Tag Archives: κοινωνία

“Δεδομενου πως τα κοινωνικα συγκροτημενα ταξινομικα σχηματα, μεσω των οποιων τα ατομα κατασκευαζουν ενεργα τον κοινωνικο τους κοσμο, τεινουν να αναπαριστουν τις δομες απο τις οποιες παραγονται, […] η τυχη της γενικευμενης και αναγνωρισμενης ως νομιμης και αναγκαιας επιβολης ενος συστηματος άθλιων, απανθρωπων συνθηκων υπαρξης, που θα προσφερει, σταδιακα και αντικειμενικα, μερος των ορων δυνατοτητας μιας διαδικασιας παραγωγης ατομων ικανων να τις υφιστανται και να τις αντιλαμβανονται ως φυσικες, δεδομενες και, αρα, αναποφευκτες, αποτελει ενα απο τα μειζονα πολιτικα και κοινωνικα διακυβευματα του καιρου μας”

Ν. Παναγιωτοπουλος, Κοινωνικές Επιστήμες, τ. 2 – 3, 2013

Αν επιχειρήσουμε μία ανάγνωση της στάσης των πολιτών τούτες τις άγριες μέρες παρατηρούμε πως κάποιοι έχουν μετεξελίξει τη δειλία τους σε φθόνο για τον άλλο. Είναι το απαύγασμα της μικροαστικής αποξένωσης από το θάνατο και το συνάνθρωπο… Η δειλία του ανθρωπάκου1 που κρύβεται όταν του κόβουν δικαιώματα και χαίρεται να βλέπει να κόβονται και από τους απόκληρους… Γιατί οι απόκληροι πρέπει να έχουν λιγότερα δικαιώματα από τον ανθρωπάκο ώστε εκείνος να μένει ευχαριστημένος με ό,τι έχει…

Δεν είναι μόνο η αποικείωση της Ύπαρξης του Άλλου… Αυτό το ξεπεράσαμε. Είναι ο φθόνος που κάποιος τολμά όταν εμείς σερνόμαστε υποταγμένοι… Ο Άλλος, και ειδικά ο απόκληρος, δεν έχει δικαίωμα να διεκδικεί δικαιώματα, ούτε να θυσιάζεται για τις ιδέες του… Ούτε καν του αναγνωρίζεται το δικαίωμα στη διεκδίκηση ακόμα και σε κατοχυρωμένα δικαιώματα που συναντούν την άρνηση του Κράτους.

Ο ανθρωπάκος απαιτεί από τους άλλους υπακοή και δειλία σαν εκείνη που αυτός επέλεξε για τον εαυτό του. Ο ανθρωπάκος ειρωνεύεται κάθε αντίσταση, αρνείται την αξία του Άλλου σε δικαιώματα, απαξιώνει τη διαφορετική αντίληψη, εξορίζει σε υπάθρωπη ιδιότητα όπως επιλέγει διαφορετική στάση.

Δεν είναι απλά συντηρητικός. Είναι το είδος της φίλαυτης αδιαφορίας συντηρητισμού που αποφεύγει εκούσια να δει την αλήθεια, να αναζητήσει στον αγώνα του άλλου έναν δρόμο διαφυγής. Τρέμει στην ιδέα να αλλάξει κάτι από εκείνα που έχει σταθμισμένα στο μυαλό του. Τα αισθάνεται σαν ανισορροπία. Κρύβει πίσω από τον αγώνα των άλλων την ευκαιρία να αρπάξει τους καρπούς της νίκης, αλλά όσο εκείνοι αγωνίζονται τους λοιδορεί.

Φορτώνει τις δικές του αδυναμίες, τη δική του ηττοπάθεια στον Άλλο, στο παιδί, στον αρνητή… Όσα δεν άλλαξε σε τόσα χρόνια, και ταυτιζόμενος με το βασανιστή του, τα χρεώνει σε σταθερότητα και ισορροπία.

Πηγή: Δήμος Χλωπτσιούδης

  1. Βλ. σχετ. Βίλχελμ Ράιχ, Άκου Ανθρωπάκο []

Δουλεύοντας ένα ντοκιμαντέρ για την δικτατορία καθώς και ένα βιβλίο για την αντίσταση, αυτό που μου έχει κινήσει το ενδιαφέρον, υπό το φως και των σημερινών εξελίξεων, είναι η ανοχή που επέδειξε η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού στο καθεστώς της χούντας των συνταγματαρχών.

 Τα νεότερα κινηματογραφικά αρχεία δείχνουν πλήθος κόσμου να υποδέχεται και να επευφημεί τους δικτάτορες, σε όλα τα μέρη της Ελλάδος. Η αντίσταση ξεκίνησε από τις πρώτες ώρες, αλλά από μια χούφτα αγωνιστές, απομονωμένους από τον πληθυσμό. Ο Μανόλης Καραπιπέρης, ένας από τους αφανείς ήρωες που βασανίστηκε απάνθρωπα στο κολαστήριο της Μπουμπουλίνας, διηγείται ότι όταν τον ανέβαζαν στην ταράτσα για την φάλαγγα, οι γείτονες που άκουγαν τις κραυγές του αντιδρούσαν κλείνοντας τα παράθυρα.

Τα ξημερώματα του πραξικοπήματος, ο δημοσιογράφος Γιώργος Βότσης, μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα να περάσει την είδηση σε μια έκτακτη έκδοση της “Αυγής”, βλέπει τους εργάτες στην Ομόνοια που φθάνουν με τα λεωφορεία για να πάνε στην δουλειά τους, χώνεται ανάμεσα τους και αρχίζει να φωνάζει συνθήματα: ¨κάτω η χούντα”, “δημοκρατία”. Παγωνιά. Δεν τον ακολουθεί κανείς.

Όταν μετά από μήνες ο Καραπιπέρης απελευθερώνεται, τσακισμένος από τα βασανιστήρια, στο καφενείο της γειτονιάς του δεν του μιλάει κανείς, ούτε ο θείος του. “Για αυτόν τον λαό αγωνίζομαι; ” αναρωτιέται κάποια στιγμή. Η πλειοψηφία υιοθετεί συμπεριφορά Χατζηαβάτη: φοβισμένος και δειλός, ένας ραγιάς με ευλύγιστη μέση έτοιμος να κολακέψει, να συνεργαστεί ή να ανεχθεί τους ισχυρούς. Αυτή η στάση δίνει την απάντηση σε ένα άλλο αμείλικτο ερώτημα που προκύπτει ακούγοντας  και βλέποντας στα επίκαιρα τις ανεκδιήγητες δηλώσεις και τα καμώματα των δικτατόρων:  πως δηλαδή μπόρεσε να κρατηθεί στην εξουσία για εφτά χρόνια ένα τόσο απάνθρωπο αλλά και γελοίο καθεστώς.

Σε όλο αυτόν τον πληθυσμό που κλήθηκε να “απολογηθεί” για την στάση του όταν η χούντα κατέρρευσε προδίδοντας την Κύπρο, η  εξέγερση της 17ης του Νοέμβρη  αποτέλεσε το τέλειο άλλοθι: υποτίθεται ότι ακόμη και αν δεν μπήκαν στο Πολυτεχνείο κάπου πέρασαν απ’ έξω εκείνες τις μέρες. Ακόμη και αν δεν πλησίασαν, είχαν το.. θάρρος να ακούσουν τον ραδιοφωνικό σταθμό ή τέλος πάντων είχαν κάποιο συγγενή ή γνωστό εκεί μέσα. Είναι γεγονός ότι τις μέρες της εξέγερσης σημειώθηκαν συγκινητικά περιστατικά λαϊκής συμπαράστασης, όπως εκφράστηκε με τις προσφορές στους έγκλειστους φοιτητές και την περίθαλψη τους μετά την είσοδο των τανκς. Αλλά όλα αυτά συμβαίνουν τον έκτο χρόνο που η οικονομία έχει μπει σε κρίση, η δικτατορία παραπατάει δίνοντας σήματα ότι δεν μπορεί να κρατήσει για πολύ-ο Χατζηαβάτης κοιτάει ήδη για άλλο αφεντικό- και δείχνει το αποκρουστικό της πρόσωπο με το μακελειό και τους δεκάδες νεκρούς.

Για όσους δεν έχουν να επιδείξουν καμιά από τις προηγούμενες `”αντιστασιακές” περγαμηνές, υπάρχουν και οι επέτειοι του Πολυτεχνείου: oι πρώτες μεγαλειώδεις συγκεντρώσεις λειτουργούν σαν γιγαντιαίες κολυμβήθρες του Σιλωάμ. Ξαφνικά, η Ελλάδα αποκτά 9 εκατομμύρια αντιστασιακούς. Για τους δικούς τους λόγους, τα κόμματα της αριστεράς επίσης επενδύουν στην εξέγερση και η “γενιά του Πολυτεχνείου” αποκτά μυθικές διαστάσεις. Στην πραγματικότητα πρόκειται για 2-3 χιλιάδες φοιτητές σε όλη την Ελλάδα, που πλαισιώθηκαν την Παρασκευή 17 Νοέμβρη του 1973 από μερικές δεκάδες χιλιάδες άτομα που εξεγέρθηκαν.

Το “ιστορικό καθήκον” αυτής της γενιάς ήταν να ρίξει την χούντα, στόχο στην επίτευξη του οποίου συνέβαλλε με επιτυχία. Αλλά αυτή η γενιά, δεν κυβέρνησε ποτέ: με την αποκατάσταση της δημοκρατίας για την πορεία της χώρας αποφασίζουν οι εκλεγμένες κυβερνήσεις. Τον Νοέμβριο του 1974, τέσσερις μήνες μετά την πτώση της χούντας, ο Κ. Καραμανλής κερδίζει τις εκλογές με 54, 37 %. Ούτε ένας από την “γενιά του Πολυτεχνείου” δεν τον έχει ψηφίσει. Το ίδιο και στις εκλογές του 1977, στις οποίες η ΝΔ επανεκλέγεται. Το 1981 το ΠΑΣΟΚ κερδίζει τις εκλογές με 48%. Μόνο το 5%-10% της “γενιάς του Πολυτεχνείου”,δηλαδή των 3.000 του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος, υποστηρίζουν τότε τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Το 1974 ο Καραμανλής επαναφέρει στις κυβερνήσεις του όλο το παλιό πολιτικό προσωπικό της ΕΡΕ. Είναι γεγονός ότι το 1981, το σύστημα εξουσίας του ΠΑΣΟΚ θα πλαισιώσουν στελέχη του φοιτητικού κινήματος, αλλά ως μικρή μειοψηφία. Ο βασικός κορμός των κυβερνήσεων Παπανδρέου αποτελείται από πολιτευτές της προδικτατορικής Ένωσης Κέντρου ή στελέχη που ανήκουν ηλικιακά στις προηγούμενες γενιές από αυτήν του Πολυτεχνείου. Στην οικουμενική κυβέρνηση του 1990 ο πρωθυπουργός Ξ Ζολώτας είναι 80 ετών και οι τρεις πολιτικοί αρχηγοί που συναποφασίζουν για την πορεία της χώρας πάνω από 70. Που είναι η “γενιά του Πολυτεχνείου”;

Φαινόμενα διαφθοράς σημειώθηκαν τα επόμενα χρόνια σε πολιτικούς αυτής της γενιάς, αλλά η συλλογική ενοχοποίηση της “γενιάς του Πολυτεχνείου” που υποτίθεται ότι ευθύνεται για όλα τα σημερινά κακά της χώρας εξυπηρετεί πολλαπλές σκοπιμότητες. Πιο εμφανής είναι η ακροδεξιά: μέσω της γενιάς του Πολυτεχνείου, αμφισβητείται η ίδια η εξέγερση και εξαγνίζεται η χούντα.

Υπάρχει όμως και μια αφανής σκοπιμότητα που εξυπηρετεί τον χατζηαβατισμό: οι ίδιες μάζες που είχαν ενσωματωθεί στο σύστημα εξουσίας της χούντας, έχουν περάσει ..αρμονικά στο σύστημα της μεταπολίτευσης. Κολακεύουν τους ισχυρούς και τους υποστηρίζουν, ανταλλάσσοντας. όπως ο Χατζηαβάτης στον Καραγκιόζη,  την υποταγή με ένα ρουσφέτι ή κάποιο διορισμό, με το ξεροκόμματο που θα θυμίσει ο Πάγκαλος στο διαβόητο “μαζί τα φάγαμε”. Χωρίς να μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό της, η ανύπαρκτη άλλωστε, γενιά του Πολυτεχνείου είναι ένας ιδανικός αποδιοπομπαίος τράγος, μια νέα κολυμβήθρα εξαγνισμού.

Τον ίδιο χατζηαβατισμό παρατηρούμε και σήμερα: είναι όλες αυτές οι μάζες που φοβούνται το μέλλον, δειλιάζουν να πάρουν τα πράγματα στα χέρια τους, υπακούουν και στην νέα τηλεοπτική εξουσία -αν δεν συνοδεύουν τα παιδιά τους στα ριάλιτι- και την βρίσκουν με το κυνήγι του νεκρού στην Αμφίπολη, όπως διασκέδαζαν με τα κιτς προγονοπληξίας της χούντας στο Παναθηναϊκό Στάδιο.

Κάνοντας πως δεν καταλαβαίνουν ότι η εξουσία τους δουλεύει ψιλό γαζί, αγνοώντας τον εθνικό διασυρμό μιας χώρας που κυβερνάται με e-mail της τρόικας. Στην φετινή επέτειο ακούστηκε κατά κόρο ότι το αίτημα “Ψωμί, παιδεία, ελευθερία” είναι επίκαιρο όσο ποτέ. Είναι αλήθεια, αλλά για να ικανοποιηθεί κάποτε, οι Έλληνες πρέπει να γίνουν από Χατζηαβάτες  συνειδητοί πολίτες, με δικαιώματα και υποχρεώσεις. Που θα τηρούν τις τελευταίες και συγχρόνως θα αγωνίζονται για τα δικαιώματα τους, χωρίς να υποκλίνονται με γαλιφιές στην όποια εξουσία ή να περιμένουν τα πάντα από αυτήν.

Πηγή: tvxs.gr, Στ. Κούλογλου

«Δεν θέλω να το γυρίσω στην πολιτική…»

Πάμπολλες είναι οι φορές που κουβεντιάζοντας, ίσως ακόμη και για κάποιο θέμα μη-πολιτικό, η κουβέντα μπορεί να οδηγήσει σε οδούς που αναγκαστικά οδηγούν σε πολιτική σκέψη. Πολλές φορές τότε, ακούγεται κάποιος από την παρέα να απολογείται «δεν θέλω να το γυρίσω στην πολιτική», λες και αναγκάζεται να ξεστομίσει άθελά του απαγορευμένες λέξεις!

Δεν καταλαβαίνω γιατί φοβόμαστε να μιλήσουμε «πολιτικά», λες και η πολιτική είναι κάτι που δεν μας αφορά, που είναι απαγορευμένο, που γίνεται σε άλλο επίπεδο και δεν ξέρω τι άλλο…
Αν έχουμε μπερδέψει την πολιτική με την κομματικολογία, ας αποφορτίσουμε τότε την έννοια (της πολιτικής) κι ας θυμηθούμε πως πολιτικό είναι ότι αφορά στην έννοια του πολίτη, δηλαδή του ανθρώπου που ζει εντός μιας οργανωμένης κοινωνίας:

  • Οι σχέσεις μας με τους συγκατοίκους της πόλης είναι πολιτική
  • Οι κανόνες που ρυθμίζουν τη ζωή μας (άπαξ και ζούμε με άλλους ανθρώπους κι όχι μόνοι μας σε σπηλιές) είναι πολιτική
  • Τα προβλήματα μες στο σπίτι μας, στο βαθμό που προκύπτουν από τα βάρη που σηκώνουμε λόγω των υποχρεώσεών μας έναντι άλλων ανθρώπων, είναι πολιτική
  • Οι τιμές των ταξί, του ψωμιού, του γάλακτος κλπ είναι πολιτική
  • Ο αέρας που αναπνέουμε είναι πολιτική
  • ……

Αυτό που σίγουρα δεν είναι πολιτική, είναι να κατοικούμε τόσα εκατομμύρια ανθρώπων στον ίδιο χώρο, στην ίδια πόλη, και να (μας έχουν κάνει να) νομίζουμε πως τον καθένα τον αφορά μόνο η ιδιώτευσή του, το ατομικό συμφέρον του, άντε και η οικογένειά του.

Αντιθέτως, νομίζω πως θα έπρεπε να το γυρνάμε μόνο στην πολιτική. Είμαστε υποχρεωμένοι να μιλάμε πολιτικά, από τη στιγμή που οργανωθήκαμε ως είδος στην πρώτη αγέλη. Όπως παρατηρεί ο Jurgen Habermas1 η συνύπαρξη εντός της κοινωνίας απαιτεί την εύρεση λύσεων στα ζητήματα που ανακύπτουν· ο μόνος τρόπος που μεγιστοποιεί την πιθανότητα εξεύρεσης μια λύσης που να λαμβάνει υπ’ όψιν της όλους τους εμπλεκόμενους και τις θέσεις τους, είναι ο δημοκρατικά και λογικά ελεγχόμενος διάλογος – δηλαδή μια πράξη καθαρά πολιτική.

Ειδάλλως δεν έχουμε καμία απολύτως πιθανότητα να βρούμε την οποιαδήποτε λύση, ούτε στην κρίση ούτε και στα ατομικά μας προβλήματα…

  1. Βλ. σχετικά Habermas, J., Η ηθική της επικοινωνίας, μτφρ. – εισαγωγή – ερμηνευτικά σχόλια K. Καβουλάκος, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα, 1997. []

Περί συγχώνευσης και άλλων… δαιμονίων!

Η είδηση ήταν από πολλούς αναμενόμενη:

Με μια τροπολογία 22 σελίδων που μοιάζει να έχει γραφτεί σε γραφεία μεγάλων εκδοτικών συγκροτημάτων, υιοθετούνται όλα τα αιτήματα των τελευταίων και διευκολύνονται οι συγχωνεύσεις, ενώ παρατείνεται επ’ αόριστον το προσωρινό καθεστώς λειτουργίας της ιδιωτικής τηλεόρασης και των ραδιοφωνικών σταθμών. (tvxs)

«Ε και;», θα αναφωνούσε κάποιος. Και πού είναι το μεμπτό (πέραν του ότι κατατίθεται μέσα σε ένα παντελώς άσχετο νομοσχέδιο); Δυο εταιρίες θέλουν να συγχωνευτούν και προσπαθούν αν ρυθμίσουν τα της συγχώνευσής τους. Ποιό είναι το ζήτημα που εγείρεται λοιπόν από πολιτικής και κοινωνικής απόψεως;

Πέρα από το καθαρά εργασιακό κομμάτι (η συγχώνευση θα φέρει σίγουρα απολύσεις, μειώσεις μισθών και γενικότερα χειροτέρευση εργασιακών συνθηκών, εξελίξεις που για κάποιους μπορεί να είναι απαραίτητες για να σωθούν οι δουλειές έστω ορισμένων από τους εργαζόμενους, αλλά για κάποιους άλλους είναι μη αποδεκτές), εγείρονται γενικότερα, πολύ σοβαρά ζητήματα που αφορούν την έννοια της δικαιοσύνης -που έχει πλέον γίνει λάστιχο, υπό το βάρος του νεοφιλελεύθερου ξεχειλώματος που της ασκείται. Δεν πρόκειται για μια απλή ρύθμιση ιδιωτικών ζητημάτων, αλλά για ζήτημα που (θα έπρεπε να) αφορά ολόκληρη την κοινωνία και τη λειτουργία της δημοκρατίας.

  • Η συγχώνευση αφορά επιχειρήσεις που νέμονται παράνομα δημόσιες ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες, καθεστώς που η τροπολογία παρατείνει επ αόριστον…
  • Η τροπολογία περνά καθ’ υπαγόρευσιν των εταιριών και διασφαλίζοντας αποκλειστικά τα δικά τους (ιδιωτικά) συμφέροντα, εις βάρος του όποιου δημοσίου συμφέροντος, το οποίο η νομοπαρασκευαστική επιτροπή παραδέχεται ότι δεν είχε τον χρόνο να εξετάσει λόγω των πιέσεων που της ασκήθηκαν (!!!!)
  • Ακόμη και εντός του πλαισίου του καπιταλιστικού τρόπου οργάνωσης, οι δυο αυτές εταιρίες δεν λειτουργούν με βάσει τις αρχές της ανταγωνιστικής καπιταλιστικής αγοράς που και οι ίδιες υποστηρίζουν (αφού δεν μπορούν να αποπληρώσουν τις δανειακές υποχρεώσεις τους -γιατί από εκεί ξεκινά όλο το παιχνίδι, καθ’ υπόδειξη των τραπεζών για να μην χάσουν εντελώς τα δάνεια που τους έχουν χορηγήσει), αλλά προσπαθούν να διαμορφώσουν ένα νομικό πλαίσιο τέτοιο που να τις συμφέρει και -κατά προέκταση- να τους δώσει πλεονέκτημα έναντι των ανταγωνιστών τους – με τη σφραγίδα του κράτους. Αν ηταν γνήσιοι καπιταλιστές (όπως πάντα υποστήριζαν μέσα από τα ΜΜΕ τους), ας τα έβγαζαν πέρα με τον ανταγωνισμό και τη χρεοκοπία τους χωρίς κρατικά δεκανίκια.
  • Τα επιμέρους ιδιωτικά συμφέροντα λοιπόν περνούν ως καθολικός νόμος του κράτους, ερχόμενος μάλιστα σε αντίθεση στο γενικό συμφερον (της διαχείρισης των δημοσίων συχνοτήτων, της ρύθμισης δανειακών υποχρεώσεις -και προς δημόσια ταμεία- κλπ). Ακόμα κι αν αυτό παρουσιάζεται ως νομιμοφανές μες στο διεφθαρμένο πολιτικό σκηνικό των ημερών μας, είναι κατάφορα ανήθικο. Κι είναι ανήθικο όχι με βάση κάποια αδιόρατη αριστερή ηθική, αλλά με βάση την ίδια τη λογική: ένα ιδιωτικό συμφέρον που όταν καθίσταται γενικός κανόνας έρχεται σε αντίθεση με όλα τα άλλα συμφέροντα (ιδιωτικά και δημόσια) είναι σίγουρο πως θα οδηγήσει σε απαξίωση του ίδιου του κανόνα· πρόκειται για χαρκατηριστικό παράδειγμα ανηθικότητας, ελεγχόμενο με βάση την κατηγορική προσταγή του Καντ, όπου ένας συμφεροντολογικός ατομικός γνώμονας καθίσταται γενικός νόμος και οδηγεί σε λογικές αντιφάσεις

Παρεμπιπτόντως, ας μην ξεχνάμε πως δεν πρόκειται για «δυο οποιεσδήποτε εταιρίες», αλλά για εταιρίες που ανέλαβαν να παίξουν σημαντικότατο ρόλο στην στήριξη του κυβερνητικού – τροϊκανού έργου εις βάρος της ίδιας της κοινωνίας: λέγοντας ψέματα, διασπείροντας ψευδές εισήσεις, συκοφαντώντας, εκφοβίζοντας την κοινωνία κλπ, δεν στήριξαν απλώς την επιβαλλόμενη τα τελευταία χρόνια πολιτική. αλλά διασφάλισαν με νύχια και με δόντια τις εύθραυστες και κοινωνικά μη νομιμοποιούμενες κυβερνητικές πλειοψηφίες όποτε αυτές φάνταζαν ετοιμόρροπες απέναντι στην εντεινόμενη κοινωνική οργή. Πρόκειται δηλαδή για εταιρείες που βρίσκονταν σε διατεταγμένη πολιτική υπηρεσία εις βάρος του κοινωνικού συνόλου και που τώρα έρχονται να εξαργυρώσουν τις υπηρεσίες τους αυτές… Το να τις βλέπουμε εμείς σαν «δυο οποιεσδήποτε εταιρίες» ωσάν δε μας αφορά καθόλου η δράση τους, είναι από μαζοχιστικό ως βλακώδες….

Η κοινωνική διάσταση της ατομικής ψυχολογίας: Adorno

© GettyΟ Theodor Adorno Wiesengrund γεννήθηκε στη Φρανκφούρτη το 1903 σε μια πλούσια και καλλιεργημένη οικογένεια. Ο πατέρας του, έμπορος κρασιών, ήταν εβραϊκής καταγωγής, αλλά είχε ασπαστεί τον Προτεσταντισμό στο πανεπιστήμιο. Ο Teddy (όπως τον αποκαλούσαν οι στενότεροι φίλοι του) ήταν εξαιρετικός πιανίστας από νεαρή ηλικία. Μέχρι τα είκοσί του, προγραμμάτιζε μια καριέρα ως συνθέτης, αλλά τελικά επικεντρώθηκε στην φιλοσοφία. Το 1934, είχε αποκλειστεί, για φυλετικούς λόγους, από τη διδασκαλία στη Γερμανία. Έτσι μετακόμισε στην Οξφόρδη και αργότερα στη Νέα Υόρκη και στη συνέχεια στο Λος Άντζελες. H καλιφορνέζικη καταναλωτική κουλτούρα του ασκούσε ταυτόχρονα γοητεία και αποστροφή – οπότε και κατέληξε να σκέφτεται με ασυνήθιστο βάθος για την κοινωνική διάσταση των ηλιοκαμένων κορμιών και των drive-ins. Μετά τον πόλεμο, επέστρεψε στη Δυτική Γερμανία, όπου και πέθανε το 1969, στην ηλικία των 64.

Ο Αντόρνο πίστευε ότι οι διανοούμενοι πρέπει να συνασπιστούν για να αλλάξουν την κοινωνία, και ήταν στενά συνδεδεμένος με το πρωτοποριακό Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών, το οποίο είχε ιδρυθεί και χρηματοδοτείτο από τον φίλο του Felix Weil (του οποίου ο πατέρας ήταν ένας εξαιρετικά επιτυχημένος επιχειρηματίας). Το Ινστιτούτο στόχευε στην ανάπτυξη μιας ψυχολογικής κατανόησης των προβλημάτων που ανακύπτουν στον σύγχρονο καπιταλισμό. Επικεντρώθηκε όχι τόσο στις σκληρές οικονομικές πτυχές της ζωής, όσο στον πολιτισμό και τη νοοτροπία του καπιταλισμού.

Ο Αντόρνο επέστησε την προσοχή σε τεις συγκεκριμένους τρόπους με τους οποίους ο καπιταλισμός μας διαφθείρει και μας υποβαθμίζει:

1. Ο ελεύθερος χρόνος γίνεται «τοξικός»

Παρά το γεγονός ότι ο Αντόρνο δεν παρέβλεψε θέματα όπως την εργατική νομοθεσία και την αναθεώρηση του φορολογικού συστήματος, πίστευε ότι ο πρωταρχικός στόχος για την προοδευτικούς φιλόσοφους έπρεπε να είναι η μελέτη του πώς η εργατική τάξη των αναπτυγμένων εθνών σκέφτεται και αισθάνεται – και ιδίως, τον τρόπο με τον οποίο περνούν τα βράδια και τα Σαββατοκύριακα τους.

Ο Αντόρνο είχε μια εξαιρετικά φιλόδοξη άποψη σχετικά με το ποιός θα πρέπει να είναι ο πραγματικός σκοπός του ελεύθερου χρόνου· δεν προορίζεται για χαλάρωση και απόλαυση. Υποστήριζε αντιθέτως ότι ο ελεύθερος χρόνος είχε έναν σημαντικό στόχο να επιτύχει: ο ελεύθερος χρόνος- και οι πολιτιστικές δραστηριότητες που θα μπορούσαμε να ασκήσουμε στα πλαίσιά του – είναι μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για να επεκτείνουμε και να αναπτύξουμε τον εαυτό μας, να εξελιχθούμε με βάση τις καλύτερες πτυχές της φύσης μας και να αποκτήσουν τα εργαλεία με τα οποία θα αλλάξουμε την κοινωνία μας. Ο ελεύθερος χρόνος είναι μια περίοδος όπου θα μπορούσαμε να δούμε ορισμένες  ταινίες που θα μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε τις σχέσεις μας με μεγαλύτερη σαφήνεια, ή να διαβάσουμε βιβλία φιλοσοφίας και ιστορίας που θα μπορούσαν να μας δώσουν φρέσκιες οπτικές στην πολιτική, ή να ακούσουμε είδη μουσικής που θα μας δώσουν θάρρος να αναμορφώσουμε τον εαυτό μας και τη συλλογική ζωή.

Όμως, στο σύγχρονο κόσμο, ο Αντόρνο κατήγγειλε ότι ο ελεύθερος χρόνος είχε πέσει στα χέρια μιας πανταχού παρούσας και βαθιά κακόβουλης μηχανής ψυχαγωγίας που αποκαλούσε «βιομηχανία του πολιτισμού», η οποίο κατέλαβε την ίδια δαιμονοποιημένη θέση στη φιλοσοφία του όπως αντίστοιχη της θρησκείας στον Μαρξ. Σύγχρονες ταινίες, τηλεόραση, ραδιόφωνο, περιοδικά και τώρα τα social media, για τον Αντόρνο φαίνονται να είναι σχεδιασμένα για να μας κρατήσουν περισπασμένους, αδυνατώντας να κατανοήσουμε τον εαυτό μας και χωρίς τη βούληση να αλλάξουμε την πολιτική πραγματικότητα. Πρόκειται για ένα νέο και καταστροφικά επικίνδυνο όπιο για τις μάζες.

Για παράδειγμα, οι ειδήσεις​​, ενώ φαινομενικά μας ενημερώνουν για ό,τι είναι «σημαντικό», υπάρχουν – κατά την άποψη του Adorno – απλά για να μας θρέψουν ένα μίγμα λάγνας ανοησίας και πολιτικών ιστοριών που εξανεμίζει κάθε δυνατότητα κατανόησης της ανοικτής φυλακής μέσα στην οποία υπάρχουμε. Οι δημοσιογράφοι θα αντιτείνουν αυτοδικαίως ότι μας προσφέρουν απλά «την αλήθεια»· ωστόσο οι ίδιοι είναι πάρα πολύ απασχολημένοι, πολύ φοβισμένοι από τα αφεντικά τους και πολύ απερίσκεπτοι ώστε να είναι σε οποιαδήποτε θέση να μας προσφέρουν πραγματικά ένα τέτοιο ελιξίριο. Οι ταινίες από την πλευρά τους εξάπτουν φόβους και επιθυμίες εντελώς αποκομμένες από τις πραγματικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε. Περνάμε δύο ώρες από τη ζωή μας παρακολουθώντας τις περιπέτειες μιας εξωγήινης εισβολής – ενώ οι πραγματικές συμφορές του κόσμου μας περνούν απαρατήρητες. Τα μουσεία εκθέτουν έργα τέχνης χωρίς να τους επιτρέπεται να μιλήσουν για τις ανάγκες και τις προσδοκίες του κοινού τους. Περιηγούμαστε σε galleries, σιωπηλά θαυμάζοντας τα αποκαλούμενα «αριστουργήματα», ενώ στην ιδιωτική μας πραγματικότητα δεν είμαστε σίγουροι τι πραγματικά σημαίνουν και γιατί θα πρέπει να μας ενδιαφέρουν. Η βιομηχανία της κουλτούρας θέλει να μας κρατήσει κάπως έτσι: περισπασμένους, εύκαμπτους, συγχυσμένους και εκφοβισμένους. Όσο για την ποπ μουσική, αυτή εστιάζει αδυσώπητα στα συναισθήματα σχετικά με την ρομαντική αγάπη, εγωιστικά προτείνοντάς μας ότι η ευτυχία μπορεί να έρθει μόνο συναντώντας ένα πολύ ξεχωριστό πρόσωπο, αντί να μας αφυπνίζει στις απολαύσεις της κοινότητας και μιας πιο ευρέως κατανεμημένης ανθρώπινης συμπάθειας.

Walt Disney © Time & Life Images / Getty

Ο Αντόρνο ήταν τόσο αυστηρός αναφορικά με την πολιτιστική παραγωγή της εποχής του γιατί πίστευε στις υψηλότερες δυνατότητες του πολιτισμού: αυτο δεν υπάρχει για να μας βοηθήσει να περάσει η ώρα, να εντυπωσιάσουμε τους γείτονες ή να μας ναρκώνει σε στιγμιαίο κέφι. Η ύπαρξή του δεν θα έπρεπε να στοχεύει σε τίποτα λιγότερο από τη χρήση του ως ένα θεραπευτικό εργαλείο για την επίτευξη παρηγοριάς, τη διορατικότητα και κοινωνικό μετασχηματισμό. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που οξυδερκώς περιέγραψε τον Walt Disney ως τον πιο επικίνδυνο άνθρωπο στην Αμερική.

2. Ο καπιταλισμός δεν μας πουλά τα πράγματα που πραγματικά χρειαζόμαστε

Λόγω του τεράστιου φάσματος των καταναλωτικών αγαθών που διατίθενται στο σύγχρονο καπιταλισμό, εμείς φυσικά υποθέσουμε πως οτιδήποτε θα μπορούσε ενδεχομένως να θέλουμε είναι διαθέσιμο. Το μόνο πρόβλημα, αν υπάρχει, είναι ότι δεν μπορούμε να τα ανταπεξέλθουμε οικονομικά.

Αλλά ο Αντόρνο επεσήμανε ότι οι πραγματικές ανάγκες μας θωρακίζονται προσεκτικά από τον εαυτό μας μέσω της καπιταλιστικής βιομηχανίας, έτσι ώστε να καταλήγουμε να ξεχνάμε τι είναι αυτό που πραγματικά χρειαζόμαστε και, αντιθέτως, να ενδυόμαστε τις επιθυμίες που κατασκευάζονται για μας από εταιρείες χωρίς κανένα ενδιαφέρον για την αληθινή ευημερία μας. Παρόλο που νομίζουμε ότι ζούμε σε έναν κόσμο αφθονίας, αυτά που πραγματικά χρειαζόμαστε – τρυφερότητα, κατανόηση, ηρεμία, γνώση – βρίσκονται οδυνηρά «εκτός στοκ» και εντελώς αποκομμένα από την οικονομία.

Αντ ‘αυτού, το εργαλείο μαζικής χειραγώγησης του καπιταλισμού, η διαφήμιση, εκμεταλλεύεται γνήσιες ανάγκες μας να μας πουλήσει αντικείμενα που θα μας αφήσει φτωχότερους και ψυχολογικά πιο εξαντλημένους. Μια διαφημιστική καταχώριση θα δείξει μια ομάδα φίλων να περπατά στην παραλία κουβεντιάζοντας φιλικά· ή μια οικογένεια να ευχαριστιέται ένα πικνίκ γελώντας θερμά μαζί. Το κάνει αυτό γιατί ξέρει ποθούμε την κοινότητα και τη σύνδεση. Όμως, η βιομηχανική οικονομία δεν έχει ως στόχο να μας βοηθήσει να αποκτήσουμε αυτά τα αγαθά· θα ήταν αντ’ αυτού προτιμητέο να μας κρατήσει μοναχικούς καταναλωτές. Έτσι, στο τέλος της διαφήμισης, θα παροτρυνθούμε να αγοράσουμε κάποιο ουίσκι 25-ετών-παλαίωσης ή ένα αυτοκίνητο τόσο ισχυρό, που σε κανένα δρόμος δεν θα μπορούσαμε ποτέ να οδηγήσουμε νόμιμα στην μέγιστη ταχύτητα!

3. Υπάρχουν πρωτο-φασίστες παντού

Ο Αντόρνο έγραφε στην αυγή της εποχής του ψυχολογικού ερωτηματολογίου. Αυτό ήταν ευρέως σε χρήση στις Ηνωμένες Πολιτείες, με σκοπό την αποτύπωση της στάση των καταναλωτών και της εμπορικής συμπεριφοράς.

Ο Αντόρνο, εμπνευσμένος από την υποβόσκουσα φύση του ερωτηματολογίου, και μαζί με τους συναδέλφους, αφιερώθηκε στο σχεδιασμό ενός ερωτηματολόγιου διαφορετικού είδους, σχεδιασμένο για να εντοπίσετε φασίστες – αντί για πιθανούς αγοραστές νέων απορρυπαντικών πλυντηρίων.

Το ερωτηματολόγιο ζητούσε στους ερωτώμενους να αξιολογήσουν το επίπεδο της συμφωνίας τους με δηλώσεις όπως:

  •  Η υπακοή και ο σεβασμός για την εξουσία είναι οι πιο σημαντικές αρετές που τα παιδιά πρέπει να μάθουν.
  • Ένα πρόσωπο που έχει κακή συμπεριφορά, συνήθειες και ανατροφή, δεν μπορούμε να περιμένουμε ότι θα πρέπει να συγχρωτίζεται με αξιοπρεπείς ανθρώπους.
  • Αν οι άνθρωποι μιλούσαν λιγότερο και εργάζονταν περισσότερο, ο καθένας θα ήταν σε καλύτερη θέση.
  • Όταν ένα άτομο έχει ένα πρόβλημα ή ανησυχία, είναι καλύτερα γι ‘αυτόν να μην το σκέφτεται, αλλά να διατηρείται απασχολημένος με πιο χαρούμενα πράγματα.

Μετά από μια σειρά τέτοιων ερευνών, ο Αντόρνο αισθάνθηκε σίγουρος ότι θα είναι σε θέση να ανιχνεύσει τους φασίστες που πιθανώς πλανώνται στη νέα γενιά. Λαμβάνοντας υπόψη τα τραύματα που η Γερμανία είχε μόλις περάσει, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι εξεδήλωσε τέτοιο ενδιαφέρον για τον Adorno και το ερωτηματολόγιο του – καθώς και αυτό που αποκαλούσε «κλίμακα F» (“φασιστοκλίμακα”).

Όμως ένα πιο ευρέως εφαρμόσιμο δίδαγμα από το πείραμα του Adorno αφορά την ανάγκη να αλλάξει η πολιτική, όχι μόνο μέσω της νομοθεσίας και του δημόσιου διαλόγου, αλλά και από την ψυχολογία. Η ψυχολογία προηγείται της πολιτικής. Πολύ πριν κάποιος γίνει ρατσιστής, ομοφοβικός και αυταρχικός, είναι – όπως επιδέξια πρότεινε ο Αντόρνο – πολύ πιθανόν να υποφέρει από κάποιες ψυχολογικά αδυναμίες και ανωριμότητες, ο καλύτερος εντοπισμός και η αντιμετώπιση των οποίων αποτελεί καθήκον της κοινωνίας στο σύνολό της.

Ο Χίτλερ Στο Berghof © Time & Life Images / Getty

Αντί να αφήνονται τα προβλήματα να φουντώνουν τόσο πολύ ώστε τελικά να μην υπάρχει κανένας τρόπος για την αντιμετώπισή τους, εκτός από τη βία (που ασκείται από την αστυνομία ή το στρατό), θα πρέπει να μαθαίνουμε να κατανοούμε την ψυχολογία της καθημερινής τρέλας από τις πρώτες στιγμές. Ο Adorno και η ομάδα του έστειλε την κλίμακα-F σε κάθε σχολείο στη Δυτική Γερμανία. Ο Φρόιντ θα έπρεπε να ήταν σε θέση να φτάσει στον Χίτλερ πριν από τον Κόκκινο Στρατό και το Στρατηγό Patton. Η ψυχοθεραπεία δεν ήταν μια σπάνια, ιδιωτική πολυτέλεια της μεσαίας τάξης. Για τον Αντόρνο, θα έπρεπε δικαίως να λάβει τη θέση της στην εμπροσθοφυλακή του προοδευτικού κοινωνικού μετασχηματισμού.

Συμπέρασμα

Ο Αντόρνο ήταν ένας στοχαστής της αριστερής πτέρυγας που αναγνώρισε, πολύ ασυνήθιστα, ότι τα κύρια εμπόδια για την κοινωνική πρόοδο είναι πολιτιστικά και ψυχολογικά και όχι στενά πολιτικά και οικονομικά. Στην πραγματικότητα, έχουμε ήδη τα χρήματα, τους πόρους, το χρόνο και τις δεξιότητες για να διασφαλίσουμε ότι ο καθένας κοιμάται σε ένα ελκυστικό σπίτι, δεν καταστρέφει τον πλανήτη, έχει μια ικανοποιητική δουλειά και αισθάνεται ότι υποστηρίζεται από την κοινότητα. Ο λόγος για τον οποίο εξακολουθούμε να υποφέρουμε και να βλάπτουμε ο ένας τον άλλον είναι πρώτα απ ‘όλα, γιατί τα μυαλά μας είναι άρρωστα. Αυτή είναι η συνεχιζόμενη πρόκληση που προσφέρεται από το γοητευτικό και ήρεμα έξαλλο έργο του Theodor Adorno.

Πηγή: The philosopher’s mail
 Μετάφραση: Homo Hominus

Α-στοχία

Ελλάδα, κάποια στιγμή τα τελευταία είκοσι χρόνια. Οδηγείς σε έναν τυχαίο δρόμο μιας πόλης. Κάποια στιγμή, αυτοκίνητο από τα δεξιά σου κόβει την πορεία εντελώς απροσδόκητα και χωρίς να έχει βγάλει φλας, με σκοπό να στρίψει αριστερά. Αποφεύγεις την σύγκρουση παρά τρίχα, κι αν τυχόν κορνάρεις ή δυσανασχετήσεις ο οδηγός του άλλου οχήματος σου κορνάρει επίσης εκνευρισμένος ή – σε μια χειρότερη εκδοχή- σταματά, σου ζητά τον λόγο (!!) και σε βρίζει!

Αποτελεί μια τυπική εικόνα ενός περιστατικού που στη χώρα μας είναι τόσο κοινότοπο ώστε καταλήγει ανάξιο αναφοράς. Τι μας λέει όμως για την κοινωνία μας; Γιατί ο οδηγός του οχήματος από δεξιά να πραγματοποιήσει έναν τέτοιο, απότομο ελιγμό, χωρίς καμία προειδοποίηση, θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή τη δική του και των άλλων οδηγών; Από κακία; Δε νομίζω… Από αβλεψία; Τότε μάλλον αποτελούμε κοινωνία μονίμως αφηρημένη, πράγμα που δεν επαληθεύεται εμπειρικά…

Ο Σωκράτης πίστευε ότι κανείς δεν πράττει κάτι κακό εν γνώσει του, διότι κάτι τέτοιο θα ήταν λογικά ενάντιο στο συμφέρον του. Στο παραπάνω παράδειγμα, προφανώς και ο οδηγός που πραγματοποιεί τον απότομο ελιγμό επ ουδενί δε φαντάζεται ότι μπορεί να προξενήσει ατύχημα, ή ακόμα χειρότερα να σκοτωθεί. Αν κάτι τέτοιο περνούσε από τη σκέψη του, λογικά δεν θα το διακινδύνευε και θα διάλεγε πιο ομαλό και ασφαλή τρόπο για να στρίψει αριστερά. Κι όμως, πράττει τον επικίνδυνο, «κακό» ελιγμό. Διότι -πάλι προφανώς- δεν έχει πλήρη γνώση των πιθανών συνεπειών της πράξης του.

Αυτή η ελλιπής γνώση αποτελεί ίσως την πιο εύλογη εξήγηση για τον κακό ελιγμό, αλλά και για πολλά άλλα αρνητικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας μας. Εν προκειμένω, η ελλιπής γνώση πιθανότατα οφείλεται – πέρα από την ελλιπή οδηγική εκπαίδευση, που αποτελεί μια πιο επιφανειακή εξήγηση- σε ελλιπή και λανθασμένη διαχείριση της εμπειρίας. Ο «κακός» οδηγός έχει πάμπολλες φορές στο παρελθόν στρίψει απότομα και χωρίς να χρησιμοποιήσει το φλας του. Κι όμως ακόμη ζει! Συνεπώς, η εμπειρία του του δειχνει πως δεν πράττει κάτι λάθος! Φαίνεται παράλογο, κι όμως πράγματι κάπως έτσι συμβαίνει: η υποσυνείδητη προέκταση της παρελθούσας εμπειρίας στο μέλλον («αφού σήμερα ξημέρωσε, λογικά θα ξημερώσει και αύριο»)1 είναι ένας μηχανισμός της ανθρώπινης λογικής που συνήθως λειτουργεί και μας γλιτώνει από άσκοπη σκέψη και άγχος (φανταστείτε να αναλογιζόμασταν κάθε βράδυ αν όντως θα ξημερώσει το επόμενο πρωί!). Αντικειμενικά όμως, τα αποτελέσματα της εμπειρίας του παρελθόντος δεν διασφαλίζουν τα μελλούμενα.2 Το γεγονός πως ο «κακός» οδηγός άλλαξε απότομα λωρίδα εκατοντάδες φορές στο παρελθόν χωρίς να σκοτωθεί, δεν εγγυάται πως δεν μπορεί να σκοτωθεί από αυτόν τον ελιγμό στο μέλλον!3 Ο μόνος μηχανισμός που μπορεί να μεγιστοποιήσει την πιθανότητα επιβίωσης κατά την…. αλλαγή λωρίδας, είναι ο στοχασμός πάνω στην εμπειρία.

Ο στοχασμός, δηλαδή η επεξεργασία της εμπειρίας με τη λογική, είναι το μονο εργαλείο που διαθέτει ο άνθρωπος για να επεκτείνει τα όρια της εμπειρίας του και να πραγματοποιήσει πιθανολογικές ερμηνείες – ή ασφαλείς εργασίες. Αποτελεί πράγματι γεγονός πως «άλλαξα απότομα και χωρίς φλας λωρίδα 100 φορές στο παρελθόν και ακόμη ζω». Αυτό είναι το εμπειρικό δεδομένο. Από μόνο του όμως το εμπειρικό δεδομένο δεν αποτελεί γνώση, και ακόμη περισσότερο δεν αποτελεί γνώση του αληθούς. Από την εποχή της σκέψης του Πλάτωνα έχουμε καταλάβει πως ο στοχασμός πάνω στα δεδομένα της εμπειρίας είναι απαραίτητος για την αναζήτηση και ανακάλυψη της γνώσης. Ο «κακός» οδηγός τους παραδείγματός μας λοιπόν, ακόμη και αν δεν έχει εκπαιδευτεί σωστά, μπορεί -και οφείλει- να αναλογιστεί κατά πόσον η πραγματοποίηση ελιγμών σαν αυτόν που αρχικά περιγράψαμε είναι μια πρακτική ασφαλής ή όχι. Σε διαφορετική περίπτωση θα έχει επιβιώσει από τύχη – κάτι που όμως δε θα έπρεπε να μας ευχαριστεί, καθόσον είμαστε όντα  με έλλογες δυνατότητες.

Αν όλα τα παραπάνω αφορούσαν μόνο στις οδηγικές συνήθειες της κοινωνίας μας το θέμα θα εξαντλούνταν κάπου εδώ, αποτελώντας ίσως μια ακαδημαϊκή προσέγγιση του χάους των ελληνικών δρόμων. Δυστυχώς όμως, νομίζω πως αυτή η έλλειψη στοχασμού πάνω στην εμπειρία χαρακτηρίζει γενικότερα τις γεννιές των τελευταίων τριών – τεσσάρων δεκαετιών. Ο «αστόχαστος οδηγός» του παραπάνω παραδείγματος δε διαφέρει σημαντικά από τον πατέρα που δίνει επιφανειακές συμβουλές στο παιδί του, ο οποίος αδυνατώντας να διευρύνει με τη σκέψη του τα όρια της δικής του εμπειρίας δεν μπορεί να προσφέρει ουσιαστική βοήθεια στο πρόβλημα του παιδιού του. Αυτό το έλλειμα στοχασμού νομίζω πως εξηγεί αρκετές εκφάνσεις συμπεριφορών της κοινωνίας μας. Σε παλιότερες εποχές (θα έλεγα μέχρι τη δεκαετία του ’60) αυτό το έλλειμα στοχασμού το κάλυπτε η παράδοση.4 Με την άνοδο όμως της αστικοποίησης στις ελληνικές κοινωνίες, η γνωσιακή δύναμη της παράδοσης μειώθηκε, καθώς αποκοπήκαμε από το περιεχόμενό της τόσο χωρικά όσο και νοητικά (η παράδοση προέκυπτε από κοινωνίες που ζούσαν σε άλλες συνθήκες, πιο κοντά στη φύση και με διαφορετικές ανάγκες).

Ακόμη κι αν η παράδοση δεν αποτελεί καλό γνωσιολογικό εργαλείο, με την αποκοπή μας ως κοινωνία από αυτήν έχει δημιουργηθεί ένα κενό, ένα έλλειμα στον τρόπο με τον οποίο διαχειριζόμαστε την καθημερινή εμπειρία μας. Αποτέλεσμα του κενού αυτού είναι μερικές από τις πλευρές που συνθέτουν τον χαρακτήρα του νεοέλληνα: θεωρεί πως έχει πάντα δίκιο, πως η δική του σκέψη είναι η σωστότερη, διότι απλούστατα δεν έχει αναλογιστεί σε βαθμό τέτοιο που να συνειδητοποιήσει πως η αρχική του σκέψη δεν είναι και η μόνη δυνατή! Από εκεί ξεκινά ίσως η αδυναμία μας ως κοινωνία να θέσουμε ένα κοινό πλαίσιο κανόνων – και να τους ακολουθήσουμε…

  1. Η νοητική αυτή λειτουργία καλείται “επαγωγή” και αποτελεί δομικό συστατικό του τρόπου σκέψης μας αλλά και της λειτουργίας της επιστήμης. []
  2. …κάπως σαν τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, που “οι αποδώσεις του παρελθόντος δεν εξασφαλίζουν τις μελλοντικές αποδόσεις” – τα διάβασες τα μικρά γραμματάκια πριν επενδύσεις… Ή μήπως όχι…; []
  3. Μάλιστα, αυτή η υποσυνείδητη επαγωγική προβολή στο μέλλον, η γνωστή μας “δύναμη της συνήθειας” αποτελεί την αιτία πολλών μεγάλων τεχνολογικών ατυχημάτων και καταστροφών. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο εργασίες όπως η οδήγηση, η πτήση αεροσκαφών και η λειτουργία πυρηνικών αντιδραστήρων απαιτούν την τήρηση σγκεκριμένων -και περισσότερο ή λιγότερο περίπλοκων- πρωτοκόλων ενεργειών []
  4. Εξάλλου και η παράδοση αποτελεί μια μορφή επέκτασης της εμπειρίας μας, αλλά μορφή πιο συντηρητική, καθώς αδυνατεί να προσαρμοστεί στις αλλαγές που έχουν εν τω μεταξύ συντελεστεί. []