Tag Archives: ναζισμός

Ας μιλήσουμε καθαρά για την Ακροδεξιά

Ας μιλήσουμε καθαρά για την ακροδεξιά-Κωστής Παπαϊωάννου.

-Και τι με νοιάζει εμένα η Ακροδεξιά;
-Εγώ δεν ασχολούμαι με την πολιτική.
-Τουλάχιστον οι ακροδεξιοί έχουν καθαρά χέρια, δεν κλέβουν.
-Πάντως το σύστημα μόνο αυτούς κυνηγάει.
-Είναι οι μόνοι που τα λένε έξω απ’ τα δόντια.
-Εμένα δεν με έχουν πειράξει ποτέ οι ακροδεξιοί. Άλλοι με πειράζουν.

Πρόκειται για συνηθισμένες φράσεις νέων ανθρώπων σε συζητήσεις σχετικά με την άνοδο της Ακροδεξιάς. Πώς απαντάμε σε αυτές τις φράσεις; Πώς οπλίζουμε τους νέους απέναντι στο ρατσιστικό και νεοναζιστικό φαινόμενο; Η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και του Πολίτη, με την υποστήριξη του Ιδρύματος Friedrich Ebert, παρουσιάζει την έκδοση. “Επειδή δεν είναι όλοι όπως θέλουν να φαίνονται. Ας μιλήσουμε καθαρά για την Ακροδεξιά”.

πηγή

Σεξουαλικότητα και αντεπανάσταση

Robert Doisneau, The sidelong glance, 1948
Robert Doisneau, The sidelong glance, 1948

Το φαινόμενο του ναζισμού και, ακόμη περισσότερο του νεο-ναζισμού, δεν μπορεί να γίνει κατανοητό αν δίπλα στην πολιτική ανάλυση δεν προστεθεί και η ψυχολογική προσέγγιση του δρώντος ατόμου. Η πρώτη (πολιτική ανάλυση) μπορεί να αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο δημιουργείται το πολιτικό υπόστρωμα πάνω στο οποίο φύεται ο ναζισμός, δεν μπορεί όμως να εξηγήσει πλήρως τον μηχανισμό ο οποίος θέτει σε κίνηση το άτομο αυτό καθ’ αυτό. Πώς μπορεί να εξηγηθεί η δράση του ατόμου «κόντρα σε κάθε λογική, ακόμη και στα ίδια τα συμφέροντά του»1, όταν αυτό εντάσσεται σε μια παραστρατιωτική νεοναζιστική οργάνωση και δρα εμφανώς παράλογα και παράνομα; Τι είναι αυτό που καταστέλλει στην συνείδησή του τον ενδοιασμό και το απελευθερώνει στη διάπραξη νεοναζιστικών εγκλημάτων (συμπλοκές, επιθέσεις σε όσους στοχοποιούνται, παράνομη δράση κλπ);

Η ψυχολογική προσέγγιση από την άλλη, δεν μας λέει πολλά για την κοινωνική κατάσταση στην οποία αναδεικνύονται και ισχυροποιούνται τα φασιστικά μορφώματα, μπορεί όμως να αναδείξει καλύτερα τους μηχανισμούς που θέτουν σε δράση το νεοναζιστικό υποκείμενο. Αφού διαγνωσθεί το, κατά γενική βάση, προβληματικό ψυχολογικό υπόβαθρο, ειδικά των ηγετικών στελεχών των φασιστικών μορφωμάτων (χαμηλή αυτοεκτίμηση και ατομικές ανασφάλειες είναι τα πιο προφανή συμπτώματα), το προφανές και πιο εύκολο συμπέρασμα είναι πως το άτομο αποκτά αναγνώριση, «αίσθηση του συνανήκειν» από τη δράση του μέσα στο πλαίσιο ενός τέτοιου μηχανισμού. Απομένει όμως η αναγνώριση ενός ακόμη συμπλέγματος, ιδιάζοντος και αρκούντος σημαντικού, το οποίο εξηγεί ακόμη περισσότερο την θηριώδη ορμή που φαίνεται να απελευθερώνεται στις δράσεις των φασιστικών / νεοναζιστικών μορφωμάτων: υπάρχει μία υποβόσκουσα, υπόγεια σύνδεση μεταξύ των ιδανικών που προσπαθούν να δηλώσουν οι φασιστικές πρακτικές και η (προβληματική) σεξουαλικότητα των δρώντων υποκειμένων τους. Η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών των ηγετικών στελεχών της Χρυσής Αυγής σήμερα επιβεβαίωσε την ιστορική έρευνα του φαινομένου «φασισμός» και σε αυτό το σημείο. Οι πρόσφατα αποκαλυφθείσες συνομιλίες του Λαγού με την -προφανώς- ερωτική του σύντροφο, είναι απόλυτα διαφωτιστικές:

«Ετοιμάζομαι να κοιμηθώ, πρόστυχη ναζιστούλα», εμφανίζεται να λέει ο Λαγός σε μία γυναίκα ονόματι Νικόλ, όπως προκύπτει από την άρση του απορρήτου του κινητού του τηλεφώνου. Η ίδια, αναφερόμενη σε επίθεση χρυσαυγιτών σε κοινωνικό χώρο στην Ηλιούπολη, αναφέρει: «Ο άντρακλάς μου δέρνει… Λα, λα, λα! Γουστάρω! Εξιτάρομαι κάθε φορά που το κάνεις….»2

Η αναφορά και περιγραφή της βίαιης δράσης του Λαγού στη σύντροφό του ξεπερνά το ενδιαφέρον που μπορεί η «Νικόλ» να είχε λόγω ιδεολογικής ταύτισης. Ο Λαγός επιζητά σεξουαλική, και συνεπώς έμφυλη, αναγνώριση από τη Νικόλ. Κι αυτή του την παρέχει. Η αναζήτηση αναγνώρισης του αρσενικού από το θηλυκό είναι μέχρις ενός σημείου μηχανισμός φυσιολογικός, εγγεγραμμένος στο DNA του είδους μας από την εποχή του κυνηγιού και των σπηλαίων. Ωστόσο, όσο πιο ακραίες πράξεις μεταχειρίζεται το αρσενικό για να αποκτήσει την αναγνώριση αυτή, τόσο μεγαλύτερο κενό αναδεικνύεται στην σεξουαλική και συνειδησιακή του αυτοεκτίμηση. Ένα άτομο με ουσιώδη αυτοεκτίμηση συνειδητοποιεί πως δεν χρειάζεται να σκοτώσει έναν άνθρωπο για να αναγνωριστεί από τον άλλο ή από την ερωτική του σύντροφο. Στα υγιή ψυχολογικά άτομα, μέρος της αναγνώρισης που απαιτεί το εγώ έρχεται από το ίδιο το άτομο μέσω της φυσιολογικής αυτοεκτίμησης. Όσο χαμηλότερη όμως είναι η αυτοεκτίμηση, τόσο μεγαλύτερο είναι το κενό αναγνώρισης που προκύπτει. Το κενό αυτό αναγνωρίζεται από τα υγιή άτομα κατά τη συναναστροφή τους με το «πάσχον» ψυχολογικά άτομο, οπότε και η πλήρωσή του από το κοινωνικό του περιβάλλον καθίσταται δύσκολη. Στο σημείο αυτό, η ένταξη και δράση στα πλαίσια μιας ναζιστικής οργάνωσης, στην οποία κυβερνά ο παραλογισμός, το μεταφυσικό και ο μυστικισμός, μεταθέτει το ζήτημα της ψυχολογικής αναγνώρισης από το επίπεδο του έλλογου σε αυτό του μεταφυσικού ή του παράλογου. Ο φασίστας δολοφόνος όχι απλώς δικαιολογεί τη δράση του στο υποσυνείδητό του, αλλά από το καθρέφτισμα της πράξης του στα μάτια του ερωτικού του συντρόφου επιβεβαιώνεται στον εαυτό του. Καθώς πλέον η συμπεριφορά έχει αφελκυσθεί από το επίπεδο της λογικής, η δράση εξελίσσεται σε ολοένα αυξανόμενους βαθμούς κτηνωδίας: μια προβληματική αυτοεκτίμηση η οποία δεν έχει έλλογη συναίσθηση της κατάστασής της θα αναζητά όλο και μεγαλύτερες «δόσεις» πλήρωσης.

Την σχέση αυτή είχε εντοπίσει και περιγράψει ολιστικά ο Βίλχελμ Ράιχ3, δίνοντας μια ανάγλυφη εικόνα της σημασίας του σεξουαλικού υποσυνείδητου στην πολιτική διαμόρφωση. Όσο κι αν από ένα σημείο κι έπειτα το έργο του αποτελεί σημείο αντιπαράθεσης ως προς την εγκυρότητά του4, οι βασικές γραμμές της σκέψης του που αφορούν στη σύνδεση ψυχολογίας, κοινωνικής πραγματικότητας και πολιτικής, παραμένουν πειστικές και ευφυείς. Το συμπέρασμά του πως «η αυταρχική διάπλαση του ανθρώπου συντελείται […] κυρίως με το ρίζωμα της ανάσχεσης και του άγχους μέσα στο ζωντανό υλικό του γενετήσιου ορμέμφυτου»5 δεν αποδίδει απλώς το σημείο εκκίνησης του φασιστικού υποκειμένου, αλλά και την γενικότερη μικροαστική πραγματικότητα (ηθική και πολιτική) πάνω στην οποία καλλιεργήθηκαν τα χειρότερα προϊόντα του περασμένου αιώνα (ολοκληρωτισμοί, υπερνεοφιλευθέρες οικονομικές πραγματικότητες, εθνικοί πόλεμοι κλπ, όλα αυτά τα ιστορικά γεγονότα που εκ πρώτης όψεως φαντάζουν παράλογα, καθώς οι μαζικές συνειδήσεις τα στήριξαν ενάντια στα ίδια τα οικονομικά και κοινωνικά τους συμφέροντα).

Μάλιστα ο Ράιχ προχωρά περαιτέρω την διεισδυτική ματιά του και διαπιστώνει πως «η απώθηση της γενετήσιας επιθυμίας ενισχύει την πολιτική αντίδραση, όχι μόνο επειδή κάνει το αγελαίο άτομο παθητικό, αδιάφορο και απολίτικο· αλλά γιατί δημιουργεί μέσα στη δομή του μια δεύτερη δύναμη, ένα τεχνητό συμφέρον, που στηρίζει ενεργά το αυταρχικό σύστημα. Όταν η ερωτική επιθυμία εμποδίζεται από τη γενετήσια απώθηση και δεν μπορεί να βρει τη φυσιολογική της πλήρωση, τότε καταφεύγει σε κάθε λογής υποκατάστατα6 Αυτά τα «κάθε λογής υποκατάστατα» όμως, έχουν σαφέστατο προσανατολισμό. Ο «απολίτικος» και «παθητικός» χαρακτήρας τους, την πηγή του οποίου εύστοχα ο Ράιχ αποδίδει στην προβληματική σεξουαλικότητα,  τα ωθεί να στρέφονται πάντα προς την  αντεπαναστατική κατεύθυνση, ενισχύοντας το στρατόπεδο του συντηρητισμού, της καπιταλιστικής εδραίωσης και, στην χειρότερη έκφανσή τους, τους κάθε φύσεως ολοκληρωτισμούς ή φασισμούς. Καθίσταται σαφές για ακόμη μία φορά πως η «ταύτιση των ιδεολογικών άκρων» όχι απλώς είναι θέση ανιστόρητη, αλλά και πρακτικά αδύνατη: η επαναστατική (ή έστω πολιτικά ενεργή) κατεύθυνση που εκφράζει αυτό που ιστορικά θα αποκαλούσαμε αριστερή πολιτική, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εδραιωθεί μέσω «απολίτικων» και «παθητικών» υποκειμένων. Η ανάγκη δικαιοσύνης και κοινωνικής αλλαγής που η αριστερή σκέψη εκφράζει, απαιτεί -τόσο για την ιδεολογική της εδραίωσης, όσο και για την πρακτική της εφαρμογή- άτομα συνειδητοποιημένα και πολιτικά ενεργά. Το ιδανικό επαναστατικό υποκείμενο είναι άνθρωπος με αυξημένο βαθμό αυτοσυνειδησία και σίγουρα χωρίς καταπιεσμένη σεξουαλικότητα.

  1. Βλ. σχετικά την εργασία «Φασισμός: μια ιστορική προσέγγιση», homo hominus, 8/3/2014 []
  2. Λαγός για αντεξουσιαστές: Θα τους μακελεύω όπου τους βρίσκω, tvxs.gr []
  3. Βλ. Βίλχελμ Ράιχ, Η μαζική ψυχολογία του φασισμού, Εκδ Μπουκουμάνη, Αθήνα, 1974 []
  4. …κυρίως τα τμήματά του που αφορούν στην ύπαρξη της «οργόνης», καθώς και η πλήρης προσήλωσή του στην περιγραφή των κοινωνικών πραγματικοτήτων μέσα από το πρίσμα της καταπιεσμένης ατομικής σεξουαλικότητας. Για την εικόνα από την πλευρά του Ράιχ βλ. σχετικά Βίλχελμ Ράιχ, Άκου ανθρωπάκο, Εκδ. Γνώση, Αθήνα, 2012 []
  5. Ράιχ, Η μαζική ψυχολογία του φασισμού, ό.π., σ. 71 []
  6. Ράιχ, Η μαζική ψυχολογία του φασισμού, ό.π., σ. 72 []

Φασισμός: μια ιστορική προσέγγιση

Φασισμός

Το τέλος του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου δημιούργησε στην ανθρωπότητα την αίσθηση πως παρόμοια καταστροφή δεν πρέπει να ξανασυμβεί. Σχεδόν 20 χρόνια αργότερα, ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ξεπέρασε σε αγριότητα τον πρώτο και αποτέλεσε τη μεγαλύτερη σύγκρουση στην ιστορία. Τι ήταν αυτό που σε τόσο μικρό διάστημα οδήγησε την ανθρωπότητα στην επανάληψη τέτοιων θηριωδιών;

Ο φασισμός, που αναδύθηκε και ισχυροποιήθηκε πολιτικά στο διάστημα του μεσοπολέμου συνεπεία και της μεγάλης οικονομικής κρίσης της εποχής, συνέτεινε στον μέγιστο βαθμό προς την κατεύθυνση αυτή. Κι ενώ τα φασιστικά κινήματα εξαρχής έδειξαν τα αποκρουστικά πρόσωπά τους, υποστηρίχτηκαν μαζικά από ευρωπαϊκές κοινωνίες, κόντρα σε κάθε λογική, ακόμη και στα ίδια τα συμφέροντά τους. Στις μέρες μας, που ακόμα μια σοβαρή καπιταλιστική κρίση αλλάζει τη φυσιογνωμία των ευρωπαϊκών κοινωνιών, ακροδεξιές φωνές επανεμφανίζονται και μάλιστα αποκτούν σημαντικό ακροατήριο.1 Καθώς λοιπόν η παρούσα ιστορική συγκυρία αναπόφευκτα φέρνει τις κοινωνίες μας αντιμέτωπες με το φαινόμενο του φασισμού, είναι απαραίτητη αφενός η διαλεύκανση των σχετικών εννοιών (φασισμός, ναζισμός, εθνικοσοσιαλισμός κλπ) και αφετέρου η επαναφορά της ιστορίας στις πραγματικές της διαστάσεις. Υπό την οπτική αυτή, η παρούσα δημοσίευση αποτελεί μία προσπάθεια διερεύνησης των αιτιών και της ιστορίας του φασισμού, εξετάζοντας τον ιταλικό φασισμό και τον γερμανικό εθνικοσοσιαλισμό.

Η προσέγγισή μας ξεκινά με την περιγραφή των κοινωνικών συνθηκών της μεσοπολεμικής περιόδου σε Γερμανία και Ιταλία και την ανάδειξη των προβλημάτων που τις ταλάνιζαν. Έπειτα περιγράφεται το πώς οι αντιδημοκρατικές δυνάμεις που αναδύθηκαν, εξελίχθηκαν σε φασιστικά κινήματα, ποιά ιδεολογικά χαρακτηριστικά απέκτησαν και ποιές πρακτικές μεταχειρίστηκαν. Τέλος, δίνονται συνοπτικά οι αιτίες που οδήγησαν στην επικράτηση της φασιστικής ιδεολογίας στις κοινωνίες των δύο χωρών.

Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο

Πλήθη ανέργων στην Σκωτία του 1930
Πλήθη ανέργων στην Σκωτία του 1930

Το τέλος του Α’ Παγκόσμιου Πόλεμου οδήγησε στην διαμόρφωση μίας εντελώς διαφορετικής κατάστασης στην Ευρώπη από αυτή που υπήρχε πριν την έναρξή του. Οι παλιές αυτοκρατορίες εντός της Ευρώπης κατέρρευσαν και στην θέση τους αναδύθηκαν μικρότερα εθνικά κράτη, στο πνεύμα των εθνικισμών του 19ου αιώνα.. Ο φιλελευθερισμός φαινόταν να επικρατεί καθολικά ως πολιτικό σύστημα, με την επιβολή των συνθηκών ειρήνευσης. Ωστόσο, οι οικονομικές συνέπειες του πολέμου ήταν εκτεταμένες: προκάλεσε σοβαρότατο κύμα πληθωρισμού, η δε επιστροφή των στρατιωτών επέφερε πλεόνασμα εργατικού δυναμικού και, ως επακόλουθο, την πτώση των ημερομισθίων.2

Επιπλέον, η σαρωτική οικονομική κρίση του 1929 – 1930, εντεινόμενη και από την αυτοτροφοδότηση του δημόσιου χρέους μεταξύ Ευρώπης και Αμερικής3 , μείωσε στα μάτια των λαών την αξιοπιστία της φιλελεύθερης καπιταλιστικής δημοκρατίας. Ευνοήθηκαν έτσι η εσωστρέφεια των χωρών και αναζωπυρώθηκαν προβλήματα και εντάσεις που προϋπήρχαν.4

Ανάπηρος Γερμανός αξιωματικός ζητιανεύει  μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο φορώντας  τη στολή του
Ανάπηρος Γερμανός αξιωματικός ζητιανεύει μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο φορώντας τη στολή του

Στη συλλογική συνείδηση, ο πόλεμος οδήγησε σε «ριζική μεταβολή της ευαισθησίας, εγκαινιάζοντας την “ευρωπαϊκή βία” του 20ου αιώνα».5 Στους βετεράνους της πρώτης γραμμής των μετώπων, για τους οποίους η συμμετοχή στον πόλεμο αποτελούσε τον σημαντικότερο σταθμό της μέχρι τότε ζωής τους, δημιουργήθηκε μία «μη επικοινωνήσιμη αίσθηση ανωτερότητας» απέναντι σε όσους δεν είχαν πολεμήσει.6 Τα οικονομικά προβλήματα και οι κοινωνικές απογοητεύσεις του μεσοπολέμου δυσαρέστησαν πρώην στρατιώτες, εργάτες και ακτήμονες που, ενώ θυσίασαν πολλά στον πόλεμο, δεν αισθάνονταν να τους περιμένει ένα καλύτερο μέλλον.7 Οι κοινωνικές ομάδες αυτές έγιναν οι πρώτοι θιασώτες της μεταπολεμικής άκρας δεξιάς.8

Το κοινωνικό πλαίσιο αυτό οδήγησε στην ενδυνάμωση δυνάμεων στα αριστερά και στα άκρα δεξιά· δυνάμεις που υπήρχαν και πριν τον πόλεμο, αλλά οι συνέπειές του τις ριζοσπαστικοποίησαν δημιουργώντας κρίσεις στις δημοκρατίες κατά τη δεκαετία του 1920.9

Στην Ιταλία, το τέλος του Α’ Παγκόσμιου Πόλεμου βρήκε το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού σε συνθήκες ανέχειας. Η μαξιμαλιστική εθνικιστική προπαγάνδα της πολεμικής περιόδου οδήγησε στο παράδοξο η πλειοψηφία του λαού να αισθάνεται απογοητευμένη για τα κέρδη που η Ιταλία αποκόμισε από τον πόλεμο, παρόλο που η χώρα ήταν από τους νικητές του. Δημιουργήθηκαν αισθήματα εθνικής ταπείνωσης και ντροπής ιδιαίτερα στους νέους, οι οποίοι υιοθέτησαν στάση περιφρόνησης προς το υπάρχον πολιτικό σύστημα, θεωρώντας το διεφθαρμένο και κυνικό. Τα αισθήματα αυτά δεν στερούνταν λογικής βάσης, καθόσον η Ιταλία κατέβαλε μεγάλο τίμημα στον πόλεμο αναλογικά με το μέγεθός της, τόσο οικονομικό όσο και σε ανθρώπινες απώλειες 10

Ως απότοκο των κοινωνικών συνθηκών προκλήθηκε μακρά περίοδος αναταραχής, ευνοώντας τις δυνάμεις που μάχονταν υπέρ μιας σοσιαλιστικής επανάστασης.11 Η κυβέρνηση, μη μπορώντας να θέσει υπό έλεγχο την κατάσταση, χρησιμοποίησε τα αναδυόμενα παραστρατιωτικά φασιστικά τάγματα, τα οποία εξοπλισμένα από την αστυνομία και το στρατό βοήθησαν σημαντικά στην κατάπνιξη των σοσιαλιστικών πυρήνων.12

Στην Γερμανία, το πολιτικοοικονομικό κατεστημένο υποστήριξε την παράδοση της χώρας στους νικητές του πολέμου.13 Στη συλλογική συνείδηση των Γερμανών όμως οι συνθήκες του Παρισιού καταγράφηκαν ως ταπεινωτικές και άδικες, λόγω και των υπέρογκων πολεμικών αποζη- μιώσεων που επιβλήθηκαν στην Γερμανία. Επιπροσθέτως, η οικονομική κρίση του 1930 επηρέασε και στη Γερμανία όλο το φάσμα του πληθυσμού, οδηγώντας σε ενίσχυση των πολιτικών άκρων. Τα αποτελέσματα της κρίσης εντάθηκαν από την τεχνητή δημιουργία πληθωρισμού από την γερμανική κυβέρνηση, στην προσπάθειά της να αποδείξει πως δεν μπορούσε να αποπληρώσει τις πολεμικές  αποζημιώσεις.14

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ, ηγετική μορφή των Γερμανών Κομμουνιστών, απευθύνεται σε συγκέντρωση εργατών.
Η Ρόζα Λούξεμπουργκ, ηγετική μορφή των Γερμανών Κομμουνιστών, απευθύνεται σε συγκέντρωση εργατών.

Αρχικά οι Γερμανοί στράφηκαν προς τα αριστερά, ενδυναμώνοντας το επαναστατικό κίνημα των Σπαρτακιστών. Παρόμοια με την Ιταλία, η κυβέρνηση αντιμετώπισε την κομμουνιστική άνοδο χρησιμοποιώντας πολιτοφυλακές με επικεφαλής πρώην αξιωματικούς του πολέμου, κάτι που πρακτικά οδήγησε στην ενδυνάμωση των ακροδεξιών ιδεών.15 Η πολιτική αναταραχή έδειξε να ομαλοποιείται με την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Η σοσιαλδημοκρατική της κυβέρνηση προσπάθησε να εφαρμόσει κοινωνικές μεταρρυθμίσεις. Όμως οι κατεστημένες δυνάμεις αντιτάχθηκαν σε αυτές και, καθώς διατηρούσαν υπό την ισχύ τους τα μέσα παραγωγής και ενημέρωσης, τελικά συνέτειναν στην αποσταθεροποίηση της ίδιας της δημοκρατίας.16 Υπό την επίδραση της Μεγάλης Ύφεσης κατέστη αδύνατη η διατήρηση της σιωπηρής συναίνεσης μεταξύ κράτους, εργοδοτών και εργατών, η οποία στήριζε την δημοκρατία.17 Τελικώς προκλήθηκε δημοκρατικό αδιέξοδο το 1932, λόγω και της στρατηγικής των ανερχόμενων ναζιστών18 αλλά και της κόντρας κομμουνιστών και σοσιαλιστών.19 Υπό τις συνθήκες αυτές, οι εκφραστές του μεγάλου κεφαλαίου εκμαίευσαν τον διορισμό του Χίτλερ στην πρωθυπουργία το 1933, θεωρώντας τον ως λύση στην ακυβερνησία, σκεπτόμενοι ότι θα μπορούσαν να τον καθυποτάξουν στα συμφέροντά τους.20

Γίνεται σαφές πως οι κοινωνικές συνθήκες του μεσοπολέμου ήταν τέτοιες που ευνοούσαν την ανάπτυξη εντάσεων και αντιδημοκρατικού κλίματος. Οι κυρίαρχες τάξεις αρνούνταν να υποχωρήσουν στο ελάχιστο, συνεισφέροντας στην ανακούφιση των δοκιμαζόμενων κατώτερων στρωμάτων. Με αυτό τον τρόπο οι ταξικές συγκρούσεις εντάθηκαν.21 Επιπροσθέτως, η Γερμανία και η Ιταλία αποτελούσαν προβληματικούς κρίκους στη διεθνή αλυσίδα της ιμπεριαλιστικής μετάβασης του καπιταλισμού.22 Το οικονομικό αδιέξοδο οδήγησε σε βαθιά ιδεολογική κρίση της εργατικής τάξης και της φτωχής αγροτιάς.23 Αυτό, σε συνδυασμό με τη γενικότερη κρίση των επαναστατικών οργανώσεων24 αύξησε την επιρροή των μικροαστών25, οι οποίοι όμως επίσης περνούσαν βαθιά οικονομική κρίση στο σύνολό τους.26

Ανάπτυξη αντιδημοκρατικών δυνάμεων

Όπως φάνηκε, το διάστημα του μεσοπολέμου αποτέλεσε μία περίοδο ιδιαίτερης πολιτικής κρίσης. Χαρακτηριζόταν από επιδείνωση των αντιφάσεων ανάμεσα στις άρχουσες τάξεις, από διαρκή μεταβολή και κρίση της ηγεμονίας, από προβλήματα πολιτικής εκπροσώπησης, από βαθιά κρίση της επικρατούσας ιδεολογίας και, τέλος, από επίθεση του μεγάλου κεφαλαίου και των άρχουσων τάξεων.27 Οι συνθήκες αυτές αποτέλεσαν γόνιμο έδαφος για την ανάπτυξη και εμπέδωση από τους λαούς αντιδημοκρατικών δυνάμεων. Στην αρχή, κυριότερη απειλή για το υφιστάμενο κοινωνικό καθεστώς έμοιαζε να αποτελεί η επαναστατική ρητορική και πρακτική της αριστεράς. Από την δεκαετία του 1920 κι έπειτα όμως, η απειλή για τον φιλελευθερισμό πήγαζε αποκλειστικά από την πολιτική δεξιά.28

Ο καπιταλιστικός μετασχηματισμός των κοινωνιών και η ξενοφοβία που προκλήθηκε από την μαζική μετανάστευση του 19ου αιώνα, συνέτειναν στην δημιουργία ριζοσπαστικών δεξιών κινημάτων ήδη από την περίοδο εκείνη. Οι ιδεολογίες αυτές ενδυναμώνονταν από την «πικρία που ένιωθαν οι μικροί άνθρωποι μέσα σε μια κοινωνία που τους συνέθλιβε μεταξύ των μεγάλων επιχειρήσεων και των ανερχόμενων μαζικών εργατικών κινημάτων»29. Κατά τον μεσοπόλεμο ωστόσο, τα κινήματα αυτά μεγεθύνθηκαν σημαντικά σε επιρροή, καθώς τα κοινωνικά προβλήματα οξύνθηκαν. Η θεσμική δυσλειτουργία των παλαιών κρατών και η επαναστατική εντύπωση που δημιουργούσαν ισχυρά σοσιαλιστικά κινήματα, δημιούργησαν μάζες απογοητευμένων ατόμων που δεν ήξεραν πού να στραφούν. Οι μάζες αυτές, κυρίως προερχόμενες από τα μεσαία και κατώτερα μεσαία (μικροαστικά) στρώματα, αποτέλεσαν τα πιο ευήκοα ώτα προς τις ριζοσπαστικές δυνάμεις της δεξιάς.30

Τα κυριότερα χαρακτηριστικά αυτών των ρευμάτων ήταν η εναντίωσή τους στην ενδεχόμενη σοσιαλιστική επανάσταση (κάτι που μεταφράστηκε σε φανατικό αντικομουνισμό), η εχθρική στάση τους απέναντι στους φιλελεύθερους πολιτικούς θεσμούς, ο μιλιταρισμός και η συνεπακόλουθη ενίσχυση των σωμάτων καταστολής, ο ακραίος εθνικισμός, η οργανική αντίληψη της φύσης της κοινωνίας31 και η εξύψωση των παραδοσιακών αξιών της θρησκείας, της έννομης τάξης και της οικογένειας.32

Υπό τις επικρατούσες συνθήκες του μεσοπολέμου, οι δυνάμεις αυτές σταδιακά μετατράπηκαν σε φασιστικά κινήματα, πρώτα στην Ιταλία και έπειτα στην Γερμανία. Η φασιστική ιδεολογία δεν ήταν ιδιαίτερα θεωρητικοποιημένη ούτε είχε στιβαρή φιλοσοφική υποστήριξη. Έδινε έμφαση στην ανεπάρκεια του ορθολογισμού και πρόκρινε την ανωτερότητα του ενστίκτου και της βούλησης, καταλήγοντας σε έναν συγκερασμό αντιφατικών στοιχείων.33 Ωστόσο,  οι πρωτόγονες δυνάμεις που την διαπερνούσαν, αφύπνιζαν τα στοιχειώδη συναισθήματα  οδηγώντας «στην έκρηξη μιας άθλιας φρασεολογίας».34

Χαρακτηριστικά των φασισμών

Χίτλερ και Μουσολίνι σε κοινή τους εμφάνιση.
Χίτλερ και Μουσολίνι σε κοινή τους εμφάνιση.

Ο ιταλικός φασισμός εμφανίστηκε ιστορικά πρώτος και έδωσε το ιδεολογικό παράδειγμα. Το «φασιστικό κόμμα» του Μουσολίνι αρχικά παρουσιάστηκε ως αντικαπιταλιστικό, ενσωματώνοντας σχετικές προσδοκίες τόσο των μικροαστών όσο και των εργατών. Η πολιτική του πλατφόρμα ήταν εξαιρετικά ριζοσπαστική, υιοθετώντας αιτήματα όπως την καθολική ψηφοφορία, την εφαρμογή φιλεργατικών ρυθμίσεων, τη βαριά φορολογία του κεφαλαίου και την αντίθεση σε κάθε ιμπεριαλισμό. Μετά τον Μάιο του 1920 όμως άλλαξε εντυπωσιακά την ρητορική του: αφαιρέθηκε κάθε αναφορά σε οικονομικές μεταρρυθμίσεις και σε σύγκρουση με το μεγάλο κεφάλαιο. Το φασιστικό κόμμα, ελλείψει οικονομικού προγράμματος, βασιζόταν σε συμβιβασμούς και συνδιαλλαγή με το κατεστημένο· μεταμορφώθηκε έτσι σταδιακά στον κύριο εγγυητή των συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου. 35

Παρόλο που ο ιταλικός φασισμός διατεινόταν πως συνιστούσε την ριζοσπαστική απάντηση στο διεφθαρμένο, κατεστημένο πολιτικοοικονομικό σύστημα της χώρας, συνέχισε να βασίζεται σε πρόσωπα της συντηρητικής ελίτ. Δεν αποτέλεσε ποτέ ουσιαστική απειλή για την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, ούτε για την Εκκλησία, η οποία εξάλλου προσέβλεπε στους φασίστες προστασία απέναντι στην «κομμουνιστική αθεΐα».36 Το κόμμα ταυτίστηκε πλήρως με τον διοικητικό μηχανισμό, δημιουργώντας ένα ολοκληρωτικό «κορπορατικό κράτος»37 προς όφελος των κομματικών στελεχών και των βιομηχάνων. Η κατεύθυνση αυτή ιδεολογικά προωθήθηκε στις μάζες με την άποψη πως το κράτος υπερισχύει των ατομικών συμφερόντων, ενσωματώνοντάς τα.

Η εμπέδωση της εξουσίας στο φασισμό γινόταν στη μορφή του «ανώτατου λαϊκιστή ηγέτη»38, τον Μουσολίνι, ο οποίος κατείχε υπερεξουσίες και πρακτικά έλεγχε τα πάντα. Η εξουσία στηριζόταν σε ένα πλαίσιο προπαγάνδας, βίαιης καταστολής και τρομοκρατίας, τόσο από  κρατικούς όσο και από παρακρατικούς μηχανισμούς. Αυτή η τακτική οδήγησε σε μία εικόνα σταθερότητας και «παθητικής δημοφιλίας» του φασισμού, αφού κάθε αντίθετη φωνή καταπνιγόταν εν τη γενέσει της. Ιδιαίτερη σπουδή επέδειξε ο φασισμός στην βίαιη καταστολή εργατικών και αγροτικών διεκδικήσεων, τάξεις οι οποίες ήταν ιδιαίτερα πληγμένες από την αποπληθωριστική του πολιτική.39

Βασικό εργαλείο μαζικής χειραγώγησης του φασισμού υπήρξε μία σχεδόν υστερική μορφή εθνικισμού, επενδεδυμένη με ένα πλαίσιο συντηρητικών αξιών.40 Μέσα από τον εθνικισμό νομιμοποιήθηκε το καθεστώς στη λαϊκή συνείδηση αλλά και εκφράστηκε η πικρία των Ιταλών για τα κέρδη από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το έθνος εξιδανικεύτηκε και απέκτησε μια υπερβατική θεώρηση, αν και αυτή στηρίχθηκε στην επίκληση ενός κατασκευασμένου παρελθόντος. Αυτό, σε συνδυασμό με την εξύμνηση του μιλιταρισμού και του ιμπεριαλισμού41, οδήγησε στην εμπέδωση της ιδέας πως υπάρχει αδυναμία αρμονικής συνύπαρξης των εθνών.42 Ο Μουσολίνι «εκσυγχρόνισε» τον εθνικισμό, μετατρέποντάς τον σε μαζική ιδεολογία με αντιφατικά χαρακτηριστικά, αφού μέσω αυτής εκφράζονταν πόθοι αντεπαναστατικοί και ταυτόχρονα επαναστατικοί, αντικομουνιστικοί και ταυτόχρονα αντικαπιταλιστικοί. Κάτι τέτοιο δεν θα ήταν εφικτό χωρίς την αυξημένη επιρροή της μικροαστικών φοβιών πάνω στην εργατική τάξη, γεγονός που ο φασισμός εκμεταλλεύτηκε απόλυτα.43

Αφίσα των εθνικοσοσιαλιστών «Εθνικοσοσιαλισμός: Η οργανωμένη θέληση του έθνους»
Αφίσα των εθνικοσοσιαλιστών «Εθνικοσοσιαλισμός: Η οργανωμένη θέληση του έθνους»

Στην Γερμανία, ο φασισμός αναπτύχθηκε από το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα, υπό τον Αδόλφο Χίτλερ, για τον οποίο ο Μουσολίνι υπήρξε το παράδειγμα. Ο εθνικοσοσιαλισμός ενσωμάτωσε όλα τα προηγούμενα στοιχεία του ιταλικού φασισμού, όμως τα εξέφρασε σε ιδιαίτερα ακραία μορφή και πρόσθεσε νέα στοιχεία τόσο ειδεχθή, ικανά να τον χαρακτηρίσουν ως μια «μαζική ψυχική αρρώστια που αναδύθηκε στην επιφάνεια» και ως «ανορθολογική επανάσταση».44

Αρχικά το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα -όπως και το ιταλικό φασιστικό- υποστήριξε στοιχεία ρήξης με το πολιτικοοικονομικό καθεστώς της Γερμανίας. Ωστόσο και αυτό μετασκεύασε την προπαγάνδα του αφαιρώντας τα αντικαπιταλιστικά του συνθήματα από το 1930 κι έπειτα.45 Διατήρησε έναν ορθολογικό πυρήνα, εκφρασμένο στην θεωρία του «κοινού αίματος και εδάφους», όμως κατέληξε σε έναν μυστικιστικό τρόπο λατρείας του κοινού αυτού αίματος.46 Η έννοια της «φυλής» αποτέλεσε κεντρική θεωρητική του θέση47, σε βαθμό που τελικά αφαιρέθηκε από τον άνθρωπο η δυνατότητα ιδεολογικού αυτοπροσδιορισμού του, αφού η ιδέα είναι συνυφασμένη με το «είναι» του ανθρώπου.48 Η θεώρηση αυτή βοήθησε στην δημιουργία ενός αποδιοπομπαίου τράγου, φορτωμένου με την ενοχή όλων των συμφορών του έθνους, τους Εβραίους49. Τα δραστικά μέτρα που έλαβε ο φασισμός εναντίον τους, οδήγησαν στην εκστρατεία ολοκληρωτικής εξόντωσής τους: το Ολοκαύτωμα.50 Αυτός ο λυσσαλέος ρατσισμός, υπήρξε η σημαντικότερη διαφορά του εθνικοσοσιαλισμού από τον ιταλικό φασισμό, καθώς ο Μουσολίνι δεν υιοθέτησε πρόθυμα τις διώξεις κατά των Εβραίων.

Εκπαίδευση της νεολαίας σε μιλιταριστικού τύπου οργανώσεις.
Εκπαίδευση της νεολαίας σε μιλιταριστικού τύπου οργανώσεις.

Στο κοινωνικό πεδίο, ο ναζισμός κατάργησε την διάκριση μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού.51  Εξύμνησε ιδιαίτερα την οικογένεια, την οποία χρησιμοποίησε ως ένα κοινωνικό κύτταρο προστατευμένο από την ταξική πάλη.52 Κήρυττε την ολοκληρωτική μεταρρύθμιση της κοινωνίας μέσω της δημιουργίας ενός «νέου τύπου ανθρώπου», αναμιγνύοντας ρομαντικά στοιχεία της γερμανικής παράδοσης με την τεχνολογική νεωτερικότητα. Αποθέωσε τους επίλεκτους και χρησιμοποίησε μιλιταριστικού τύπου οργανώσεις για να εντρυφήσει στη νεολαία το ιδανικό πως η ουσία του ανθρώπου δεν βρίσκεται πλέον στην ελευθερία, αλλά σε ένα είδος αλυσόδεσης.53 Το γερμανικό ιδανικό για τον άνθρωπο εμφανίστηκε σαν μια υπόσχεση ειλικρίνειας και αυθεντικότητας. Απέκτησε μαζική υποστήριξη σε μια κοινωνία που, όντας καταπιεσμένη από τις συνθήκες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου,  είχε μεν έντονη επιθυμία για ελευθερία, αλλά είχε χάσει την επαφή της με το πραγματικό της ιδανικό για την ουσία της ελευθερίας και επιπλέον φοβόταν να αναλάβει την ευθύνη που αυτή συνεπάγεται.54

Καταλήγοντας, ο δογματισμός, το τελετουργικό, η μισαλλοδοξία και ο επεκτατικός ζήλος του εθνικοσοσιαλισμού, τον καθιστούν συγκρίσιμο με μια νέα θρησκεία.55 Μια θρησκεία όμως, που πήρε την μορφή μιας ιδιότυπης μορφής καθεστώτος του καπιταλιστικού κράτους εκτάκτου ανάγκης, απαντώντας στην σοβαρή πολιτική κρίση της εποχής.56

Πρακτικές φασιστικών κινημάτων

Χαρακτηριστικό των φασιστικών πρακτικών αποτελεί η χαμαιλεόντεια προσαρμοστικότητά τους. Κατά την εξέλιξη του εκφασισμού της κοινωνίας, ο φασισμός δεν είχε πρόβλημα να υπηρετεί -στο επίπεδο της ρητορικής- αντικρουόμενα συμφέροντα. Στη διάρκεια της πρώτης φάσης του, ο φασισμός εκπροσώπησε τα συμφέροντα των μικροαστών· το πολιτικό του πρόγραμμα αποτέλεσε έναν «κατάλογο μνησικακιών της μικροαστικής τάξης»57. Από την μαζικοποίησή του κι έπειτα όμως, εξέφρασε τα συμφέροντα των μεγαλοαστών.58

Ο Μουσολίνι οδηγεί την «πορεία προς την Ρώμη».
Ο Μουσολίνι οδηγεί την «πορεία προς την Ρώμη».

Το σημαντικότερο εργαλείο για τον φασισμό αποτέλεσε η προπαγάνδα, η οποία αποσκοπούσε στην «κινητοποίηση των μαζών από τα κάτω»59. Τόσο ο Χίτλερ όσο και ο Μουσολίνι, βάσισαν την ρητορική τους στο πληγωμένο γόητρο Ιταλών και Γερμανών. Οι εξαγγελίες τους για την ανατροπή του υφιστάμενου διεθνούς πλαισίου, για επέκταση, για οικονομική ανόρθωση και κοινωνική εξασφάλιση κατεύνασαν την αγωνία των πολυπληθών μεσαίων στρωμάτων, απομα- κρύνοντάς την από τα προβλήματα της καθημερι- νότητας. Ο φασισμός όμως δεν αρκέστηκε στην επιδί- ωξη της μαζικοποίησης, αλλά προσχεδίασε τις ενέργειες αυτές που θα τον έφερναν στην εξουσία.

Στην Ιταλία, ο πρώην σοσιαλιστής Μουσολίνι προ- σέγγισε τις απογοητευμένες μάζες με ένα φιλολαϊκό πρόγραμμα αλλά γρήγορα, υπό την χρηματοδότηση των καπιταλιστών, πραγματοποίησε στροφή σε σαφώς πιο συντηρητικές, εθνικιστικές θέσεις που δεν περιλάμβαναν οικονομικές επιβαρύνσεις των κυρίαρχων στρωμάτων.60 Καθώς το υπάρχον σύστημα κατέρρεε, οι φασίστες ετοιμάζονταν επιθετικά για την ανάληψη της εξουσίας. Οι παραστρατιωτικές τους ομάδες κατέπνιξαν κάθε προοδευτικό στοιχείο και, στο κλίμα διάλυσης που δημιουργήθηκε,  εκμεταλλεύτηκαν την αναποφασιστικότητα των πολιτικών. Με την «πορεία προς την Ρώμη»61 τον Οκτώβριο του 1922 εκβίασαν την παραίτηση του πρωθυπουργού και την ανάθεση της εξουσίας στον Μουσολίνι. Μέχρι το 1925 είχε ήδη επιβληθεί ένα πλήρως δικτατορικό καθεστώς.62

Αφίσα των ναζιστών που υποστηρίζει την αδελφοσύνη των προλετάριων με τους «χαρτογιακάδες» τους εργαζόμενους στον τριτογενή τομέα, οι οποίοι συνήθως αποτελούσαν την «εργατική αριστοκρατία». Η αποδόμηση της ταξικής συνείδησης επιχιρείται ταυτίζοντάς την εργασιακή αδελφοσύνη με τα αισθήματα συντροφικότητας των στρατιωτών του Α' Π.Π.
Αφίσα των ναζιστών που υποστηρίζει την αδελφοσύνη των προλετάριων με τους «χαρτογιακάδες» τους εργαζόμενους στον τριτογενή τομέα, οι οποίοι συνήθως αποτελούσαν την «εργατική αριστοκρατία». Η αποδόμηση της ταξικής συνείδησης επιχιρείται ταυτίζοντάς την εργασιακή αδελφοσύνη με τα αισθήματα συντροφικότητας των στρατιωτών του Α’ Π.Π.

Στην Γερμανία, η εθνικιστική ρητορική του ναζιστικού κόμματος κατασκεύασε τη θεωρία της «πισώπλατης μαχαιριάς» από σοσιαλιστές πολιτικούς και Εβραίους, για να εκμεταλλευτεί την «μεταφυσική άρνηση της ήττας»63 στον Α’ Παγκόσμιο. Για να τονωθεί η αυτοεκτίμηση του μέσου Γερμανού, οι ναζιστές επιδόθηκαν σε καθημερινή ρατσιστική προπαγάνδα εναντίων των Εβραίων.64

Όντας αυστηρά οργανωμένο, το ναζιστικό κόμμα χρησιμοποίησε επίλεκτες ομάδες ένοπλης πολιτοφυλακής για να τρομοκρατήσει και να εξοντώσει του αντιπάλους του.65 Σειρά προσχεδιασμένων ενεργειών του Χίτλερ66 δημιούργησαν κλίμα κοινωνικής αναταραχής και πολιτικού αδιεξόδου, ώστε -υπό την πίεση και των ανώτατων οικονομικών στρωμάτων- να πιεσθεί ο πρόεδρος Χίντεμπουργκ στην κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Στις επακό- λουθες εκλογές η προπαγάνδα των ναζιστών έφερε τον Χίτλερ στην εξουσία. Με την ανάληψη της διακυβέρνησης, οι ναζιστές άρχισαν τον ολοκληρωτικό μετασχηματισμό του κράτους: ανέστειλαν τις πολιτικές ελευθερίες, εξαπέλυσαν κύμα συλλήψεων αντιπάλων, κατάργησαν τα συνδικάτα και τα κόμματα, ενεργοποίησαν τις μυστικές υπηρεσίες.67

Το Volkswagen υπήρξε ο ακρογωνιαίος λίθος της ναζιστικής προπαγάνδας σχετικά με το φιλολαϊκό του πρόγραμμα. Η αφίσα της εποχής διατείνεται πως «με 5 μάρκα την εβδομάδα μπορεί να το αποκτήσει ο καθένας».
Το Volkswagen υπήρξε ο ακρογωνιαίος λίθος της ναζιστικής προπαγάνδας σχετικά με το φιλολαϊκό του πρόγραμμα. Η αφίσα της εποχής διατείνεται πως «με 5 μάρκα την εβδομάδα μπορεί να το αποκτήσει ο καθένας».

Είναι χαρακτηριστικό και στις δύο περιπτώσεις (Ιταλία και Γερμανία) το γεγονός πως, σε αντίθεση με την επαναστατική ρητορική, ο φασισμός κατέλαβε την εξουσία με συνταγματικό τρόπο -διά της κοινοβουλευτικής οδού-, βοηθούμενος από τον κρατικό μηχανισμό καταστολής της ταξικής πάλης.68 Αμέσως μετά την ανάληψη της εξουσίας, η κύρια προσπάθεια του φασισμού στράφηκε στον έλεγχο των ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους και σε εκκαθαρίσεις αντιπάλων ακόμη και στις ίδιες του τις τάξεις. Αυτό τον απάλλαξε από ένα μέρος του ταξικού βάρους που τον πίεζε.69

Αιτίες επικράτησης του φασισμού

Μέχρι την έλευση του φασισμού οι άνθρωποι απλώς υπέμεναν την τυραννία. Στην εποχή του όμως, δρώντας εντελώς παράλογα, υποστήριξαν ενεργά την τυραννία. Για πρώτη φορά στην ιστορία αποκαλύφθηκε «η σημασία του ανορθολογισμού στην κοινωνική διαδικασία».70 Τι ήταν όμως αυτό που έστρεψε την γερμανική και ιταλική κοινωνία ενάντια στα ίδια τα συμφέροντά τους ;

Ο φασισμός βρήκε ιδιαίτερη απήχηση σε αυτούς που θεωρούσαν τους εαυτούς τους θύματα της κοινωνίας. Τον υποστήριξαν νέοι, φοιτητές, πρώην στρατιώτες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, αξιωματικοί της μεσαίας τάξης και ψηφοφόροι του αστικού Κέντρου και της Δεξιάς.71 Ο φασισμός συνδέθηκε με τη μικροαστική τάξη με ένα δεσμό αρκετά ισχυρό και πολύπλοκο.72 Ταυτόχρονα όμως, και ενώ υποστήριζε τις παραδοσιακές αξίες, δεν είχε την ίδια απήχηση στους ιστορικούς φύλακες της συντηρητικής τάξης πραγμάτων.73 Για να κατανοηθούν αυτές οι αντιφάσεις θα πρέπει να γίνει αντιληπτό πώς ο φασισμός πρόβαλε τα ιδεολογικά χαρακτηριστικά του ως απάντηση στα σοβαρά προβλήματα των κοινωνιών του μεσοπολέμου.

Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι ευρωπαϊκές κοινωνίες αντιμετώπιζαν σοβαρά πολιτικά, κοινωνικά74 και οικονομικά προβλήματα, τα οποία ήταν ιδιαίτερα έντονα σε Ιταλία και Γερμανία. Οι δύο αυτές χώρες μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα πέρασαν από την εθνική ενοποίηση στο τελευταίο στάδιο του ιμπεριαλιστικού επεκτατισμού, επιθυμώντας να ανδρωθούν ως αυτοκρατορίες σε μια εποχή που οι αυτοκρατορίες γενικά κατέρρεαν. Οι αστικές τάξεις Γερμανίας και Ιταλίας επιθυμούσαν την ιμπεριαλιστική οικονομική επέκταση, όμως η εποχή και τα κοινωνικά δεδομένα των χωρών δεν ευνοούσαν κάτι τέτοιο. Προέκυψε λοιπόν μια χαρακτηριστική κρίση του ιμπεριαλιστικού σταδίου στην οποία ο φασισμός εξέφρασε μία ιδιότυπη συγκυρία της πάλης των τάξεων.75 Επιπροσθέτως, η Μεγάλη Ύφεση του 1929 – 1930 δημιούργησε συνθήκες ευνοϊκές στην ανάπτυξη του φασισμού. Χωρίς αυτήν, ο φασισμός (ο οποίος υποστηρίχτηκε μαζικά ως αντίδραση στα τραύματα της Ύφεσης) δεν θα αποκτούσε τόσο σημαντικό ιστορικά ρόλο.76

Η κρίση προκάλεσε αισθήματα κοινωνικού φόβου και συνεπώς, μια μετατόπιση του λαού προς τα δεξιά. Ο μέσος άνθρωπος δεν μπορούσε να κατανοήσει τους περίπλοκους μηχανισμούς της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας, οι οποίοι επιδείνωσαν τα αποτελέσματα της κρίσης στην καθημερινότητά του. Ο φασισμός από την άλλη ανέπτυξε ένα πρόγραμμα απλοϊκό, ικανό να το κατανοήσει ο καθένας.77 Ταυτόχρονα, ο φόβος των ανώτατων και μεσαίων στρωμάτων για μια σοσιαλιστική επανάσταση, οδήγησε σε αύξηση της απήχησης του φασισμού, ως ένα κίνημα που υποσχόταν διατήρηση των ιδιοκτησιών.78  «Ο φασισμός υποσχέθηκε στους καπιταλιστές ότι θα διασφάλιζε τον έλεγχό τους στη βιομηχανία και ταυτοχρόνως στους εργάτες την πρόσβασή τους στον έλεγχο αυτό – και τον πίστεψαν και οι δύο»!79Έτσι, οι οικονομικές εξελίξεις ήρθαν σε άμεση αντίθεση με τις ιδεολογικές.80

Ειδικά όμως το μεγάλο κεφάλαιο, διείδε στον φασισμό σημαντικά πλεονεκτήματα, καθόσον αυτός υπήρξε το ισχυρότερο οχυρό απέναντι στην αριστερή κοινωνική επανάσταση, εξαφάνισε τα εργατικά δικαιώματα και διεκδικήσεις, έδωσε πλήρη ελευθερία στην εργοδοτική αυθαιρεσία και χειραγώγησε τους εργάτες.81 Ταυτοχρόνως όμως, ο φασισμός υποστήριξε στην ρητορική του, και στην Γερμανία το έκανε εν μέρει πράξη, ένα κοινωνικό πρόγραμμα για τις μάζες, χωρίς ωστόσο να κλονίσει την σταθερότητα της αστικής τάξης. Επιπλέον, ανέσχεσε την ύφεση,  μέσω  χρηματοδοτήσεων σε εξοπλιστικά προγράμματα και δημόσια έργα.82

Επιπροσθέτως, ο φασισμός αυτοσυστήθηκε ως η μοναδική δύναμη τάξης ενάντια στην κοινωνική αταξία. Οι Ευρωπαίοι συντηρητικοί έβλεπαν τις χώρες με φασιστικά καθεστώτα ως τις μόνες που αντιμετώπισαν αποτελεσματικά τους σοσιαλιστές επαναστάτες.83 Ακόμη, η μη επαναστατημένη μάζα ήταν διατεθειμένη να αποδεχτεί και να στηρίξει οποιαδήποτε κυβέρνηση φαινόταν να εξασφαλίζει κοινωνική ηρεμία.84 Εμφαίνεται πως οι μάζες ήθελαν μεν μια ριζοσπαστική αλλαγή, αλλά ταυτόχρονα φοβόντουσαν την επανάσταση. Ο φασισμός απάντησε στην ανάγκη αυτή, απαλλάσσοντάς τες από την ευθύνη για την ίδια τους τη μοίρα.85

Επίλογος

Από την ανάλυση των προβλημάτων που αντιμετώπιζαν η γερμανική και ιταλική κοινωνία του μεσοπολέμου και των χαρακτηριστικών της φασιστικής ιδεολογίας, προέκυψε το πώς ο φασισμός απέκτησε μαζική υποστήριξη, προβάλλοντας μια πειστική απάντηση στις αγωνίες του μέσου ανθρώπου της εποχής.

Γίνεται επίσης εμφανές πως η φασιστική ιδεολογία είναι διαποτισμένη από αντιφατικές θέσεις. Παρόλο που ο φασισμός προέβαλε τον ριζοσπαστικό και επαναστατικό του χαρακτήρα, ανέλαβε την εξουσία μέσω της δημοκρατικής οδού. Δεν αποτέλεσε ουσιαστικά ένα καινούργιο καθεστώς, αλλά στηρίχθηκε σε μία συμμαχία των μικροαστικών μαζών με το μεγάλο κεφάλαιο, εξυπηρετώντας πρακτικά τα συμφέροντα του δευτέρου. Η ανορθολογικότητα και η εξαχρείωση δεν ήταν αποκλειστικά αποτελέσματα παραφρόνων ηγετών (του Χίτλερ στη Γερμανία, του Μουσολίνι στην Ιταλία). Οι ηγεσίες αυτές δεν υπέταξαν με την βία τους λαούς τους, αλλά ανδρώθηκαν σε ένα έδαφος γόνιμο λόγω των καταπιεσμένων συλλογικών υποσυνείδητων. Αυτή η επικράτηση του καταπιεσμένου ανορθολογισμού οδήγησε τελικά στην κτηνωδία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Στην αυγή του 21ου αιώνα, οι δυτικές κοινωνίες αντιμετωπίζουν ξανά οικονομικά προβλήματα, τα οποία οδηγούν σε παρόμοια συλλογική καταπίεση. Η φασιστική ιδεολογία αποκτά και πάλι έδαφος, προβάλλοντας το ίδιο περιεχόμενο: μια θεωρία ελκυστική στα καταπιεσμένα συλλογικά υποσυνείδητα, στρέφοντας όμως την ενστικτώδη βίαιη αντίδραση των αδικημένων μαζών όχι προς τους αληθινούς υπαίτιους, αλλά προς τον εκάστοτε δαιμονοποιημένο, εύκολο στόχο (τον μετανάστη, τον διαφορετικό, τον αλοεθνή). Αυτή τη φορά θα διδαχτούμε από τις εμπειρίες της ιστορίας, ώστε να μην επαναληφθούν τα λάθη του παρελθόντος;

Βιβλιογραφία

  • Πουλαντζάς, Ν., Φασισμός και δικτατορία – Η 3η Διεθνής αντιμέτωπη στον φασισμό, Αθήνα, Εκδ. Θεμέλιο – Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, 2006

  • Ράπτης, Κ., Γενική Ιστορία της Ευρώπης, τ. Β’, Πάτρα, Ε.Α.Π., 2000

  • Κώστας Ράπτης, «Η Οικονομική Κρίση 1929-1932 στην Κεντρική Ευρώπη», Εισήγηση στη διήμερη επιστημονική συνάντηση του Τομέα Ιστορίας του ΕΚΠΑ στις 4-5 Νοεμβρίου του 2011 για τις Οικονομικές Κρίσεις και την αντιμετώπισή τους στον μακρό ιστορικό χρόνο, Αθήνα, 2011, διαθέσιμο στο http://www.arch.uoa.gr/fileadmin/arch.uoa.gr/uploads/drast_hist/krisi_ seminaria/krisi_raptis.pdf , 10 Απριλίου 2013

  • Agamben, G., «Εισαγωγή», στο Ε. Levinas, Μερικές σκέψεις για τη φιλοσοφία του χιτλερισμού, Αθήνα, Εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα, 2013, σ. 5 – 14

  • Burns, E. M., Ευρωπαϊκή Ιστορία – Εισαγωγή στην ιστορία και τον πολιτισμό της νεότερης Ευρώπης, τ. Β‘, Θεσσαλονίκη, Εκδ. Παρατηρητής, 1983

  • Frank, R., «Εμφύλιοι ευρωπαϊκοί πόλεμοι», στο E. Αρβελέρ – M. Aymard (επιμ.), Οι Ευρωπαίοι – Νεότερη και σύγχρονη εποχή, τ. Β’, Εκδ. Σαββάλας, Αθήνα, 2003, σ. 359422

  • Heywood, A., Πολιτικές Ιδεολογίες, Αθήνα, Εκδ. Επίκεντρο, 2005

  • Hobsbawm, E. J., Η εποχή των άκρων – Ο σύντομος εικοστός αιώνας 1914 – 1991, Αθήνα, Εκδ. Θεμέλιο, 2010

  • Levinas, E., Μερικές σκέψεις για τη φιλοσοφία του χιτλερισμού, Αθήνα, Εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα, 2013

  • Malatesta, E., Δημοκρατία, φασισμός, αναρχία, Αθήνα, Εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα, 2012

  • Preston, P., «Ο μεγάλος εμφύλιος πόλεμος: Πολιτική ιστορία της Ευρώπης, 1914 – 1945», στο T.C.W. Blanning (επιμ.), Ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης, Εκδ. Τουρίκη, Αθήνα, 2009, σ. 213256

  • Reich, W., Ο μαύρος και ο κόκκινος φασισμός, Αθήνα, Εκδ. Ελεύθερος Τύπος, 2012

  • Wikipedia, «Κορπορατισμός», διαθέσιμο στο http://el.wikipedia.org/wiki/Κορπορατισμός , 10 Απριλίου 2013.

  • Wikipedia, «Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα», διαθέσιμο στο http://el.wikipedia.org/wiki/Εθνικοσοσιαλιστικό_Γερμανικό_Εργατικό_Κόμμα , 10 Απριλίου 2013.

  • TVXS, «Ακροδεξιός ηγέτης χαστουκίζει εισαγγελέα στην Ουκρανία», http://www.tvxs.gr/node/149711
  • TVXS, «Ουκρανία: Η ακροδεξιά πνίγει το «Κίνημα της Ευρώπης»», http://www.tvxs.gr/node/147823
  • TVXS, «Πρώτος στόχος των ουκρανών νεοναζί οι κομμουνιστές», http://www.tvxs.gr/node/149519
  • TVXS, «Nέα κυβέρνηση στην Ουκρανία ενώ νεοναζί στήνουν πογκρόμ», http://www.tvxs.gr/node/149599
  • TVXS, «Το Ράιχσταγκ στις φλόγες, εξαπλώνεται ο ναζισμός», http://www.tvxs.gr/node/55447

 

Πηγές εικόνων

  1. Η Χρυσή Αυγή, αποδεδειγμένα ναζιστικό – φασιστικό κόμμα, έχει πλέον μπει στην ελληνική βουλή και η δύναμή της δημοσκοπικά κινείται σταθερά (μέχρι και τον Μάρτιο του 2014) σε επίπεδα τρίτου κόμματος. Στις δε πρόσφατες αναταραχές στην Ουκρανία, ναζιστικά μορφώματα έπαιξαν σημαντικότατο ρόλο και τελικά έλαβαν θέσει κλειδιά στη νέα, μεταβατική κυβέρνηση. Η σχετική δημοσιογραφία είναι αποκαλυπτική: Η ακροδεξιά πνίγει το «Κίνημα της Ευρώπης», Nέα κυβέρνηση στην Ουκρανία ενώ νεοναζί στήνουν πογκρόμ, Πρώτος στόχος των ουκρανών νεοναζί οι κομμουνιστές, Ακροδεξιός ηγέτης χαστουκίζει εισαγγελέα στην Ουκρανία. []
  2. Edward Burns, Ευρωπαϊκή Ιστορία – Εισαγωγή στην ιστορία και τον πολιτισμό της νεότερης Ευρώπης, τ. Β’, Θεσσαλονίκη, Εκδ. Παρατηρητής, 1983, σ. 324. []
  3. Για να αποπληρώσει τις υπέρογκες πολεμικές αποζημιώσεις του Α’ Π.Π. η Γερμανία δανείστηκε σε μεγάλο βαθμό από τις ΗΠΑ και την Μ. Βρετανία. «Ο συνεχής και υπέρογκος δανεισμός από τις ΗΠΑ και τη Μ. Βρετανία, ο οποίος δημιούργησε υψηλά και δύσκολα διαχειρίσιμα χρέη κατά τον μεσοπόλεμο, λειτούργησε ως ωρολογιακή βόμβα για την οικονομική – δημοσιονομική και όχι μόνο σταθερότητα των κεντροευρωπαϊκών κρατών». Αυτή η οικονομική αλληλεξάρτηση έκανε πιο έντονα τα αποτελέσματα του οικονομικού κραχ του 1929, Κώστας Ράπτης, «Η Οικονομική Κρίση 1929-1932 στην Κεντρική Ευρώπη», Εισήγηση στη διήμερη επιστημονική συνάντηση του Τομέα Ιστορίας του ΕΚΠΑ στις 4-5 Νοεμβρίου του 2011 για τις Οικονομικές Κρίσεις και την αντιμετώπισή τους στον μακρό ιστορικό χρόνο, Αθήνα, 2011, σ. 5, διαθέσιμο στο http://www.arch.uoa.gr/fileadmin/ arch.uoa.gr/uploads/drast_hist/krisi_seminaria/krisi_raptis.pdf  , 10 Απριλίου 2013 []
  4. Κώστας Ράπτης, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, τ. Β’, Πάτρα, Ε.Α.Π., 2000, σ. 188 και 201. []
  5. Λόγω της πρωτοφανούς βίας (σε είδος και ένταση) που χρησιμοποιήθηκε κατά τον Α’ Παγκόσμιο, οι ευρωπαϊκές κοινωνίες έγιναν πιο δεκτικές σε βίαιες και ανορθολογικές θεωρήσεις, Robert Frank, “Εμφύλιοι ευρωπαϊκοί πόλεμοι”, στο E. Αρβελέρ – M. Aymard (επιμ.), Οι Ευρωπαίοι – Νεότερη και σύγχρονη εποχή, τ. Β’, Εκδ. Σαββάλας, Αθήνα, 2003, σ. 367. []
  6. Eric Hobsbawm, Η εποχή των άκρων – Ο σύντομος εικοστός αιώνας 1914 – 1991, Αθήνα, Εκδ. Θεμέλιο, 2010, σ. 43 και σ. 161 – 162. []
  7. Frank, ό.π., σ. 390. []
  8. Hobsbawm, ό.π., σ. 43. []
  9. Frank, ό.π., σ. 390. []
  10. Burns, ό.π., σ. 324 και Ράπτης, ό.π., σ. 188. []
  11. Στο ίδιο, ό.π., σ. 188 []
  12. Paul Preston, “Ο μεγάλος εμφύλιος πόλεμος: Πολιτική ιστορία της Ευρώπης, 1914 – 1945”, στο T.C.W. Blanning (επιμ.), Ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης, Εκδ. Τουρίκη, Αθήνα, 2009, σ. 225. []
  13. Ράπτης, ό.π., σ. 191. []
  14. Preston, ό.π., σ. 227. []
  15. Burns, ό.π., σ. 329. []
  16. Preston, ό.π., σ. 232. []
  17. Hobsbawm, ό.π., σ. 180. []
  18. Είναι ενδεικτική η αύξηση των εκλογικών ποσοστών του ναζιστικού κόμματος: 1928 – 2,6%,1930 – 18,3%, 7/1932 – 37,3%, 11/1932 – 33,1%, 1933 – 43,9%, Wikipedia, «Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα», διαθέσιμο στο http://el.wikipedia.org/wiki/Εθνικοσοσιαλιστικό_Γερμανικό_Εργατικό_Κόμμα , 10 Απριλίου 2013. []
  19. Burns, ό.π., σ. 333. []
  20. Ράπτης, ό.π., σ. 192 και Burns, ό.π., σ. 334. []
  21. «Η διαδικασία εκφασισμού αντιστοιχεί σε μια κρίσιμη στιγμή επίθεσης της αστικής τάξης και άμυνας της εργατικής τάξης.», Νίκος Πουλαντζάς, Φασισμός και δικτατορία – Η 3η Διεθνής αντιμέτωπη στον φασισμό, Αθήνα, Εκδ. Θεμέλιο – Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, 2006, σ. 85 και Burns, ό.π., σ. 312. []
  22. Πουλαντζάς, ό.π., σ. 25 – 36. []
  23. Στο ίδιο, ό.π., σ. 305. []
  24. Ο Πουλαντζάς στηρίζει την άποψη αυτή αναφέροντας ως παράδειγμα την «αποκοπή του Γερμανικού και του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος από την εργατική τάξη,» Πουλαντζάς, ό.π., σ. 162 και την «λανθασμένη στρατηγική (αναφορικά με την αντιφασιστική πάλη και το ζήτημα των συνεργασιών) του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, της Διεθνούς και του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος», Στο ίδιο, ό.π., σ. 177. []
  25. Στο ίδιο, ό.π., σ. 163. []
  26. Στο ίδιο, ό.π., σ. 271. []
  27. Στο ίδιο, ό.π., σ. 77 – 91. []
  28. Hobsbawm, ό.π., σ. 148 και 162 και Ράπτης, ό.π., σ. 187. []
  29. Hobsbawm, ό.π., σ. 157. []
  30. Στο ίδιο, ό.π., σ. 160 – 161 και 167 και Πουλαντζάς, ό.π., σ. 274. []
  31. Η οργανική θεώρηση της κοινωνίας είναι μια συντηρητική αντίληψη, την οποία ο φασισμός ασπάστηκε πλήρως.  Η ύπαρξη του ατόμου είναι άνευ σημασίας, εκτός κι αν αυτό αφιερώνεται στο κοινό καλό. Ωστόσο, μέλος της κοινωνίας δεν μπορεί να γίνει κάθε άτομο, αλλά μόνο όσα πληρούν ορισμένα αυστηρά φυλετικά ή εθνικά κριτήρια., Andrew Heywood, Πολιτικές Ιδεολογίες, Αθήνα, Εκδ. Επίκεντρο, 2005, σ. 160 []
  32. Hobsbawm, ό.π., σ. 149 – 150 και Ράπτης, ό.π., σ. 187 []
  33. Στο ίδιο, ό.π., σ. 278 και Hobsbawm, ό.π., σ. 154  – 155. []
  34. Emmanuel Levinas, Μερικές σκέψεις για τη φιλοσοφία του χιτλερισμού, Αθήνα, Εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα, 2013, σ. 17. []
  35. Χαρακτηριστικά της προστασίας των συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου είναι η φορολογία των καταναλωτών προς όφελος των επιδοτήσεων της βιομηχανίας και ο προστατευτισμός (μετά το 1925) των μεγάλων βιομηχανιών, στη βάση μιας πρωτόγονης, αυτάρκους οικονομίας προσανατολισμένης στον πόλεμο Preston, ό.π., σ. 232 και Πουλαντζάς, ό.π., ιδιαίτερα σ. 187 – 188 και σ. 275 και σ. 283. []
  36. Ράπτης, ό.π., σ. 188 και Preston, ό.π., σ. 232. []
  37. «Η θεωρία του σωματειακού («κορπορατικού») κράτους βασίζεται στην οργάνωση οικονομικού συστήματος όπου τα μέλη μιας κοινωνίας – πολίτες συμμετέχουν σε αυτό “υποχρεωτικά” μέσα από σωματειακές ενώσεις, π.χ. γεωργικές, βιομηχανικές, στρατιωτικές, θρησκευτικές κ.λπ., οργανωμένες όμως από το κράτος και συνεπώς υποτελείς σε αυτό. Έτσι υπό το οικονομικό σύστημα αυτό καθίσταται περιττός κάθε άλλος θεσμός πολιτικής εκπροσώπησης των εργαζομένων», κάτι που ενίοτε οδηγεί σε αυταρχικά καθεστώτα, Wikipedia, «Κορπορατισμός», διαθέσιμο στο http://el.wikipedia.org/wiki/Κορπορατισμός , 10 Απριλίου 2013. []
  38. Ο όρος κατά τον Hobsbawm, ό.π., σ. 167. []
  39. Μετά το 1922 εφαρμόστηκε μείωση μισθών στην Ιταλία. Preston, ό.π., σ. 232. []
  40. Hobsbawm, ό.π., σ. 157. []
  41. Για τον ιμπεριαλισμό, αποτελεί δικαίωμα των εθνών η επέκτασή τους μέσω πολέμου. Heywood, ό.π., σ. 319 – 323 []
  42. Burns, ό.π., σ. 328. []
  43. Πουλαντζάς, ό.π., σ. 165 και Frank, ό.π., σ. 393. Είναι χαρακτηριστική η άποψη του Πουλαντζά πως «η φασιστική ιδεολογία ενστερνίζεται μία μορφή ιμπεριαλιστικής ιδεολογίας, προσαρμοσμένη στις ιδιαίτερες προσδοκίες των μικροαστών» Πουλαντζάς, ό.π., σ. 277. []
  44. Wilchelm Reich, Ο μαύρος και ο κόκκινος φασισμός, Αθήνα, Εκδ. Ελεύθερος Τύπος, 2012, σ. 55 και σ. 63. []
  45. Ράπτης, ό.π., σ. 192. []
  46. Reich, ό.π., σ. 52 – 53. []
  47. Ο γερμανικός εθνικισμός εξάλλου αντιλαμβανόταν την έννοια του έθνους στην βάση της κοινής καταγωγής των ατόμων («πολιτισμική θεώρηση»). Ο Agamben παρατηρεί πως «ο ναζισμός θεμελιώνεται σε μια ανεπιφύλακτη αποδοχή της ιστορικής και υλικής κατάστασης – αδιαχώριστη συνάφεια πνεύματος και σώματος, φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς», Giorgio Agamben, “Εισαγωγή”, στο Ε. Levinas, Μερικές σκέψεις για τη φιλοσοφία του χιτλερισμού, Αθήνα, Εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα, 2013, σ. 5 – 14, σ. 5. []
  48. «Ο άνθρωπος δεν βρίσκεται πλέον ενώπιον ενός κόσμου ιδεών από όπου μπορεί να επιλέξει, με μια απόφαση υπέρτερη του ελεύθερου λόγου του, την αλήθεια του – αυτός είναι ήδη συνδεδεμένος με κάποιες από αυτές τις αλήθειες, όπως είναι συνδεδεμένος από τη στιγμή της γέννησής του με όλους εκείνους που έχουν το ίδιο αίμα με αυτόν.» Levinas, ό.π., σ. 26 και σ. 27. []
  49. «Οι Εβραίοι ήταν σχεδόν πανταχού παρόντες και μπορούσαν εύκολα να συμβολίζουν όλα αυτά που ήταν μισητά μέσα σε έναν κόσμο άδικο», Hobsbawm, ό.π., σ.158. []
  50. Burns, ό.π., σ. 335 – 336. []
  51. Πουλαντζάς, ό.π., σ. 384. []
  52. Στο ίδιο, ό.π., σ. 280. []
  53. Levinas, ό.π., σ. 25 και Πουλαντζάς, ό.π., σ. 281. []
  54. Levinas, ό.π., σ. 26 και  Reich, ό.π., σ. 57. []
  55. Burns, ό.π., σ. 337 και Hobsbawm, ό.π., σ. 156. []
  56. Πουλαντζάς, ό.π., και ιδιαίτερα σ. 63, σ. 345 και σ. 399. []
  57. Στο ίδιο, ό.π., σ. 274. []
  58. Στο ίδιο, ό.π., σ. 274. []
  59. Hobsbawm, ό.π., σ. 155 και Πουλαντζάς, ό.π., σ. 369. []
  60. Ράπτης, ό.π., σ. 189. []
  61. Στις 28/10/1922 50.000 μελανοχίτωνες φασίστες από όλη την Ιταλία κατέλαβαν την Ρώμη, Burns, ό.π., σ. 327. []
  62. Στο ίδιο, ό.π., σ. 326 και Ράπτης, ό.π., σ. 189. []
  63. Burns, ό.π., σ. 330. []
  64. Reich, ό.π., σ. 43. []
  65. Στο ίδιο, ό.π., σ. 191 – 192. []
  66. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί ο εμπρησμός του του Ράιχσταγκ: αν και τα τελευταία χρόνια η ιστοριογραφία τείνει να αποδέχεται πως τελικά ο εμπρησμός του δεν ήταν έργο ναζιστικής προβοκάτσιας, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός πως ο Χίτλερ το εκμεταλλεύτηκε προπαγανδιστικά εναντίων των κομμουνιστών, βλ. σχετικά Το Ράιχσταγκ στις φλόγες, εξαπλώνεται ο ναζισμός. []
  67. Ράπτης, ό.π., σ. 193 και Burns, ό.π., σ. 335. []
  68. Πουλαντζάς, ό.π., σ. 372. []
  69. Στο ίδιο, ό.π., σ. 74 και σ. 380. []
  70. Reich, ό.π., σ. 50. []
  71. Hobsbawm, ό.π., σ. 155 και σ. 161 – 162. []
  72. Πουλαντζάς, ό.π., σ. 94. []
  73. Hobsbawm, ό.π., σ. 156. []
  74. Η άποψη του Reich πως «η καθαρότητα του αίματος που ο εθνικοσοσιαλισμός υποσχέθηκε, ταυτίζεται με την κοινωνική υστερία της εποχής έναντι της σύφιλης, κάτι που αποτελεί κληρονομιά του παιδικού γενετήσιου άγχους» αναδεικνύει τη θέση πως ο φασισμός ήρθε να απαντήσει συνολικά στις αγωνίες των ανθρώπων του μεσοπολέμου, κι όχι μόνο σε επιμέρους προβλήματα. Reich, ό.π., σ. 61. []
  75. Πουλαντζάς, ό.π., σ. 16 και σ. 63. []
  76. Hobsbawm, ό.π., σ. 169 – 170. []
  77. Reich, ό.π., σ. 36 και Frank, ό.π., σ. 371 – 372. []
  78. Burns, ό.π., σ. 325 και Ράπτης, ό.π., σ. 191. []
  79. Reich, ό.π., σ. 39. []
  80. Reich, ό.π., σ. 41 και Πουλαντζάς, ό.π. []
  81. Hobsbawm, ό.π., σ. 170. []
  82. Hobsbawm, ό.π., σ. 168 και Ράπτης, ό.π., σ. 193 και Πουλαντζάς, ό.π., σ. 190. []
  83. Hobsbawm, ό.π., σ. 163 και Preston, ό.π., σ. 230. []
  84. Errico Malatesta, Δημοκρατία, φασισμός, αναρχία, Αθήνα, Εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα, 2012, σ. 62. []
  85. Reich, ό.π., σ. 36. Απαντώντας στις ανάγκες των λαών της εποχής, το σημείο αυτό αποτελεί την χαρακτηριστικότερη διαφορά μεταξύ φασισμού και κομμουνισμού: ο κομμουνισμός καλεί το άτομο να αναλάβει την ευθύνη της μοίρας του. Αν το άτομο δεν δράσει, κανείς δεν θα το βοηθήσει προς το συμφέρον του. []

Μας αφορά;

Από το «δε με αφορά» μέχρι το Άουσβιτς η απόσταση μικραίνει όσο μεγαλώνει ο ατομιισμός μας και όσο μικραίνει το στοχαστικό μας πλαίσιο..

Ένα ντοκουμέντο του κατώτατου άκρου του ανθρώπου. Μας αφορά; Οι περιγραφόμενες συνθήκες έχουν περάσει ανεπιστρεπτί; Όχι όσο ξεχνάμε ή όσο επιμένουμε να κλεινόμαστε στον ατομισμό μας…

Το τελευταίο αντίο στην μικροαστική αθωότητα

  • (Η μικροαστή νοικοκυρά) προσαρμόζεται, υπακούοντας σε ένα φυσικό νόμο, όπως τα ζώα που μεγαλώνει το τρίχωμά τους το χειμώνα. Χιλιάδες άνθρωποι σαν αυτή προσαρμόζονται. Στο κάτω – κάτω, όποια κυβέρνηση κι αν βρίσκεται στην εξουσία, είναι καταδικασμένοι να ζουν στην πόλη αυτή.
  • Για τα παιδιά της περιοχής το μηχανουργείο και η φυλακή ήταν οι μόνες προοπτικές. Και το μηχανουργείο την επόμενη εβδομάδα κλείνει.
  • Μερικές στιγμές με πιάνει απελπισία. Είναι σα να υπάρχει ένα είδος αρρώστιας, το μικρόβιο του κακού, που εξαπλώνεται σήμερα στον κόσμο.
  • Οι ναζί μπορεί να γράφουν σα σχολιαρόπαιδα, είναι όμως ικανοί για τα πάντα. Κι αυτό είναι που τους κάνει τόσο επικίνδυνους. Γελάει κανείς μαζί τους μέχρι την τελευταία στιγμή…

Αντίο ΒερολίνοΣτις αρχές της δεκαετίας του 1930 ο Κρίστοφερ Ίσεργουντ πηγαίνει στο Βερολίνο. Εκεί ζει σχετικά μποέμικα, παραδίδωντας μαθήματα Αγγλικών σε γόννους μεγαλοαστικών οικογεννειών, σε κρατικούς αξιωματούχους, επίδοξους καλλιτέχνες κ.ά. Ταυτόχρονα, ο κοινοβουλευτισμός της Γερμανίας, μη μπορώντας να αποσβέσει τους κλυδωνισμούς της Μεγάλης Ύφεσης σε μια χώρα που προσπαθεί να διαχειριστεί την βαριά ήττα του μεγαλοϊδεατισμού της στον Α Παγκόσμιο Πόλεμο, τρεκλίζει και ετοιμάζεται να καταρρεύσει.

Ο Ίσεργουντ, μέσα από τις λογοτεχνικές περιγραφές του ημερολογίου του, μας δίνει μια ακτινογραφία της μεσοαστικής βερολινέζικης κοινωνίας, στα πρόθυρα της ανόδου του ναζισμού. Η περιγραφή του, εστιάζοντας στην καθημερινότητα των ανθρώπων που ερωτεύονται, δουλεύουν και προσπαθουν να τα φέρουν βόλτα, αναδεικνύει τη δραματικότητα μιας κοινωνίας που σε λίγο πρόκειται να υποστηρίξει ενθέρμως τα μεγαλύτερα εγκλήματα του 20ου αιώνα.

Στα πρώτα τρία κεφάλαια ο Ίσεργουντ στρέφεται περισσότερο στην ανάδειξη μιας κοινωνίας που προσπαθεί να ζήσει στη σκιά της οικονομικής κρίσης. Η πολιτική δεν εμφανίζεται στο προσκήνιο, παρά μόνο περιστασιακά. Εξάλλου, ο μέσος μικροαστός Γερμανός ζει εκφυλιζόμενα, στη σκιά της εικόνας του για τη Μεγάλη Γερμανία. Στρέφεται λοιπόν σε φαντάσματα όπως ο Κάιζερ για να βρει πολιτικές λύσεις.

Στα επόμενα τρία κεφάλαια ο εθνικοσοσιαλισμός του Χίτλερ έχει ήδη αρχίσει να διαπερνά τη γερμανική κοινωνία. Ο Ίσεργουντ μας παρουσιάζει την εικόνα  μιας κοινωνίας που ενώ έχει κουραστεί από τη βία (τη βία της καθημερινά επιδεινούμενης οικονομίας, τη βία των ανερχόμενων ναζιστών, τη βία που θυμάται από τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο) ταυτοχρόνως στηρίζει τον βίαιο μεταφυσικό παραλογισμό των ναζιστών. Το “αρκετά πια” απέναντι στην κλιμακούμενη ναζιστική βία συνυπάρχει με το “χρειάζεται να τους δείξουν αυτοί”, μερικές μάλιστα φορές συνυπάρχουν εντός του ίδιου ατόμου!1 Μας εμφανίζεται λοιπόν η μαζική ψυχολογία μιας κοινωνίας που από τη μία  η μνησικακία και από την άλλη η ηθική της την στρέφουν στην υποστήριξη ενός εξόφθαλμου παραλογισμού. Η εσωτερική αυτή αντίφαση φωτίζει τη διαδικασία της πολιτικής επιλογής.

Χωρίς να το δηλώνει ευθέως ως σκοπό του, ο συγγραφέας μέσω του ημερολογίου του καταλήγει να μας δίνει ένα κοινωνικό ψυχογράφημα. Το οποίο τυγχάνει εξαιρετικού ενδιαφέροντος, για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, αφορά σε μια κοινωνία που ανέδειξε και υποστήριξε αυτό που θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε στην πραγματικότητα ως τον πιο κοντινό συγγενή του «απόλυτου κακού». Και δεύτερον, η κοινωνία αυτή ταλανίζεται από συνθήκες σχετικά παρόμοιες με τις τωρινές δικές μας, διαποτισμένη από παρόμοια  ψυχολογία (ο μεγαλοϊδεατισμός των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 συνετρίβη ξαφνικά στο διάγγελμα του Καστελόριζου, το οποίο σκόρπισε το πάτωμα από τα πόδια μιας καταναλωτικά παραζαλισμένης κοινωνίας). Δυστυχώς, τηρουμένων των αναλογιών, τα βήματα της δικής μας περίπτωσης ακολουθούν τον παραλογισμό μνησικακίας των Γερμανών μικροαστών του 1930 σαν πατημασιες πάνω στο χιόνι…

Isherwood, Cristopher, 1904-1986. Αντίο Βερολίνο / Κρίστοφερ Ίσεργουντ · μετάφραση Ανδρέας Αποστολίδης. – 2η έκδ. – Αθήνα : Μέδουσα, 1989

  1. Χαρακτηριστικό είναι το επεισόδιο με τον Εβραίο Ράφτη στο 4ο κεφάλαιο []