Tag Archives: κοινωνία

Α-στοχία

Ελλάδα, κάποια στιγμή τα τελευταία είκοσι χρόνια. Οδηγείς σε έναν τυχαίο δρόμο μιας πόλης. Κάποια στιγμή, αυτοκίνητο από τα δεξιά σου κόβει την πορεία εντελώς απροσδόκητα και χωρίς να έχει βγάλει φλας, με σκοπό να στρίψει αριστερά. Αποφεύγεις την σύγκρουση παρά τρίχα, κι αν τυχόν κορνάρεις ή δυσανασχετήσεις ο οδηγός του άλλου οχήματος σου κορνάρει επίσης εκνευρισμένος ή – σε μια χειρότερη εκδοχή- σταματά, σου ζητά τον λόγο (!!) και σε βρίζει!

Αποτελεί μια τυπική εικόνα ενός περιστατικού που στη χώρα μας είναι τόσο κοινότοπο ώστε καταλήγει ανάξιο αναφοράς. Τι μας λέει όμως για την κοινωνία μας; Γιατί ο οδηγός του οχήματος από δεξιά να πραγματοποιήσει έναν τέτοιο, απότομο ελιγμό, χωρίς καμία προειδοποίηση, θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή τη δική του και των άλλων οδηγών; Από κακία; Δε νομίζω… Από αβλεψία; Τότε μάλλον αποτελούμε κοινωνία μονίμως αφηρημένη, πράγμα που δεν επαληθεύεται εμπειρικά…

Ο Σωκράτης πίστευε ότι κανείς δεν πράττει κάτι κακό εν γνώσει του, διότι κάτι τέτοιο θα ήταν λογικά ενάντιο στο συμφέρον του. Στο παραπάνω παράδειγμα, προφανώς και ο οδηγός που πραγματοποιεί τον απότομο ελιγμό επ ουδενί δε φαντάζεται ότι μπορεί να προξενήσει ατύχημα, ή ακόμα χειρότερα να σκοτωθεί. Αν κάτι τέτοιο περνούσε από τη σκέψη του, λογικά δεν θα το διακινδύνευε και θα διάλεγε πιο ομαλό και ασφαλή τρόπο για να στρίψει αριστερά. Κι όμως, πράττει τον επικίνδυνο, «κακό» ελιγμό. Διότι -πάλι προφανώς- δεν έχει πλήρη γνώση των πιθανών συνεπειών της πράξης του.

Αυτή η ελλιπής γνώση αποτελεί ίσως την πιο εύλογη εξήγηση για τον κακό ελιγμό, αλλά και για πολλά άλλα αρνητικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας μας. Εν προκειμένω, η ελλιπής γνώση πιθανότατα οφείλεται – πέρα από την ελλιπή οδηγική εκπαίδευση, που αποτελεί μια πιο επιφανειακή εξήγηση- σε ελλιπή και λανθασμένη διαχείριση της εμπειρίας. Ο «κακός» οδηγός έχει πάμπολλες φορές στο παρελθόν στρίψει απότομα και χωρίς να χρησιμοποιήσει το φλας του. Κι όμως ακόμη ζει! Συνεπώς, η εμπειρία του του δειχνει πως δεν πράττει κάτι λάθος! Φαίνεται παράλογο, κι όμως πράγματι κάπως έτσι συμβαίνει: η υποσυνείδητη προέκταση της παρελθούσας εμπειρίας στο μέλλον («αφού σήμερα ξημέρωσε, λογικά θα ξημερώσει και αύριο»)1 είναι ένας μηχανισμός της ανθρώπινης λογικής που συνήθως λειτουργεί και μας γλιτώνει από άσκοπη σκέψη και άγχος (φανταστείτε να αναλογιζόμασταν κάθε βράδυ αν όντως θα ξημερώσει το επόμενο πρωί!). Αντικειμενικά όμως, τα αποτελέσματα της εμπειρίας του παρελθόντος δεν διασφαλίζουν τα μελλούμενα.2 Το γεγονός πως ο «κακός» οδηγός άλλαξε απότομα λωρίδα εκατοντάδες φορές στο παρελθόν χωρίς να σκοτωθεί, δεν εγγυάται πως δεν μπορεί να σκοτωθεί από αυτόν τον ελιγμό στο μέλλον!3 Ο μόνος μηχανισμός που μπορεί να μεγιστοποιήσει την πιθανότητα επιβίωσης κατά την…. αλλαγή λωρίδας, είναι ο στοχασμός πάνω στην εμπειρία.

Ο στοχασμός, δηλαδή η επεξεργασία της εμπειρίας με τη λογική, είναι το μονο εργαλείο που διαθέτει ο άνθρωπος για να επεκτείνει τα όρια της εμπειρίας του και να πραγματοποιήσει πιθανολογικές ερμηνείες – ή ασφαλείς εργασίες. Αποτελεί πράγματι γεγονός πως «άλλαξα απότομα και χωρίς φλας λωρίδα 100 φορές στο παρελθόν και ακόμη ζω». Αυτό είναι το εμπειρικό δεδομένο. Από μόνο του όμως το εμπειρικό δεδομένο δεν αποτελεί γνώση, και ακόμη περισσότερο δεν αποτελεί γνώση του αληθούς. Από την εποχή της σκέψης του Πλάτωνα έχουμε καταλάβει πως ο στοχασμός πάνω στα δεδομένα της εμπειρίας είναι απαραίτητος για την αναζήτηση και ανακάλυψη της γνώσης. Ο «κακός» οδηγός τους παραδείγματός μας λοιπόν, ακόμη και αν δεν έχει εκπαιδευτεί σωστά, μπορεί -και οφείλει- να αναλογιστεί κατά πόσον η πραγματοποίηση ελιγμών σαν αυτόν που αρχικά περιγράψαμε είναι μια πρακτική ασφαλής ή όχι. Σε διαφορετική περίπτωση θα έχει επιβιώσει από τύχη – κάτι που όμως δε θα έπρεπε να μας ευχαριστεί, καθόσον είμαστε όντα  με έλλογες δυνατότητες.

Αν όλα τα παραπάνω αφορούσαν μόνο στις οδηγικές συνήθειες της κοινωνίας μας το θέμα θα εξαντλούνταν κάπου εδώ, αποτελώντας ίσως μια ακαδημαϊκή προσέγγιση του χάους των ελληνικών δρόμων. Δυστυχώς όμως, νομίζω πως αυτή η έλλειψη στοχασμού πάνω στην εμπειρία χαρακτηρίζει γενικότερα τις γεννιές των τελευταίων τριών – τεσσάρων δεκαετιών. Ο «αστόχαστος οδηγός» του παραπάνω παραδείγματος δε διαφέρει σημαντικά από τον πατέρα που δίνει επιφανειακές συμβουλές στο παιδί του, ο οποίος αδυνατώντας να διευρύνει με τη σκέψη του τα όρια της δικής του εμπειρίας δεν μπορεί να προσφέρει ουσιαστική βοήθεια στο πρόβλημα του παιδιού του. Αυτό το έλλειμα στοχασμού νομίζω πως εξηγεί αρκετές εκφάνσεις συμπεριφορών της κοινωνίας μας. Σε παλιότερες εποχές (θα έλεγα μέχρι τη δεκαετία του ’60) αυτό το έλλειμα στοχασμού το κάλυπτε η παράδοση.4 Με την άνοδο όμως της αστικοποίησης στις ελληνικές κοινωνίες, η γνωσιακή δύναμη της παράδοσης μειώθηκε, καθώς αποκοπήκαμε από το περιεχόμενό της τόσο χωρικά όσο και νοητικά (η παράδοση προέκυπτε από κοινωνίες που ζούσαν σε άλλες συνθήκες, πιο κοντά στη φύση και με διαφορετικές ανάγκες).

Ακόμη κι αν η παράδοση δεν αποτελεί καλό γνωσιολογικό εργαλείο, με την αποκοπή μας ως κοινωνία από αυτήν έχει δημιουργηθεί ένα κενό, ένα έλλειμα στον τρόπο με τον οποίο διαχειριζόμαστε την καθημερινή εμπειρία μας. Αποτέλεσμα του κενού αυτού είναι μερικές από τις πλευρές που συνθέτουν τον χαρακτήρα του νεοέλληνα: θεωρεί πως έχει πάντα δίκιο, πως η δική του σκέψη είναι η σωστότερη, διότι απλούστατα δεν έχει αναλογιστεί σε βαθμό τέτοιο που να συνειδητοποιήσει πως η αρχική του σκέψη δεν είναι και η μόνη δυνατή! Από εκεί ξεκινά ίσως η αδυναμία μας ως κοινωνία να θέσουμε ένα κοινό πλαίσιο κανόνων – και να τους ακολουθήσουμε…

  1. Η νοητική αυτή λειτουργία καλείται “επαγωγή” και αποτελεί δομικό συστατικό του τρόπου σκέψης μας αλλά και της λειτουργίας της επιστήμης. []
  2. …κάπως σαν τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, που “οι αποδώσεις του παρελθόντος δεν εξασφαλίζουν τις μελλοντικές αποδόσεις” – τα διάβασες τα μικρά γραμματάκια πριν επενδύσεις… Ή μήπως όχι…; []
  3. Μάλιστα, αυτή η υποσυνείδητη επαγωγική προβολή στο μέλλον, η γνωστή μας “δύναμη της συνήθειας” αποτελεί την αιτία πολλών μεγάλων τεχνολογικών ατυχημάτων και καταστροφών. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο εργασίες όπως η οδήγηση, η πτήση αεροσκαφών και η λειτουργία πυρηνικών αντιδραστήρων απαιτούν την τήρηση σγκεκριμένων -και περισσότερο ή λιγότερο περίπλοκων- πρωτοκόλων ενεργειών []
  4. Εξάλλου και η παράδοση αποτελεί μια μορφή επέκτασης της εμπειρίας μας, αλλά μορφή πιο συντηρητική, καθώς αδυνατεί να προσαρμοστεί στις αλλαγές που έχουν εν τω μεταξύ συντελεστεί. []

Είμαστε μια κοινωνία που η ηθική μας εξεγείρεται περισσότερο από έναν ζάπλουτο πρώην υπουργό που κυκλοφορεί με πλαστές πινακίδες (Λιάπης), παρά από έναν δημοκρατικά εκλεγμένο βουλευτή (Πολύδωρας) που στην αγόρευσή του επικαλείται έναν δικτάτορα (Μεταξά). Και οι δύο περιπτώσεις σαφώς αποτελούν -πολιτικώς- ηθικά παραπτώματα. Η πολιτική σημασία της περίπτωσης Πολύδωρα όμως μου φαίνεται πολύ μεγαλύτερη…

Η αταξική δικαιοσύνη των ισχυρών

Η πραγματικότητα είναι αμείλικτη: η ανθρωπιστική κρίση παίρνει τέτοιες διαστάσεις (καθώς ο χειμώνας σφίγγει, οι πυρκαγιές και οι θάνατοι συνεπεία της επανεμφάνισης της θέρμανσης με τζάκια, μαγκάλια κλπ αυξάνονται με ρυθμούς πρωτόγνωρους για τη μεταπολεμική Ελλάδα) που πλέον η κυβέρνηση δεν μπορεί να την αγνοήσει. Η ανάγκη για τη διαχείρισή της υπερβαίνει τις διαστάσεις του πολιτικού κόστους, καθώς η ανθρωπιστική κρίση μπορεί να εξελιχθεί σε χιονοστοιβάδα που θα παρασύρει μαζί της όχι απλώς την κυβέρνηση, αλλά ολόκληρη την κοινωνία.

Η σπασμωδική αντιμετώπιση της κατάσταση με τις κυβερνητικές εξαγγελίες ύφους “ούτε ένα σπίτι χωρίς ρεύμα”, δε φανερώνει απλώς μία κυβέρνηση ανίκανη να αντιδράσει με πολιτική παρά μόνο με επικοινωνιακούς χειρισμούς. Η πρόταση επιβολής οριζόντιου τέλους 50 λεπτών σε όλους τους καταναλωτές για να καλύψει την επανασύνδεση του ηλεκτρικού στις ευαίσθητες πληθυσμιακές ομάδες, αποδεικνύει την συνεχή προσπάθεια του εξουσιαστικού συστήματος να εμπεδώσει στην κοινωνία μια νέα έννοια δικαιοσύνης, την αταξική δικαιοσύνη του ισχυρού.

Herbert Sandberg, χαρακτικό1 Η έλλειψη ταξικής αναλογικότητας στον επωμισμό του κόστους της απαραίτητης κοινωνικής πολιτικής προφανώς δεν υποδηλώνει την κομουνιστικοποίηση της κοινωνίας μας! Φανερώνει απλώς τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται οι οικονομικά ισχυροί την έννοια της αναλογικότητας αλλά και της κοινωνίας της ίδιας: το βάρος θα πρέπει να πέσει στους πολλούς. Εξάλλου, οι ισχυροί θεωρούν τους εαυτούς τους υπεράνω και έξωθεν της κοινωνίας. Τους φαίνεται λογικό λοιπόν να αναλαμβάνουν ίσο μερίδιο με το πόπολο στην αποπληρωμή του κοινωνικού κόστους – δεν τους φαίνεται εξίσου λογικό όμως να απολαμβάνουν και τις ίδιες αποδοχές ή επίπεδο διαβίωσης με την υπόλοιπη κοινωνία…

Αυτό το έλλειμα δικαιοσύνης, παράλογο στην ουσία του, δεν μπορεί να εμπεδωθεί στην κοινωνία παρά μονάχα με τη χρήση παραλογισμού: οι αντιδρώντες στην έλλειψη κοινωνικής αναλογικότητας βαφτίζονται από το εξουσιαστικό σύστημα λαϊκιστές, άπονοι, μη συμπάσχοντες προς τους ασθενέστερους… Το ίδιο το σύστημα που δημιούργησε και εντείνειτην κοινωνική ανισότητα, εγκαλεί όσους αντιδρούν στην ανισότητα αυτή χρεώνοντάς τους ότι αντιδρούν στην καταπολέμιση της ανισότητας! Ο παραλογισμός αυτός είναι ο ίδιος που κινεί τη σκέψη του Υπ. Υγείας όταν αυτός καταλογίζει έλλειψη ενδιαφέροντος για το δημόσιο σύστημα υγείας σε όσους αντιδρούν στη νομοθέτηση ασυμβίβαστου στους γιατρούς μεταξύ ιδιωτικών ιατρείων και απασχόλησής τους στο ΕΣΥ (ενώ την ίδια στιγμή ο Υπουργός έχει δηλώσει ευθέως πως ο δημόσιος χαρακτήρας του συστήματος υγείας είναι παρωχημένος και κάνει ότι περνά από το νομοθετικό χέρι του για να το απαξιώσει).

Η αντίδραση της κοινωνίας μα και κάθε ατόμου χωριστά απέναντι σε αυτόν τον παραλογισμό αποτελεί την ελάχιστη πράξη ανθρωπισμού. Ένα σύστημα που προσπαθεί να εδραιωθεί ηθικά σε παράλογες βάσεις δεν μας θεωρεί απλά ηλίθιους αλλά θέτει υπό αμφισβήτηση την ίδια την ανθρώπινη υπόστασή μας. Υπό αυτή την οπτική, το αίτημα για απονομή δικαιοσύνης δεν είναι απλώς κοινωνική αναγκαιότητα, αλλά αγώνας για την επικράτηση του ανθρώπινου έναντι του τερατώδους.

  1. Η εικόνα είναι χαρακτικό του Herbert Sandberg []

Ψυχολογική παλινδρόμηση

Πρόσφατα ο Πιτσιρίκος έθεσε το ερώτημά «σε τι διαφέρει ο ΣΥΡΙΖΑ»1, προκαλώντας πολλές απαντήσεις και έναν σχετικό διάλογο. Νομίζω όμως ότι το ερώτημα είναι «προβληματικό», γιατί είναι λάθος διατυπωμένο. Μάλλον καλύτερο θα μου φαινόταν το «σε τι διαφέρει η ελληνική κοινωνία»; Διότι, έτσι όπως τουλάχιστον το αντιλαμβάνομαι εγώ, το ζητούμενο αυτή τη στιγμή δεν είναι ποιός θα είναι αύριο πρωθυπουργός αλλά το τι πολιτική θα ασκείται. Ζητούμενο είναι η ουσία της απάντησης, όχι τα πρόσωπα ή οι τίτλοι. Και για να δοθεί μια απάντηση με ουσία, θα πρέπει να έχει αποκρυσταλλωθεί το ερώτημα.

Στην παρούσα φάση, τα ερωτήματα είναι πολλά, άλλα πιο επιτακτικά κι άλλα λιγότερο. Νομίζω πως το σημαντικότερο στοιχείο αυτή τη στιγμή είναι να μπει ένα άμεσο (όχι τώρα… χθες!) φράγμα στην εντεινόμενη ανθρωπιστική κρίση. Σε μια πυρκαγιά, πρώτα προσπαθείς να μην εξαπλωθεί. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί η ίδια η ανθρωπιστική κρίση, με ριζοσπαστικές ελαφρύνσεις προς τους ανθρώπους που υποφέρουν. Για να συμβούν αυτά όμως, θα πρέπει αφενός σημαντικά κονδύλια να μεταφερθούν στην κοινωνική πολιτική και αφετέρου να σταματήσει η διάλυση της μεσαίας τάξης. Μόλις η κατάσταση σταθεροποιηθεί, νομίζω πως θα είναι η ώρα να τεθούν τα επόμενα μεγάλα ερωτήματα: χάραξη πορείας στο άμεσο μέλλον και απόδοση δικαιοσύνης.

Αν προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε τις απαντήσεις του ΣΥΡΙΖΑ στα ερωτήματα αυτά, ίσως διαπιστώσουμε και τις διαφορές του. Το ζήτημα είναι… ποιές απαντήσεις του ΣΥΡΙΖΑ; Τις παρούσες; Τις προηγούμενες; Ή τις επόμενες; Είναι προφανές νομίζω πως υπάρχουν αντιφάσεις στις πολιτικές απαντήσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Όμως, πηγή των αντιφάσεων αυτών είναι το γεγονός πως η διαμόρφωση της πολιτικής του βρίσκεται εν εξελίξει ή (οι αντιφάσεις) αποτελούν εγγενές χαρακτηριστικό της νέας του ταυτότητας;

Ακόμη κι αν παραδεχτούμε μόνο αγαθές προθέσεις στον ΣΥΡΙΖΑ (ας το εξετάσουμε καλοπροαίρετα καθώς ακόμη δεν έχουμε αποδεδειγμένα στοιχεία για τις πιθανές παρασκηνιακές διαβουλεύσεις συστήματος οικονομικής εξουσίας – ΣΥΡΙΖΑ), ο ΣΥΡΙΖΑ μεγάλωσε κι απέκτησε κυβερνητικές προοπτικές εγκολπώνοντας σημαντικότατα μερίδια της σημερινής ελληνικής κοινωνίας. Η σημερινή ελληνική κοινωνία όμως, όχι απλά δεν έχει αναπτύξει ακόμη προβληματισμό αναφορικά με την κατάστασή της, αλλά μάλλον πασχίζει να βρει ένα στοιχειώδη βηματισμό, βαδίζοντας στην συνεχώς μεταβαλλόμενη μνημονιακή καθημερινότητα σαν παραζαλισμένο κοτόπουλο. Και δυστυχώς για την κοινωνία (για εμάς τους ίδους) αυτό δεν συμβαίνει επειδή ο μνημονιακός αντίπαλος είναι ισχυρός, αλλά επειδή η κοινωνία είναι έρμαιο των ίδιων των αντιθέσεων και αντιφάσεών της.

Εξάλλου, «η ελληνική κοινωνία πάντα είχε περίεργη σχέση με τη νεωτερικότητα. Τα ιδανικά που δημιουργήθηκαν στην υπόλοιπη Ευρώπη κατά τον 19ο αιώνα και οι διαδικασίες που πυροδότησαν (επαναστάσεις, αντεπαναστάσεις, γέννεση εθνικών κρατών, άνοδος του καπιταλισμού κλπ) στην Ελλάδα υπήρξαν περισσότερο ως αύρα προερχόμενη απ’ έξω, παρά ως γηγενής πραγματικότητα. Στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία αυτό δημιουργεί μία πολύ ιδιάζουσα και συχνά αντιθετική ταυτότητα. Από τους ματσο λήσταρχους επαναστάτες του 1821, που αντιτίθεντο σε κάθε μορφή εξουσίας, ακόμη και της δικής τους μέχρι τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Θόδωρο Αγγελόπουλο και τον «ξέρεις ποιός είμαι εγώ ρε;» νεοέλληνα, οι αντιθέσεις καθορίζουν την ιδιαιτερότητά μας ως κοινωνία.»2

Ο χαρακτήρας που έχουμε σαν κοινωνία παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στο τι ερωτήματα θετουμε, σε ποιά κατεύθυνση αναζητούμε απαντήσεις και, επί του προκειμένου, τι χαρακτήρα λαμβάνουν τα πολιτικά μορφώματα που καλούνται να μας εκφράσουν. Συνεπώς, κι ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ γίνεται θύμα των ίδιων των αντιθέσεων και αντιφάσεών του, σαν την κοινωνία που καλείται να εκφράσει. Πώς θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά, αφού τα δομικά υλικά των πολιτικών σχηματισμών προέρχονται από την κοινωνία;

Η σημερινή κοινωνία μας λοιπόν, σε τι διαφέρει από την κοινωνία που ανέδειξε το ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του ’80, τον Σημίτη το ’90, τον Καραμανλή (ανιψιό) το ’00 κ.ο.κ.; Δεν λέω πως είμαστε υποχρεωτικά καταδικασμένοι να βαδίζουμε σε φθίνουσα πορεία (που μάλλον είμαστε, αλλά προτιμώ να αφήνω ανοιχτά τα ενδεχόμενα) αλλά νομίζω πως οι αντιφάσεις μας, που ξεκινούν από την ατομική προσωπικότητα του καθενός και καταλήγουν στη συλλογική ταυτότητά μας ως κοινωνία, είναι τόσο μεγάλες που δεν μπορούν να τις υπερκαλύψουν οι αποσπασματικές προσπάθειες ριζοσπαστικοποίησης που συμβαίνουν εντός της κοινωνίας σήμερα. Ακριβώς τα κενά αυτά που υπάρχουν μεταξύ των αντιφάσεων, τα εκμεταλλεύονται επάξια οι κάθε λογής λαοπλάνοι εξυπηρετητές συμφερόντων (παλιότερα, όσο ακόμη δεν αποτελούσαμε σημαντικό τμήμα του παγκόσμιου χωριού, τα εκμεταλλεύονταν για ατομικό πλουτισμό μεσογειακοεπαρχιωτικοί πολιτικοί πραγματευτάδες. Σήμερα, τα εκμεταλλεύεται ένα πιο συγκροτημένο πανευρωπαϊκό οικονομικό σύμπλεγμα).

Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να γεμίσει αυτά τα κενά μεταξύ των κοινωνικών αντιφάσεων; Μπορεί επί παραδείγματι να δημιουργήσει μια πολιτική που να συγκεράσει παραμονή στο Ευρώ μαζί με κοινωνική πολιτική και εντελώς δίκαιη κοινωνική διαστρωμάτωση, ώστε να ικανοποιήσει τις τόσο αντιθετικά σκεπτόμενες μάζες που θα πρέπει να τον υποστηρίξουν ώστενα εκλεγεί ως κυβέρνηση; Μου μοιάζει σαν εξίσωση με παραμέτρους που όλες μεταβάλλονται ταυτόχρονα! Μπορεί να βρεθεί λύση; Εκεί θα έγκειτο η διαφορά του ΣΥΡΙΖΑ. Η μέχρι τώρα πολιτική και κοινωνική εμπειρία λέει πως τέτοια λύση δεν υπάρχει.

Στο ίδιο πλαίσιο θεωρώ πως εντάσσεται και η λεγόμενη «κινηση των 58». Οι δημοσκοπικές αναλύσεις δείχνουν ότι υπάρχει κενό εκπροσώπησης στον κεντροαριστερό χώρο, τον οποίο (χώρο) κανένας υπάρχον πολιτικός σχηματισμός δεν φαίνεται να μπορεί να εκμεταλευτεί. Η πολιτική πλατφόρμα που προσπαθούν να δημιουργήσουν οι «58» υποτίθεται ότι στοχεύει στην πλήρωση του κενού αυτού. Η διαδικασία αυτή αποδεικνύει περίτρανα τον συσχετισμό κοινωνίας – πολιτικής που περιγράφεται παραπάνω. Η πολιτική ταυτότητα της «κίνησης των 58» είναι προφανής· πολιτικά υλικά που η αλλαγή συσχετισμών εντός των παραδοσιακών αστικών κομμάτων της τελευταίας δεκαετίαςτα αδρανοποίησε, έρχονται ξανά στο προσκήνιο τώρα που τα παραδοσιακά κόμματα περνάνε στελεχιακή κρίση (υπό το βάρος της κοινωνικής κατακραυγής), ενδεδυμένα με τον απαραίτητο πνευματικό μανδύα (Μπέζος, Τριανταφύλλου κλπ, οι οποίοι όμως έχουν ήδη δείξει τον πολιτικό προσανατολισμό τους προς όχι απλώς μη ριζοσπαστικές θέσεις, αλλά σχεδόν αντιδραστικές). Στη δεύτερη σειρά της βιτρίνας (προφανώς για να μην προκαλείται το κοινό αίσθημα) Σημίτης, Μπίστης και λοιποί γνήσιοι εκπρόσωποι του τεχνοκρατικού – εκσυγχρονιστικού (και στην πράξη ημινεοφιλελεύθερου) ΠΑΣΟΚ του τέλους της δεκαετίας του ’90. Εκείνου του ΠΑΣΟΚ που με τη νεοφιλελεύθερη στροφή του εξοικίωσε την κοινωνία με μια πιο απροκάλυπτη όψη του καπιταλισμού και ουσιαστικά έθεσε τα θεμέλια της περαιτέρω εδραίωσης του νεοφιλελευθερισμού στην Ελλάδα. Είναι νομίζω προφανές πως η απάντηση στη σημερινή δύσκολη συγκυρία δεν μπορεί να δοθεί από αυτές τις πολιτικές ταυτότητες. Κι όμως φαίνεται πως -τουλάχιστον σε πρώτη φάση- υπάρχει ενδιαφέρον και σχετική ανταπόκριση. Γιατί;

Η μεσαία τάξη που σήμερα διαλύεται υπήρξε το χαϊδεμένο παιδί των πολιτικών του τεχνοκρατικού ΠΑΣΟΚ του ’90. Αυτή το υποστήριξε και σε αυτήν κυρίως απευθυνόταν η πολιτική του: ο σημερινός, γεμάτος συνειδησιακές αντιφάσεις μικροαστός είναι γνήσιο τέκνο ενός αντιφατικού πολιτικού φορέα που, ενώ είχε στον τίτλο του τη λέξη «Σοσιαλιστικό», ασκούσε επί χρόνια χαμηλών τόνων νεοφιλελεύθερη πολιτική. Είναι λοιπόν λογικό η πολυπληθής αυτή τάξη (πολυπληθής συνειδησιακά, γιατί πρακτικά η μεσαία τάξη έχει καταρρεύσει πλέον) να αναγνωρίζει μια περιγραφή του «κεντροαριστερού χώρου» σαν αυτή που εκφράζουν τα παροπλισμένα στελέχη του εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ. Και είναι επίσης λογικό να στρέφεται προς αυτήν, είτε λόγω ανεπαρκούς πολιτικης σκέψης είτε λόγω ψυχολογικής παλινδρόμησης αναπολώντας τις «όμορφες μέρες» της μικροαστικής ηγεμόνευσης, με την ίδια έννοια που ο νεαρός ενήλικας αδυνατεί να πάρει τη ζωή του στα χέρια του (με τις χαρές και τις δυσκολίες της) και αναπολεί τις υπαρξιακά ασφαλείς περιπέτειες της εφηβίας και του στρατιωτικού του. Αποτελούμε μια κοινωνία που δεν επιθυμεί να ενηλικιωθεί ιστορικά και πολιτικά.

  1. Πιτσιρίκος, Σε τι διαφέρει ο ΣΥΡΙΖΑ από την Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ;, 4/12/2013 []
  2. Homo Hominus, Το ξένο ρούχο, 4/12/2013 []

Το ξένο ρούχο

Η ελληνική κοινωνία πάντα είχε περίεργη σχέση με τη νεωτερικότητα. Τα ιδανικά που δημιουργήθηκαν στην υπόλοιπη Ευρώπη κατά τον 19ο αιώνα και οι διαδικασίες που πυροδότησαν (επαναστάσεις, αντεπαναστάσεις, γέννεση εθνικών κρατών, άνοδος του καπιταλισμού κλπ) στην Ελλάδα υπήρξαν περισσότερο ως αύρα προερχόμενη απ’ έξω, παρά ως γηγενής πραγματικότητα. Στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία αυτό δημιουργεί μία πολύ ιδιάζουσα και συχνά αντιθετική ταυτότητα. Από τους ματσο λήσταρχους επαναστάτες του 1821, που αντιτίθεντο σε κάθε μορφή εξουσίας, ακόμη και της δικής τους 1 μέχρι τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Θόδωρο Αγγελόπουλο και τον «ξέρεις ποιός είμαι εγώ ρε;» νεοέλληνα, οι αντιθέσεις καθορίζουν την ιδιαιτερότητά μας ως κοινωνία.

Παρά όμως την αντιθετική ιδιοσυγκρασία της ελληνικής κοινωνίας, είναι πρόδηλο πως η πολιτική και οικονομική ταυτότητα που γίνεται προσπάθεια να της επιβληθεί στις παρούσες συνθήκες είναι εντελώς έξω από τα χαρακτηριστικά της. Το ρούχο που προσπαθούν να της φορέσουν τα εγχώρια και αλλοδαπά οικονομικά συμφέροντα που εξουσιάζουν, δεν της ταιριάζει. Όχι απλά δεν έχει ραφτεί στα μέτρα της, ίσως δεν ταιριάζει καν στα μέτρα του ανθρώπου.  Γι’ αυτό και η ελληνική μνημονιακή κοινωνία φαίνεται σα να είναι ντυμένη με ένα «οικονομικό και πολιτικό τσουβάλι», όπου μέσα του ψάχνει να βρει πού είναι τα μανίκια και πού τα μπατζάκια.

Η φονταμεταλιστική νεοφιλελεύθερη οικονομία2 που γίνεται προσπάθεια να επιβληθεί στην κοινωνία κουβαλά πολιτικές, εμπορικές, οικονομικές, εργασιακές και καταναλωτικές συνήθειες που, όντας βασισμένες στην προτεσταντική καπιταλιστική ηθική, είναι σχεδόν αδύνατο να γίνουν κατανοητές από την κοινωνίας μας. Γι’ αυτό και ο μόνος τρόπος με τον οποίο θα μπορούσαν να εφαρμοστούν οι συνήθειες αυτές είναι διά της επιβολής, και μάλιστα με μια «θεραπεία σοκ».3

Ως αποτέλεσμα της «θεραπείας» αυτής δημιουργήθηκε στην ελληνική κοινωνία μία παράλογη καθημερινότητα, αδύνατο να γίνει κατανοητή από τα άτομα με βάση τον μέχρι τώρα τρόπο σκέψης τους. Αυτή η κοινωνική ψυχολογία φαίνεται παρόμοια με τις αρχικές αντιδράσειςτων νεοφερμένων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Όπως ο κρατούμενος των στρατοπέδων εξόντωσης, έτσι κι ο «μνημονιακός πολίτης»  αισθάνεται «να τον εξουσιάζει ένας μηχανισμός βίας και απειλών (που) αδυνατεί να τον ερμηνεύσει, διότι οι ανάγκες της κάθε στιγμής κρατούν το βλέμμα του προσηλωμένο συνεχώς στο έδαφος».4 Η μεθοδολογία αυτή έχει διττό αποτέλεσμα: από τη μία εμπεδώνει τη βία ως αδήριτη κοινωνική πραγματικότητα 5 κι από την άλλη δεν επιτρέπει στο άτομο να σχηματίσει πλήρη και λογική εικόνα της πραγματικότητας. Συνεπώς, το άτομο όχι μόνο δεν αντιδρά αλλά αδυνατεί να αντιληφθει καν την ύπαρξη εναλλακτικού κόσμου, αφού δεν κατανοεί πλήρως τον παρόντα κόσμο που το περιβάλλει.

Εντός των συνθηκών αυτών ο παραλογισμός φαντάζει ιδιαίτερα ελκυστικός στα άτομα ως μέθοδος εξήγησης της πραγματικότητας. Η ίδια η πραγματικότητα εξάλλου είναι παράλογη και επιπλέον τα παράλογα επιχειρήματα δεν απαιτούν κοπιαστική λογική θεμελίωση, κάτι που θα ανάγκαζε το άτομο να περισπαστεί από τον αγώνα για την επιβίωσή του. Το εξουσιαστικό σύστημα φαίνεται να έχει συναίσθηση αυτής της πραγματικότητας και γι’ αυτό καταφεύγει σε πολιτικούς που ντύνουν ηθικά την εφαρμοζόμενη πολιτική με εντελώς παράλογα δομημένα επιχειρήματα, καθιστώντας τα έτσι κατανοητές αλήθειες στην χειμαζόμενη από τον παραλογισμό κοινωνία. Η εκτόξευση στην εξουσιαστική ιεραρχία σκεπτικών σαν αυτό που πρεσβεύει ο Αδ. Γεωργιάδης εντάσσονται στο πλαίσιο αυτό.

Ο ανατροφοδοτούμενος κύκλος παραλογισμού έχει πολύ σοβαρότερες επιπτώσεις απ’ ότι αρχικά γίνεται εμφανές· οδηγεί στην πλήρη απαξίωση της λογικής. Η λογική όμως αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό του ανθρώπου, που τον διαφοροποιεί από άλλα είδη ζωής. Με την απαξίωση της λογικής ο άνθρωπος αποκτηνώνεται. Η μνημονιακή πολιτική είναι λοιπόν απάνθρωπη τόσο σε υλικό όσο και σε πνευματικό επίπεδο.

Αυτός ο απάνθρωπος παραλογισμός όμως κουβαλάει μέσα του το σπέρμα του ολοκληρωτισμού και επιπλέον του παρέχει τις ιδανικές συνθήκες ανάπτυξης. Η άνοδος και σταθεροποίηση της κοινωνικής απήχησης της Χρυσής Αυγής είναι απόλυτα συνεπής με την κατάσταση που η μνημονιακή πολιτική δημιούργησε στην κοινωνία. Γι’ αυτό τελικά είναι εξαιρετικά σημαντική η προάσπιση της λογικής, ως μια πρώτη και αναγκαία πράξη αντίστασης.

Η άνοδος των προνομιούχων (…) σε κάθε ανθρώπινη συμβίωση είναι φαινόμενο ανησυχητικό αλλά αδιάλειπτο. (…) Είναι καθηκον των δικαίων να πολεμάνε κάθε καταχρηστικό προνόμιο, αλλά δε πρέπει να ξεχνάμε ότι πρόκειται για έναν ατέρμονα πόλεμο.
Primo Levi

  1. Eric Hobsbawm,  Η εποχή των επαναστάσεων 1789-1848, μτφρ. Μαριέτα Οικονομοπούλου, Αθήνα : Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1997 []
  2. «Φονταμενταλιστική» με την έννοια ότι εμμένει σε μία θεωρία με τρόπο παράλογο, παρόλο που η θεωρία αυτή συνεχώς διαψεύδεται στα αποτελέσματά της. «Νεοφιλελεύθερη» με τους όρους που περιγράφει η οικονομική «Σχολή του Σικάγο», βλ. σχετικά Naomi Klein, Το δόγμα του σοκ : Η άνοδος του καπιταλισμού της καταστροφής, μτφρ. Άγγελος Φιλιππάτος. – 1η έκδ. – Αθήνα : Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, 2010 []
  3. βλ. σχετικά Naomi Klein, ό.π. []
  4. Primo Levi, Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν, μτφρ. Χαρά Σαρλικιώτη. – Αθήνα : Άγρα, 1997, σ. 17 []
  5. Κάθε είδους βία: την πείνα, την εξαθλίωση σημαντικών τμημάτων της κοινωνίας, την αυταρχική διακυβέρνηση με Πράξεις Νομοθετικού Κινδύνου, την βίαιη καταστολή κάθε αντίδρασης, την διάλυση της μεσαίας τάξης. []

Καθρεύτης

Ένα παιδί 13 χρονών πεθαίνει, στην προσπάθεια της μάνας του να το ζεστάνει. Το περιστατικό, πέρα από την τραγικότητά του ως γεγονός, αναδεικνύει ως καθρεύτης την τραγική κατάσταση μιας κοινωνίας που στην απόγνωσή της επάνω λειτουργεί εντελώς κυνικά. Υπό αυτή την έννοια η εποχή μας είναι ιστορική, όχι διότι συμβαίνουν καινοφανή πράγματα (ανέκαθεν άνθρωποι σκοτώνονταν “άδικα”, αν θεωρήσουμε πως υπάρχει και “δίκαιος” θάνατος), αλλά διότι τα γεγονότα υπερβαίνουν τις διαχειριστικές δυνατότητες της κοινωνίας μας.

Το κράτος που ουσιαστικά προκάλεσε αυτό το γεγονός, με την κοινωνικά αποσαθρωτική του λειτουργία τα τελευταία χρόνια, σαστισμένο απέναντι σε μια πραγματικότητα που το ίδιο εξέθρεψε αλλά αδυνατεί να συλλάβει την έκβαση που παίρνει, προσπαθεί να λειτουργήσει με τις δομές και τις έννοιες που μέχρι τώρα χρησιμοποιούσε. Μόνο που οι δομές αυτές ήταν κατασκευασμένες να ανταποκρίνονται σε άλλες ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες. Καταλήγουν έτσι στην παρούσα φάση να λειτουργούν αρνητικά, αποδεικνύοντας από τη μία τη διαχειριστική αδυναμία της σημερινής εξουσίας και από την άλλη την κυνικότητά της. Το κράτος προσπάθησε να “αποδώσει δικαιοσύνη” στο συγκεκριμένο περιστατικό, ερμηνεύοντας το γράμμα ενός ποινικού κώδικα που δεν αναγνωρίζει ανθρωπιστική κρίση και αγώνες επιβίωσης. Η δικαιοσύνη λοιπόν αποδόθηκε με την επίρριψη της ευθύνης στη μητερα του νεκρού παιδιού, η οποία όχι μόνο κατηγορήθηκε για το θάνατό του, αλλά απελαύνεται από τη χώρα λόγω “προβλημάτων” με την άδεια παραμονής της. Λες και η απέλασή της θα διορθώσει την κατάσταση που γέννησε το “έγκλημα”.

Η μητέρα αντιμετωπίζεται ωσάν να είχε εναλακτική επιλογή ή γνώση των συνεπειών της πράξης της. Προφανώς, κανένα από τα δύο δεν ισχύει. Την εναλλακτική της την στέρησαν αυτοί που της έκοψαν το ρεύμα, δημιουργώντας της την ίδια στιγμή το άγχος επιβίωσης για την ίδια και το παιδί της. Την έλλειψη αληθινής γνώσης την αποδεικνύει το γεγονός ότι το παιδί σκοτώθηκε στην προσπάθεια της μάνας να το προστατέψει από τον θάνατο λόγω ψύχους. Το σύστημα εξουσίας, είναι τόσο κυνικό που δεν αντιλαμβάνεται την κυνικότητα της σκέψης του: αν η μάνα “ήθελε” να σκοτώσει το παιδί της, θα το άφηνε εξαρχής να πεθάνει από το κρύο, δεν θα προσπαθούσε να το ζεστάνει…

Μια δικαιοσύνη που λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο είναι τόσο αστόχαστη, που καταντά τεχνοκρατική. Προσπαθεί να εντάξει μια περίπλοκή πραγματικότητα στο στενό ερμηνευτικό της πλαίσιο, στερούμενη ηθικού προβληματισμού. Ο Σωκράτης πίστευε πως οι άνθρωποι δεν είναι δυνατόν να πράττουν αρνητικά εις γνώση τους, και στο συγκεκριμένο συμβάν φαίνεται να επαληθεύεται. Η δικαιοσύνη τι διατείνεται πως πιστεύει; Ποιες είναι οι αρχές μιας τέτοιας δικαιοσύνης;

Το πρόβλημα όμως δεν είναι αποκλειστικά νομικό, αλλά ευρύτερα κοινωνικό. Η δικαιοσύνη καθρευτίζει τα ιδανικά, το κοσμοείδωλο και το αποδεκτό ή κατακριτέο της εκάστοτε κοινωνικής συνείδησης. Αν λοιπόν ως κοινωνία πράγματι θεωρούμε υπαίτια τη μάνα, έχουμε αποτύχει παταγωδώς. Αντιμετωπίζουμε το πένθος και την τραγωδία της φτύνοντας τις χειρότερες μνησικακίες μας επάνω της και, ακόμα χειρότερα, οικτίρωντάς την, αφού υποσυνείδητα θεωρούμε πως «εμείς ποτέ δεν θα πέφταμε σε τέτοιο σφάλμα». Μόνο που έτσι ουσιαστικά παραδεχόμαστε ότι δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα για τις συνθήκες που την οδήγησαν στην απόφαση αυτή και τα διλήματα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει. Συνεπώς δεν γνωρίζουμε, βρισκόμαστε σε γνωσιολογικά χειρότερο επίπεδο κι από την ίδια τη μάνα, που μάλιστα έλαβε αποφάσεις υπό το βάρος του αγώνα της για επιβίωση. Πώς θα αποδώσουμε δικαιοσύνη τότε; Η γνώση είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την ηθική δόμηση και την απόδοση δικαιοσύνης…

Το δυστυχές συμπέρασμα είναι πως εξουσιαστικές δομές και σημαντικό τμημα της κοινωνίας μας δεν γνωρίζουν και καλύπτουν το γνωσιολογικό κενό με μία τραγική κυνικότητα. Η ανάγνωση της πραγματικότητας με αυτόν τον τρόπο είναι αδιέξοδη και επιδεινωτική της καταστάσεως, αφού όχι μόνο δεν παράγει λύσεις και επιτείνει τα προβλήματα, αλλά αναζητά διέξοδο μέσω μίας οδού αστόχαστης και εντελώς κυνικής. Είναι η ίδια αφετηρία που γεννά τις θεωρίες περί «καταδικαστέας βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται», «των δύο άκρων» κλπ. Η οπτική αυτή αναγνωρίζει μόνο την ύπαρξη του “πτώματος” και παραβλέπει αντικειμενικές συνθήκες, θύτες και θύματα. Οδηγείται έτσι σε μία υπεραπλουστευμένη αντίληψη της πραγματικότητας, που καταλήγει παράλογη. Και η ιστορική εμπειρία έχει δείξει πως η επικράτηση του παραλογισμού σε τεταμένες κοινωνικές συνθήκες έχει συνήθως ως κατάληξη τον ολοκληρωτισμό.

Το τελευταίο αντίο στην μικροαστική αθωότητα

  • (Η μικροαστή νοικοκυρά) προσαρμόζεται, υπακούοντας σε ένα φυσικό νόμο, όπως τα ζώα που μεγαλώνει το τρίχωμά τους το χειμώνα. Χιλιάδες άνθρωποι σαν αυτή προσαρμόζονται. Στο κάτω – κάτω, όποια κυβέρνηση κι αν βρίσκεται στην εξουσία, είναι καταδικασμένοι να ζουν στην πόλη αυτή.
  • Για τα παιδιά της περιοχής το μηχανουργείο και η φυλακή ήταν οι μόνες προοπτικές. Και το μηχανουργείο την επόμενη εβδομάδα κλείνει.
  • Μερικές στιγμές με πιάνει απελπισία. Είναι σα να υπάρχει ένα είδος αρρώστιας, το μικρόβιο του κακού, που εξαπλώνεται σήμερα στον κόσμο.
  • Οι ναζί μπορεί να γράφουν σα σχολιαρόπαιδα, είναι όμως ικανοί για τα πάντα. Κι αυτό είναι που τους κάνει τόσο επικίνδυνους. Γελάει κανείς μαζί τους μέχρι την τελευταία στιγμή…

Αντίο ΒερολίνοΣτις αρχές της δεκαετίας του 1930 ο Κρίστοφερ Ίσεργουντ πηγαίνει στο Βερολίνο. Εκεί ζει σχετικά μποέμικα, παραδίδωντας μαθήματα Αγγλικών σε γόννους μεγαλοαστικών οικογεννειών, σε κρατικούς αξιωματούχους, επίδοξους καλλιτέχνες κ.ά. Ταυτόχρονα, ο κοινοβουλευτισμός της Γερμανίας, μη μπορώντας να αποσβέσει τους κλυδωνισμούς της Μεγάλης Ύφεσης σε μια χώρα που προσπαθεί να διαχειριστεί την βαριά ήττα του μεγαλοϊδεατισμού της στον Α Παγκόσμιο Πόλεμο, τρεκλίζει και ετοιμάζεται να καταρρεύσει.

Ο Ίσεργουντ, μέσα από τις λογοτεχνικές περιγραφές του ημερολογίου του, μας δίνει μια ακτινογραφία της μεσοαστικής βερολινέζικης κοινωνίας, στα πρόθυρα της ανόδου του ναζισμού. Η περιγραφή του, εστιάζοντας στην καθημερινότητα των ανθρώπων που ερωτεύονται, δουλεύουν και προσπαθουν να τα φέρουν βόλτα, αναδεικνύει τη δραματικότητα μιας κοινωνίας που σε λίγο πρόκειται να υποστηρίξει ενθέρμως τα μεγαλύτερα εγκλήματα του 20ου αιώνα.

Στα πρώτα τρία κεφάλαια ο Ίσεργουντ στρέφεται περισσότερο στην ανάδειξη μιας κοινωνίας που προσπαθεί να ζήσει στη σκιά της οικονομικής κρίσης. Η πολιτική δεν εμφανίζεται στο προσκήνιο, παρά μόνο περιστασιακά. Εξάλλου, ο μέσος μικροαστός Γερμανός ζει εκφυλιζόμενα, στη σκιά της εικόνας του για τη Μεγάλη Γερμανία. Στρέφεται λοιπόν σε φαντάσματα όπως ο Κάιζερ για να βρει πολιτικές λύσεις.

Στα επόμενα τρία κεφάλαια ο εθνικοσοσιαλισμός του Χίτλερ έχει ήδη αρχίσει να διαπερνά τη γερμανική κοινωνία. Ο Ίσεργουντ μας παρουσιάζει την εικόνα  μιας κοινωνίας που ενώ έχει κουραστεί από τη βία (τη βία της καθημερινά επιδεινούμενης οικονομίας, τη βία των ανερχόμενων ναζιστών, τη βία που θυμάται από τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο) ταυτοχρόνως στηρίζει τον βίαιο μεταφυσικό παραλογισμό των ναζιστών. Το “αρκετά πια” απέναντι στην κλιμακούμενη ναζιστική βία συνυπάρχει με το “χρειάζεται να τους δείξουν αυτοί”, μερικές μάλιστα φορές συνυπάρχουν εντός του ίδιου ατόμου!1 Μας εμφανίζεται λοιπόν η μαζική ψυχολογία μιας κοινωνίας που από τη μία  η μνησικακία και από την άλλη η ηθική της την στρέφουν στην υποστήριξη ενός εξόφθαλμου παραλογισμού. Η εσωτερική αυτή αντίφαση φωτίζει τη διαδικασία της πολιτικής επιλογής.

Χωρίς να το δηλώνει ευθέως ως σκοπό του, ο συγγραφέας μέσω του ημερολογίου του καταλήγει να μας δίνει ένα κοινωνικό ψυχογράφημα. Το οποίο τυγχάνει εξαιρετικού ενδιαφέροντος, για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, αφορά σε μια κοινωνία που ανέδειξε και υποστήριξε αυτό που θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε στην πραγματικότητα ως τον πιο κοντινό συγγενή του «απόλυτου κακού». Και δεύτερον, η κοινωνία αυτή ταλανίζεται από συνθήκες σχετικά παρόμοιες με τις τωρινές δικές μας, διαποτισμένη από παρόμοια  ψυχολογία (ο μεγαλοϊδεατισμός των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 συνετρίβη ξαφνικά στο διάγγελμα του Καστελόριζου, το οποίο σκόρπισε το πάτωμα από τα πόδια μιας καταναλωτικά παραζαλισμένης κοινωνίας). Δυστυχώς, τηρουμένων των αναλογιών, τα βήματα της δικής μας περίπτωσης ακολουθούν τον παραλογισμό μνησικακίας των Γερμανών μικροαστών του 1930 σαν πατημασιες πάνω στο χιόνι…

Isherwood, Cristopher, 1904-1986. Αντίο Βερολίνο / Κρίστοφερ Ίσεργουντ · μετάφραση Ανδρέας Αποστολίδης. – 2η έκδ. – Αθήνα : Μέδουσα, 1989

  1. Χαρακτηριστικό είναι το επεισόδιο με τον Εβραίο Ράφτη στο 4ο κεφάλαιο []