Tag Archives: νεοφιλελευθερισμός

Όψεις του νεοφιλελευθερισμού: Το πέρασμα από τη νεωτερικότητα στη μετανεωτερικότητα. Παραδείγματα από τον χώρο των πόλεων

Εισαγωγή

Οι αλλαγές που επήλθαν στις δυτικές κοινωνίες ως απόρροια της Γαλλικής όσο και, κυρίως, της Βιομηχανικής Επανάστασης, ήταν τόσο ευρείες και σημαντικές που σηματοδότησαν την αλλαγή μιας εποχής. Αν και στα κοινωνικά ζητήματα η περιοδολόγηση ποτέ δεν είναι απόλυτη ούτε εύκολη, ο νεωτερικός χαρακτήρας των δυτικών κοινωνιών σχηματοποιήθηκε πλήρως στις αρχές του 20ού αιώνα. Μία από τις εξέχουσες πλευρές του χαρακτήρα αυτού είναι η έμφαση στην οικονομική διάσταση του κοινωνικού φαινομένου, γεγονός που είχε ιδιαίτερες επιπτώσεις στην ανάπτυξη του αστικού χώρου.

Από τη δεκαετία του 1970 και μετά, συνεπεία μιας σημαντικής οικονομικής κρίσης, επήλθαν σημαντικές αλλαγές στο επί 70 χρόνια κυρίαρχο στον δυτικό κόσμο παράδειγμα οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης. Ως αποτέλεσμα αναδύθηκαν πολύπλευρες κριτικές απέναντι στο προηγούμενο παράδειγμα, η ένταση και ευρύτητα των οποίων οδήγησε στη διατύπωση της άποψης πως ίσως πρόκειται για ακόμα μία αλλαγή εποχής. Η εποχή της μετανεωτερικότητας, όπως αποκλήθηκε, συνεχίζει να δίνει έμφαση στην οικονομική διάσταση, αλλά με έναν διαφοροποιημένο τρόπο που, στον αστικό χώρο, αποτυπώθηκε με νέες μορφές.

Αντικείμενο της παρούσας εργασίας αποτελεί η συνοπτική παρουσίαση των χαρακτηριστικών της νεωτερικόττηας και της μετανεωτερικότητας και η επίδραση στον αστικό χώρο λόγω της μετάβασης από τη μία θεώρηση στην άλλη. Προς το σκοπό αυτό αρχικά θα επιχειρήσουμε μια αδρομερή περιγραφή της εποχής της νεωτερικότητας μέσω της επιγραμματικής αναφοράς στα χαρακτηριστικά του μοντερνισμού και του τρόπου που αυτός επέδρασε στη διαμόρφωση των πόλεων. Έπειτα από μια σύντομη αναφορά στον χαρακτήρα της κρίσης του 1970, θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε τον τρόπο με τον οποίο επήλθε η μετάβαση στη μετανεωτερικότητα και πώς οι αρχές του μεταμοντερνισμού επηρρέασαν την ανάπτυξη και τον κοινωνικό χαρακτήρα των πόλεων.

Η ανάδυση των νεωτερικών πόλεων

Με τον όρο νεωτερικότητα περιγράφεται η εποχή της ανάδυσης του σύγχρονου καπιταλιστικού κόσμου, όψεις του οποίου διακρίνονται από την εποχή του Διαφωτισμού (Gregory, 2009: 471). Ωστόσο, ως διακριτή ιστορική οντότητα, η νεωτερικότητα διαμορφώθηκε κυρίως κατά τα πρώτα τριάντα χρόνια του 20ού αιώνα (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 224), υπό το βάρος της επίδρασης οικονομικών και τεχνολογικών παραγόντων, οι οποίοι οδήγησαν σε συνακόλουθες κοινωνικές και πνευματικές μεταβολές. Από τις σημαντικότερες μεταβολές της περιόδου υπήρξε η συμπίεση χρόνου – χώρου, η μεταβολή δηλαδή της αίσθησης του ανθρώπου για τον χρόνο και τον χώρο ως αποτέλεσμα τόσο νέων τεχνολογιών στις επικοινωνίες και στις μεταφορές, όσο και των αναγκών του καπιταλισμού για αύξηση της συσσώρευσης κεφαλαίου (Harvey, 2009).

Χαρακτηριστικές όψεις της νεωτερικότητας αποτελούν οι αστικές, ταξικές κοινωνίες και η βιομηχανική παραγωγή. Τα ιδανικά της νεωτερικότητας εκφράστηκαν στον μοντερνισμό, το κίνημα που διαπέρασε όλες τις εκφάνσεις της πνευματικής δραστηριότητας στον δυτικό κόσμο για τα πρώτα τρία τέταρτα του 20ού αιώνα. Ο μοντερνισμός υιοθετεί τα πνευματικά ιδανικά του Διαφωτισμού, αναζητώντας την τάξη στον κόσμο μέσω του ορθολογισμού και δίνοντας έμφαση στην εύρεση των οικουμενικών, μεγάλων αληθειών (Harvey, 2009: 34, Gregory, 2009: 471). Μέσω της λειτουργικότητας προσπαθεί να απελευθερώσει τον άνθρωπο από την φυσική αναγκαιότητα και να τον οδηγήσει σε διαρκή πρόοδο. Ως αποτέλεσμα της πίστης του στην πρόοδο, ο μοντερνισμός διατηρεί το βλέμμα του στραμμένο στο μέλλον και ως εκ τούτου έρχεται σε ρήξη με την παράδοση και την ιστορικότητα, κάτι που τον οδηγεί στην δημιουργία διπολικών σχημάτων ως προς την κατανόηση του κόσμου (Gregory, 2009: 472).

Η εδραίωση των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών της νεωτερικότητας επέδρασε στην δομή και οργάνωση των πόλεων ήδη από τον 19ο αιώνα. Οι νεωτερικές πόλεις σχηματοποιήθηκαν καθώς η αυξανόμενη εμφάνιση των εργοστασίων, μέσω των διαδοχικών κυμάτων της βιομηχανικής επανάστασης, και η ένταση των ταξικών ανταγωνισμών μετασχημάτισαν ριζικά το μεσαιωνικό αστικό τοπίο των ευρωπαϊκών πόλεων ή οδήγησαν στην εμφάνιση εντελώς νέων, πολυπληθών –μα εξαθλιωμένων- αστικών κέντρων (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 215 – 216).1 Με αφορμή τον εξευγενισμό των πόλεων και την αντιμετώπιση των τοπίων εξαθλίωσης που συνόδευσαν την βιομηχανική επέκταση, στα τέλη του 19ου αιώνα παρατηρούνται οι πρώτες πολεοδομικές παρεμβάσεις ευρείας κλίμακας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της αναμόρφωσης του Παρισιού από τον Haussmann, όπου η «επιβολή της ευθείας» των μεγάλων λεωφόρων παρουσιάστηκε ως εξορθολογισμός της πόλης, στοχεύοντας όμως ουσιαστικά στον οικονομικό (μέσω της αύξησης της υπεραξίας της γης), οπτικό αλλά και αστυνομικό (μετά την εμπειρία των οδοφραγμάτων στα στενά του Παρισιού ) έλεγχο του αστικού τοπίου από τα ανώτερα στρώματα (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 84 – 86, Hobsbawm, 2008: 249). Καθώς σταδιακά η όραση καθίσταται σημαντικό στοιχείο στην εμπειρία του αστικού τοπίου, με τη χρήση νέων τεχνολογιών (μεταλλικές κατασκευές, γυάλινες επιφάνειες, σκυρόδεμα) επιχειρείται η όραση διαμέσω των κτιρίων (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 88), ενώ στην οργάνωση του τοπίου αναζητείται η οπτική τάξη της ευθείας (μεγάλες λεωφόροι κλπ) (Gregory, 2009: 473).

Από τις αρχές του 20ού αιώνα ωστόσο σχηματοποιήθηκε ένα συνολικότερο πλαίσιο μοντερνιστικής αντιμετώπισης των πόλεων. Η εδραίωση του φορντισμού ως κυρίαρχου βιομηχανικού παραδείγματος οδήγησε στην εμφάνιση μεγαλύτερων βιομηχανικών μονάδων, καθώς η στόχευση σε μαζική παραγωγή τεραστίων ποσοτήτων απαιτούσε την συγκέντρωση των επιμέρους παραγωγικών διαδικασιών στον ίδιο χώρο και συνακόλουθα οδήγησε στη συσσώρευση μαζικού εργατικού δυναμικού γύρω από τα υπερμεγέθη εργοστάσια (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 220). Υπό τις επιταγές του φορντισμού σχηματοποιήθηκαν οι μεγάλες βιομηχανικές πόλεις της βορειοδυτικής Ευρώπης με τις κεντρικά χωροθετημένες βιομηχανικές μονάδες. Μέσα σε αυτό το κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον ο μοντερνισμός στοχεύει σε συγκροτημένες και ολιστικές προσπάθειες απάντησης στα ζητήματα αστικού χώρου μέσω του σχεδιασμού (Gregory, 2009: 471). Αναπτύσσονται η πολεοδομία και η αστική αρχιτεκτονική και, μέσω διεθνών συνεδρίων, εξετάζονται τα ζητήματα της σχέσης των κτιρίων με τον κοινωνικό και οικονομικό τους περίγυρο (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 278) Οι ορθολογιστικές αρχές του φορντισμού και ο προσανατολισμός του αποκλειστικά στην οικονομική ανάπτυξη επηρέασαν την μοντερνιστική πολεοδομία, οδηγώντας στην αντιμετώπιση του αστικού χώρου με βάση τις βασικές λειτουργίες της πόλης (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 280 – 281). Η «φορντική πόλη» διακρίνεται από την εφαρμογή ζωνών αποκλειστικών χρήσεων (εργασίας, κατοικίας, βιομηχανίας κλπ) και από την έμφαση στην βελτίωση της κυκλοφορίας μεταξύ των ζωνών (Harvey, 2009: 102).

Οι ανάγκες ανοικοδόμησης και αντιμετώπισης των μαζικών κοινωνικών προβλημάτων που προέκυψαν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έδωσαν περεταίρω ώθηση στην εφαρμογή των μοντερνιστικών επιταγών αστικού σχεδιασμού και ενέτειναν τον κοινωνικό προσανατολισμό τους. Ως συνέπεια η μορφή προκύπτει με βάση τις ανάγκες της λειτουργίας (Harvey, 2009: 101)· η λειτουργία όμως δεν συνίσταται στην απλή πρακτικότητα, αλλά είναι προσανατολισμένη στην πραγμάτωση των ιδανικών ενός εναλλακτικού, καλύτερου κοινωνικά κόσμου (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 296). Είναι ενδεικτικός ο τρόπου που επιχειρήθηκε να αντιμετωπιστεί το επιτακτικό ζήτημα της μαζικής στέγασης από τον Λε Κορμπυζιέ και άλλους μοντερνιστές αρχιτέκτονες. Προτάθηκε (και σε ορισμένες περιπτώσεις υλοποιήθηκε)2 η δημιουργία «πύργων κατοικίας», μεγάλων συγκροτημάτων διαμερισμάτων (που σε ορισμένες περιπτώσεις έφταναν τους χιλιάδες ενοίκους και ενσωμάτωναν δραστηριότητες αναψυχής) με χρήση προκατασκευασμένων τμημάτων που θα ελαχιστοποιούσαν το κόστος κατασκευής. Οι πύργοι κατοικίας, που ήταν αποτέλεσμα τόσο των μοντερνιστικών αρχιτεκτονικών ιδεών όσο και των κερδοσκοπικών πιέσεων του κεφαλαίου στη γη (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 279-280), έδωσαν τη δυνατότητα άμεσης πρόσβασης σε λειτουργικές κατοικίες σε χιλιάδες οικογένειες, όμως ο ομογενοποιητικός τους χαρακτήρας ενίοτε δημιούργησε μη ανθρώπινα περιβάλλοντα διαβίωσης (Harvey, 2009: 69).3

Κρίση και μετανεωτερικότητα

Τη δεκαετία του 1970 ο δυτικός καπιταλισμός εισήλθε σε μία παρατεταμένη περίοδο οικονομικής κρίσης, από την οποία προέκυψε ένα ρεύμα κριτικής των μοντερνιστικών αξιών και, συνακόλουθα, διαφορετικές προσεγγίσεις στον αστικό χώρο. Η οικονομική κρίση αποτελούσε μια χαρακτηριστική κρίση καπιταλιστικής υπερσυσσώρευσης και οφειλόταν στην εξάντληση των δυνατοτήτων αναπαραγωγής του τρέχοντος συστήματος κεϋνσιανισμού – μαζικής παραγωγής / κατανάλωσης, εντός των πλαισίων ανταγωνισμού της εντεινόμενης παγκοσμιοποίησης (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 222). Η κρίση εκφράστηκε με άνοδο στις τιμές του πετρελαίου, κατακόρυφη πτώση της βιομηχανικής παραγωγής και στροφή στη ζήτηση μη τυποποιημένων προϊόντων, ενώ την ίδια περίοδο αναδύθηκαν πλείστα κινήματα (οικολογικά, εναλλακτικής διαβίωσης κ.ά.) που ασκούσαν κριτική στο τρέχον μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής οργάνωσης. Σημαντική ήταν η επίδραση εξελίξεων όπως η αποϋλοποίηση του χρήματος (κάτι που προσέδωσε μεγαλύτερη ευελιξία στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο), ενώ η ευρεία διάδοση των media και οι νέες τεχνολογίες άμεσης διάδοσης πληροφοριών (ειδικά από τη δεκαετία του 1980 κι έπειτα) οδήγησαν σε έναν νέο γύρο συμπίεσης χώρου – χρόνου (Harvey, 2009: 114).

Η κρίση τελικά δεν έφερε την κατάρρευση του καπιταλισμού αλλά την αντικατάσταση του φορντισμού από την ευέλικτη συσσώρευση, ένα νέο καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής το οποίο στοχεύει στην παραγωγή για όταν ζητηθεί. Με την ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών και καινοτόμων μεθόδων, εγκαταλείφθηκαν οι φορντικές βιομηχανίες μεγάλης κλίμακας και η παραγωγική διαδικασία οργανώθηκε σε υπεργολαβίες. Απαραίτητες προϋποθέσεις της ευέλικτης συσσώρευσης είναι η ευελιξία στην εργασία και η αποστέωση του συνδικαλισμού, ενώ ως μοντέλο παραγωγής οδήγησε τελικά στην παγκόσμια άνοδο του τομέα υπηρεσιών (με έμφαση στις υπηρεσίες παραγωγού –νομικά, πληροφόρηση, έρευνα και ανάπτυξη, χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες κ.ά.) (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 223 – 225). Καθώς ο πυρήνας της καπιταλιστικής οικονομίας δεν είναι πλέον η δευτερογενής παραγωγή αλλά ο τεταρτογενής τομέας, το νέο αυτό στάδιο καπιταλισμού χαρακτηρίζεται συχνά ως «οικονομία της γνώσης» (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 320). Σε ιδεολογικό επίπεδο, η πτώση του κεϋνσιανισμού ακολουθήθηκε από την κατακόρυφη άνοδο της επιρροής του νεοφιλελευθερισμού, ο οποίος γενικά υπερασπίζεται τις ελεύθερες αγορές και ροές κεφαλαίου, αλλά απαιτεί σφραγισμένα σύνορα για την εργασία μαζί με εξαφάνιση του κρατικού παρεμβατισμού σε όλα τα επίπεδα (Gregory, 2009: 570).

Ο μετασχηματισμός του οικονομικού παραδείγματος συνοδεύτηκε από συστηματική κριτική στις αξίες του μοντερνισμού, σε βαθμό που άρχισε να γίνεται λόγος για αλλαγή εποχής.4 Η νέα εποχή χαρακτηρίστηκε ως «μετανεωτερικότητα» και το πνευματικό κίνημα που εκφράζει τις αρχές της «μεταμοντερνισμός». Χαρακτηριστικά του μεταμοντερνισμού είναι η απόρριψη των μεγάλων αφηγήσεων και ο μεταπαραδειγματικός του χαρακτήρας (Λεοντίδου, 2011: 217).5 Δίνει έμφαση στο επιμέρους, στην τοπική ταυτότητα, στην ετερότητα, στην επικοινωνία, ενώ αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα ως πολυσήμαντο μωσαϊκό (Λεοντίδου, 2011: 215). Ουσιαστικό ρόλο στην μεταμοντερνιστική πρόσληψη της πραγματικότητας παίζει η φαντασία, η εικόνα και η αισθητική λειτουργία (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 327, Λεοντίδου, 2011: 214),6 τάσεις που σχετίζονται με την ταυτόχρονη άνοδο των media και την τηλεοπτική επέκταση (Gregory, 2009: 567), οι οποίες εξάλλου ευνοούνται από την επιφανειακή προσέγγιση του μεταμοντερνισμού (Harvey, 2009: 96).

Οι διαδικασίες που συνόδευσαν την μετάβαση στην ευέλικτη συσσώρευση είχαν σημαντικές προεκτάσεις στον χώρο και στο τόπο, αφού παγκοσμίως σημειώθηκε ανακατανομή παραγωγικών και οικονομικών δραστηριοτήτων (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 223).7 Η θεώρηση του μεταμοντερνισμού για τον χώρο αναγκαστικά επηρεάστηκε από τη νέα οικονομική οργάνωση και οδήγησε στην πρωτοκαθεδρία του χώρου έναντι του χρόνου και στην ανασημασιοδότηση των χωρικών κλιμάκων σε κάθε επίπεδο, ευνοώντας τη νέα χωρική διάρθρωση των καπιταλιστικών παραγωγικών δραστηριοτήτων (Λεοντίδου, 2011: 213, Λεοντίδου κ.ά., 2013: 334).8

Στον αστικό χώρο ειδικότερα, συνειδητοποιήθηκε πως η «μητροπολιτική κουλτούρα» του μοντερνισμού (Gregory, 2009: 470) ήταν υπεύθυνη για τη δημιουργία ποικίλλων προβλημάτων, όπως η περιβαλλοντική υποβάθμιση, τα κυκλοφοριακά προβλήματα,9 η αποξένωση, η αίσθηση του ανοίκειου, το αίσθημα απειλής, ο κατακερματισμός του χώρου λόγω των ζωνών αποκλειστικών χρήσεων (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 291-294, Λεοντίδου, 2011: 224), ενώ η ομογενοποιητική επίδραση του μοντερνιστικού πολεοδομικού σχεδιασμού και αρχιτεκτονικής δημιούργησε «καταπιεσμένες επιθυμίες» στα ανερχόμενα μεσοαστικά στρώματα (Harvey, 2009: 120). Για τον μεταμοντερνισμό οι πόλεις δεν αποτελούν πεδία εφαρμογής κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, αλλά «ετεροτοπίες», δηλαδή χώροι όπου συνυπάρχουν πολλαπλές νοηματοδοτήσεις και πραγματικότητες (Harvey, 2009: 82). Με την οπτική αυτή το διαφορετικό δεν συνιστά λ.χ. ταξικό πρόβλημα, αλλά απεναντίας ενισχύει τον πλουραλισμό.

Ο μεταμοντερνισμός πράγματι εξυμνεί την ιδιαιτερότητα και διαφορετικότητα ως θετικούς κοινωνικούς και χωρικούς παράγοντες. Ως απότοκο αυτής της θεώρησης, μεταμοντερνιστές εξυμνούν την κιτς αισθητική του Λας Βέγκας ή δυσφημισμένων προαστίων, επειδή αυτήν την αισθητική φαίνεται να επιλέγουν τα μεσοαστικά στρώματα, ανεξαρτήτως φύλου, χρώματος κλπ. Κατά την άποψη αυτή «η Disneyland φαίνεται να βρίσκεται πιο κοντά σε αυτούς τους ανθρώπους (σσ: και γι’ αυτό είναι πιο αληθινή), απ’ οτιδήποτε κατάφεραν ποτέ να τους δώσουν οι αρχιτέκτονες» (Harvey, 2009: 94). Τέτοιες θεωρήσεις ωστόσο αναδεικνύουν τον κοινωνικό μυωπισμό του μεταμοντερνισμού, καθώς στην προσπάθειά τους να εστιάσουν στην μικρή κοινωνική κλίμακα, αγνοούν τις μεγαλύτερες, καθιστώντας τα μεταμοντερνιστικά επιχειρήματα εκ των υστέρων εκλογικεύσεις. Οι υπερασπιστές της «Disneyland» λ.χ. δεν εξετάζουν από πού αντλούν τα μεσοαστικά στρώματα αυτές τις συγκεκριμένες αισθητικές προτιμήσεις και τον ρόλο των κυρίαρχων επικοινωνιακών, καταναλωτικών και οικονομικών προτύπων στην διαμόρφωσή τους.

Πάντως, οι προσεγγίσεις του μεταμοντερνισμού στον αστικό χώρο εντάσσονται στο γενικότερο πλαίσιο που προέκυψε από τον καπιταλιστικό μετασχηματισμό. Καθώς η οικονομική κρίση του 1970 ενέτεινε το ενδιαφέρον για μη χρηματικό κεφάλαιο υπήρξε μία γενικότερη στροφή -μεταξύ άλλων- στη γη ως επενδυτική δραστηριότητα. Η αύξηση της υπεραξίας της ενέτεινε την κερδοσκοπία στη γη και δημιούργησε μεγάλο ενδιαφέρον για την ανοικοδόμηση στον αστικό χώρο (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 286). Ως αποτέλεσμα της διαδικασίας αυτής αναδύθηκαν τα διάφορα σχέδια επαναστικοποίησης και εξευγενισμού του κέντρου των αποβιομηχανοποιημένων πόλεων. Εξάλλου οι παγκοσμιουπόλεις, πλανητικοί επιχειρηματικοί κόμβοι που δημιουργήθηκαν μέσα στα πλαίσια της «οικονομίας της πληροφορίας», έχουν ανάγκη από εντοπισμένα χωρικά και επικοινωνούντα δίκτυα συναφών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, καθώς και από μεγάλους γραφειακούς χώρους που να στεγάζουν τις λειτουργίες αυτές. Πράγματι, σε μεγάλο ποσοστό δράσεων εξευγενισμού τα εγκαταλελειμμένα βιομηχανικά κτίρια στα κέντρα ευρωπαϊκών πόλεων μετατράπηκαν σε γραφειακά συγκροτήματα.

Οι μετανεωτερικές πόλεις αλλάζουν αναγκαστικά χαρακτήρα: η πόλη δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως κοινωνικός σχηματισμός με σκοπό την εξυπηρέτηση των κατοίκων της, αλλά ως επιχειρηματική μονάδα με στόχο την προσέλκυση διεθνούς επενδυτικού κεφαλαίου εντός ενός πλαισίου παγκόσμιου ανταγωνισμού και κεφαλαιακής ευελιξίας (Λεοντίδου, 2011: 217, 226, 227). Στην επιχειρηματική πόλη ο κοινωνικός προσανατολισμός της αρχιτεκτονικής είναι επιζήμιος· πλέον η μορφή δεν ακολουθεί τη λειτουργία, αλλά τη χρηματοδότηση και τον εντυπωσιασμό (Harvey, 2009: 115). Η μεταμοντέρνα αρχιτεκτονική υιοθετεί πιο αισθητική κι εκλεκτικιστική αντιμετώπιση του σχεδιασμού με ανάμιξη κομματιών από το παρελθόν κατά βούληση και επιζητά τη μνημειακότητα, τη θεατρικότητα και την οργάνωση του χώρου ως θεάματος, την ψευδαίσθηση του υψηλού στα όρια του κιτς (Λεοντίδου, 2011: 216, Harvey, 2009: 89, 135).10 Αντί του πολεοδομικού προγραμματισμού προτιμώνται οι καινοτόμες σημειακές αναπλάσεις, οι οποίες μέσω της βελτίωσης της ορατότητας του αστικού τοπίου στοχεύουν στην προσέλκυση εφήμερων γεγονότων (Ολυμπιακοί αγώνες, πολιτιστικές πρωτεύουσες κλπ) και κεφαλαίου (Λεοντίδου, 2011: 227-228).

Μέσα σε αυτό το μετανεωτερικό εμπορευματικό πλαίσιο δεν εκπλήσσει το ενδιαφέρον του μεταμοντερνισμού για την ιστορία: για να αυξηθεί η επενδυτική ανταγωνιστικότητα του τόπου θα πρέπει να διακρίνεται για την ταυτότητά του. Ο χώρος προσεγγίζεται ως τόπος με μνήμη (Λεοντίδου, 2011: 219 – 221)· ο μεταμοντερνισμός θεωρητικά αναζητά την τάξη στον μεταβαλλόμενο κόσμο μέσω της συνέχειας παρελθόντος και παρόντος (Harvey, 2009: 123), παρέχοντας όμως ταυτόχρονα στο επενδυτικό κεφάλαιο ένα πλαίσιο δημιουργίας υπεραξιών πάνω στη γη. Το ενδιαφέρον του μεταμοντερνισμού για την ιστορικότητα συνδέεται επίσης με την ανάγκη του ύστερου εμπορικού καπιταλισμού να δημιουργεί και να διατηρεί ζήτηση σε νέες αγορές υπηρεσιών (Harvey, 2009: 98-99). Η κατεύθυνση αυτή εξηγεί τη γενικότερη μετανεωτερική προσέγγιση της πολιτισμικής κληρονομιάς ως μαζικό καταναλωτικό προϊόν (πολιτισμική βιομηχανία), η οποία όμως έχει ως αποτέλεσμα την επιφανειακή και εμπορική ανάγνωση της ιστορίας (Harvey, 2009: 98).11

Η αστική οπτική του μεταμοντερνισμού και η στροφή στην επιχειρηματική πόλη προσέδωσαν ένα αναπάντεχο συγκριτικό πλεονέκτημα στις μεσογειακές πόλεις (Λεοντίδου, 2011: 230), οι οποίες εξάλλου ποτέ δεν χώρεσαν στα ερμηνευτικά σχήματα του μοντερνισμού. Η προσθετική τους ανάπτυξη, που αποκαλούσε πονοκέφαλο για τους μοντερνιστές πολεοδόμους, καθιστά τις μεσογειακές πόλεις την ιδανική «κουρελού» διαφορετικότητας για τους μεταμοντερνιστές (Λεοντίδου, 2011: 226). Λόγω των μικτών χρήσεων γης οι πόλεις της Μεσογείου είναι ζωντανές καθ’ όλο το εικοσιτετράωρο ενώ η μακραίωνη ιστορία και η διαρκής κατοίκησή τους είναι εμφανής μέσα στον ιστό τους (Λεοντίδου, 2011: 224). Ταυτόχρονα, το εύκρατο μεσογειακό κλίμα τις καθιστά ιδανικές για διοργάνωση μεγάλων γεγονότων ανοικτού χώρου καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.

Τελικά όμως, η μεταμοντερνιστική προσέγγιση στον αστικό χώρο δημιούργησε και σοβαρά προβλήματα. Λόγω των σημειακών παρεμβάσεων και της έμφασης στην διαφορετικότητα κατακερματίζεται ο ιστός των πόλεων (Harvey, 2009: 101). Ο προσανατολισμός του μεταμοντερνισμού στην αγορά τον ωθεί στη δημιουργία μονότονων τοπίων, κάτι για το οποίο οι μεταμοντερνιστές ασκούσαν κριτική στον ιδεαλισμό του μοντερνισμού (Harvey, 2009: 116). Επίσης, ο μεταμοντερνιστικός εκλεκτικισμός εντείνει τις ταξικές διαφορές στον αστικό χώρο και επιπλέον, καθώς η μετατροπή των πόλεων σε τουριστικούς προορισμούς γίνεται με απομύζηση των πόρων των κατοίκων, το οικιστικό περιβάλλον καταλήγει να υπεξαιρείται από τους κατοίκους προς όφελος μιας παγκόσμιας άρχουσας τάξης (Λεοντίδου, 2011: 231). Μάλιστα, καθώς η προσέλκυση του διεθνούς κεφαλαίου γίνεται με τρόπους που δεν εγγυώνται αειφορία (Λεοντίδου, 2011: 231), τελικά το μέλλον των πόλεων υποθηκεύεται με τρόπο που δεν αποκλείει την εμφάνιση «μετανεωτερικών Ντιτρόιτ» όταν τα ενδιαφέροντα του κεφαλαίου προσανατολιστούν αλλού.

Καταλήγοντας, είναι ενδιαφέρον να δούμε επιγραμματικά πώς εξασφαλίζεται η συναίνεση των τοπικών κοινωνιών στον μεταμοντέρνο σχεδιασμό των επιχειρηματικών πόλεων. Στο κοινωνικό πεδίο το πέρασμα στη μετανεωτερικότητα χαρακτηρίστηκε από την παρακμή των ταξικών αγώνων, την απόρριψη της σκληρής εργασίας και την έμφαση στον αισθησιακό καταναλωτισμό και τον ευδαιμονισμό αντί της τεϋλορικής εργασιακής πειθαρχίας και της συμβατικής ζωής της τυπικής προαστιακής οικογένειας. Η επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού μαζί με την μεταμοντερνιστική απόρριψη των μεγάλων αφηγήσεων καλλιέργησαν ειρωνική διάθεση απέναντι στην αριστερά και στην καθαρότητα του στυλ (Λεοντίδου. 2011: 233). Σε αυτό το πλαίσιο, και μέσω ενός ευφυούς συστημικού ελιγμού, η ανασφάλεια που νιώθουν τα κατώτερα στρώματα από την ανταγωνιστική αγορά εργασίας και τον μετασχηματισμό του τόπου κατοικίας, ωθείται στην αναζήτηση ασφάλειας μέσω της δόμησης ταυτότητας, μακριά από τον ορίζοντα των ταξικών αγώνων. Όσο οι ταξικές διαφορές εντείνονται, η αναζήτηση της «κοινότητας» μες στην πόλη στρέφεται σε άλλες κατευθύνσεις. Σε αυτή την περίπτωση το διαφορετικό μπορεί να λειτουργεί εσκεμμένα ως συνδετικό: λ.χ. σε μια πόλη με πολλές μειονότητες η εθνοτική διαφοροποίηση μπορεί να εκληφθεί ως «κοινό πολυπολιτισμικό υπόστρωμα» της κοινότητας της πόλης – αρκεί να κατευνάζει τις ταξικές εντάσεις και να μπορεί να πωληθεί από τη νεοφιλελεύθερη πολιτισμική βιομηχανία.12

Επίλογος

Αν κάτι έμεινε αναλλοίωτο κατά τη μετάβαση των πόλεων από τη νεωτερικότητα στη μετανεωτερικότητα ήταν η κατεξοχήν οικονομική τους διάσταση: από τη φορντική στην επιχειρηματική πόλη, ο αστικός χώρος οργανώνεται με μια οπτική κατά βάση οικονομική. Ωστόσο ο μοντερνισμός, στην προσπάθειά του να απελευθερώσει τον άνθρωπο από τις αναγκαιότητες της επιβίωσης, τον σκλάβωσε στα δεσμά μιας ορθολογιστικής γραφειοκρατίας που εστίαζε μόνο στις μεγάλες ποσότητες, αγνοώντας τις ποιότητες. Από αυτή τη χροιά της μοντερνιστικής σκέψης εκίνησε η μεταμοντερνιστική κριτική.

Πράγματι, ο μεταμοντερνισμός κατάφερε να δημιουργήσει έναν ανοιχτό χαρακτήρα που του επέτρεψε να κατανοήσει την ετερότητα. Με την εστίαση στην τοπικότητα και στη διαφορά προσέφερε απελευθερωτική δυναμική σε ποικίλα κοινωνικά κινήματα. (Harvey, 2009: 81, 160-162). Ωστόσο, η σύνδεση του μεταμοντερνισμού με τους κανόνες της αγοράς και το νεοφιλελευθερισμό οδήγησαν σε κατακερματισμό του χώρου, μηδενιστική αποδόμηση και στην ενίσχυση της εξουσίας (Harvey, 2009: 165-166). Η μεταμοντερνιστική απόρριψη των μεγάλων αφηγήσεων και η εστίαση στην τοπικότητα δεν καταργούν τα συνολικά ιδεολογικά σχήματα από τον προγραμματισμό των παγκόσμιων οργανισμών που ρυθμίζουν τις ζωές μας σε υπερτοπικό επίπεδο.13

Ακόμα χειρότερα όμως, η ρητορική του μεταμοντερνισμού είναι επικίνδυνη επειδή αποφεύγει να αντιπαρατεθεί με τις πραγματικότητες της πολιτικής οικονομίας και τις συνθήκες της παγκόσμιας εξουσίας (Harvey, 2009: 166). Η αποστροφή του μεταμοντερνισμού για τις μεγάλες αφηγήσεις ταυτόχρονα με την έμφασή του στη φαντασία και στην ετερότητα (όλα είναι διαφορετικά, αλλά με ίση αξία) λειτουργεί τελικά υπέρ του λαϊκισμού, της εύκολης πειθούς και του εντυπωσιασμού του επιχειρήματος έναντι του ίδιου του επιχειρήματος. Χωρίς το συνεκτικό πλαίσιο της μεγάλης αφήγησης, κάθε επιμέρους επιχείρημα μπορεί να παρουσιαστεί πειστικά ως μεγάλη αλήθεια – αφού δεν έχει ανάγκη από ένα συστηματικό πλαίσιο εξήγησης από το οποίο να αντλεί την εγκυρότητά του. Μια τέτοια στάση ευνοεί τελικά τις συντηρητικές και λαϊκίστικες πολιτικές, στρέφοντας την κοινωνία σε μια κατεύθυνση υπέρ του νεοφιλελευθερισμού και διασφαλίζοντάς του τα μέσα κοινωνικής αναπαραγωγής του, αφού ακόμα και οι καταπιεζόμενοι του συστήματος το βλέπουν με την δική του οπτική.14

Βιβλιογραφία

  • Λεοντίδου, Λ., κ.ά. (2013), Γενική Γεωγραφία, Ανθρωπογεωγραφία και υλικός πολιτισμός της Ευρώπης – Ευρωπαϊκές Γεωγραφίες, Τεχνολογία και Υλικός Πολιτισμός. Πάτρα: ΕΑΠ.
  • Λεοντίδου, Λ. 2011, Αγεωγράφητος χώρα – Ελληνικά είδωλα στους επιστημολογικούς αναστοχασμούς της ευρωπαϊκής Γεωγραφίας, Αθήνα: Προπομπός.
  • Gregory κ.ά. (2009), The dictionary of Human Geography, Chichester: Wiley – Blackwell.
  • Harvey, D. 2009, Η κατάσταση της μετανεωτερικότητας – Διερεύνηση των απαρχών της πολιτισμικής μεταβολλής, μτφρ. Ε. Αστερίου, Μεταίχμιο, Αθήνα.
  • Hobsbawm, E. 2008, Επαναστάτες, μτφρ. Π. Μπουρλάκης, Θεμέλιο, Αθήνα.
  • «Unité d’ Habitation», Wikipedia, http://en.wikipedia.org/wiki/Unit%C3%A9_d%27Habitation , 10 Απριλίου 2015.
  • «Resurgence of the Traditional Wet Shaving Technique Drives the Global Non-Electric Shavers Market, According to a New Report by Global Industry Analysts, Inc.», Prweb, http://www.prweb.com/releases/cartridge_razors_market/injector_razor_market/prweb12636250.htm , 23 Απριλίου 2015.

  1. Η δημιουργία ενός εργοστασίου συνοδευόταν από την συρροή –και προσωρινή εγκατάσταση- μεγάλων εργατικών πληθυσμών γύρω του. Οι παραγκουπόλεις των χιλιάδων εργατών και των ανύπαρκτων συνθηκών υγιεινής συνόδευαν την εμφάνιση κάθε εργοστασίου. []
  2. Χαρακτηριστικά είναι τα κτίρια «Unité d’Habitation» (μονάδων κατοικίας) που ο Λε Κορμπυζιέ σχεδίασε σε Γαλλία και Γερμανία, βλ. σχετ. «Unité d’Habitation», Wikipedia, http://en.wikipedia.org/wiki/Unit%C3%A9_d%27Habitation , 10 Απριλίου 2015. []
  3. Δεν προκαλεί εντύπωση το γεγονός πως η ιδέα των μαζικών εργατικών κατοικιών βρήκε ιδιαίτερη απήχηση στο ανατολικό μπλοκ, καθώς συνδύαζε την μαζική στέγαση με την εφαρμογή των σοσιαλιστικών ιδανικών για αταξική συνύπαρξη []
  4. Η τάση αυτή εντάσσεται στη γενικότερη αίσθηση κλεισίματος ενός κύκλου που εκπήγασε από τις κοσμογονικές αλλαγές που συνόδευσαν την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού και που οδήγησε σε διατυπώσεις για το «τέλος της ιστορίας», το «τέλος της ιδεολογίας» κλπ. Ωστόσο, το κατά πόσο πρόκειται για όντως νέα εποχή ή όχι αποτελεί αντικείμενο διαφωνίας σε πολλούς επιστημολογικούς κύκλους. Στην παρούσα ανάλυση υιοθετούμε την προσέγγιση όσων (με εξέχοντα τον Harvey) υποστηρίζουν πως πρόκειται για μετασχηματισμό εντός του καπιταλισμού κι όχι για ριζική αλλαγή παραδείγματος. []
  5. Για τον μεταμοντερνισμό δεν έχει νόημα η αναζήτηση των καθολικών αληθειών, διότι τα πάντα μεταβάλλονται ραγδαία (Λεοντίδου, 2011: 217). Ακόμη όμως κι αν υπάρχουν καθολικές αλήθειες, δεν μπορούν να συγκεκριμενοποιηθούν (Ηarvey, 2009: 77). []
  6. Η εικόνα τόσο ως στιγμιαία εντύπωση, όσο και ως έκφραση κοινωνικής θέσης (συμβολικό κεφάλαιο). Το επάγγελμα του image maker (διαμορφωτή εικόνας) μετουσιώνει, στα πλαίσια του μεταμοντερνισμού, την εικόνα από μέσο σε σκοπό.. []
  7. Ολόκληρες βιομηχανικές πόλεις ερήμωσαν, με τα κουφάρια των εργοστασίων να αιωρούνται πάνω από τους άνεργους εργατικούς πληθυσμούς. Χαρακτηριστικότερη όλων η περίπτωση του Ντιτρόιτ, της πάλαι ποτέ παγκόσμιας πρωτεύουσας της αυτοκινητοβιομηχανίας που ακόμα και σήμερα δεν έχει ανακάμψει. []
  8. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τάσης αποτελεί η αναδιάρθρωση του αυτοδιοικητικού χάρτη της Ελλάδας («Καποδίστριας» και «Καλλικράτης») με στόχο όχι τόσο τη συνένωση ομοειδών κοινοτήτων αλλά τη δημιουργία ικανού μεγέθους αυτοδιοικητικών μονάδων ώστε να αποτελούν συμφέρουσες επιλογές για επιχειρηματικές δραστηριότητες. []
  9. Ως αποτέλεσμα του διαχωρισμού τόπου εργασίας – κατοικίας (λόγω των ζωνών αποκλειστικής χρήσης) και της συνεπακόλουθης μαζικής χρήσης Ι.Χ., όσο και της χωροθέτησης των βιομηχανιών στα αστικά κέντρα (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 279). []
  10. Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της Piazza d’ Italia στη Νέα Ορλεάνη (Ηarvey, 2009: 138). []
  11. Η τάση αυτή ισχυροποιείται τα τελευταία χρόνια, ισχυροποιώντας ως καταναλωτικά πρότυπά το ρετρό, το vintage κλπ. Η επαναφορά του παρελθόντος, ειδικά μέσα σε περιόδους κοινωνικών κρίσεων, αφενός προσφέρει ένα αίσθημα οικειότητας και ασφάλειας κι αφετέρου ανοίγει μεγάλες νέες αγορές. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η βιομηχανία ειδών συναφών με την ανδρική περιποίηση: μέχρι και τη δεκαετία του 1990 η αγορά πρόβαλε τις ηλεκτρικές ξυριστικές μηχανές και τα προϊόντα μίας χρήσης (έτοιμοι αφροί ξυρίσματος, ξυραφάκια μιας χρήσης κλπ) ως την επιτομή της ευχρηστίας και του μοντέρνου άνδρα. Τα τελευταία χρόνια όμως παρατηρείται παγκοσμίως μια εντυπωσιακή εμπορική αναβίωση των προϊόντων παραδοσιακού ξυρίσματος (πινέλα, ξυράφια διπλής κόψης κ.ά, που, ως τρόπος περιποίησης έχει τις ρίζες του στις αρχές του 20ού αιώνα) και μάλιστα πρόσφατες έρευνες αγοράς διακρίνουν σημαντικές τάσεις ανόδου, βλ. σχετ. την συνοπτική παρουσίαση έρευνας αγοράς της Global Industry Analysis στο prweb, διαθέσιμο στο http://www.prweb.com/releases/cartridge_razors_market/injector_razor_market/prweb12636250.htm , 23 Απριλίου 2015. []
  12. Κάτι τέτοιο ωστόσο δύσκολα μπορεί να λειτουργήσει στις μεσογειακές πόλεις, λόγω του έντονου εθνικού χαρακτήρα τους και των ιστορικών αντιπαλοτήτων με τις γειτονικές χώρες (απ’ όπου συχνά προέρχονται οι μειονότητες) που έχουν εγγραφεί στην επίσημη ανάγνωση της ιστορίας. []
  13. Για τις Η.Π.Α., για παράδειγμα, η Κούβα παραμένει μία σημαντική απειλή και συμπεριλαμβάνεται ακόμη στους επίσημους καταλόγους των «τρομοκρατικών χωρών». Δεδομένης της ανύπαρκτης στρατιωτικής ισχύος της χώρας και της οικονομικής καταστροφής από το 50ετές εμπάργκο, η θεώρηση αυτή βασίζεται αποκλειστικά σε ιδεολογικά κριτήρια. Παρόμοια, η ιδεολογική εμμονή των νεοφιλελεύθερων πιστωτών της Ελλάδας στην εφαρμογή νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων, παρόλο που αυτές τελικά υπονομεύουν την δυνατότητά της χώρας να αποπληρώσει τα χρέη της στους πιστωτές της. []
  14. Αυτό εξηγεί το γιατί π.χ. ο σύγχρονος μικροαστός απεχθάνεται την ομοιογένεια που συνεπάγεται μια αταξική κοινωνία, την στιγμή που χρωστάει το σπίτι του για την αποπληρωμή της υποθήκης του και δυσκολεύεται να ταΐσει το παιδί του, βλ. σχετ. Harvey, 2009: 29. []

Η είδηση: «Πόλεμος Μπαλτά με τον Στέφανο Κασιμάτη της Καθημερινής»

Ποιός είναι αυτός ο Κασιμάτης όμως;

Ξεκινάς να διαβάσεις το άρθρο του, ώστε να κατανοήσεις τη σύγκρουση που έχει προκύψει· τι αντιπροσωπεύει η κάθε πλευρά; Τι είναι ο “δημοσιογράφος” και τι ο Υπουργός; Αν μη τι άλλο, έχεις μια ιδέα για τη νοητική κατάσταση του υπουργού, με βάση την πανεπιστημιακή συγγραφική παραγωγή του και έρευνα στα πεδία της επιστημολογίας και της φιλοσοφίας των επιστημών.
Πιάνεις το άρθρο του δημοσιογράφου. Πρώτη πρόταση, διαβάζεις:

«Έπειτα από πέντε χρόνια προσπάθειας να αντιμετωπίσουμε την κρίση, ίσως το μόνο για το οποίο θα άξιζε να είμαστε περήφανοι ήταν ο νόμος Διαμαντοπούλου για τα πανεπιστήμια.»

Στοπ. Το κλείνεις. Έχεις όση πληροφόρηση χρειάζεται. Κατάλαβες ακριβώς όλο το ιδεολογικό υπόβαθρο του “Φαληρέα” και όλα τα συμφέροντα τα οποία υποστηρίζει και τον υποστηρίζουν. Δε χρειάζεται καμία άλλη πληροφόρηση.

Για όσους δεν γνωρίζουν, το έκτρωμα που ονομάστηκε “νόμος Διαμαντοπούλου” αποτελεί την κορωνίδα των προσπαθειών νεοφιλελεύθερου μετασχηματισμού της παιδείας (και πλήρους απαξίωσής της), με βάση τις επιταγές της πανευρωπαϊκής νεοφιλελεύθερης στροφής στο χώρο, όπως καταγράφεται στη συνθήκη της Μπολώνια κι έπειτα. Βασικά χαρακτηριστικά, η απόλυτη ιδιωτικοποίηση της παιδείας, ο αποκλεισμός όλων των μεσαίων – χαμηλότερων στρωμάτων (ή το σπρώξιμό τους σε απαξιωμένες δομές), ο κατακερματισμός της γνώσης και η έμφαση στην εργαλειακότητά της έναντι της ουσίας της, η κατάργηση χαρακτηριστικών με διάκρεια ζωής πάνω από 5 αιώνες (πανεπιστημιακό άσυλο και αυτοδιοίκητο κλπ) και πολλα άλλα τέτοια χαριτωμένα…

Το Δόγμα του Σοκ – Μια ανάγνωση

Είναι το Δόγμα του Σοκ της Ναόμι Κλάιν1  μια συνομωσιολογική ανάγνωση της ιστορίας του νεοφιλελευθερισμού;

Προσωπικά δεν ειμαι υπερμαχος των θεωριων συνωμοσιας, με την εννοια οτι δεν προκυπτει απο πουθενα οτι αυτες καθοριζουν την ιστορικη πραγματικοτητα (αυτο δε σημαινει βεβαια οτι δεν υπαρχουν κυκλοι γυρω απο τις εξουσιες οι οποιοι προσπαθουν να δρασουν με τετοιον τροπο).

Ωστοσο η Κλαιν δεν διατυπωνει μια αναλυση ιστοριων συνομωσιας. Με αναλυση ιστορικων παραδειγματων αποτομης προσαρμογης κοινωνιων στον νεοφιλελευθερισμο, καταληγει στο οτι η παραδοχή του Φριντμαν, ό,τι οι θέσεις του απαιτούν για την εφαρμογή τους αυταρχικά καθεστώτα ή περιστολή των δημοκρατικών ελευθεριών,  δεν ειναι απλως μια ακραια ακαδημαϊκη διατυπωση, αλλα ενα δογμα το οποιο κατα καιρους εχει εφαρμοστει στην πράξη απο τους υποστηρικτες του νεοφιλελευθερισμου.

Αυτο από μόνο του δεν ειναι ουτε καμια ριζοσπαστικη διαπιστωση, ουτε και κατι παραλογο: καθε δογμα για να επιβληθει θα χρησιμοποιησει ολα τα μεσα που ειναι συμβατα με τις επιταγες του. Οταν ενα συστημα λοιπον οπως ο νεοφιλελευθερισμος αντιμετωπιζει τις κοινωνιες ως εμποδιο στην οικονομικη δραστηριοτητα,2 λογικο ειναι να προσπαθει να τους επιβληθει εξωθεν, με καθε μεσο.

Το καινουργιο και ενδιαφερον που κανει η Κλαιν ειναι πως παραθετει μαζεμενα και διεξοδικα αναλυμενα πολλα παραδειγματα, οποτε μας φανερωνει πιο αναγλυφα μια πραγματικοτητα που δεν την συνειδητοποιουμε οσο την προσεγγιζουμε μεσα απο τη χρονικη ροη των δελτιων ειδησεων. Εξαλλου, αυτος ειναι ενας γενικοτερος ρολος της ιστοριας: οι αλλαγες απλωνονται στο χρονο και στην χρονική διάρκεια της ζωσας πραγματικοτητας ειναι δυσκολος ο εντοπισμος τοσο των χαρακτηριστικων τους οσο και των αιτιων και συνεπειων τους (μερικες φορες ειναι δυσκολο να συνειδητοποιησει μια κοινωνια ακομα και το οτι γινονται αλλαγες…). Η ιστορια ερχεται να κοιταξει εκ των υστερων ενα μεγαλο σωμα δεδομενων, οποτε της ειναι πιο ευκολο να διατυπωσει συμπερασματα. Το γεγονος οτι το υλικο της ιστοριας ειναι το παρελθον δεν αφαιρει κατι απο την επιστημονικοτητα της ή απο την αξια του ρολου που εχει να πραγματοποιησει, αφου «το παρελθον βρισκεται ενσωματομενο στο παρον, το οποιο περιεχει μεσα του εν σπερματι το μελλον…

Σε κάθε περίπτωση, ειναι απαραιτητο η ενασχοληση με την οικονομια να περιλαμβανει ενεργη γνωση τοσο ιστοριας οσο και κοινωνιολογιας. Δεν ειναι τυχαιο που εδω και παρα πολλα χρονια η κοινωνικη και η οικονομικη ιστορια εξεταζονται μαζι – η αλληλεπιδραση τους ειναι δομικού τύπου, δεν μπορει να διαχωριστει το ενα απο το αλλο. Ουτε καν στην εποχη μας οπου οι τεχνολογικες δυνατοτητες εχουν επιτρεψει σε πολυ μεγαλο βαθμο στην οικονομια να αυτονομηθει και να κινειται σε εναν δικο της, αϋλο ηλεκτρονικο χωρο, εξω απο την κοινωνια. Ακομα κι ετσι ομως, τα αποτελεσματα της ειναι αμεσα ορατα στην κοινωνια (ειτε σαν συγκεντρωση πλουτου, ειτε σαν συγκεντρωση φτωχειας), και επιπλέον οι συνθηκες που γεννησαν και επιτρεπουν την τεχνολογικη και ηθικη αυτονομηση της ειναι κατα βαση κοινωνικες…

  1. Κλάιν, Ν., Το δόγμα του σοκ, Η άνοδος του καπιταλισμού της καταστροφής, μτφρ: Άγγελος Φιλιππάτος, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα, 2010 []
  2. αυτή την ανάδυση της οικονομίας ως ξεχωριστή οντότητα και τελικα την αυτονομηση της απο της κοινωνια εντοπιζει πολυ αναγλυφα στην εξελιξη του καπιταλισμου από τη Βιομηχανική Επανάσταση κι έπειτα, ο Karl Polanyi στον Μεγαλο μετασχηματισμο []

«Δεν πρόκειται να τους αφήσουμε ότι κι αν είναι εκείνο το οποίο θα χρειαστεί να κάνουμε. Ότι υπερασπίστηκαν οι παππούδες μας γενναία με τα όπλα θα το υπερασπιστούμε εμείς με την ψήφο μας την επόμενη Κυριακή […] Είναι η σύγκρουση ανάμεσα στον κόσμο της Ελευθερίας και της πατρίδας, ανάμεσα στις αξίες της Πατρίδας, της Θρησκείας και της Οικογένειας που εκπροσωπούμε εμείς και στον ισοπεδωτισμό που εκπροσωπεί η Αριστερά […] Δεν θα νικήσει η Αριστερά την επόμενη Κυριακή. Αυτό πρέπει να τους πούμε και γι’ αυτό πρέπει να αγωνιστούμε. Αυτό πρέπει να τους μεταδόσουμε»

Ομιλία Βορίδη, Ασπρόπυργος, 18/1/2015

Αυτό που αποδεικνύεται δεν είναι πως οι βορίδηδες είναι γνήσια ελληνικά ακροδεξιά γκρουπούσκουλα. Κάτι τέτοιο δεν είναι ούτε καινούργιο, ούτε δύσκολο να δειχθεί.

Το γεγονός όμως ότι η ρητορική τους αποσπά χειροκροτήματα αντί για γιούχες ή ντομάτες, σημαίνει ότι η ρητορική αυτή ικανοποιεί το υποσυνείδητο των υποστηρικτών τους. Με λίγα λόγια, αποδεικνύεται -δυστυχώς- πως σημαντικό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας πράγματι υιοθετεί αυτά τα ιδανικά και όντως το φοβίζει η κοινωνική πρόοδος. Ο εμφύλιος (για αυτούς) δεν τέλειωσε το ’49, η χούντα δεν τέλειωσε το ’73…

Το θετικό της υπόθεσης είναι πως την ώρα που ο νεοφιλελεθερισμός προσπαθεί να πείσει πως «πέθαναν οι ιδεολογίες», κάτι που για αυτόν σημαίνει ότι αποτελεί πλέον το μοναδικό παράδειγμα το οποίο είμαστε αναγκασμένοι να ακολουθήσουμε,1  οι φανατικοί υποστηρικτικές και πιστοί υπάλληλοι του νεοφιλελευθερισμού εν Ελλάδι (η ακροδεξιά Νέα Δημοκρατία του Σαμαρά, του Βορίδη και της παρέας τους) αναδεικνύουν έμπρακτα την ιδεολογική πόλωση. Εμείς οι υπόλοιποι το συνειδητοποιούμε; Άραγε τα «όλοι ίδιοι είναι», «να καεί η Βουλή», «εγώ δεν ασχολούμαι με την πολιτική», τελικά προς όφελος ποιανού λειτουργούνε;

  1. Σε αυτή την ιδεολογική προσέγγιση βασίζεται ο τρόπος με τον οποίο συστηματικά σερβιρίστηκαν τα μνημονιακά μέτρα στην Ελλάδα της κρίσης: αν θέλουμε να ανήκουμε στον σύγχρονο κόσμο (του Ευρώ, της ΕΕ, της Δύσης κλπ) δεν υπάρχει άλλος δρόμος πέρα από την λιτότητα και την προσαρμογή στις επιταγές της νεοφιλελεύθερης πολιτικής του, κραταιού σήμερα, Βερολίνου []

Ο Φρίντμαν μυρίζει πάντα το ίδιο

Καθώς η κρίση έχει θεμελιωθεί για τα καλά στην καθημερινότητά μας, ας ρίξουμε μια ματιά λίγο πριν στον χρόνο, το 2011, τότε που υπήρχαν ακόμη αυταπάτες στα μικροαστικά στρώματα για το πού πηγαίνει η κατάσταση. Στην ημερήσια ειδησεογραφία διαβάζαμε:

«Προς απόλυση οι εργαζόμενοι στην καθαριότητα»

«Την ίδια ώρα, πληροφορίες αναφέρουν πως η κυβέρνηση έχει έτοιμα τα προεδρικά διατάγματα για την κατάργηση των τομέων καθαριότητας των δήμων Αττικής και Θεσσαλονίκης και αναμένεται να τα ενεργοποιήσει άμεσα αν δεν ανασταλούν οι κινητοποιήσεις των εργαζομένων.

Το παραπάνω, όπως αναφέρει «Το Βήμα», έκανε γνωστό ο υφυπουργός Εσωτερικών Π. Κουκουλόπουλος σε διυπουργική σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε, για το θέμα της αποκομιδής των σκουπιδιών, το πρωί της Παρασκευής στη Βουλή.

Τυχόν ενεργοποίηση των Προεδρικών Διαταγμάτων, τα οποία προβλέπουν την κατάργηση όλων ανεξαιρέτως των οργανικών θέσεων, σημαίνει ότι όλοι οι εργαζόμενοι θα απολυθούν, ή στην καλύτερη περίπτωση θα μπουν σε εφεδρεία.»1

Τώρα, εκ των υστέρων, το γεγονός αυτό αποτελεί κοινή καθημερινότητα. Πολιτικά όμως έχει ουσιαστική σημασία: αναδεικνύει τα αδρά περιγράμματα της πολιτικής που ακολουθείται, φωτίζει απόλυτα την ταυτότητά της.

Μας θυμίζει κάτι η παραπάνω στάση; Σε πρώτη ανάλυση φαίνεται ότι οι κυβερνώντες ψάχνανε για μία καλή ευκαιρία να βάλουν ιδιωτικές εταιρείες στην αποκομιδή των σκουπιδιών και -κατ’ επέκταση- στις λειτουργίες της τοπικής αυτοδιοίκησης. Πού αλλού όμως χρησιμοποιήθηκε ακριβώς η ίδια αντιμετώπιση σε μία δημόσια υπηρεσία, με πρόσχημα τους απεργούς; Ας προσφύγουμε στην πρόσφατη πολιτική ιστορία:

Domestic policy of the Ronald Reagan administration

[…..]Notable events included his firing of nearly 12,000 striking air traffic control workers….2

…και επίσης και εδώ:

August 1981 strike

[…]On August 5, following the PATCO workers’ refusal to return to work, Reagan fired the 11,345 striking air traffic controllers who had ignored the order,[6][7] and banned them from federal service for life.3

Και μαντέψτε: στην θέση των ελεγκτών που απολύθηκαν, προσελήφθησαν ιδιωτικές εταιρείες!

Κοινό σημείο του Reagan το 1981 και των σημερινών μας κυβερνήσεων; Είναι και οι δύο υπό την επήρεια ακριβώς της ίδιας υπερνεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, θεμελιωτής της οποίας υπήρξε ο Μίλτον Φρίντμαν και η λεγόμενη «Σχολή του Σικάγο»4, βασικός δε μοχλός εφαρμογής αυτής της ιδεολογίας έχει καταστεί το ΔΝΤ, εφαρμόζοντας πρακτικές και πολιτικές που απέχουν παρασάγγας από τον ιδρυτικό σκοπό και το καταστατικό του.

Η κατάσταση την οποία αντιμετωπίζουμε καθημερινά δεν είναι αποτέλεσμα ούτε της κακής μας τύχης, ούτε κάποιας θείας παρέμβασης. Είναι η πρακτική εφαρμογή ενός συγκεκριμένου πολιτικού σχεδίου, το οποίο έχει δομηθεί πάνω σε συγκεκριμένα ιδεολογικά πλαίσια. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με σπασμωδικές κινήσεις αγανάκτησης, αλλά μόνο μέσα από την ολιστική αντιπαράθεση μιας διαφορετικής πολιτικής ιδεολογίας. Με λίγα λόγια, ή θα πολιτικοποιηθούμε και θα ενεργήσουμε οργανωμένα πάνω σε μια ιδεολογική βάση, ή θα αγόμαστε και θα φερόμαστε από τους μηχανισμούς καταστολής ενός συγκροτημένου πολιτικού «εχθρού».

  1. πηγή: http://tvxs.gr/news/ellada/aytoforo-gia-mi-apokomidi-skoypidion []
  2. πηγή: http://en.wikipedia.org/wiki/Domestic_policy_of_the_Ronald_Reagan_administration []
  3. πηγή: http://en.wikipedia.org/wiki/Professional_Air_Traffic_Controllers_Organization_%281968%29 []
  4. Βλ. Σχετικά Naomi Klein, Το δόγμα του σοκ : Η άνοδος του καπιταλισμού της καταστροφής, μτφρ. Άγγελος Φιλιππάτος. – 1η έκδ. – Αθήνα : Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, 2010 []

Το ξένο ρούχο

Η ελληνική κοινωνία πάντα είχε περίεργη σχέση με τη νεωτερικότητα. Τα ιδανικά που δημιουργήθηκαν στην υπόλοιπη Ευρώπη κατά τον 19ο αιώνα και οι διαδικασίες που πυροδότησαν (επαναστάσεις, αντεπαναστάσεις, γέννεση εθνικών κρατών, άνοδος του καπιταλισμού κλπ) στην Ελλάδα υπήρξαν περισσότερο ως αύρα προερχόμενη απ’ έξω, παρά ως γηγενής πραγματικότητα. Στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία αυτό δημιουργεί μία πολύ ιδιάζουσα και συχνά αντιθετική ταυτότητα. Από τους ματσο λήσταρχους επαναστάτες του 1821, που αντιτίθεντο σε κάθε μορφή εξουσίας, ακόμη και της δικής τους 1 μέχρι τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Θόδωρο Αγγελόπουλο και τον «ξέρεις ποιός είμαι εγώ ρε;» νεοέλληνα, οι αντιθέσεις καθορίζουν την ιδιαιτερότητά μας ως κοινωνία.

Παρά όμως την αντιθετική ιδιοσυγκρασία της ελληνικής κοινωνίας, είναι πρόδηλο πως η πολιτική και οικονομική ταυτότητα που γίνεται προσπάθεια να της επιβληθεί στις παρούσες συνθήκες είναι εντελώς έξω από τα χαρακτηριστικά της. Το ρούχο που προσπαθούν να της φορέσουν τα εγχώρια και αλλοδαπά οικονομικά συμφέροντα που εξουσιάζουν, δεν της ταιριάζει. Όχι απλά δεν έχει ραφτεί στα μέτρα της, ίσως δεν ταιριάζει καν στα μέτρα του ανθρώπου.  Γι’ αυτό και η ελληνική μνημονιακή κοινωνία φαίνεται σα να είναι ντυμένη με ένα «οικονομικό και πολιτικό τσουβάλι», όπου μέσα του ψάχνει να βρει πού είναι τα μανίκια και πού τα μπατζάκια.

Η φονταμεταλιστική νεοφιλελεύθερη οικονομία2 που γίνεται προσπάθεια να επιβληθεί στην κοινωνία κουβαλά πολιτικές, εμπορικές, οικονομικές, εργασιακές και καταναλωτικές συνήθειες που, όντας βασισμένες στην προτεσταντική καπιταλιστική ηθική, είναι σχεδόν αδύνατο να γίνουν κατανοητές από την κοινωνίας μας. Γι’ αυτό και ο μόνος τρόπος με τον οποίο θα μπορούσαν να εφαρμοστούν οι συνήθειες αυτές είναι διά της επιβολής, και μάλιστα με μια «θεραπεία σοκ».3

Ως αποτέλεσμα της «θεραπείας» αυτής δημιουργήθηκε στην ελληνική κοινωνία μία παράλογη καθημερινότητα, αδύνατο να γίνει κατανοητή από τα άτομα με βάση τον μέχρι τώρα τρόπο σκέψης τους. Αυτή η κοινωνική ψυχολογία φαίνεται παρόμοια με τις αρχικές αντιδράσειςτων νεοφερμένων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Όπως ο κρατούμενος των στρατοπέδων εξόντωσης, έτσι κι ο «μνημονιακός πολίτης»  αισθάνεται «να τον εξουσιάζει ένας μηχανισμός βίας και απειλών (που) αδυνατεί να τον ερμηνεύσει, διότι οι ανάγκες της κάθε στιγμής κρατούν το βλέμμα του προσηλωμένο συνεχώς στο έδαφος».4 Η μεθοδολογία αυτή έχει διττό αποτέλεσμα: από τη μία εμπεδώνει τη βία ως αδήριτη κοινωνική πραγματικότητα 5 κι από την άλλη δεν επιτρέπει στο άτομο να σχηματίσει πλήρη και λογική εικόνα της πραγματικότητας. Συνεπώς, το άτομο όχι μόνο δεν αντιδρά αλλά αδυνατεί να αντιληφθει καν την ύπαρξη εναλλακτικού κόσμου, αφού δεν κατανοεί πλήρως τον παρόντα κόσμο που το περιβάλλει.

Εντός των συνθηκών αυτών ο παραλογισμός φαντάζει ιδιαίτερα ελκυστικός στα άτομα ως μέθοδος εξήγησης της πραγματικότητας. Η ίδια η πραγματικότητα εξάλλου είναι παράλογη και επιπλέον τα παράλογα επιχειρήματα δεν απαιτούν κοπιαστική λογική θεμελίωση, κάτι που θα ανάγκαζε το άτομο να περισπαστεί από τον αγώνα για την επιβίωσή του. Το εξουσιαστικό σύστημα φαίνεται να έχει συναίσθηση αυτής της πραγματικότητας και γι’ αυτό καταφεύγει σε πολιτικούς που ντύνουν ηθικά την εφαρμοζόμενη πολιτική με εντελώς παράλογα δομημένα επιχειρήματα, καθιστώντας τα έτσι κατανοητές αλήθειες στην χειμαζόμενη από τον παραλογισμό κοινωνία. Η εκτόξευση στην εξουσιαστική ιεραρχία σκεπτικών σαν αυτό που πρεσβεύει ο Αδ. Γεωργιάδης εντάσσονται στο πλαίσιο αυτό.

Ο ανατροφοδοτούμενος κύκλος παραλογισμού έχει πολύ σοβαρότερες επιπτώσεις απ’ ότι αρχικά γίνεται εμφανές· οδηγεί στην πλήρη απαξίωση της λογικής. Η λογική όμως αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό του ανθρώπου, που τον διαφοροποιεί από άλλα είδη ζωής. Με την απαξίωση της λογικής ο άνθρωπος αποκτηνώνεται. Η μνημονιακή πολιτική είναι λοιπόν απάνθρωπη τόσο σε υλικό όσο και σε πνευματικό επίπεδο.

Αυτός ο απάνθρωπος παραλογισμός όμως κουβαλάει μέσα του το σπέρμα του ολοκληρωτισμού και επιπλέον του παρέχει τις ιδανικές συνθήκες ανάπτυξης. Η άνοδος και σταθεροποίηση της κοινωνικής απήχησης της Χρυσής Αυγής είναι απόλυτα συνεπής με την κατάσταση που η μνημονιακή πολιτική δημιούργησε στην κοινωνία. Γι’ αυτό τελικά είναι εξαιρετικά σημαντική η προάσπιση της λογικής, ως μια πρώτη και αναγκαία πράξη αντίστασης.

Η άνοδος των προνομιούχων (…) σε κάθε ανθρώπινη συμβίωση είναι φαινόμενο ανησυχητικό αλλά αδιάλειπτο. (…) Είναι καθηκον των δικαίων να πολεμάνε κάθε καταχρηστικό προνόμιο, αλλά δε πρέπει να ξεχνάμε ότι πρόκειται για έναν ατέρμονα πόλεμο.
Primo Levi

  1. Eric Hobsbawm,  Η εποχή των επαναστάσεων 1789-1848, μτφρ. Μαριέτα Οικονομοπούλου, Αθήνα : Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1997 []
  2. «Φονταμενταλιστική» με την έννοια ότι εμμένει σε μία θεωρία με τρόπο παράλογο, παρόλο που η θεωρία αυτή συνεχώς διαψεύδεται στα αποτελέσματά της. «Νεοφιλελεύθερη» με τους όρους που περιγράφει η οικονομική «Σχολή του Σικάγο», βλ. σχετικά Naomi Klein, Το δόγμα του σοκ : Η άνοδος του καπιταλισμού της καταστροφής, μτφρ. Άγγελος Φιλιππάτος. – 1η έκδ. – Αθήνα : Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, 2010 []
  3. βλ. σχετικά Naomi Klein, ό.π. []
  4. Primo Levi, Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν, μτφρ. Χαρά Σαρλικιώτη. – Αθήνα : Άγρα, 1997, σ. 17 []
  5. Κάθε είδους βία: την πείνα, την εξαθλίωση σημαντικών τμημάτων της κοινωνίας, την αυταρχική διακυβέρνηση με Πράξεις Νομοθετικού Κινδύνου, την βίαιη καταστολή κάθε αντίδρασης, την διάλυση της μεσαίας τάξης. []

ΕΡΤ, οικονομικός φονταμεταλισμός και κρίση πολιτικής εκπροσώπησης

Τα ιδιωτικά κανάλια, ανταγωνιστές της ΕΡΤ, εδώ και χρόνια πάλευαν να σε πείσουν πως το ανταποδοτικό τέλος για την ΕΡΤ είναι «χαράτσι», και ειδικά στην παρούσα οικονομική συγκυρία δυσβάσταχτο. Παρεμπιπτόντως, ιδιοκτήτες των καναλιών που σε έπεισαν είναι οι ίδιοι που αναθρέφουν την εξουσία που φρόντισε να ταυτίσει στη συνείδησή σου την εκπαίδευση με το «χαρτί» που θα σου εξασφάλιζε μια ξεκούραστη και πλούσια δουλειά, τελικώς όμως σου εξασφάλισε σκοτάδια και πλήρη καταναλωτική υποταγή. Καθώς η προπαγάνδα της ιδιωτικής TV κορυφωνόταν, εσύ σκεφτόσουν πως έτσι κι αλλιώς δεν έβλεπες ΕΡΤ, στην τελική ας γλιτώσεις έστω και δυο δραχμές με την κατάργηση του ανταποδωτικού τέλους.

Την κλείσανε λοιπόν την ΕΡΤ. Εν μία νυκτί. Και, αν και αρχικά κάπως σου φάνηκε αυτό το ξαφνικό μαύρο, τελικώς σκέφτηκες «δε βαριέσαι», τουλάχιστον θα γλιτώσεις το «χαράτσι» και τα «ξενέρωτα ντοκυμανταίρ».
Στη θέση όμως της ΕΡΤ φύτρωσε το αγριόχορτο της ΔΤ, με σκοπό να εξελιχθεί στην περικοκλάδα της ΝΕΡΙΤ.

Η «εκσυγχρονιστική» πολιτική που βρίσκεται από πίσω τους όμως, πρεσβεύει ότι η διαφάνεια (που υποτίθεται πως δεν είχε η ΕΡΤ) εξασφαλίζεται στη ΔΤ και ΝΕΡΙΤ μέσω της… απευθείας ανάθεσης σε ιδιωτικές εταιρίες του τηλεοπτικού έργου1. Η ίδια φονταμεταλιστική οινομική νοοτροπία που θεωρεί πως ο ρόλος του Κράτους δεν έγκειται στο να παρέχει (υπηρεσίες, έργο, προϊόν κλπ) αλλά μόνο να πληρώνει όσους συνδιαλέγονται μαζί του, βρίσκεται φυσικά κι εδώ. Τις οποίες εταιρίες, θα συνεχίσεις εσύ να πληρώνεις, μέσω του (μάντεψε)… ανταποδοτικού τέλους, που δεν καταργείται! Κι όχι μόνον δεν καταργείται, αλλά πλέον θα πληρώνει ιδιώτες για να παρέχουν μια υπηρεσία του δημοσιου. Οι «τεμπέληδες» της ΕΡΤ απολύθηκαν, για να μοιραστεί στη θέση τους το χρήμα με άλλο τρόπο: αντί να το κατευθύνεται στη μισθοδοσία ανθρώπων, κατευθύνεται σε ιδιωτικές εταιρίες, που (λογικά) θα πιστεύουν στα χρηστά ήθη οικονομικής νεοφιλελεύθερης διαπλοκής.

Ας κάνουμε τον απολογισμό μας: με βάση όσα σε πείσανε, η ΕΡΤ ήταν κάτι που πλήρωνες και που δεν ήθελες, γιατί δεν μπορούσες να ελέγξεις. Στη θέση της, θα υπάρχει κάτι που εσύ θα πληρώνεις και, καθώς το έργο του θα εκτελείται από ιδιώτες, δεν θα μπορείς να ελέγξεις. Αυτό θα το θέλεις; Μάλλον όχι.

Στην τεταμένη περίοδο που περνάμε, είναι καταπληκτικό το γεγονός πως η καθημερινότητα διέπεται από τόση «βαριά» πολιτική, την ίδια στιγμή που το μέσο άτομο απονεκρώνεται όλο και περισσότερο από τη δυνατότητά του να αισθανθεί τις συνέπειες της πολιτικής που τον περιβάλλει. Και το μικρότερο θέμα της καθημερινής πολιτικής ατζέντας των ΜΜΕ, περικλείει τέτοιας σημασίας Πολιτική. Ο ιστορικός του μέλλοντος θα έχει πολλή δουλειά…

Βρισκόμαστε λοιπόν σε μία κατάσταση όπου απονεκρωμένα πολιτικά όντα καλούνται να λάβουν σοβαρότατες πολιτικές αποφάσεις. Αν μη τι άλλο, η κατάσταση αυτή δημιουργεί «κρίση πολιτικής εκπροσώπησης»2 (με την έννοια ότι υπάρχει κενό μεταξύ της πολιτικής που το κοινό πράγματι θέλει και αυτής που τελικά ασκείται). Στον κενό πολιτικό χώρο που δημιουργείται, και λόγω της επικρατούσας μικροαστικής – μνησίκακης νοοτροπίας, οργώνεται το έδαφος που φύεται ο ολοκληρωτισμός.

  1. HotDoc, τ. 40 []
  2. Νίκος Πουλαντζάς, Φασισμός και Δικτατορία – Η τρίτη Διεθνής αντιμέτωπη στον φασισμό, Εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 2006 []