αρχών του εικοστού αιώνα, μέσα σε έναν παροξυσμό ταχύτητας, κίνησης και καταστροφικής αλλαγής, η μεταφυσική ζωγραφική του ντε Κίρικο αποτελεί μια παύση για αναστοχασμό: δημιουργεί ένα στατικό, άχρονο και ατοπικό πεδίο εντός του οποίου το μυαλό στοχάζεται την ιστορικότητα και την αποδομεί. Τινάζοντας τον κονιορτό της ταχύτητας, μας αποκαλύπτει αυτό που υπήρξε το χαρακτηριστικότερο αποτέλεσμα αυτής της εποχής των δραματικών αλλαγών και πολέμων: την βαθιά υπαρξιακή ανησυχία απέναντι στη μονοκρατορία του θανάτου.

Εικόνα 6: W. Gropius, Bauhaus, 1925 – 26, Dessau
Εικόνα 6: W. Gropius, Bauhaus, 1925 – 26, Dessau

Στην αρχιτεκτονική, ένα από τα έργα που με χαρακτηριστικό τρόπο εκφράζει τις μοντερνιστικές αναζητήσεις είναι το κτίριο της σχολής του Bauhaus στο Dessau (εικόνες 6, 7). Σχεδιασμένο από τον Gropius το 1925 – 1926, το κεντρικό κτίριο της σχολής αποτελεί «επιτομή της μοντερνιστικής αρχιτεκτονικής», καθώς ενσωματώνει πλήρως τις κοινωνικές και  αισθητικές κατευθύνσεις της.32 H μορφή του είναι αποτέλεσμα των λειτουργικών αναγκών της σχολής (φωτισμός, κυκλοφορία μεγάλου αριθμού ατόμων, δημιουργία ποικίλων χώρων -εργαστήρια, εστιατόρια, αμφιθέατρα- και διαχωρισμός τους σε πτέρυγες κλπ)·33 η έννοια της λειτουργικότητας όμως δεν σχετίζεται απλώς με τις πρακτικές ανάγκες, αλλά εντάσσεται μέσα σε μια γενικότερη αίσθηση εικαστικότητας και κοινωνικής συνοχής.34

Εικόνα 7: Bauhaus Dessau, εναερια άποψη.
Εικόνα 7: Bauhaus Dessau, εναερια άποψη.

Για παράδειγμα, η τεράστια τζαμωτή πρόσοψη της σχολής δεν διασφαλίζει απλώς τον άπλετο φωτισμό των χώρων εργασίας αλλά, επιτρέποντας τη θέαση στη ζωή εντός του κτιρίου, ανοίγει την σχολή και τις λειτουργίες της στην κοινότητα.35 Το λευκό χρώμα εξασφαλίζει φωτεινότερο περιβάλλον όπου δεν υπάρχει φυσικός φωτισμός, αλλά -μαζί με τη διάχυτη χρήση τζαμωτών ανοιγμάτων- αδρανοποιεί το βάρος του κτιρίου και το καθιστά πιο ανάλαφρο, παρά το μεγάλο μέγεθός του.36 Η ελεύθερη θέαση και η έλλειψη στολισμών δεν αποτελούν απλές αισθητικές προτάσεις, αλλά υποδηλώνουν μια σαφή ηθική πρόταση: την πίστη του Bauhaus στην δημοκρατικότητα και στον κοινωνικό προσανατολισμό της τέχνης.37 Εξάλλου η κατασκευή του υπήρξε αποτέλεσμα της συνεργασίας πολλών διαφορετικών καλλιτεχνών (σχεδιαστών, αρχιτεκτόνων, ζωγράφων κ.ά. που φρόντισαν από την εξωτερική εμφάνιση μέχρι τη διαρρύθμιση των εσωτερικών χώρων, τον σχεδιασμό των επιμέρους χρηστικών αντικειμένων, υποδομών κ.λ.π.) και μηχανικών μέσα σε ένα πνεύμα ορθολογικής εφαρμογής, με στόχο την μεγιστοποίηση της λειτουργικότητας του συνόλου.38

Ως αποτέλεσμα το κτίριο είναι απόλυτα αποκομμένο από τις παραδοσιακές μορφές.39 Δίνει την εντύπωση ενός «τεράστιου, επιπλέοντος και εκτυφλωτικά διαφανούς κύβου»40, μιας δομής έξω από τον χρόνο που δημιουργεί έναν δικό της τόπο (τόσο χωρικό όσο και πνευματικό). Ο ίδιος ο Gropius εξάλλου θεωρεί την αποκοπή από την ιστορία ως απαραίτητο δομικό χαρακτηριστικό της νέας αρχιτεκτονικής ταυτότητας· υπογραμμίζει πως ενώ «ένα τυπικό κτίριο παλιότερα είχε μια συμμετρική πρόσοψη και μια προσέγγιση που οδηγούσε στον κεντρικό του άξονα […] ένα κτίριο στο πνεύμα των χρόνων μας απορρίπτει το επιβλητικό μοντέλο της συμμετρικής πρόσοψης. Πρέπει να περπατήσεις τριγύρω σε ολόκληρο το κτίριο για να εκτιμήσεις τη σωματική υλικότητα και τη λειτουργία των τμημάτων του».41

Ηλεκτρονική Μουσική

Η μουσική του 20ού αιώνα βάδισε επίσης στα μονοπάτια πειραματισμού και καινοτομίας που χαρακτήρισαν και τις εικαστικές τέχνες. Αφετηρία στάθηκαν σημαντικές τεχνολογικές καινοτομίες που διαδόθηκαν ιδιαίτερα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως το ραδιόφωνο, ο ομιλών κινηματογράφος,42 η μαγνητοταινία, ο δίσκος LP, οι βελτιωμένες ηλεκτρονικές μέθοδοι καταγραφής, η στερεοφωνία κ.ά. Γενικά παρατηρούνται στενοί δεσμοί μεταξύ μουσικής κι επιστήμης·43 ειδικά όμως η διάδοση του ραδιοφώνου έπαιξε σημαίνοντα ρόλο, καθώς ανέπτυξε δικές του αισθητικές αναζητήσεις και βοήθησε την έκφραση των μουσικών πρωτοποριών που δεν έβρισκαν πρόσβαση σε συναυλιακούς χώρους.44

Μια αναθεωρημένη αντίληψη για τον ήχο παρατηρείται από τις αρχές του 20ου αιώνα στα πλαίσια του φουτουρισμού, ο οποίος εκθείαζε την μουσικότητα των ήχων της πόλης και συνεπώς προλείανε το έδαφος για μουσική χρήση μη οργανικών ήχων.45 Ωστόσο, οι δυνατότητες πειραματισμού προς την κατεύθυνση αυτή αναπτύχθηκαν κυρίως μεταπολεμικά, όταν η βελτίωση του μαγνητοφώνου και η ανάπτυξη των γεννητριών συχνοτήτων επέτρεψαν την διεύρυνση του ηχητικού υλικού μέσω της εισαγωγής και επεξεργασίας εφέ και προεγγεγραμμένων ήχων.46 Σταδιακά ιδρύθηκαν μεγάλα στούντιο με πολύπλοκο και ακριβό εξοπλισμό, τα οποία επέτρεψαν τη στενότερη συνεργασία τεχνικών, μηχανικών ήχου και συνθετών.47 Αυτό όμως που πραγματικά απογείωσε την ηλεκτρονική μουσική ήταν η δημιουργία ηλεκτρονικών οργάνων, αρχικά δύσχρηστα και ογκώδη (συνθετητής), αλλά σταδιακά μικρότερα σε όγκο αλλά με αυξημένες δυνατότητες και ευχρηστία (κύματα μορτενό, θέρεμιν, συνθεσάιζερ και ηλεκτρονικοί υπολογιστές).48

Η ηλεκτροακουστική και ηλεκτρονική μουσική σταδιακά συνδέθηκε με όλες τις όψεις της μοντέρνας μουσικής και πλέον αποτελεί περισσότερο έναν τρόπο έκφρασης παρά ένα αυτόνομο μουσικό ύφος. Οι τεχνικές και τεχνολογικές της δυνατότητες έχουν χρησιμοποιηθεί σε πολυάριθμους συνδυασμούς και περιπτώσεις, από τον κινηματογράφο, την διαφημιστική βιομηχανία, την εκπαίδευση και, βέβαια, από την σύνθεση, σχεδόν στα περισσότερα ύφη, από τα πλέον εμπορικά ως τα πιο πρωτοποριακά. Αν υπήρξε όμως μία περίπτωση διαρκούς διερεύνησης και πειραματισμών πάνω στην ηλεκτρονική – ηλεκτροακουστική μουσική που διέτρεξε όλο το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, αυτή ήταν το συγκρότημα των Βρετανών Pink Floyd.

Εικόνα 8: Οι Pink Floyd τη δεκαετία του 1970.
Εικόνα 8: Οι Pink Floyd τη δεκαετία του 1970.

Οι Pink Floyd ιδρύθηκαν στο Λονδίνο το 1965 από τους Roger Waters (1943 – ), Nick Mason (1944 – ), Richard Wright (1943 – 2008) και Syd Barret (1946 – 2006), ο οποίος σύντομα αντικαταστάθηκε από τον David Gilmour (1946 – ).49 Πολλοί έχουν προσπαθήσει να κατηγοριοποιήσουν τη μουσική των Pink Floyd όμως, όπως συμβαίνει με όλες τις πραγματικά πρωτοποριακές καλλιτεχνικές αναζητήσεις, αυτό είναι αρκετά δύσκολο λόγω των συνεχών πειραματισμών του συγκροτήματος και της επίτευξης καινούργιων μορφών και φορμών έκφρασης. Ο ήχος των Pink Floyd γενικά χαρακτηρίζεται από ένα ηλεκτρονικό υπόστρωμα, απόρροια της χρήσης ηλεκτρονικών οργάνων (θέρεμιν, συνθεσάιζερ κ.ά.), πάνω στο οποίο αναπτύσσονται αντιστικτικές μελωδικές γραμμές τόσο από ηλεκτροακουστικά (ηλεκτρικές κιθάρες, ηλεκτρικό μπάσο) όσο και από κλασσικά όργανα (σαξόφωνα, συμφωνικά πνευστά, πιάνο κλπ).50 Δεν απουσιάζει βέβαια η χρήση φωνής, αν και συχνά αυτή ξεφεύγει από την τραγουδιστική απόδοση στίχων και λειτουργεί ως ένα ακόμα όργανο.51

Το συγκρότημα διαχρονικά πειραματίστηκε με τη χρήση προηχογραφημένων ηχητικών εφέ52 και με τη σύνθεση ηλεκτρονικής μουσικής που αποδίδει προσλήψεις της σύγχρονης πραγματικότητας.53 Το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα διακρίνεται από ατμοσφαιρικότητα, διακριτές μελωδικές γραμμές και έντονη αίσθηση μοντερνισμού, διατηρώντας παράλληλα κριτική στάση απέναντι στα κοινωνικά προβλήματα του δυτικού καπιταλισμού (η οποία, καθώς τα μέλη του συγκροτήματος μεγάλωναν, κατέληξε σε πιο υπαρξιακές αναζητήσεις)54. Ο τελευταίος δίσκος του συγκροτήματος (The endless river) κυκλοφόρησε το 2014 και, παρά την προχωρημένη ηλικία των δημιουργών του, συνεχίζει να εκπλήσσει με τον χειρισμό των ηλεκτρονικών και ηλεκτροακουστιικών μέσων και την αισθητική του αρτιότητα. Το έργο των Pink Floyd διατήρησε σταθερά τον άνθρωπο στο επίκεντρό του κάτι που, σε συνδυασμό με τις ακούραστες αναζητήσεις των μελών του συγκροτήματος, κατέληξε να του προσδώσει διαχρονικό και πραγματικά μοντέρνο χαρακτήρα.

Επίλογος

Οι αλλαγές που επήλθαν στις αρχές του 20ού αιώνα στην αντίληψη του χώρου και του χρόνου, σε συνδυασμό με τα ιστορικά γεγονότα και τις έντονες κοινωνικές μεταβολές της εποχής, οδήγησαν σε σημαντικές εξελίξεις στην καλλιτεχνική δημιουργία. Μία από τις παραμέτρους που ξεχωρίζουν τον μοντέρνο άνθρωπο από τις προηγούμενες ιστορικές περιόδους είναι η επίγνωσή του για το παρόν και η αποβλεπτικότητά του στο μέλλον.55

Η αλλαγή αυτή αποτυπώθηκε στις καλλιτεχνικές αναζητήσεις ως στροφή στη θεματική τους: μέχρι τον ιμπρεσιονισμό οι εικαστικές τέχνες είχαν καταφέρει την πλήρη διερεύνηση της αναπαραστατικής τους λειτουργίας· στην αυγή του 20ού αιώνα οι καλλιτέχνες στράφηκαν στη διερεύνηση του ίδιου του Είναι της τέχνης, ως αξίας και ως δημιουργικής διαδικασίας ισότιμη με τη φύση και στο ίδιο επίπεδο με τον κόσμο. Αυτό οδήγησε σε έναν ιδιαίτερο ως προς τον χρόνο, ανιστορικό χαρακτήρα και στην συνεχή προσπάθεια για καλλιτεχνική καινοτομία, ενώ επίσης έφερε τον άνθρωπο στο επίκεντρο ως μέτρο.

Ωστόσο, παρά τον ανιστορικό της χαρακτήρα, η τέχνη του μοντερνισμού διατηρεί σημαντικά ερείσματα στην ιστορική διαδρομή. Αν και όντως επιχειρήθηκε η υπέρβαση της ιστορικότητας στις αναφορές της τέχνης, δεν θα μπορούσε να δομηθεί ο μοντέρνος χαρακτήρας χωρίς την ιστορική διαμόρφωση συγκεκριμένων χαρακτηριστικών των δυτικών κοινωνιών. Για παράδειγμα, οι έντονες υπαρξιακές ανησυχίες δεν θα μπορούσαν να γονιμοποιήσουν την τέχνη της περιόδου αν ο μέσος Ευρωπαίος δεν είχε αποκτήσει αυτοσυνείδηση τον 17ο αιώνα. Η γραμμή που ενώνει τον υπαρξισμό του Σαρτρ με την ανακάλυψη του Εγώ από τον Καρτέσιο, αν δεν είναι ευθεία, είναι πάντως συνεχής. Εξάλλου, «πάνω σε κάθε ζωή που γεννιέται, πολλές ζωές που βιώθηκαν έχουν αφήσει το αποτύπωμα των δικών τους εμπειριών».56

Στη μουσική, οι πειραματισμοί σε συνδυασμό με την τεχνολογική πρόοδο οδήγησαν σε σημαντική επέκταση της ηχητικής παλέτας και κατά συνέπεια των εκφραστικών δυνατοτήτων των συνθετών. Πλέον η ηλεκτρονική – ηλεκτροακουστική μουσική βρίσκει εφαρμογές σε ένα ευρύτατο φάσμα μουσικών ειδών, υφών και χρήσεων, αποτελώντας αναπόσπαστο τμήμα της καθημερινότητας.

Βιβλιογραφία

  • Ασημακόπουλος, Π. Α., Εισαγωγή στη θεωρία της σχετικότητας, Εκδ. Παν/μίου Ιωαννίνων, Ιωάννινα, 2004.
  • Δασκαλοθανάσης, Ν., Ο καλλιτέχνης ως ιστορικό υποκείμενο από τον 19ο στον 21ο αιώνα, Αθήνα, εκδ. Άγρα, 2004.
  • Εμμανουήλ Μ., Πετρίδου Β. κ.ά., Η Ιστορία των Τεχνών στην Ευρώπη – Εικαστικές τέχνες στην Ευρώπη από τον 18ο ως τον 20ο αιώνα, τ. Β’, Ε.Α.Π., Πάτρα, 22008.
  • Λουκάκη, Α., «Αρχιτεκτονική, οικισμοί και υποδομές ως υλικός πολιτισμός: Παραδείγματα από τον 19ο αι.» στο Λεοντίδου κ.ά., Γενική γεωγραφία, ανθρωπογεωγραφία και υλικός πολιτισμός της Ευρώπης, ΕΑΠ, Πάτρα, 2013, σσ. 82 – 88.
  • Μάμαλης, Ν., Η Ιστορία των Τεχνών στην Ευρώπη – Η μουσική στην Ευρώπη, τ. Γ’, Ε.Α.Π., Πάτρα, 22008.
  • Argan, G., Η μοντέρνα τέχνη 1770 – 1970, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 2014.
  • Bresson, H. C., Η αποφασιστική στιγμή, μτφρ. Διονυσοπούλου Σ., Εκδ. Άγρα, Αθήνα, 1998.
  • Droste, M., Bauhaus 1919 – 1933, εκδ. Taschen, Köln, 2006.
  • Gombrich, E.H., Το χρονικό της τέχνης, μτφρ. Λίνα Κάσδαγλη, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 22011.
  • Gregory κ.ά., The dictionary of Human Geography, εκδ. Wiley – Blackwell, Chichester, 2009.
  • Harvey, D., Η κατάσταση της μετανεωτερικότητας: Διερεύνηση των απαρχών της πολιτισμικής μεταβολής, Μεταίχμιο, Αθήνα, 2009.
  • Hauser, A., Κοινωνική ιστορία της τέχνης, τ. Δ’, Εκδ. Κάλβος, Αθήνα, 1984.
  • Kant, Im., Κριτική του καθαρού λόγου, τ. Ά, τεύχ. 1, μτφρ. Αν. Γιανναράς, Εκδ. Παπαζηση, Αθήνα, 1976.
  • Machlis, J. – Forney, K., Η απόλαυση της μουσικής – Εισαγωγή στην τέχνη της διεισδυτικής ακρόασης, Αθήνα, Fagotto Books, 1996.

Διαδικτυακές Πηγές

  • «Bauhaus», Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/Bauhaus , 31 Μαρτίου 2015.
  • «Early Soviet synthesizer music, hand drawn on film and made from cut paper», Dangerous Minds, http://dangerousminds.net/comments/listen_to_early_soviet_synthesizer_music_hand_drawn_on_film_and_made_from_c , 31 Mart;ioy 2015
  • «School of Paris», Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/School_of_Paris#Modern_School_of_Paris , 31 Μαρτίου 2015.
  • «Pink Floyd», Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/Pink_Floyd , 31 Μαρτίου 2015.
  • Ingmar Berman, «Wild Strawberries», απόσπ. («σκηνή του ονείρου του θανάτου»), Youtube, https://www.youtube.com/watch?v=A3n4TxNeaPg , 18 Απριλίου 2015.

Κινηματογράφος

  • Ingmar Berman, Wild Strawberries (1957).
  • Woody Allen, Midnight in Paris (2011).

Πηγές εικόνων

  • Εικόνα 1: http://theredlist.com/media/database/fine_arts/arthistory/painting/ecole_of_paris/amadeo_modigliani_2/002-amadeo-modigliani-theredlist.jpg , 18 Απριλίου 2015.
  • Εικόνα 2: http://theredlist.com/media/database/fine_arts/arthistory/painting/cubisme/pablo-picasso/004-pablo-picasso-theredlist.jpg , 18 Απριλίου 2015.
  • Εικόνα 3: http://cultured.com/images/image_files/2864/9983_o_umberto_boccioni.jpg , 18 Απριλίου 2015.
  • Εικόνα 4: http://i.telegraph.co.uk/multimedia/archive/01932/unesco-fagus_1932506i.jpg , 18 Απριλίου 2015.
  • Εικόνα 5: http://uploads1.wikiart.org/images/giorgio-de-chirico/disturbing-muses-1918.jpg , 18 Απριλίου 2015.
  • Εικόνα 6: http://classconnection.s3.amazonaws.com/94/flashcards/668094/jpg/meggs_18-gropius_dessau_bauhaus1317008952981.jpg , 18 Απριλίου 2015.
  • Εικόνα 7: http://alt.bauhaus-dessau.de/bhimages/bauhausluft.jpg , 18 Απριλίου 2015.
  • Εικόνα 8: http://s3.amazonaws.com/quietus_production/images/articles/1084/Pink_Floyd_Large_1233758930_crop_500x338.jpg , 18 Απριλίου 2015.
  1. Harvey, D., Η κατάσταση της μετανεωτερικότητας: Διερεύνηση των απαρχών της πολιτισμικής μεταβολής, Μεταίχμιο, Αθήνα, 2009, σσ. 354 – 355. []
  2. Hauser, A., Κοινωνική ιστορία της τέχνης, τ. Δ’, Εκδ. Κάλβος, Αθήνα, 1984, σσ. 289, 313 []
  3. «Η νεωτερικότητα είναι συνώνυμο της αλλαγής και γι’ αυτό δηλωμένος εχθρός των παραδόσεων.», Gregory κ.ά., The dictionary of Human Geography, εκδ. Wiley – Blackwell, Chichester, 2009, σ. 472. Επίσης, βλ. σχετ. Gombrich, E.H., Το χρονικό της τέχνης, μτφρ. Λίνα Κάσδαγλη, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 22011, σ. 558. []
  4. Harvey, ό.π., σ. 366. []
  5. Harvey, ό.π., σ. 348, Hauser, ό.π., σ. 305 []
  6. Argan, G., Η μοντέρνα τέχνη 1770 – 1970, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 2014, σσ. 156 – 157. Όπως το θέτει ο Harvey «αν ο οπαδός του μοντερνισμού πρέπει να καταστρέψει για να δημιουργήσει, τότε οι αιώνιες αλήθειες μπορούν ν’ αναπαρασταθούν μόνο μέσα από μια διαδικασία καταστροφής που τελικά έχει την τάση να καταστρέψει αυτές τις αλήθειες», Harvey, ό.π., σ. 41. Σε αυτη την διάσταση του μοντερνισμού (δημιουργίας και καταστροφής) σημαντική ήταν η επίδραση της φιλοσοφίας του Νίτσε, βλ. σχετ. Harvey, ό.π., σσ. 39 – 41. []
  7. Argan, ό.π., σσ. 194, 231, 239. []
  8. «School of Paris», Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/School_of_Paris#Modern_School_ of_Paris , 31 Μαρτίου 2015. Μια ενδιαφέρουσα οπτική – φόρο τιμής στην καλλιτεχνική κατάσταση που επικρατούσε στο Παρίσι της εποχής, αποδίδει η κινηματογραφική ταινία του Woody Allen, Midnight in Paris (2011). []
  9. Harvey, ό.π, σ. 45. Η προσπάθεια αυτή βρίσκει την ιδανική της έκφραση στην φωτογραφία. Ο Bresson υποστήριζε χαρακτηριστικά πως φωτογραφίζει για να ανακαλύψει την τάξη του κόσμου, βλ. σχετ. Bresson, H. C., Η αποφασιστική στιγμή, μτφρ. Διονυσοπούλου Σ., Εκδ. Άγρα, Αθήνα, 1998. []
  10. Εμμανουήλ Μ., Πετρίδου Β. κ.ά., Η Ιστορία των Τεχνών στην Ευρώπη – Εικαστικές τέχνες στην Ευρώπη από τον 18ο ως τον 20ο αιώνα, τ. Β’, Ε.Α.Π., Πάτρα, 22008, σ. 68, Gombrich, ό.π., σ. 586, Argan, ό.π., σ. 280. []
  11. Argan, ό.π., σσ. 232 – 233. Οι πολλαπλές όψεις του αντικειμένου που εμφανίζονται ταυτόχρονα στην κυβιστική ζωγραφική προσπαθούν να αποδώσουν πολλαπλά στιγμιότυπα ή πολλαπλές πλευρές του χώρου την ίδια στιγμή. Η ενοποιημένη αυτή αντίληψη του χωροχρόνου ως τετραδιάστατη οντότητα, στην οποία μπορεί κανείς να κινηθεί εξίσου και στις τέσσερις διαστάσεις, αποτελεί σύλληψη στα πλαίσια της θεωρίας της σχετικότητας. Ο τετραδιάστατος χώρος ονομάστηκε «χώρος Minkowski», προς τιμήν του H. Minkowski που επεξεργάστηκε μαθηματικά τη σχετική γεωμετρία, βλ σχετ. Ασημακόπουλος, Π. Α., Εισαγωγή στη θεωρία της σχετικότητας, Εκδ. Παν/μίου Ιωαννίνων, Ιωάννινα, 2004, σσ 75 – 81. []
  12. Argan, ό.π., σ. 280. []
  13. Εμμανουήλ, Πετρίδου κ.ά., ό.π., σ. 258, Hauser, ό.π., σσ. 297 – 298. []
  14. Βλ. σχετ. Argan, ό.π., σσ. 289 – 290. []
  15. Δασκαλοθανάσης, Ν.,  Ο καλλιτέχνης ως ιστορικό υποκείμενο από τον 19ο  στον 21ο αιώνα, Αθήνα, εκδ. Άγρα, 2004, σσ. 105 – 106. []
  16. Gombrich, ό.π., σσ. 582, 592. []
  17. Argan, ό.π., σ. 173. []
  18. Argan, ό.π., σσ. 241, 314 – 315. []
  19. Argan, ό.π., σσ. 158 – 159. []
  20. Argan, ό.π., σ. 197, Εμμανουήλ, Πετρίδου κ.ά., ό.π., σσ. 245, 251, 254. []
  21. Argan, ό.π., σ. 194. []
  22. Εμμανουήλ, Πετρίδου κ.ά., ό.π., σσ. 148, 254. []
  23. Argan, ό.π., σ. 197. []
  24. Gombrich, ό.π., σ. 560, Argan, ό.π., σσ. 182, 185. []
  25. Argan, ό.π., σσ. 182, 229. []
  26. Η σχολή έκλεισε το 1933, «Bauhaus», Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/Bauhaus , 31 Μαρτίου 2015. []
  27. Το έργο του ντε Κίρικο αποτελεί από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα του βαθέως συνειδησιακού πυρήνα του μοντερνισμού, ο οποίος είναι «η διαλεκτική σχέση του με το παραδοσιακό», Λουκάκη, Α., «Αρχιτεκτονική, οικισμοί και υποδομές ως υλικός πολιτισμός: Παραδείγματα από τον 19ο αι.» στο Λεοντίδου κ.ά., Γενική γεωγραφία, ανθρωπογεωγραφία και υλικός πολιτισμός της Ευρώπης, ΕΑΠ, Πάτρα, 2013, σ. 88. []
  28. Argan, ό.π., σ. 322. []
  29. Hauser, ό.π., σ. 296 – 297. []
  30. Argan, ό.π., σ. 237. Ακόμα και όταν ο ντε Κίρικο απεικονίζει στα έργα του ρολόγια (στοιχείο καινοφανές για τη ζωγραφική, μα πολύ συχνό στο έργο του) αντί να δημιουργεί μια αίσθηση κοινότυπης καθημερινότητας, ενδυναμώνει την αίσθηση του άχρονου. Με παρόμοιο τρόπο και μέσα έχει χειριστεί την έννοια του χρόνου ο Ingmar Bergman στην εξαιρετικά εμβριθή σκηνή του «ονείρου του θανάτου» στις Άγριες φράουλες (1957), https://www.youtube.com/watch?v=A3n4TxNeaPg , 18 Απριλίου 2015 []
  31. Kant, Im., Κριτική του καθαρού λόγου, τ. Ά, τεύχ. 1, μτφρ. Αν. Γιανναράς, Εκδ. Παπαζηση, Αθήνα, 1976, σσ. 109, 112, 121. []
  32. Droste, M., Bauhaus 1919 – 1933, εκδ. Taschen, Köln, 2006, σ. 120. Είναι χαρακτηριστικό πως η δημοτική αρχή του Dessau προσφέρθηκε να φιλοξενήσει τις εγκαταστάσεις της σχολής ευελπιστώντας στην βοήθεια της στη λύση του έντονου στεγαστικού προβλήματος που αντιμετώπιζε, στο ίδιο. []
  33. Droste, ό.π., σ. 121. []
  34. Argan, ό.π., σ. 266. []
  35. Argan, ό.π., σ. 264 και Droste, ό.π., σ. 122. []
  36. Droste, ό.π., σσ. 122 – 123. []
  37. Argan ό.π., σ. 264 και Droste, ό.π., σ. 122. []
  38. Droste, ό.π., σ. 123. []
  39. Για να κατανοήσουμε σε όλο της το μέγεθος την ανιστορικότητα των μορφών της μοντερνιστικής αρχιτεκτονικής θα πρέπει να αποστασιοποιηθούμε από τις δικές μας προσλαμβάνουσες των σημερινών αστικών τοπίων και να φανταστούμε την εντύπωση που προκαλούσε ένα κτίριο σαν το Bauhaus στους ανθρώπους της εποχής του, με βάση τις δικές τους εικόνες. Είναι χαρακτηριστικό ότι από πολύ νωρίς στο κτίριο της σχολής στο Dessau διοργανώνονταν ξεναγήσεις από τους σπουδαστές του, καθώς απλοί επισκέπτες συνέρρεαν γεμάτοι περιέργεια για τη μορφή του, Droste, ό.π., σσ. 122 – 123. []
  40. Droste, ό.π., σ. 122. []
  41. Droste, ό.π., σ. 121. []
  42. Είναι ενδεικτικοί οι πειραματισμοί Ρώσων (ήδη από τη δεκαετία του 1930) για την παραγωγή τεχνητής μουσικής σχεδιάζοντας κυματομορφές κατευθείαν πάνω σε φιλμ και αναπαράγοντάς τες με την τεχνολογία οπτικής ανάγνωσης ήχου του κινηματογράφου, βλ. σχετ.  «Early Soviet synthesizer music, hand drawn on film and made from cut paper», Dangerous Minds, http://dangerousminds.net/comments/listen_to_early_soviet_synthesizer_music_hand_drawn_on_film_and_made_from_c , 31 Mart;ioy 2015. []
  43. Μάμαλης, Ν., Η Ιστορία των Τεχνών στην Ευρώπη – Η μουσική στην Ευρώπη, τ. Γ’, Ε.Α.Π., Πάτρα, 22008, σ. 293, Machlis, J. – Forney, K., Η απόλαυση της μουσικής – Εισαγωγή στην τέχνη της διεισδυτικής ακρόασης, Αθήνα, Fagotto Books, 1996, σ. 430. []
  44. Μέσω της ίδρυσης και λειτουργίας «τρίτων προγραμμάτων» από τους μεγάλους ευρωπαϊκούς ραδιοφωνικούς σταθμούς, τα οποία ήταν προσανατολισμένα στη μουσική πρωτοπορία, Μάμαλης, ό.π., σσ. 297 – 298 []
  45. Μάμαλης, ό.π., σ. 296. []
  46. Μάμαλης, ό.π., σσ. 299 – 300. []
  47. Μάμαλης, ό.π., σ. 302. []
  48. Machlis – Forney, ό.π., σσ. 448 – 449. []
  49. «Pink Floyd», Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/Pink_Floyd , 31 Μαρτίου 2015. []
  50. Χαρακτηριστικά παραδείγματα: Time, Us and them, Comfortably Numb κ.ά. []
  51. The great gig in the sky []
  52. Τα εφέ περιλαμβάνουν από ήχους του φυσικού και αστικού περιβάλλοντος που υποστηρίζουν τη μελωδική γραμμή ή το θέμα των στίχων, μέχρι και το τραγούδι ενός σκύλου που συνοδεύει μια ακουστική κιθάρα (Seamus). []
  53. On the run, One of these days []
  54. Louder than words, Keep talking, High Hopes κ.ά. []
  55. Hauser, ό.π., σ. 313. []
  56. Argan, ό.π., σ. 219. []

Όψεις του νεοφιλελευθερισμού: Το πέρασμα από τη νεωτερικότητα στη μετανεωτερικότητα. Παραδείγματα από τον χώρο των πόλεων

Εισαγωγή

Οι αλλαγές που επήλθαν στις δυτικές κοινωνίες ως απόρροια της Γαλλικής όσο και, κυρίως, της Βιομηχανικής Επανάστασης, ήταν τόσο ευρείες και σημαντικές που σηματοδότησαν την αλλαγή μιας εποχής. Αν και στα κοινωνικά ζητήματα η περιοδολόγηση ποτέ δεν είναι απόλυτη ούτε εύκολη, ο νεωτερικός χαρακτήρας των δυτικών κοινωνιών σχηματοποιήθηκε πλήρως στις αρχές του 20ού αιώνα. Μία από τις εξέχουσες πλευρές του χαρακτήρα αυτού είναι η έμφαση στην οικονομική διάσταση του κοινωνικού φαινομένου, γεγονός που είχε ιδιαίτερες επιπτώσεις στην ανάπτυξη του αστικού χώρου.

Από τη δεκαετία του 1970 και μετά, συνεπεία μιας σημαντικής οικονομικής κρίσης, επήλθαν σημαντικές αλλαγές στο επί 70 χρόνια κυρίαρχο στον δυτικό κόσμο παράδειγμα οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης. Ως αποτέλεσμα αναδύθηκαν πολύπλευρες κριτικές απέναντι στο προηγούμενο παράδειγμα, η ένταση και ευρύτητα των οποίων οδήγησε στη διατύπωση της άποψης πως ίσως πρόκειται για ακόμα μία αλλαγή εποχής. Η εποχή της μετανεωτερικότητας, όπως αποκλήθηκε, συνεχίζει να δίνει έμφαση στην οικονομική διάσταση, αλλά με έναν διαφοροποιημένο τρόπο που, στον αστικό χώρο, αποτυπώθηκε με νέες μορφές.

Αντικείμενο της παρούσας εργασίας αποτελεί η συνοπτική παρουσίαση των χαρακτηριστικών της νεωτερικόττηας και της μετανεωτερικότητας και η επίδραση στον αστικό χώρο λόγω της μετάβασης από τη μία θεώρηση στην άλλη. Προς το σκοπό αυτό αρχικά θα επιχειρήσουμε μια αδρομερή περιγραφή της εποχής της νεωτερικότητας μέσω της επιγραμματικής αναφοράς στα χαρακτηριστικά του μοντερνισμού και του τρόπου που αυτός επέδρασε στη διαμόρφωση των πόλεων. Έπειτα από μια σύντομη αναφορά στον χαρακτήρα της κρίσης του 1970, θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε τον τρόπο με τον οποίο επήλθε η μετάβαση στη μετανεωτερικότητα και πώς οι αρχές του μεταμοντερνισμού επηρρέασαν την ανάπτυξη και τον κοινωνικό χαρακτήρα των πόλεων.

Η ανάδυση των νεωτερικών πόλεων

Με τον όρο νεωτερικότητα περιγράφεται η εποχή της ανάδυσης του σύγχρονου καπιταλιστικού κόσμου, όψεις του οποίου διακρίνονται από την εποχή του Διαφωτισμού (Gregory, 2009: 471). Ωστόσο, ως διακριτή ιστορική οντότητα, η νεωτερικότητα διαμορφώθηκε κυρίως κατά τα πρώτα τριάντα χρόνια του 20ού αιώνα (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 224), υπό το βάρος της επίδρασης οικονομικών και τεχνολογικών παραγόντων, οι οποίοι οδήγησαν σε συνακόλουθες κοινωνικές και πνευματικές μεταβολές. Από τις σημαντικότερες μεταβολές της περιόδου υπήρξε η συμπίεση χρόνου – χώρου, η μεταβολή δηλαδή της αίσθησης του ανθρώπου για τον χρόνο και τον χώρο ως αποτέλεσμα τόσο νέων τεχνολογιών στις επικοινωνίες και στις μεταφορές, όσο και των αναγκών του καπιταλισμού για αύξηση της συσσώρευσης κεφαλαίου (Harvey, 2009).

Χαρακτηριστικές όψεις της νεωτερικότητας αποτελούν οι αστικές, ταξικές κοινωνίες και η βιομηχανική παραγωγή. Τα ιδανικά της νεωτερικότητας εκφράστηκαν στον μοντερνισμό, το κίνημα που διαπέρασε όλες τις εκφάνσεις της πνευματικής δραστηριότητας στον δυτικό κόσμο για τα πρώτα τρία τέταρτα του 20ού αιώνα. Ο μοντερνισμός υιοθετεί τα πνευματικά ιδανικά του Διαφωτισμού, αναζητώντας την τάξη στον κόσμο μέσω του ορθολογισμού και δίνοντας έμφαση στην εύρεση των οικουμενικών, μεγάλων αληθειών (Harvey, 2009: 34, Gregory, 2009: 471). Μέσω της λειτουργικότητας προσπαθεί να απελευθερώσει τον άνθρωπο από την φυσική αναγκαιότητα και να τον οδηγήσει σε διαρκή πρόοδο. Ως αποτέλεσμα της πίστης του στην πρόοδο, ο μοντερνισμός διατηρεί το βλέμμα του στραμμένο στο μέλλον και ως εκ τούτου έρχεται σε ρήξη με την παράδοση και την ιστορικότητα, κάτι που τον οδηγεί στην δημιουργία διπολικών σχημάτων ως προς την κατανόηση του κόσμου (Gregory, 2009: 472).

Η εδραίωση των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών της νεωτερικότητας επέδρασε στην δομή και οργάνωση των πόλεων ήδη από τον 19ο αιώνα. Οι νεωτερικές πόλεις σχηματοποιήθηκαν καθώς η αυξανόμενη εμφάνιση των εργοστασίων, μέσω των διαδοχικών κυμάτων της βιομηχανικής επανάστασης, και η ένταση των ταξικών ανταγωνισμών μετασχημάτισαν ριζικά το μεσαιωνικό αστικό τοπίο των ευρωπαϊκών πόλεων ή οδήγησαν στην εμφάνιση εντελώς νέων, πολυπληθών –μα εξαθλιωμένων- αστικών κέντρων (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 215 – 216).1 Με αφορμή τον εξευγενισμό των πόλεων και την αντιμετώπιση των τοπίων εξαθλίωσης που συνόδευσαν την βιομηχανική επέκταση, στα τέλη του 19ου αιώνα παρατηρούνται οι πρώτες πολεοδομικές παρεμβάσεις ευρείας κλίμακας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της αναμόρφωσης του Παρισιού από τον Haussmann, όπου η «επιβολή της ευθείας» των μεγάλων λεωφόρων παρουσιάστηκε ως εξορθολογισμός της πόλης, στοχεύοντας όμως ουσιαστικά στον οικονομικό (μέσω της αύξησης της υπεραξίας της γης), οπτικό αλλά και αστυνομικό (μετά την εμπειρία των οδοφραγμάτων στα στενά του Παρισιού ) έλεγχο του αστικού τοπίου από τα ανώτερα στρώματα (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 84 – 86, Hobsbawm, 2008: 249). Καθώς σταδιακά η όραση καθίσταται σημαντικό στοιχείο στην εμπειρία του αστικού τοπίου, με τη χρήση νέων τεχνολογιών (μεταλλικές κατασκευές, γυάλινες επιφάνειες, σκυρόδεμα) επιχειρείται η όραση διαμέσω των κτιρίων (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 88), ενώ στην οργάνωση του τοπίου αναζητείται η οπτική τάξη της ευθείας (μεγάλες λεωφόροι κλπ) (Gregory, 2009: 473).

Από τις αρχές του 20ού αιώνα ωστόσο σχηματοποιήθηκε ένα συνολικότερο πλαίσιο μοντερνιστικής αντιμετώπισης των πόλεων. Η εδραίωση του φορντισμού ως κυρίαρχου βιομηχανικού παραδείγματος οδήγησε στην εμφάνιση μεγαλύτερων βιομηχανικών μονάδων, καθώς η στόχευση σε μαζική παραγωγή τεραστίων ποσοτήτων απαιτούσε την συγκέντρωση των επιμέρους παραγωγικών διαδικασιών στον ίδιο χώρο και συνακόλουθα οδήγησε στη συσσώρευση μαζικού εργατικού δυναμικού γύρω από τα υπερμεγέθη εργοστάσια (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 220). Υπό τις επιταγές του φορντισμού σχηματοποιήθηκαν οι μεγάλες βιομηχανικές πόλεις της βορειοδυτικής Ευρώπης με τις κεντρικά χωροθετημένες βιομηχανικές μονάδες. Μέσα σε αυτό το κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον ο μοντερνισμός στοχεύει σε συγκροτημένες και ολιστικές προσπάθειες απάντησης στα ζητήματα αστικού χώρου μέσω του σχεδιασμού (Gregory, 2009: 471). Αναπτύσσονται η πολεοδομία και η αστική αρχιτεκτονική και, μέσω διεθνών συνεδρίων, εξετάζονται τα ζητήματα της σχέσης των κτιρίων με τον κοινωνικό και οικονομικό τους περίγυρο (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 278) Οι ορθολογιστικές αρχές του φορντισμού και ο προσανατολισμός του αποκλειστικά στην οικονομική ανάπτυξη επηρέασαν την μοντερνιστική πολεοδομία, οδηγώντας στην αντιμετώπιση του αστικού χώρου με βάση τις βασικές λειτουργίες της πόλης (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 280 – 281). Η «φορντική πόλη» διακρίνεται από την εφαρμογή ζωνών αποκλειστικών χρήσεων (εργασίας, κατοικίας, βιομηχανίας κλπ) και από την έμφαση στην βελτίωση της κυκλοφορίας μεταξύ των ζωνών (Harvey, 2009: 102).

Οι ανάγκες ανοικοδόμησης και αντιμετώπισης των μαζικών κοινωνικών προβλημάτων που προέκυψαν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έδωσαν περεταίρω ώθηση στην εφαρμογή των μοντερνιστικών επιταγών αστικού σχεδιασμού και ενέτειναν τον κοινωνικό προσανατολισμό τους. Ως συνέπεια η μορφή προκύπτει με βάση τις ανάγκες της λειτουργίας (Harvey, 2009: 101)· η λειτουργία όμως δεν συνίσταται στην απλή πρακτικότητα, αλλά είναι προσανατολισμένη στην πραγμάτωση των ιδανικών ενός εναλλακτικού, καλύτερου κοινωνικά κόσμου (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 296). Είναι ενδεικτικός ο τρόπου που επιχειρήθηκε να αντιμετωπιστεί το επιτακτικό ζήτημα της μαζικής στέγασης από τον Λε Κορμπυζιέ και άλλους μοντερνιστές αρχιτέκτονες. Προτάθηκε (και σε ορισμένες περιπτώσεις υλοποιήθηκε)2 η δημιουργία «πύργων κατοικίας», μεγάλων συγκροτημάτων διαμερισμάτων (που σε ορισμένες περιπτώσεις έφταναν τους χιλιάδες ενοίκους και ενσωμάτωναν δραστηριότητες αναψυχής) με χρήση προκατασκευασμένων τμημάτων που θα ελαχιστοποιούσαν το κόστος κατασκευής. Οι πύργοι κατοικίας, που ήταν αποτέλεσμα τόσο των μοντερνιστικών αρχιτεκτονικών ιδεών όσο και των κερδοσκοπικών πιέσεων του κεφαλαίου στη γη (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 279-280), έδωσαν τη δυνατότητα άμεσης πρόσβασης σε λειτουργικές κατοικίες σε χιλιάδες οικογένειες, όμως ο ομογενοποιητικός τους χαρακτήρας ενίοτε δημιούργησε μη ανθρώπινα περιβάλλοντα διαβίωσης (Harvey, 2009: 69).3

Κρίση και μετανεωτερικότητα

Τη δεκαετία του 1970 ο δυτικός καπιταλισμός εισήλθε σε μία παρατεταμένη περίοδο οικονομικής κρίσης, από την οποία προέκυψε ένα ρεύμα κριτικής των μοντερνιστικών αξιών και, συνακόλουθα, διαφορετικές προσεγγίσεις στον αστικό χώρο. Η οικονομική κρίση αποτελούσε μια χαρακτηριστική κρίση καπιταλιστικής υπερσυσσώρευσης και οφειλόταν στην εξάντληση των δυνατοτήτων αναπαραγωγής του τρέχοντος συστήματος κεϋνσιανισμού – μαζικής παραγωγής / κατανάλωσης, εντός των πλαισίων ανταγωνισμού της εντεινόμενης παγκοσμιοποίησης (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 222). Η κρίση εκφράστηκε με άνοδο στις τιμές του πετρελαίου, κατακόρυφη πτώση της βιομηχανικής παραγωγής και στροφή στη ζήτηση μη τυποποιημένων προϊόντων, ενώ την ίδια περίοδο αναδύθηκαν πλείστα κινήματα (οικολογικά, εναλλακτικής διαβίωσης κ.ά.) που ασκούσαν κριτική στο τρέχον μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής οργάνωσης. Σημαντική ήταν η επίδραση εξελίξεων όπως η αποϋλοποίηση του χρήματος (κάτι που προσέδωσε μεγαλύτερη ευελιξία στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο), ενώ η ευρεία διάδοση των media και οι νέες τεχνολογίες άμεσης διάδοσης πληροφοριών (ειδικά από τη δεκαετία του 1980 κι έπειτα) οδήγησαν σε έναν νέο γύρο συμπίεσης χώρου – χρόνου (Harvey, 2009: 114).

Η κρίση τελικά δεν έφερε την κατάρρευση του καπιταλισμού αλλά την αντικατάσταση του φορντισμού από την ευέλικτη συσσώρευση, ένα νέο καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής το οποίο στοχεύει στην παραγωγή για όταν ζητηθεί. Με την ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών και καινοτόμων μεθόδων, εγκαταλείφθηκαν οι φορντικές βιομηχανίες μεγάλης κλίμακας και η παραγωγική διαδικασία οργανώθηκε σε υπεργολαβίες. Απαραίτητες προϋποθέσεις της ευέλικτης συσσώρευσης είναι η ευελιξία στην εργασία και η αποστέωση του συνδικαλισμού, ενώ ως μοντέλο παραγωγής οδήγησε τελικά στην παγκόσμια άνοδο του τομέα υπηρεσιών (με έμφαση στις υπηρεσίες παραγωγού –νομικά, πληροφόρηση, έρευνα και ανάπτυξη, χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες κ.ά.) (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 223 – 225). Καθώς ο πυρήνας της καπιταλιστικής οικονομίας δεν είναι πλέον η δευτερογενής παραγωγή αλλά ο τεταρτογενής τομέας, το νέο αυτό στάδιο καπιταλισμού χαρακτηρίζεται συχνά ως «οικονομία της γνώσης» (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 320). Σε ιδεολογικό επίπεδο, η πτώση του κεϋνσιανισμού ακολουθήθηκε από την κατακόρυφη άνοδο της επιρροής του νεοφιλελευθερισμού, ο οποίος γενικά υπερασπίζεται τις ελεύθερες αγορές και ροές κεφαλαίου, αλλά απαιτεί σφραγισμένα σύνορα για την εργασία μαζί με εξαφάνιση του κρατικού παρεμβατισμού σε όλα τα επίπεδα (Gregory, 2009: 570).

Ο μετασχηματισμός του οικονομικού παραδείγματος συνοδεύτηκε από συστηματική κριτική στις αξίες του μοντερνισμού, σε βαθμό που άρχισε να γίνεται λόγος για αλλαγή εποχής.4 Η νέα εποχή χαρακτηρίστηκε ως «μετανεωτερικότητα» και το πνευματικό κίνημα που εκφράζει τις αρχές της «μεταμοντερνισμός». Χαρακτηριστικά του μεταμοντερνισμού είναι η απόρριψη των μεγάλων αφηγήσεων και ο μεταπαραδειγματικός του χαρακτήρας (Λεοντίδου, 2011: 217).5 Δίνει έμφαση στο επιμέρους, στην τοπική ταυτότητα, στην ετερότητα, στην επικοινωνία, ενώ αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα ως πολυσήμαντο μωσαϊκό (Λεοντίδου, 2011: 215). Ουσιαστικό ρόλο στην μεταμοντερνιστική πρόσληψη της πραγματικότητας παίζει η φαντασία, η εικόνα και η αισθητική λειτουργία (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 327, Λεοντίδου, 2011: 214),6 τάσεις που σχετίζονται με την ταυτόχρονη άνοδο των media και την τηλεοπτική επέκταση (Gregory, 2009: 567), οι οποίες εξάλλου ευνοούνται από την επιφανειακή προσέγγιση του μεταμοντερνισμού (Harvey, 2009: 96).

Οι διαδικασίες που συνόδευσαν την μετάβαση στην ευέλικτη συσσώρευση είχαν σημαντικές προεκτάσεις στον χώρο και στο τόπο, αφού παγκοσμίως σημειώθηκε ανακατανομή παραγωγικών και οικονομικών δραστηριοτήτων (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 223).7 Η θεώρηση του μεταμοντερνισμού για τον χώρο αναγκαστικά επηρεάστηκε από τη νέα οικονομική οργάνωση και οδήγησε στην πρωτοκαθεδρία του χώρου έναντι του χρόνου και στην ανασημασιοδότηση των χωρικών κλιμάκων σε κάθε επίπεδο, ευνοώντας τη νέα χωρική διάρθρωση των καπιταλιστικών παραγωγικών δραστηριοτήτων (Λεοντίδου, 2011: 213, Λεοντίδου κ.ά., 2013: 334).8

Στον αστικό χώρο ειδικότερα, συνειδητοποιήθηκε πως η «μητροπολιτική κουλτούρα» του μοντερνισμού (Gregory, 2009: 470) ήταν υπεύθυνη για τη δημιουργία ποικίλλων προβλημάτων, όπως η περιβαλλοντική υποβάθμιση, τα κυκλοφοριακά προβλήματα,9 η αποξένωση, η αίσθηση του ανοίκειου, το αίσθημα απειλής, ο κατακερματισμός του χώρου λόγω των ζωνών αποκλειστικών χρήσεων (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 291-294, Λεοντίδου, 2011: 224), ενώ η ομογενοποιητική επίδραση του μοντερνιστικού πολεοδομικού σχεδιασμού και αρχιτεκτονικής δημιούργησε «καταπιεσμένες επιθυμίες» στα ανερχόμενα μεσοαστικά στρώματα (Harvey, 2009: 120). Για τον μεταμοντερνισμό οι πόλεις δεν αποτελούν πεδία εφαρμογής κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, αλλά «ετεροτοπίες», δηλαδή χώροι όπου συνυπάρχουν πολλαπλές νοηματοδοτήσεις και πραγματικότητες (Harvey, 2009: 82). Με την οπτική αυτή το διαφορετικό δεν συνιστά λ.χ. ταξικό πρόβλημα, αλλά απεναντίας ενισχύει τον πλουραλισμό.

Ο μεταμοντερνισμός πράγματι εξυμνεί την ιδιαιτερότητα και διαφορετικότητα ως θετικούς κοινωνικούς και χωρικούς παράγοντες. Ως απότοκο αυτής της θεώρησης, μεταμοντερνιστές εξυμνούν την κιτς αισθητική του Λας Βέγκας ή δυσφημισμένων προαστίων, επειδή αυτήν την αισθητική φαίνεται να επιλέγουν τα μεσοαστικά στρώματα, ανεξαρτήτως φύλου, χρώματος κλπ. Κατά την άποψη αυτή «η Disneyland φαίνεται να βρίσκεται πιο κοντά σε αυτούς τους ανθρώπους (σσ: και γι’ αυτό είναι πιο αληθινή), απ’ οτιδήποτε κατάφεραν ποτέ να τους δώσουν οι αρχιτέκτονες» (Harvey, 2009: 94). Τέτοιες θεωρήσεις ωστόσο αναδεικνύουν τον κοινωνικό μυωπισμό του μεταμοντερνισμού, καθώς στην προσπάθειά τους να εστιάσουν στην μικρή κοινωνική κλίμακα, αγνοούν τις μεγαλύτερες, καθιστώντας τα μεταμοντερνιστικά επιχειρήματα εκ των υστέρων εκλογικεύσεις. Οι υπερασπιστές της «Disneyland» λ.χ. δεν εξετάζουν από πού αντλούν τα μεσοαστικά στρώματα αυτές τις συγκεκριμένες αισθητικές προτιμήσεις και τον ρόλο των κυρίαρχων επικοινωνιακών, καταναλωτικών και οικονομικών προτύπων στην διαμόρφωσή τους.

Πάντως, οι προσεγγίσεις του μεταμοντερνισμού στον αστικό χώρο εντάσσονται στο γενικότερο πλαίσιο που προέκυψε από τον καπιταλιστικό μετασχηματισμό. Καθώς η οικονομική κρίση του 1970 ενέτεινε το ενδιαφέρον για μη χρηματικό κεφάλαιο υπήρξε μία γενικότερη στροφή -μεταξύ άλλων- στη γη ως επενδυτική δραστηριότητα. Η αύξηση της υπεραξίας της ενέτεινε την κερδοσκοπία στη γη και δημιούργησε μεγάλο ενδιαφέρον για την ανοικοδόμηση στον αστικό χώρο (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 286). Ως αποτέλεσμα της διαδικασίας αυτής αναδύθηκαν τα διάφορα σχέδια επαναστικοποίησης και εξευγενισμού του κέντρου των αποβιομηχανοποιημένων πόλεων. Εξάλλου οι παγκοσμιουπόλεις, πλανητικοί επιχειρηματικοί κόμβοι που δημιουργήθηκαν μέσα στα πλαίσια της «οικονομίας της πληροφορίας», έχουν ανάγκη από εντοπισμένα χωρικά και επικοινωνούντα δίκτυα συναφών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, καθώς και από μεγάλους γραφειακούς χώρους που να στεγάζουν τις λειτουργίες αυτές. Πράγματι, σε μεγάλο ποσοστό δράσεων εξευγενισμού τα εγκαταλελειμμένα βιομηχανικά κτίρια στα κέντρα ευρωπαϊκών πόλεων μετατράπηκαν σε γραφειακά συγκροτήματα.

Οι μετανεωτερικές πόλεις αλλάζουν αναγκαστικά χαρακτήρα: η πόλη δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως κοινωνικός σχηματισμός με σκοπό την εξυπηρέτηση των κατοίκων της, αλλά ως επιχειρηματική μονάδα με στόχο την προσέλκυση διεθνούς επενδυτικού κεφαλαίου εντός ενός πλαισίου παγκόσμιου ανταγωνισμού και κεφαλαιακής ευελιξίας (Λεοντίδου, 2011: 217, 226, 227). Στην επιχειρηματική πόλη ο κοινωνικός προσανατολισμός της αρχιτεκτονικής είναι επιζήμιος· πλέον η μορφή δεν ακολουθεί τη λειτουργία, αλλά τη χρηματοδότηση και τον εντυπωσιασμό (Harvey, 2009: 115). Η μεταμοντέρνα αρχιτεκτονική υιοθετεί πιο αισθητική κι εκλεκτικιστική αντιμετώπιση του σχεδιασμού με ανάμιξη κομματιών από το παρελθόν κατά βούληση και επιζητά τη μνημειακότητα, τη θεατρικότητα και την οργάνωση του χώρου ως θεάματος, την ψευδαίσθηση του υψηλού στα όρια του κιτς (Λεοντίδου, 2011: 216, Harvey, 2009: 89, 135).10 Αντί του πολεοδομικού προγραμματισμού προτιμώνται οι καινοτόμες σημειακές αναπλάσεις, οι οποίες μέσω της βελτίωσης της ορατότητας του αστικού τοπίου στοχεύουν στην προσέλκυση εφήμερων γεγονότων (Ολυμπιακοί αγώνες, πολιτιστικές πρωτεύουσες κλπ) και κεφαλαίου (Λεοντίδου, 2011: 227-228).

Μέσα σε αυτό το μετανεωτερικό εμπορευματικό πλαίσιο δεν εκπλήσσει το ενδιαφέρον του μεταμοντερνισμού για την ιστορία: για να αυξηθεί η επενδυτική ανταγωνιστικότητα του τόπου θα πρέπει να διακρίνεται για την ταυτότητά του. Ο χώρος προσεγγίζεται ως τόπος με μνήμη (Λεοντίδου, 2011: 219 – 221)· ο μεταμοντερνισμός θεωρητικά αναζητά την τάξη στον μεταβαλλόμενο κόσμο μέσω της συνέχειας παρελθόντος και παρόντος (Harvey, 2009: 123), παρέχοντας όμως ταυτόχρονα στο επενδυτικό κεφάλαιο ένα πλαίσιο δημιουργίας υπεραξιών πάνω στη γη. Το ενδιαφέρον του μεταμοντερνισμού για την ιστορικότητα συνδέεται επίσης με την ανάγκη του ύστερου εμπορικού καπιταλισμού να δημιουργεί και να διατηρεί ζήτηση σε νέες αγορές υπηρεσιών (Harvey, 2009: 98-99). Η κατεύθυνση αυτή εξηγεί τη γενικότερη μετανεωτερική προσέγγιση της πολιτισμικής κληρονομιάς ως μαζικό καταναλωτικό προϊόν (πολιτισμική βιομηχανία), η οποία όμως έχει ως αποτέλεσμα την επιφανειακή και εμπορική ανάγνωση της ιστορίας (Harvey, 2009: 98).11

Η αστική οπτική του μεταμοντερνισμού και η στροφή στην επιχειρηματική πόλη προσέδωσαν ένα αναπάντεχο συγκριτικό πλεονέκτημα στις μεσογειακές πόλεις (Λεοντίδου, 2011: 230), οι οποίες εξάλλου ποτέ δεν χώρεσαν στα ερμηνευτικά σχήματα του μοντερνισμού. Η προσθετική τους ανάπτυξη, που αποκαλούσε πονοκέφαλο για τους μοντερνιστές πολεοδόμους, καθιστά τις μεσογειακές πόλεις την ιδανική «κουρελού» διαφορετικότητας για τους μεταμοντερνιστές (Λεοντίδου, 2011: 226). Λόγω των μικτών χρήσεων γης οι πόλεις της Μεσογείου είναι ζωντανές καθ’ όλο το εικοσιτετράωρο ενώ η μακραίωνη ιστορία και η διαρκής κατοίκησή τους είναι εμφανής μέσα στον ιστό τους (Λεοντίδου, 2011: 224). Ταυτόχρονα, το εύκρατο μεσογειακό κλίμα τις καθιστά ιδανικές για διοργάνωση μεγάλων γεγονότων ανοικτού χώρου καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.

Τελικά όμως, η μεταμοντερνιστική προσέγγιση στον αστικό χώρο δημιούργησε και σοβαρά προβλήματα. Λόγω των σημειακών παρεμβάσεων και της έμφασης στην διαφορετικότητα κατακερματίζεται ο ιστός των πόλεων (Harvey, 2009: 101). Ο προσανατολισμός του μεταμοντερνισμού στην αγορά τον ωθεί στη δημιουργία μονότονων τοπίων, κάτι για το οποίο οι μεταμοντερνιστές ασκούσαν κριτική στον ιδεαλισμό του μοντερνισμού (Harvey, 2009: 116). Επίσης, ο μεταμοντερνιστικός εκλεκτικισμός εντείνει τις ταξικές διαφορές στον αστικό χώρο και επιπλέον, καθώς η μετατροπή των πόλεων σε τουριστικούς προορισμούς γίνεται με απομύζηση των πόρων των κατοίκων, το οικιστικό περιβάλλον καταλήγει να υπεξαιρείται από τους κατοίκους προς όφελος μιας παγκόσμιας άρχουσας τάξης (Λεοντίδου, 2011: 231). Μάλιστα, καθώς η προσέλκυση του διεθνούς κεφαλαίου γίνεται με τρόπους που δεν εγγυώνται αειφορία (Λεοντίδου, 2011: 231), τελικά το μέλλον των πόλεων υποθηκεύεται με τρόπο που δεν αποκλείει την εμφάνιση «μετανεωτερικών Ντιτρόιτ» όταν τα ενδιαφέροντα του κεφαλαίου προσανατολιστούν αλλού.

Καταλήγοντας, είναι ενδιαφέρον να δούμε επιγραμματικά πώς εξασφαλίζεται η συναίνεση των τοπικών κοινωνιών στον μεταμοντέρνο σχεδιασμό των επιχειρηματικών πόλεων. Στο κοινωνικό πεδίο το πέρασμα στη μετανεωτερικότητα χαρακτηρίστηκε από την παρακμή των ταξικών αγώνων, την απόρριψη της σκληρής εργασίας και την έμφαση στον αισθησιακό καταναλωτισμό και τον ευδαιμονισμό αντί της τεϋλορικής εργασιακής πειθαρχίας και της συμβατικής ζωής της τυπικής προαστιακής οικογένειας. Η επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού μαζί με την μεταμοντερνιστική απόρριψη των μεγάλων αφηγήσεων καλλιέργησαν ειρωνική διάθεση απέναντι στην αριστερά και στην καθαρότητα του στυλ (Λεοντίδου. 2011: 233). Σε αυτό το πλαίσιο, και μέσω ενός ευφυούς συστημικού ελιγμού, η ανασφάλεια που νιώθουν τα κατώτερα στρώματα από την ανταγωνιστική αγορά εργασίας και τον μετασχηματισμό του τόπου κατοικίας, ωθείται στην αναζήτηση ασφάλειας μέσω της δόμησης ταυτότητας, μακριά από τον ορίζοντα των ταξικών αγώνων. Όσο οι ταξικές διαφορές εντείνονται, η αναζήτηση της «κοινότητας» μες στην πόλη στρέφεται σε άλλες κατευθύνσεις. Σε αυτή την περίπτωση το διαφορετικό μπορεί να λειτουργεί εσκεμμένα ως συνδετικό: λ.χ. σε μια πόλη με πολλές μειονότητες η εθνοτική διαφοροποίηση μπορεί να εκληφθεί ως «κοινό πολυπολιτισμικό υπόστρωμα» της κοινότητας της πόλης – αρκεί να κατευνάζει τις ταξικές εντάσεις και να μπορεί να πωληθεί από τη νεοφιλελεύθερη πολιτισμική βιομηχανία.12

Επίλογος

Αν κάτι έμεινε αναλλοίωτο κατά τη μετάβαση των πόλεων από τη νεωτερικότητα στη μετανεωτερικότητα ήταν η κατεξοχήν οικονομική τους διάσταση: από τη φορντική στην επιχειρηματική πόλη, ο αστικός χώρος οργανώνεται με μια οπτική κατά βάση οικονομική. Ωστόσο ο μοντερνισμός, στην προσπάθειά του να απελευθερώσει τον άνθρωπο από τις αναγκαιότητες της επιβίωσης, τον σκλάβωσε στα δεσμά μιας ορθολογιστικής γραφειοκρατίας που εστίαζε μόνο στις μεγάλες ποσότητες, αγνοώντας τις ποιότητες. Από αυτή τη χροιά της μοντερνιστικής σκέψης εκίνησε η μεταμοντερνιστική κριτική.

Πράγματι, ο μεταμοντερνισμός κατάφερε να δημιουργήσει έναν ανοιχτό χαρακτήρα που του επέτρεψε να κατανοήσει την ετερότητα. Με την εστίαση στην τοπικότητα και στη διαφορά προσέφερε απελευθερωτική δυναμική σε ποικίλα κοινωνικά κινήματα. (Harvey, 2009: 81, 160-162). Ωστόσο, η σύνδεση του μεταμοντερνισμού με τους κανόνες της αγοράς και το νεοφιλελευθερισμό οδήγησαν σε κατακερματισμό του χώρου, μηδενιστική αποδόμηση και στην ενίσχυση της εξουσίας (Harvey, 2009: 165-166). Η μεταμοντερνιστική απόρριψη των μεγάλων αφηγήσεων και η εστίαση στην τοπικότητα δεν καταργούν τα συνολικά ιδεολογικά σχήματα από τον προγραμματισμό των παγκόσμιων οργανισμών που ρυθμίζουν τις ζωές μας σε υπερτοπικό επίπεδο.13

Ακόμα χειρότερα όμως, η ρητορική του μεταμοντερνισμού είναι επικίνδυνη επειδή αποφεύγει να αντιπαρατεθεί με τις πραγματικότητες της πολιτικής οικονομίας και τις συνθήκες της παγκόσμιας εξουσίας (Harvey, 2009: 166). Η αποστροφή του μεταμοντερνισμού για τις μεγάλες αφηγήσεις ταυτόχρονα με την έμφασή του στη φαντασία και στην ετερότητα (όλα είναι διαφορετικά, αλλά με ίση αξία) λειτουργεί τελικά υπέρ του λαϊκισμού, της εύκολης πειθούς και του εντυπωσιασμού του επιχειρήματος έναντι του ίδιου του επιχειρήματος. Χωρίς το συνεκτικό πλαίσιο της μεγάλης αφήγησης, κάθε επιμέρους επιχείρημα μπορεί να παρουσιαστεί πειστικά ως μεγάλη αλήθεια – αφού δεν έχει ανάγκη από ένα συστηματικό πλαίσιο εξήγησης από το οποίο να αντλεί την εγκυρότητά του. Μια τέτοια στάση ευνοεί τελικά τις συντηρητικές και λαϊκίστικες πολιτικές, στρέφοντας την κοινωνία σε μια κατεύθυνση υπέρ του νεοφιλελευθερισμού και διασφαλίζοντάς του τα μέσα κοινωνικής αναπαραγωγής του, αφού ακόμα και οι καταπιεζόμενοι του συστήματος το βλέπουν με την δική του οπτική.14

Βιβλιογραφία

  • Λεοντίδου, Λ., κ.ά. (2013), Γενική Γεωγραφία, Ανθρωπογεωγραφία και υλικός πολιτισμός της Ευρώπης – Ευρωπαϊκές Γεωγραφίες, Τεχνολογία και Υλικός Πολιτισμός. Πάτρα: ΕΑΠ.
  • Λεοντίδου, Λ. 2011, Αγεωγράφητος χώρα – Ελληνικά είδωλα στους επιστημολογικούς αναστοχασμούς της ευρωπαϊκής Γεωγραφίας, Αθήνα: Προπομπός.
  • Gregory κ.ά. (2009), The dictionary of Human Geography, Chichester: Wiley – Blackwell.
  • Harvey, D. 2009, Η κατάσταση της μετανεωτερικότητας – Διερεύνηση των απαρχών της πολιτισμικής μεταβολλής, μτφρ. Ε. Αστερίου, Μεταίχμιο, Αθήνα.
  • Hobsbawm, E. 2008, Επαναστάτες, μτφρ. Π. Μπουρλάκης, Θεμέλιο, Αθήνα.
  • «Unité d’ Habitation», Wikipedia, http://en.wikipedia.org/wiki/Unit%C3%A9_d%27Habitation , 10 Απριλίου 2015.
  • «Resurgence of the Traditional Wet Shaving Technique Drives the Global Non-Electric Shavers Market, According to a New Report by Global Industry Analysts, Inc.», Prweb, http://www.prweb.com/releases/cartridge_razors_market/injector_razor_market/prweb12636250.htm , 23 Απριλίου 2015.

  1. Η δημιουργία ενός εργοστασίου συνοδευόταν από την συρροή –και προσωρινή εγκατάσταση- μεγάλων εργατικών πληθυσμών γύρω του. Οι παραγκουπόλεις των χιλιάδων εργατών και των ανύπαρκτων συνθηκών υγιεινής συνόδευαν την εμφάνιση κάθε εργοστασίου. []
  2. Χαρακτηριστικά είναι τα κτίρια «Unité d’Habitation» (μονάδων κατοικίας) που ο Λε Κορμπυζιέ σχεδίασε σε Γαλλία και Γερμανία, βλ. σχετ. «Unité d’Habitation», Wikipedia, http://en.wikipedia.org/wiki/Unit%C3%A9_d%27Habitation , 10 Απριλίου 2015. []
  3. Δεν προκαλεί εντύπωση το γεγονός πως η ιδέα των μαζικών εργατικών κατοικιών βρήκε ιδιαίτερη απήχηση στο ανατολικό μπλοκ, καθώς συνδύαζε την μαζική στέγαση με την εφαρμογή των σοσιαλιστικών ιδανικών για αταξική συνύπαρξη []
  4. Η τάση αυτή εντάσσεται στη γενικότερη αίσθηση κλεισίματος ενός κύκλου που εκπήγασε από τις κοσμογονικές αλλαγές που συνόδευσαν την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού και που οδήγησε σε διατυπώσεις για το «τέλος της ιστορίας», το «τέλος της ιδεολογίας» κλπ. Ωστόσο, το κατά πόσο πρόκειται για όντως νέα εποχή ή όχι αποτελεί αντικείμενο διαφωνίας σε πολλούς επιστημολογικούς κύκλους. Στην παρούσα ανάλυση υιοθετούμε την προσέγγιση όσων (με εξέχοντα τον Harvey) υποστηρίζουν πως πρόκειται για μετασχηματισμό εντός του καπιταλισμού κι όχι για ριζική αλλαγή παραδείγματος. []
  5. Για τον μεταμοντερνισμό δεν έχει νόημα η αναζήτηση των καθολικών αληθειών, διότι τα πάντα μεταβάλλονται ραγδαία (Λεοντίδου, 2011: 217). Ακόμη όμως κι αν υπάρχουν καθολικές αλήθειες, δεν μπορούν να συγκεκριμενοποιηθούν (Ηarvey, 2009: 77). []
  6. Η εικόνα τόσο ως στιγμιαία εντύπωση, όσο και ως έκφραση κοινωνικής θέσης (συμβολικό κεφάλαιο). Το επάγγελμα του image maker (διαμορφωτή εικόνας) μετουσιώνει, στα πλαίσια του μεταμοντερνισμού, την εικόνα από μέσο σε σκοπό.. []
  7. Ολόκληρες βιομηχανικές πόλεις ερήμωσαν, με τα κουφάρια των εργοστασίων να αιωρούνται πάνω από τους άνεργους εργατικούς πληθυσμούς. Χαρακτηριστικότερη όλων η περίπτωση του Ντιτρόιτ, της πάλαι ποτέ παγκόσμιας πρωτεύουσας της αυτοκινητοβιομηχανίας που ακόμα και σήμερα δεν έχει ανακάμψει. []
  8. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τάσης αποτελεί η αναδιάρθρωση του αυτοδιοικητικού χάρτη της Ελλάδας («Καποδίστριας» και «Καλλικράτης») με στόχο όχι τόσο τη συνένωση ομοειδών κοινοτήτων αλλά τη δημιουργία ικανού μεγέθους αυτοδιοικητικών μονάδων ώστε να αποτελούν συμφέρουσες επιλογές για επιχειρηματικές δραστηριότητες. []
  9. Ως αποτέλεσμα του διαχωρισμού τόπου εργασίας – κατοικίας (λόγω των ζωνών αποκλειστικής χρήσης) και της συνεπακόλουθης μαζικής χρήσης Ι.Χ., όσο και της χωροθέτησης των βιομηχανιών στα αστικά κέντρα (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 279). []
  10. Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της Piazza d’ Italia στη Νέα Ορλεάνη (Ηarvey, 2009: 138). []
  11. Η τάση αυτή ισχυροποιείται τα τελευταία χρόνια, ισχυροποιώντας ως καταναλωτικά πρότυπά το ρετρό, το vintage κλπ. Η επαναφορά του παρελθόντος, ειδικά μέσα σε περιόδους κοινωνικών κρίσεων, αφενός προσφέρει ένα αίσθημα οικειότητας και ασφάλειας κι αφετέρου ανοίγει μεγάλες νέες αγορές. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η βιομηχανία ειδών συναφών με την ανδρική περιποίηση: μέχρι και τη δεκαετία του 1990 η αγορά πρόβαλε τις ηλεκτρικές ξυριστικές μηχανές και τα προϊόντα μίας χρήσης (έτοιμοι αφροί ξυρίσματος, ξυραφάκια μιας χρήσης κλπ) ως την επιτομή της ευχρηστίας και του μοντέρνου άνδρα. Τα τελευταία χρόνια όμως παρατηρείται παγκοσμίως μια εντυπωσιακή εμπορική αναβίωση των προϊόντων παραδοσιακού ξυρίσματος (πινέλα, ξυράφια διπλής κόψης κ.ά, που, ως τρόπος περιποίησης έχει τις ρίζες του στις αρχές του 20ού αιώνα) και μάλιστα πρόσφατες έρευνες αγοράς διακρίνουν σημαντικές τάσεις ανόδου, βλ. σχετ. την συνοπτική παρουσίαση έρευνας αγοράς της Global Industry Analysis στο prweb, διαθέσιμο στο http://www.prweb.com/releases/cartridge_razors_market/injector_razor_market/prweb12636250.htm , 23 Απριλίου 2015. []
  12. Κάτι τέτοιο ωστόσο δύσκολα μπορεί να λειτουργήσει στις μεσογειακές πόλεις, λόγω του έντονου εθνικού χαρακτήρα τους και των ιστορικών αντιπαλοτήτων με τις γειτονικές χώρες (απ’ όπου συχνά προέρχονται οι μειονότητες) που έχουν εγγραφεί στην επίσημη ανάγνωση της ιστορίας. []
  13. Για τις Η.Π.Α., για παράδειγμα, η Κούβα παραμένει μία σημαντική απειλή και συμπεριλαμβάνεται ακόμη στους επίσημους καταλόγους των «τρομοκρατικών χωρών». Δεδομένης της ανύπαρκτης στρατιωτικής ισχύος της χώρας και της οικονομικής καταστροφής από το 50ετές εμπάργκο, η θεώρηση αυτή βασίζεται αποκλειστικά σε ιδεολογικά κριτήρια. Παρόμοια, η ιδεολογική εμμονή των νεοφιλελεύθερων πιστωτών της Ελλάδας στην εφαρμογή νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων, παρόλο που αυτές τελικά υπονομεύουν την δυνατότητά της χώρας να αποπληρώσει τα χρέη της στους πιστωτές της. []
  14. Αυτό εξηγεί το γιατί π.χ. ο σύγχρονος μικροαστός απεχθάνεται την ομοιογένεια που συνεπάγεται μια αταξική κοινωνία, την στιγμή που χρωστάει το σπίτι του για την αποπληρωμή της υποθήκης του και δυσκολεύεται να ταΐσει το παιδί του, βλ. σχετ. Harvey, 2009: 29. []

‘Εθνος και Εθνικισμός

Εθνικισμός

 

Εννοιολογική ομίχλη

Στη σημερινή πραγματικότητα η συνεχής χρήση εννοιών όπως «έθνος», «πατρίδα», «πατριωτισμός» κ.λ.π. έχει οδηγήσει σε αμφισημίες ως προς την πραγματική τους σημασία. Προκύπτει έτσι μία εννοιολογική διαστρέβλωση η οποία, είτε καλλιεργείται τεχνηέντως είτε προκύπτει ακούσια, οδηγεί σε πολιτικες καθοδηγήσεις. Είναι γεγονός πως όσο πιο καταπιεστική είναι μια εξουσιαστική δομή, τόσο περισσότερο επικαλείται τη «σωτηρία του έθνους». Καθίσταται λοιπόν απολύτως αναγκαία η διερεύνηση του ιστορικού  περιεχομένου αυτών των εννοιών και η αποσαφήνισή τους.

Η διαμόρφωση της ιδέας του έθνους, μετά την Γαλλική Επανάσταση και την επικράτηση των αστών, θέτει το νέο περίγραμμα εντός του οποίου οργανώνονται οι ευρωπαϊκές κοινωνίες από τον 19ο αιώνα κι έπειτα. Η επακόλουθη δημιουργία εθνικών κρατών ενσωματώνει κάποια σημαντικά προοδευτικά στοιχεία. Ταυτόχρονα όμως λειτουργεί και ως ένα ισχυρό εργαλείο προς όφελος της αστικής ανάπτυξης και της καπιταλιστικής επικράτησης. Αντικείμενο της παρούσας δημοσίευσης, η οποία αποτελεί ελαφρώς τροποποιημένη εκδοχή πανεπιστημιακής εργασίας, είναι η επανατοποθέτηση της έννοιας του «έθνους» στις πραγματικές της διαστάσεις και η διερεύνηση της αλληλοτροφοδοτούμενης σχέσης καπιταλισμού – εθνικισμού.

Προς τον σκοπό αυτό αρχικώς επιχειρείται η περιγραφή της έννοιας του έθνους, η οποία αποτελεί την βάση του οικοδομήματος του εθνικισμού. Έπειτα εξετάζεται το πώς ο εθνικισμός αναπτύχθηκε, καλλιεργώντας εθνικές συνειδήσεις. Στη συνέχεια, παρουσιάζεται το πώς ο εθνικισμός πρόβαλλε την δημιουργία εθνικών κρατών ως λογική και δίκαιη εξέλιξη. Τέλος, δίδονται συνοπτικά παραδείγματα δημιουργίας εθνικών κρατών, προς υποστήριξη των θέσεων που αναπτυσονται.

Η έννοια του «έθνους»

«Η ελευθερία οδηγεί τον λαό», Delacroix, 1830
«Η ελευθερία οδηγεί τον λαό», πίνακας του Delacroix με αφορμή τη Γαλλική Επανάσταση, 1830

Η Γαλλική Επανάσταση του 1789 άλλαξε εκ βάθρων την φυσιογνωμία της ευρωπαϊκής πολιτικής οργάνωσης και, μέσω της επιβολής του ιδεολογικού της πλαισίου, διαμόρφωσε τα νέα χαρακτηριστικά της. Απότοκο της Γαλλικής Επανάστασης ήταν και η εδραίωση της ιδέας του «έθνους»1, έννοια που από ιστορικής πλευράς είναι κάτι το εντελώς καινούργιο.2 Από τότε, αν και το έθνος κυριαρχεί στο παγκόσμιο συλλογικό υποσυνείδητο, δεν είναι μονοσήμαντα ορισμένο3, εκφράζοντας μια πλειάδα νοημάτων ανάλογα με την περίσταση και τη σκοπιμότητα. Σημεία αναφοράς στην περιγραφή του έθνους αποτελούν συνήθως η εδαφική σύμπτωση4 και η ύπαρξη κοινών πολιτισμικών ποιοτήτων σε ένα σύνολο ανθρώπων. Ωστόσο, αυτό το σύνολο είναι κάτι το ευμετάβλητο5, καθιστώντας έτσι ακόμη πιο δύσκολο έναν ορισμό.

Κατά την περίοδο της Γαλλικής Επαναστάσεως του 1789, η διαμάχη των αστών με το κατεστημένο των αριστοκρατών για την πρόσβαση στην εξουσία, οδήγησε στην αυτοανακήρυξη της τρίτης τάξης σε «έθνος με δικαιώματα υπεράνω του βασιλιά».6 Υπό αυτή την αντίληψη ως έθνος νοείται «το σώμα των πολιτών» που συγκροτούν το κράτος7, εκφράζοντας ταυτοχρόνως τα ιδεώδη της νεωτερικότητας8 που η επανάσταση φέρνει στο προσκήνιο.9 H θεώρηση αυτή λοιπόν οδηγεί σε μία έννοια κατά την οποία το έθνος δημιουργείται εντός ενός υφιστάμενου κράτους, η δε εθνική ιδεολογία συμπλέει με τα επαναστατικά αιτήματα του πολιτικού φιλελευθερισμού10. Η ιδιότητα του πολίτη και οι πολιτικές ελευθερίες αποτελούν όχι απλώς κατακτήσεις, αλλά στοιχεία της ίδιας της εθνικής ταυτότητας.11 Υπό τις συνθήκες αυτές η ένταξη ενός ατόμου στο έθνος αποτελεί συνειδητή επιλογή.12 Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της θεώρησης περί έθνους αποτελεί η Γαλλία.

Από την άλλη, υπάρχει και η πολιτισμική αντίληψη περί του έθνους, κατά την οποία η εθνότητα εκφράζει τα κοινά χαρακτηριστικά των μελών του έθνους, τα οποία με την σειρά τους πηγάζουν αορίστως από κάποια κοινή καταγωγή. Τέτοια χαρακτηριστικά μπορεί να είναι η γλώσσα, το κοινό ιστορικό παρελθόν, η θρησκεία, οι κοινοί μύθοι και παραδόσεις κ.α. και σε ακραίες περιπτώσεις έμφαση μπορεί να δίδεται ακόμη και στη «συγγένεια και το αίμα».13 Αυτού του είδους η εθνική ιδεολογία προσέλαβε κάποια χαρακτηριστικά της υπό την επίδραση του ρεύματος του ρομαντισμού14, το οποίο στρέφει την προσοχή του σε στοιχεία του παρελθόντος, εξιδανικεύοντάς τα.15 Γίνεται φανερό πως στην περίπτωση της πολιτισμικής θεώρησης, η ένταξη των ατόμων σε κάποιο έθνος γίνεται ανεξάρτητα από την ατομική τους θέληση και ανάλογα με τα κοινά τους γνωρίσματα. Ιστορικά, οι εθνικές συνειδήσεις αυτού του τύπου συνήθως δημιουργηθήκαν πριν την ύπαρξη αντίστοιχης κρατικής υπόστασης, ζώντας υπό ξένη κυριαρχία ή σε μικρές πολιτικές οντότητες.16 Αντιπροσωπευτική αυτού του είδους είναι η περίπτωση του γερμανικού έθνους.

Εθνικισμός: καλλιέργεια και υποστηρικτές του

Ο εθνικισμός είναι το αξίωμα που θεωρεί πως «η εθνική και η πολιτική ενότητα πρέπει να συμπίπτουν».17 Επιζητούμενη πολιτική ενότητα για τον εθνικισμό αποτελεί το κράτος που περιλαμβάνει ένα και μοναδικό έθνος («εθνικό κράτος»).18 Για να συμβεί όμως αυτό, θα πρέπει να καλλιεργηθεί κοινή εθνική συνείδηση στον λαό, ούτως ώστε αυτός να απαιτήσει την δημιουργία εθνικού κράτους ή να αποδεχτεί το κράτος του ως έκφραση του έθνους του.

«Ο εθνικισμός σμιλεύει τη γη», γελοιογραφία εποχής
«Ο εθνικισμός σμιλεύει τη γη», γελοιογραφία εποχής

Προς την κατεύθυνση αυτή, σημαντικότατη ήταν η συμβολή της Γαλλικής Επανάστασης: εδραιώνοντας την ιδέα της «εθνικής κυριαρχίας», έθεσε τα θεμέλια της πολιτικής έκφρασης του εθνικισμού. Μέσα στο γενικότερο πλαίσιο του κοινωνικού εκσυγχρονισμού που διαπνέει την Ευρώπη του 19ου αιώνα, η ιδέα αυτή ήρθε ως απάντηση στο πολιτικό έλλειμμα που δημιούργησε η απέκδυση της παραδοσιακής μορφής κοινωνικής οργάνωσης.19 Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες της εποχής χαρακτηρίζονται από την εδραίωση της αστική τάξης, η οποία αντλεί από τον εθνικισμό την κοινωνική της ταυτότητα.20 Η ανάπτυξη της υποχρεωτικής εκπαίδευσης δημιούργησε και τυποποίησε τις εθνικές γλώσσες, προσφέροντας έτσι ένα ουσιώδες κριτήριο για τον διαχωρισμό των εθνών. Σημαντικό ρόλο έπαιξε και η διάδοση της τυπογραφίας21, αλλά και η καθιέρωση νέων τεχνολογιών που βοηθούσαν στην ταχύτερη διάδοση ιδεών και ειδήσεων σε μεγαλύτερες αποστάσεις.22 Οι ίδιες οι απαιτήσεις του σύγχρονου (κατά τον 19ο αιώνα) κράτους, όπως για παράδειγμα η αναλυτική απογραφή των πληθυσμών του, πυροδότησαν σε κάποιες περιπτώσεις εθνικιστικά αισθήματα.23 Πέραν όλων αυτών όμως, ο εθνικισμός παρείχε στους πολίτες μιας χώρας την απαιτούμενη «φαντασιακή κοινότητα»24, προς την οποία εκπληρώνει το ατομικό υποσυνείδητο την «αίσθηση του ανήκειν»25. Δημιουργείται έτσι στο άτομο το απαιτούμενο αίσθημα ασφαλείας, ώστε να καταφέρει να λειτουργήσει εντός των αναπτυσσόμενων αστικών κοινωνιών, οι οποίες διαφέρουν ως προς το μέγεθος από τις κοινωνίες στις οποίες το άτομο μέχρι τότε ζούσε. Με αυτόν τον τρόπο, ο εθνικισμός της περιόδου λειτούργησε και ως το κοσμικό υποκατάστατο της θρησκείας, αποκτώντας σχεδόν θρησκευτικό χαρακτήρα.26

Υπό τις συνθήκες αυτές λοιπόν, δεν φαίνεται παράξενο ότι στην υποστήριξη του εθνικισμού πρωτοστάτησαν οι κύριοι εκφραστές της αστικής τάξης, οι επιχειρηματίες και οι διανοούμενοί της.27 Οι πρώτοι αντιλήφθηκαν τον εθνικισμό ως ένα εργαλείο δημιουργίας ενός ευνοϊκότερου πολιτικού πλαισίου εντός του οποίου θα μπορούσαν να αναπτύξουν τις οικονομικές δραστηριότητές τους, κάτι που οδήγησε στην παράλληλη εξέλιξη εθνικών κρατών – καπιταλισμού.28 Οι δεύτεροι, δεν παρείχαν απλώς τα απαιτούμενα διανοητικά εργαλεία για την εδραίωση του εθνικισμού, αλλά προσέβλεπαν και σε ευκαιρίες επαγγελματικής ανέλιξης, καθώς τα εθνικά κράτη συνδέθηκαν άρρηκτα με την καθιέρωση μίας γραφειοκρατικής και λόγιας ελίτ29.

Ιστορικό καινοφανές: τα εθνικά κράτη

Η ανάπτυξη του εθνικισμού σε συνδυασμό με τον διχασμό του γενικού κινήματος υπέρ της επανάστασης κατά τον 19ο αιώνα30, δημιούργησε τα επιμέρους εθνικά κινήματα. τα οποία, υπό την ιδεολογική επικράτηση της «αρχής των εθνοτήτων»31, κατέληξαν στην δημιουργία εθνικών κρατών. Η αρχικώς φιλελεύθερη επαναστατική ρητορική, με τον διαμελισμό της επανάστασης σε εθνικά κινήματα, έγινε επιρρεπής στην υιοθέτηση πιο συντηρητικών απόψεων.32 Αυτή η μεταστροφή κατέληξε στην εδραίωση της αστικής τάξης στην εξουσία ή, όπου η παλαιότερη καθεστηκυία τάξη πρόλαβε να ενδυθεί την εθνικιστική αντίληψη, σε αστικό μετασχηματισμό του κράτους. Ταυτόχρονα ωστόσο, η νέα πολιτική πραγματικότητα αναγκαστικά έφερε και προοδευτικές αλλαγές, οδηγώντας στην πολιτικοποίηση μεγαλύτερου μέρους των μαζών33 μέσω της παραχώρησης περισσότερων ή λιγότερων κατά περίπτωση δημοκρατικών ελευθεριών. Η δε οντότητα του «εθνικού κράτους» κατέστη από τότε κυρίαρχη στην Ευρώπη, ως και τις μέρες μας.34

Η εξουσία πλέον δεν κληρονομείται αλλά νομιμοποιείται από την ιδέα της «κυριαρχίας του έθνους»35 και οφείλει να συνδιαλέγεται με τον λαό μέσα από κάποιου είδους εκλογική διαδικασία36. Η σχέση ατόμου – εξουσίας αναπροσαρμόστηκε ριζικά μέσω της δημιουργίας εθνικών κρατών, καθώς πλέον το άτομο δεν είναι «υποτελής» αλλά «πολίτης» ενός «ένδοξου έθνους». Από την ιδιότητά του αυτή πηγάζουν δικαιώματα αλλά και -κυρίως- υποχρεώσεις.37

Στο πλαίσιο της εθνικιστικής διανόησης το εθνικό κράτος παρουσιάστηκε σαν λογική συνέχεια στην κλίμακα της εξέλιξης των ανθρώπινων κοινωνιών,38 ωστόσο διαφέρει σημαντικά στα ποιοτικά χαρακτηριστικά του από τις πραγματικές κοινωνίες με τις οποίες οι άνθρωποι ταυτίστηκαν ιστορικά: μέχρι τον 19ο αιώνα η ανθρώπινη ζωή ήταν χτισμένη γύρω από κοινωνίες τοπικού χαρακτήρα. Η συνείδηση «του κοινώς ανήκειν» για το άτομο εξαντλούνταν στα όρια της οικείας του περιοχής: του ευρύτερου οικισμού του, ή της πόλης του. Η γειτονική πόλη αποτελούσε «ξένο μέρος», με το οποίο το άτομο δεν μπορεί να ταυτιστεί. Η ιδέα πως κάτοικοι γεωγραφικών περιοχών που απέχουν μεταξύ τους εκατοντάδες χιλιόμετρα έχουν κοινή ταυτότητα ή ανήκουν στην ίδια επικράτεια, είναι εντελώς έξω από τα ιστορικά δεδομένα μέχρι τότε.39 Ως επί τω πλείστον, με την ίδρυσή του κάθε εθνικό κράτος παγιοποίησε ένα ευνοϊκό ως προς το εμπόριο και την βιομηχανία οικονομικό πλαίσιο, καθιστώντας έτσι τον οικονομικό παράγοντα βασικό στοιχείο που οδήγησε στην υιοθέτηση της εθνικιστικής αντίληψης.

Εξάλλου, από μόνη της η «αρχή των εθνοτήτων» δεν διασφάλισε το δικαίωμα ίδρυσης εθνικού κράτους στα μικρότερα έθνη.40 Πολλά εθνικά κινήματα που δυνάμωσαν την περίοδο αυτή διεκδίκησαν τον χαρακτηρισμό μικρότερων κοινωνικών ομάδων ως εθνών, προσβλέποντας σε εθνική ενοποίηση ή επέκταση41, κάτι που όμως δεν έγινε αποδεκτό από τα μεγαλύτερα έθνη. Το γεγονός αυτό οδήγησε στην διατύπωση πιο «μετρήσιμων» κριτηρίων για τον προσδιορισμό ενός λαού ως έθνος. Σύμφωνα με αυτά, για να θεωρηθεί ως έθνος ένας λαός θα πρέπει να έχει ιστορική σχέση με ένα σύγχρονο (κατά τον 19ο αιώνα) κράτος με μακρόχρονη παράδοση, να διαθέτει πολιτική ελίτ που να χειρίζεται κάποια γραπτή γλώσσα και, επιπλέον, να έχει αποδείξει την ικανότητά του για επεκτατικές κατακτήσεις.42Επιπροσθέτως, το έθνος αυτό θα πρέπει να διαθέτει μέγεθος τέτοιο που να του επιτρέπει να σχηματίσει μια «βιώσιμη μονάδα ανάπτυξης».43

Δημιουργία εθνικών κρατών

Η δημιουργία του γαλλικού κράτους αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα πολιτικού μοντέλου εθνικού κράτους. Ως αποτέλεσμα της Γαλλικής Επανάστασης, η δημιουργία του γαλλικού κράτους εξέφρασε πλήρως την πολιτική έννοια του έθνους, οδηγώντας στην εγκαθίδρυση της αστικής τάξης. Το γαλλικό παράδειγμα υπήρξε το σημείο εκκίνησης και των υπόλοιπων λαών της Ευρώπης προς την ανάπτυξη του εθνικισμού και τη δημιουργία εθνικών κρατών. Ταυτόχρονα, αναδεικνύει την οικονομική βάση της επανάστασης, μέσω της οποίας οι νέες ανερχόμενες οικονομικές τάξεις επιζητούν οικονομικό χώρο και πρόσβαση στην εξουσία.

Η γερμανική ενοποίηση από την άλλη, αποτέλεσε την απάντηση της Πρωσίας στον ανταγωνισμό με την Γαλλία. Βασικός εκφραστής του γερμανικού εθνικισμού υπήρξε η Πρωσία.44 Τα πολυδιασπασμένα γερμανικά κράτη αναζήτησαν την κοινή τους γερμανική ταυτότητα μέσω της αναφοράς τους σε κοινά πολιτισμικά χαρακτηριστικά όλων των Γερμανών, υιοθετώντας όμως στην πράξη τα πολιτικά χαρακτηριστικά που συνέφεραν την Πρωσία. Με τον τρόπο αυτό αποκλείστηκε το ενδεχόμενο να ηγηθεί της εθνικής προσπάθειας η Αυστρία.

Η σημαντικότητα της γερμανικής ενοποίησης αναδείχθηκε μετά την επιτυχή τελωνειακή ένωση. Πέρα από τον οικονομικό παράγοντα όμως, ο γερμανικός εθνικισμός χρησιμοποιήθηκε ενσυνείδητα από τον Βίσμαρκ για να καταπολεμηθούν τα αιτήματα για φιλελευθεροποίηση μετά τις επαναστάσεις του 1848. Αν και αριστοκράτης στην καταγωγή, ο Βίσμαρκ αντιλήφθηκε τις δυνατότητες που είχε η εθνικιστική ιδεολογία για την ενεργοποίηση των μαζών και ιδιαίτερα της αστικής τάξης.45 Ταυτόχρονα όμως, έχοντας ως στόχο την δημιουργία ενός σταθερού κρατικού συστήματος που να μην είναι ευάλωτο σε επαναστατικές εξάρσεις, εφάρμοσε ένα πολιτικό μείγμα νεωτερικών μεταρρυθμίσεων που έμεινε γνωστό ως «realpolitik»46, προωθώντας τελικώς τον οργανωμένο καπιταλισμό.

Το παράδειγμα της δημιουργίας του ιταλικού εθνικού κράτους επίσης συνοψίζει τις οικονομικές σκοπιμότητες της αστικής τάξης. Επικεφαλής του εθνικού αγώνα τέθηκε το οικονομικά πιο εύρωστο κράτος (το Πεδεμόντιο) και τελικώς επικράτησε η ενοποιητική λύση που εξέφρασε αρτιότερα τα συμφέροντα των επιχειρηματιών, των βιομηχάνων και των εμπόρων (Καβουρ). Σε αντίθεση με την γερμανική «realpolitik» όμως, στην Ιταλία δεν εφαρμόστηκαν φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις. Ως αποτέλεσμα εδραιώθηκε ένας άκρατος καπιταλισμός που οδήγησε στην όξυνση των προϋπαρχουσών κοινωνικών αντιθέσεων και, στον εικοστό αιώνα, γέννησε τον φασισμό.47

Χάρτης με τα εθνικά κράτη στην Ευρώπη κατά τα τέλη του 19ου αιώνα.
Χάρτης με τα εθνικά κράτη στην Ευρώπη κατά τα τέλη του 19ου αιώνα.

Η πιο ιδιαίτερη ίσως περίπτωση γέννησης εθνικού κράτους υπήρξε η Ελλάδα. Εκεί, «ο ατέρμονος πόλεμος των ποιμενικών φυλών και ληστών ενάντια σε οποιαδήποτε αληθινή κυβέρνηση, συγκεράστηκε με τις ιδέες του αστικού εθνικισμού και της Γαλλικής Επανάστασης».48 Σημαντικό ρόλο ως προς αυτό έπαιξε η επιτυχής δράση της μασονικού τύπου οργάνωσης της «Φιλικής Εταιρίας», που εξέφρασε τα διαφωτιστικά ιδεώδη της μεταναστευμένης ελληνικής οικονομικής ελίτ. Προς την κατεύθυνση αυτή βοήθησε και το ρεύμα του φιλελληνισμού που διαμορφώθηκε πανευρωπαϊκώς, υπό την επίδραση του ρομαντισμού.

Ο απελευθερωτικός αγώνας της Ελλάδας δίχασε τις μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης και ανέδειξε με αυτό τον τρόπο την διάσταση μεταξύ των αστικών προοδευτικών και των συντηρητικών αριστοκρατικών δυνάμεων.49 Η διάχυτη αίσθηση όμως πως η πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είναι αναπόφευκτη, οδήγησε σε έναν διπλωματικό συμβιβασμό που χρησιμοποίησε την δημιουργία του ελληνικού εθνικού κράτους ως την αρχή της λύσης του ανατολικού ζητήματος.50

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, φαίνεται ίσως παράξενη η επιβίωση της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων. Πράγματι, το κρατικό μόρφωμα της Αυστροουγγαρίας φαντάζει παλιάς κοπής. Ωστόσο, εντός της επικράτειάς της το οικονομικό σύστημα λειτουργούσε ήδη φιλικά προς τα συμφέροντα των επιχειρηματιών αστών, επομένως εξέλιπε η«οικονομική ανάγκη» για εθνική επανάσταση.51Δεδομένης όμως της πολλαπλότητας των εθνών που περιέκλειε στο εσωτερικό της, η αυτοκρατορική διοίκηση σε κάποιες περιπτώσεις υποδαύλισε ταξικές συγκρούσεις προς αποφυγή εθνικιστικών ξεσπασμάτων.52Τελικώς όμως, δεν απέφυγε ούτε αυτή το αναπόφευκτο τέλος που επιφύλαξε για τις παλιές αυτοκρατορίες η εποχή του εθνικισμού και κατέρρευσε στις αρχές του 21ου αιώνα, με την ευκαιρία του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Έθνος, «συγκολητική ουσία»

Από την σκιαγράφησητης έννοιας του έθνους και την ανάλυση του πώς ο εθνικισμός αλληλεπίδρασε με την νεωτερικότητα των κοινωνιών κατά τον 19ο αιώνα, καταλήξαμε στην ίδρυση των εθνικών κρατών.

Όπως γίνεται φανερό, η καθολική επικράτηση του εθνικισμού οδήγησε στην δημιουργία των εθνικών κρατών, τα οποία με τη σειρά τους αναπροσάρμοσαν πλήρως την σχέση του ατόμου με την εξουσία. Ταυτόχρονα, τα εθνικά κράτη παρείχαν τα απαραίτητα οικονομικά μεγέθη για την ανάπτυξη του βιομηχανικού και εμπορικού καπιταλισμού. Αυτός ο μετασχηματισμός της Ευρώπης με βάση το έθνος που ξεκίνησε τον 19ο αιώνα, δημιούργησε τη νέα μορφή της ηπείρου, που υφισταται ως τις μέρες μας.

Μέσα σε αυτό το νέο σκηνικό, οι μεγάλες μάζες των εθνών, οι λαοί, έγιναν κοινωνοί προοδευτικών μεταρρυθμίσεων. Κυρίως όμως φορτώθηκαν με υποχρεώσεις έναντι του έθνους, οι οποίες είναι υπεράνω της ατομικής τους υπόστασης. Το ισοζύγιο υποχρεώσεων – δικαιωμάτων ιστορικά δεν είναι ισομερώς μοιρασμένο. Το ίδιο και ο πλούτος. Θα μπορούσαν όλα αυτά να οδηγήσουν σε ανατρεπτικές καταστάσεις, όμως η ιδέα του «έθνους» λειτουργεί ως η συγκολλητική ουσία του νέου αυτού τρόπου κοινωνικής οργάνωσης που εκφράζει τα συμφέροντα της αστικής τάξης. Το φαινόμενο αυτό είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό σε περιόδους σοβαρών οικονομικών κρίσεων (όπως στις μέρες μας), όπου όσο η ανισοκατανομή του πλούτου μεγαλώνει, τόσο περισσότερο γίνεται επίκληση του «εθνικού συμφέροντος».

Πίνακας Βιβλιογραφίας

  • Δεμερτζής, Ν., Ο λόγος του εθνικισμού – αμφίσημο σημασιολογικό πεδίο και σύγχρονες τάσεις, Αθήνα – Κομοτηνή, Εκδ. Αντ. Ν. Σακκουλα, 1996, σ. 28

  • Ράπτης, Κ., Γενική Ιστορία της Ευρώπης, τ. Β’, Πάτρα, Ε.Α.Π., 2000

  • Anderson, B., Φαντασιακές κοινότητες – Στοχασμοί για τις απαρχές και τη διάδοση του εθνικισμού, Αθήνα, Εκδ. Νεφέλη, 1997

  • Blanning, T.C.W., “Η εμπορευματοποίηση και η ιεροποίηση του ευρωπαϊκού πολιτισμού τον 19ο αιώνα.”, στο T.C.W. Blanning (επιμ.), Ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης, Εκδ. Τουρίκη, Αθήνα, 2009, σ. 141 – 175

  • Burns, E. M., Ευρωπαϊκή Ιστορία – Εισαγωγή στην ιστορία και τον πολιτισμό της νεότερης Ευρώπης, τ. Β’, Θεσσαλονίκη, Εκδ. Παρατηρητής, 1983

  • Giddens, A., Οι συνέπειες της νεοτερικότητας, Εκδ. Κριτική, Αθήνα, 2001

  • Hobsbawm, E. J., Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, Αθήνα, Εκδ. Ινστιτούτο του Βιβλίου – Μ. Καρδαμίτσα, 1994

  • Hobsbawm, E. J., Η εποχή των επαναστάσεων 1789 – 1848, Αθήνα, Εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, 2002

  • Pilbeam, P., “Από τις νομοκατεστημένες στις κοινωνικές τάξεις. Η ευρωπαϊκή κοινωνία τον 19ο αιώνα.”, στο T.C.W. Blanning (επιμ.), Ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης, Εκδ. Τουρίκη, Αθήνα, 2009, σ. 141 – 175

  • Roberts, J., “Επανάσταση από τα πάνω και από τα κάτω: Πολιτική ιστορία της Ευρώπης από τη Γαλλική Επανάσταση έως τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο”, στο T.C.W. Blanning (επιμ.), Ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης, Εκδ. Τουρίκη, Αθήνα, 2009, σ. 31 – 68

  1. Κώστας Ράπτης, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, τ. Β’, Πάτρα, Ε.Α.Π., 2000, σ. 71 και Νίκος Δεμερτζής, Ο λόγος του εθνικισμού – αμφίσημο σημασιολογικό πεδίο και σύγχρονες τάσεις, Αθήνα – Κομοτηνή, Εκδ. Αντ. Ν. Σακκουλα, 1996, σ. 28. []
  2. Eric Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, Αθήνα, Εκδ. Ινστιτούτο του Βιβλίου – Μ. Καρδαμίτσα, 1994, σ. 62. Συνεπώς καθίσταται προφανές πως αναφορές σε «αρχαίες εθνικές συνειδήσεις» αποτελούν -το λιγότερο- ιστορική ανακρίβεια. []
  3. Ράπτης, ό.π., σ. 72. []
  4. Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 34 και Ράπτης, ό.π., σ. 72. []
  5. Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 22. []
  6. Ράπτης, ό.π., σ. 72. Μάλιστα, σε φυλλάδιο που κυκλοφόρησε ο αβάς Σεγιές στο πλαίσιο της σύγκλησης της Γενικής Συνέλευσης των Τάξεων το 1789, προσδιορίζει τους αστούς ως «συνώνυμο του έθνους», Pamelna Pilbeam, «Από τις νομοκατεστημένες στις κοινωνικές τάξεις. Η ευρωπαϊκή κοινωνία τον 19ο αιώνα.», στο T.C.W. Blanning (επιμ.), Ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης, Εκδ. Τουρίκη, Αθήνα, 2009, σ. 150. []
  7. Ο Hobsbawm περιγράφει την εξίσωση αυτή με το παραστατικό ΕΘΝΟΣ = ΚΡΑΤΟΣ = ΛΑΟΣ, Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 34. []
  8. «Η νεωτερικότητα αναφέρεται σε τρόπους κοινωνικής ζωής ή οργάνωσης που εμφανίστηκαν στην Ευρώπη μετά τον 17ο αιώνα και στη συνέχεια απέκτησαν σχεδόν παγκόσμια επιρροή». Ο όρος είναι πολυσύνθετος, ωστόσο κάποια από τα ιδιαίτερα στοιχεία που εκφράζει είναι η αυξημένη αυτονομία του ατόμου, η θεσμική οργάνωση των κοινωνιών, η αύξηση της διαθέσιμης γνώσης, η τεχνολογική πρόοδος, το ξεπέρασμα της στατικότητας του παρελθόντος κ.ά., Anthony Giddens, Οι συνέπειες της νεωτερικότητας, Εκδ. Κριτική, Αθήνα, 2001 []
  9. Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 33 και 36. []
  10. Edward Burns, Ευρωπαϊκή Ιστορία – Εισαγωγή στην ιστορία και τον πολιτισμό της νεότερης Ευρώπης, τ. Β’, Θεσσαλονίκη, Εκδ. Παρατηρητής, 1983, σ. 118 – 119. []
  11. Ράπτης, ό.π., σ. 72. []
  12. Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 125-126 και Ράπτης, ό.π., σ. 73. []
  13. Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 92 – 93. []
  14. Ο ρομαντισμός, αν και σχεδόν αδύνατο να οριστεί ως κίνημα, υπήρξε ως αντίδραση εναντίον του διαφωτισμού του 18ου αιώνα. Εναντίον της λογικής, οι ρομαντικοί αντιπαρέθεταν την πίστη τους στο συναίσθημα. Αποτίοντας φόρο τιμής στο παρελθόν, εκφράζει -κυρίως μέσω της τέχνης- την αγωνία για τις αλλαγές που φέρνει η νέα εποχή, Burns, ό.π., σ. 119. []
  15. Burns, ό.π., σ. 119-120. []
  16. Ράπτης, ό.π., σ. 72. []
  17. Ο ορισμός κατά τον Ernest Gellner, Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 22 και Ράπτης, ό.π., σ. 73. []
  18. Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 110. []
  19. Timothy Blanning, «Η εμπορευματοποίηση και η ιεροποίηση του ευρωπαϊκού πολιτισμού τον 19ο αιώνα.», στο T.C.W. Blanning (επιμ.), Ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης, Εκδ. Τουρίκη, Αθήνα, 2009, σ. 203. []
  20. Κατ’ αντίστοιχο τρόπο οι προλετάριοι αντλούσαν την κοινωνική τους ταυτότητα από το ταξικό τους κίνημα, Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 173. []
  21. Του ιδίου, σ. 80 και 91. []
  22. Ράπτης, ό.π., σ. 79. []
  23. Χαρακτηριστικό είναι το ζήτημα της απογραφής της γλώσσας των πολιτών της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων, την οποία ενσυνείδητα ο κρατικός μηχανισμός μετέθετε στο μέλλον, παρά τις σχετικές αποφάσεις των συνεδρίων στατιστικής, Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 143. []
  24. Μπένεντικτ Άντερσον, Φαντασιακές κοινότητες – Στοχασμοί για τις απαρχές και τη διάδοση του εθνικισμού, Αθήνα, Εκδ. Νεφέλη, 1997 []
  25. Ράπτης, ό.π., σ. 74 και Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 70 και 106. []
  26. Του ιδίου, σ. 123 και Ράπτης, ό.π., σ. 74 και Blanning, ό.π., σ. 203. Απόρροια αυτού του θρησκευτικού χαρακτήρα είναι η καθιέρωση των σημαιών, «ιερών εικόνων» των εθνικών κρατών και η ένταξή τους σε συναισθηματικά φορτισμένα τελετουργικά, Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 105. []
  27. Ράπτης, ό.π., σ. 74 και Eric Hobsbawm, Η εποχή των επαναστάσεων 1789 – 1848, Αθήνα, Εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, 2002, σ. 193 (για τους διανοούμενους). []
  28. Burns, ό.π., σ. 155. []
  29. Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 59 και 194 – 195 και Ράπτης, ό.π., σ. 74 και 75. []
  30. Hobsbawm, Η εποχή των επαναστάσεων 1789 – 1848, ό.π., σ. 192. []
  31. Η «αρχή των εθνοτήτων» μπορεί να συμπυκνωθεί στην φράση του Ιταλού εθνικιστή Μαρσίνι «κάθε έθνος ένα κράτος, μόνο ένα κράτος για κάθε έθνος», Ράπτης, ό.π., σ. 75. []
  32. Hobsbawm, Η εποχή των επαναστάσεων 1789 – 1848, ό.π., σ. 193. []
  33. John Roberts, «Επανάσταση από τα πάνω και από τα κάτω: Πολιτική ιστορία της Ευρώπης από τη Γαλλική Επανάσταση έως τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο», στο T.C.W. Blanning (επιμ.), Ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης, Εκδ. Τουρίκη, Αθήνα, 2009, σ. , σ. 37. []
  34. Του ιδίου, σ. 63. []
  35. Του ιδίου, σ. 36. []
  36. Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 119 – 120 και Roberts, ό.π., σ. 43 – 44. []
  37. Burns, ό.π., σ. 130. []
  38. Burns, ό.π., σ. 121 και Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 53. []
  39. Του ιδίου, σ. 70. []
  40. Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 49. []
  41. Του ιδίου, σ. 51. []
  42. Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ.59 – 60. []
  43. Το κριτήριο αυτό αναφέρεται από τον Hobsbawm ως «αρχή του ορίου», Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ.49 – 50. []
  44. Ράπτης, ό.π., σ. 80 και Burns, ό.π., 128. []
  45. Ράπτης, ό.π., σ. 81 και Burns, ό.π., 144. []
  46. Του ιδίου, σ. 142. []
  47. Του ιδίου, σ. 147 – 150. []
  48. Hobsbawm, Η εποχή των επαναστάσεων 1789 – 1848, ό.π., σ. 203. []
  49. Του ιδίου, σ. 153 – 154. []
  50. Roberts, ό.π., σ. 61 – 62. []
  51. Ράπτης, ό.π., σ. 83 και Burns, ό.π., 132 και 137. []
  52. Του ιδίου, σ. 32. []