Tag Archives: κοινωνία

Γιουγκοσλαβία, 1999 – Αν. Μεσόγειος, 2019

Κάποιοι, δίπλα μας, σήμερα, νομίζουν ότι όλα αυτά δεν τους αφορούν. Ότι ανήκουν στο παρελθόν των σχολικών βιβλίων… Στην εποχή του θεάματος και της κίνησης, κάποιοι μπορούν να καταλάβουν αυτή την αλήθεια μόνο με όρους “θεματικού πάρκου”, ως μια εμπειρία που μπορούν να καταναλώσουν σε δόσεις, ελεγχόμενα, προς αύξηση της αδρεναλίνης τους, και μετά να επιστρέψουν ήσυχα στη ρουτίνα τους. Αυτό είναι μόνο το μισό πρόβλημα. Το σημαντικότερο είναι πως οι ίδιοι αυτοί, σήμερα, δίπλα μας, θεωρούν γραφικούς και εκτός εποχής όσους πραγματικά ανυσηχούν για την επανάληψη τέτοιων γεγονότων. Και, ιστορικά, πριν την κατιγίδα πάντα επικρατούσε ηρεμία….

Το εντυπωσιακοτερο στοιχειο ειναι οι δικαιολογιες που εφευρισκουν ολοι ωστε να δικαιολογησουν (πρωτιστως στον εαυτο τους κι επειτα στην κρατικη εξουσια) την ατομικη τους εξαιρεση απο τον γενικο κανονα. Ως συμεριφορα, η συγκεκριμενη εχει δυο πολυ
ενδιαφερουσες προεκτασεις: αφενος καταδεικνυει οτι στην ελληνικη κοινωνια ο κανονας γινεται αντιληπτος οχι ως γενικη βουληση, αλλα ως περιπτωση η οποια αφορα σε κατι ή κάποιον «αλλο», μιας και ο καθένας ατομικά αισθάνεται πρωτίστως πως αποτελεί εξαίρεση από το γενικό πεδίο εφαρμογής του «νόμου» (η χρήση ζώνης δεν αφορά στους φορτηγατζήδες, δεν αφορά σε όσους κινούνται εντός Αθηνών, ή, σε τελικό στάδιο, δεν αφορά σε όσους απλώς δεν την θέλουν!). Συνεπώς, τα ατομα αισθανονται την κρατικη εξουσια ως κατι το εντελως ξενο, κατι που επιβαλλεται ανωθεν (και συνεπως, η νομιμοποιηση της βισκεται εξωθεν απο τις ατομικες τους συνειδησεις). Κι αφετέρου, η εφεύρεση δικαιολογιών από τα άτομα, προκειμένου να εσωτερικεύσουν αυτού του τύπου την συμπεριφορά χωρίς να αισθάνονται πως λειτουργούν σε καθεστώς ανομίας, αναδεικνύει πως η ελληνική κοινωνία έχει σημαντικότητα πρόβλημα ουσιαστικής ενηλικίωσης – τα ενήλικα (κατά νόμο) άτομα δεν λειτουργούν ως βιολογικ’ακαι κοινωνικά ενηλικιωμένα, αλλά -όταν εντοπιστούν «επ’ αυτοφόρω» από κάποια εξουσία (είτε κρατική, είτε -εδώ- τηλεοπτική) λειτουργούν ακριβώς με τον τρόπο που θα συμπεριφερόταν ένα παιδί που συνελήφθη να τρώει το απαγορευμένο γλυκό: κατεβάζουν το βλέμμα και (παραδεχόμενοι ή όχι την παρανομία) αναφέρουν τους (συνήθως τόσο αφελείς, που καταλήγουν σουρεαλιστικοί) λόγους για τους οποίους είναι «αθώοι». Πρόκειται για συμπεριφορά παιδιού προς το γονέα, παρά ως πολίτη προς το κράτος.
Συμπέρασμα: και οι δύο παράμετροι, δείχουν πως ατομικά ποτέ δεν έχουμε προχρήσει πέρα από το εγωκεντρικό στάδιο της παιδικότητας, με ό,τι κοινωνικές προεκτάσεις κι αν έχει αυτό….

“Δεδομενου πως τα κοινωνικα συγκροτημενα ταξινομικα σχηματα, μεσω των οποιων τα ατομα κατασκευαζουν ενεργα τον κοινωνικο τους κοσμο, τεινουν να αναπαριστουν τις δομες απο τις οποιες παραγονται, […] η τυχη της γενικευμενης και αναγνωρισμενης ως νομιμης και αναγκαιας επιβολης ενος συστηματος άθλιων, απανθρωπων συνθηκων υπαρξης, που θα προσφερει, σταδιακα και αντικειμενικα, μερος των ορων δυνατοτητας μιας διαδικασιας παραγωγης ατομων ικανων να τις υφιστανται και να τις αντιλαμβανονται ως φυσικες, δεδομενες και, αρα, αναποφευκτες, αποτελει ενα απο τα μειζονα πολιτικα και κοινωνικα διακυβευματα του καιρου μας”

Ν. Παναγιωτοπουλος, Κοινωνικές Επιστήμες, τ. 2 – 3, 2013

Αν επιχειρήσουμε μία ανάγνωση της στάσης των πολιτών τούτες τις άγριες μέρες παρατηρούμε πως κάποιοι έχουν μετεξελίξει τη δειλία τους σε φθόνο για τον άλλο. Είναι το απαύγασμα της μικροαστικής αποξένωσης από το θάνατο και το συνάνθρωπο… Η δειλία του ανθρωπάκου1 που κρύβεται όταν του κόβουν δικαιώματα και χαίρεται να βλέπει να κόβονται και από τους απόκληρους… Γιατί οι απόκληροι πρέπει να έχουν λιγότερα δικαιώματα από τον ανθρωπάκο ώστε εκείνος να μένει ευχαριστημένος με ό,τι έχει…

Δεν είναι μόνο η αποικείωση της Ύπαρξης του Άλλου… Αυτό το ξεπεράσαμε. Είναι ο φθόνος που κάποιος τολμά όταν εμείς σερνόμαστε υποταγμένοι… Ο Άλλος, και ειδικά ο απόκληρος, δεν έχει δικαίωμα να διεκδικεί δικαιώματα, ούτε να θυσιάζεται για τις ιδέες του… Ούτε καν του αναγνωρίζεται το δικαίωμα στη διεκδίκηση ακόμα και σε κατοχυρωμένα δικαιώματα που συναντούν την άρνηση του Κράτους.

Ο ανθρωπάκος απαιτεί από τους άλλους υπακοή και δειλία σαν εκείνη που αυτός επέλεξε για τον εαυτό του. Ο ανθρωπάκος ειρωνεύεται κάθε αντίσταση, αρνείται την αξία του Άλλου σε δικαιώματα, απαξιώνει τη διαφορετική αντίληψη, εξορίζει σε υπάθρωπη ιδιότητα όπως επιλέγει διαφορετική στάση.

Δεν είναι απλά συντηρητικός. Είναι το είδος της φίλαυτης αδιαφορίας συντηρητισμού που αποφεύγει εκούσια να δει την αλήθεια, να αναζητήσει στον αγώνα του άλλου έναν δρόμο διαφυγής. Τρέμει στην ιδέα να αλλάξει κάτι από εκείνα που έχει σταθμισμένα στο μυαλό του. Τα αισθάνεται σαν ανισορροπία. Κρύβει πίσω από τον αγώνα των άλλων την ευκαιρία να αρπάξει τους καρπούς της νίκης, αλλά όσο εκείνοι αγωνίζονται τους λοιδορεί.

Φορτώνει τις δικές του αδυναμίες, τη δική του ηττοπάθεια στον Άλλο, στο παιδί, στον αρνητή… Όσα δεν άλλαξε σε τόσα χρόνια, και ταυτιζόμενος με το βασανιστή του, τα χρεώνει σε σταθερότητα και ισορροπία.

Πηγή: Δήμος Χλωπτσιούδης

  1. Βλ. σχετ. Βίλχελμ Ράιχ, Άκου Ανθρωπάκο []

Δουλεύοντας ένα ντοκιμαντέρ για την δικτατορία καθώς και ένα βιβλίο για την αντίσταση, αυτό που μου έχει κινήσει το ενδιαφέρον, υπό το φως και των σημερινών εξελίξεων, είναι η ανοχή που επέδειξε η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού στο καθεστώς της χούντας των συνταγματαρχών.

 Τα νεότερα κινηματογραφικά αρχεία δείχνουν πλήθος κόσμου να υποδέχεται και να επευφημεί τους δικτάτορες, σε όλα τα μέρη της Ελλάδος. Η αντίσταση ξεκίνησε από τις πρώτες ώρες, αλλά από μια χούφτα αγωνιστές, απομονωμένους από τον πληθυσμό. Ο Μανόλης Καραπιπέρης, ένας από τους αφανείς ήρωες που βασανίστηκε απάνθρωπα στο κολαστήριο της Μπουμπουλίνας, διηγείται ότι όταν τον ανέβαζαν στην ταράτσα για την φάλαγγα, οι γείτονες που άκουγαν τις κραυγές του αντιδρούσαν κλείνοντας τα παράθυρα.

Τα ξημερώματα του πραξικοπήματος, ο δημοσιογράφος Γιώργος Βότσης, μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα να περάσει την είδηση σε μια έκτακτη έκδοση της “Αυγής”, βλέπει τους εργάτες στην Ομόνοια που φθάνουν με τα λεωφορεία για να πάνε στην δουλειά τους, χώνεται ανάμεσα τους και αρχίζει να φωνάζει συνθήματα: ¨κάτω η χούντα”, “δημοκρατία”. Παγωνιά. Δεν τον ακολουθεί κανείς.

Όταν μετά από μήνες ο Καραπιπέρης απελευθερώνεται, τσακισμένος από τα βασανιστήρια, στο καφενείο της γειτονιάς του δεν του μιλάει κανείς, ούτε ο θείος του. “Για αυτόν τον λαό αγωνίζομαι; ” αναρωτιέται κάποια στιγμή. Η πλειοψηφία υιοθετεί συμπεριφορά Χατζηαβάτη: φοβισμένος και δειλός, ένας ραγιάς με ευλύγιστη μέση έτοιμος να κολακέψει, να συνεργαστεί ή να ανεχθεί τους ισχυρούς. Αυτή η στάση δίνει την απάντηση σε ένα άλλο αμείλικτο ερώτημα που προκύπτει ακούγοντας  και βλέποντας στα επίκαιρα τις ανεκδιήγητες δηλώσεις και τα καμώματα των δικτατόρων:  πως δηλαδή μπόρεσε να κρατηθεί στην εξουσία για εφτά χρόνια ένα τόσο απάνθρωπο αλλά και γελοίο καθεστώς.

Σε όλο αυτόν τον πληθυσμό που κλήθηκε να “απολογηθεί” για την στάση του όταν η χούντα κατέρρευσε προδίδοντας την Κύπρο, η  εξέγερση της 17ης του Νοέμβρη  αποτέλεσε το τέλειο άλλοθι: υποτίθεται ότι ακόμη και αν δεν μπήκαν στο Πολυτεχνείο κάπου πέρασαν απ’ έξω εκείνες τις μέρες. Ακόμη και αν δεν πλησίασαν, είχαν το.. θάρρος να ακούσουν τον ραδιοφωνικό σταθμό ή τέλος πάντων είχαν κάποιο συγγενή ή γνωστό εκεί μέσα. Είναι γεγονός ότι τις μέρες της εξέγερσης σημειώθηκαν συγκινητικά περιστατικά λαϊκής συμπαράστασης, όπως εκφράστηκε με τις προσφορές στους έγκλειστους φοιτητές και την περίθαλψη τους μετά την είσοδο των τανκς. Αλλά όλα αυτά συμβαίνουν τον έκτο χρόνο που η οικονομία έχει μπει σε κρίση, η δικτατορία παραπατάει δίνοντας σήματα ότι δεν μπορεί να κρατήσει για πολύ-ο Χατζηαβάτης κοιτάει ήδη για άλλο αφεντικό- και δείχνει το αποκρουστικό της πρόσωπο με το μακελειό και τους δεκάδες νεκρούς.

Για όσους δεν έχουν να επιδείξουν καμιά από τις προηγούμενες `”αντιστασιακές” περγαμηνές, υπάρχουν και οι επέτειοι του Πολυτεχνείου: oι πρώτες μεγαλειώδεις συγκεντρώσεις λειτουργούν σαν γιγαντιαίες κολυμβήθρες του Σιλωάμ. Ξαφνικά, η Ελλάδα αποκτά 9 εκατομμύρια αντιστασιακούς. Για τους δικούς τους λόγους, τα κόμματα της αριστεράς επίσης επενδύουν στην εξέγερση και η “γενιά του Πολυτεχνείου” αποκτά μυθικές διαστάσεις. Στην πραγματικότητα πρόκειται για 2-3 χιλιάδες φοιτητές σε όλη την Ελλάδα, που πλαισιώθηκαν την Παρασκευή 17 Νοέμβρη του 1973 από μερικές δεκάδες χιλιάδες άτομα που εξεγέρθηκαν.

Το “ιστορικό καθήκον” αυτής της γενιάς ήταν να ρίξει την χούντα, στόχο στην επίτευξη του οποίου συνέβαλλε με επιτυχία. Αλλά αυτή η γενιά, δεν κυβέρνησε ποτέ: με την αποκατάσταση της δημοκρατίας για την πορεία της χώρας αποφασίζουν οι εκλεγμένες κυβερνήσεις. Τον Νοέμβριο του 1974, τέσσερις μήνες μετά την πτώση της χούντας, ο Κ. Καραμανλής κερδίζει τις εκλογές με 54, 37 %. Ούτε ένας από την “γενιά του Πολυτεχνείου” δεν τον έχει ψηφίσει. Το ίδιο και στις εκλογές του 1977, στις οποίες η ΝΔ επανεκλέγεται. Το 1981 το ΠΑΣΟΚ κερδίζει τις εκλογές με 48%. Μόνο το 5%-10% της “γενιάς του Πολυτεχνείου”,δηλαδή των 3.000 του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος, υποστηρίζουν τότε τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Το 1974 ο Καραμανλής επαναφέρει στις κυβερνήσεις του όλο το παλιό πολιτικό προσωπικό της ΕΡΕ. Είναι γεγονός ότι το 1981, το σύστημα εξουσίας του ΠΑΣΟΚ θα πλαισιώσουν στελέχη του φοιτητικού κινήματος, αλλά ως μικρή μειοψηφία. Ο βασικός κορμός των κυβερνήσεων Παπανδρέου αποτελείται από πολιτευτές της προδικτατορικής Ένωσης Κέντρου ή στελέχη που ανήκουν ηλικιακά στις προηγούμενες γενιές από αυτήν του Πολυτεχνείου. Στην οικουμενική κυβέρνηση του 1990 ο πρωθυπουργός Ξ Ζολώτας είναι 80 ετών και οι τρεις πολιτικοί αρχηγοί που συναποφασίζουν για την πορεία της χώρας πάνω από 70. Που είναι η “γενιά του Πολυτεχνείου”;

Φαινόμενα διαφθοράς σημειώθηκαν τα επόμενα χρόνια σε πολιτικούς αυτής της γενιάς, αλλά η συλλογική ενοχοποίηση της “γενιάς του Πολυτεχνείου” που υποτίθεται ότι ευθύνεται για όλα τα σημερινά κακά της χώρας εξυπηρετεί πολλαπλές σκοπιμότητες. Πιο εμφανής είναι η ακροδεξιά: μέσω της γενιάς του Πολυτεχνείου, αμφισβητείται η ίδια η εξέγερση και εξαγνίζεται η χούντα.

Υπάρχει όμως και μια αφανής σκοπιμότητα που εξυπηρετεί τον χατζηαβατισμό: οι ίδιες μάζες που είχαν ενσωματωθεί στο σύστημα εξουσίας της χούντας, έχουν περάσει ..αρμονικά στο σύστημα της μεταπολίτευσης. Κολακεύουν τους ισχυρούς και τους υποστηρίζουν, ανταλλάσσοντας. όπως ο Χατζηαβάτης στον Καραγκιόζη,  την υποταγή με ένα ρουσφέτι ή κάποιο διορισμό, με το ξεροκόμματο που θα θυμίσει ο Πάγκαλος στο διαβόητο “μαζί τα φάγαμε”. Χωρίς να μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό της, η ανύπαρκτη άλλωστε, γενιά του Πολυτεχνείου είναι ένας ιδανικός αποδιοπομπαίος τράγος, μια νέα κολυμβήθρα εξαγνισμού.

Τον ίδιο χατζηαβατισμό παρατηρούμε και σήμερα: είναι όλες αυτές οι μάζες που φοβούνται το μέλλον, δειλιάζουν να πάρουν τα πράγματα στα χέρια τους, υπακούουν και στην νέα τηλεοπτική εξουσία -αν δεν συνοδεύουν τα παιδιά τους στα ριάλιτι- και την βρίσκουν με το κυνήγι του νεκρού στην Αμφίπολη, όπως διασκέδαζαν με τα κιτς προγονοπληξίας της χούντας στο Παναθηναϊκό Στάδιο.

Κάνοντας πως δεν καταλαβαίνουν ότι η εξουσία τους δουλεύει ψιλό γαζί, αγνοώντας τον εθνικό διασυρμό μιας χώρας που κυβερνάται με e-mail της τρόικας. Στην φετινή επέτειο ακούστηκε κατά κόρο ότι το αίτημα “Ψωμί, παιδεία, ελευθερία” είναι επίκαιρο όσο ποτέ. Είναι αλήθεια, αλλά για να ικανοποιηθεί κάποτε, οι Έλληνες πρέπει να γίνουν από Χατζηαβάτες  συνειδητοί πολίτες, με δικαιώματα και υποχρεώσεις. Που θα τηρούν τις τελευταίες και συγχρόνως θα αγωνίζονται για τα δικαιώματα τους, χωρίς να υποκλίνονται με γαλιφιές στην όποια εξουσία ή να περιμένουν τα πάντα από αυτήν.

Πηγή: tvxs.gr, Στ. Κούλογλου

«Δεν θέλω να το γυρίσω στην πολιτική…»

Πάμπολλες είναι οι φορές που κουβεντιάζοντας, ίσως ακόμη και για κάποιο θέμα μη-πολιτικό, η κουβέντα μπορεί να οδηγήσει σε οδούς που αναγκαστικά οδηγούν σε πολιτική σκέψη. Πολλές φορές τότε, ακούγεται κάποιος από την παρέα να απολογείται «δεν θέλω να το γυρίσω στην πολιτική», λες και αναγκάζεται να ξεστομίσει άθελά του απαγορευμένες λέξεις!

Δεν καταλαβαίνω γιατί φοβόμαστε να μιλήσουμε «πολιτικά», λες και η πολιτική είναι κάτι που δεν μας αφορά, που είναι απαγορευμένο, που γίνεται σε άλλο επίπεδο και δεν ξέρω τι άλλο…
Αν έχουμε μπερδέψει την πολιτική με την κομματικολογία, ας αποφορτίσουμε τότε την έννοια (της πολιτικής) κι ας θυμηθούμε πως πολιτικό είναι ότι αφορά στην έννοια του πολίτη, δηλαδή του ανθρώπου που ζει εντός μιας οργανωμένης κοινωνίας:

  • Οι σχέσεις μας με τους συγκατοίκους της πόλης είναι πολιτική
  • Οι κανόνες που ρυθμίζουν τη ζωή μας (άπαξ και ζούμε με άλλους ανθρώπους κι όχι μόνοι μας σε σπηλιές) είναι πολιτική
  • Τα προβλήματα μες στο σπίτι μας, στο βαθμό που προκύπτουν από τα βάρη που σηκώνουμε λόγω των υποχρεώσεών μας έναντι άλλων ανθρώπων, είναι πολιτική
  • Οι τιμές των ταξί, του ψωμιού, του γάλακτος κλπ είναι πολιτική
  • Ο αέρας που αναπνέουμε είναι πολιτική
  • ……

Αυτό που σίγουρα δεν είναι πολιτική, είναι να κατοικούμε τόσα εκατομμύρια ανθρώπων στον ίδιο χώρο, στην ίδια πόλη, και να (μας έχουν κάνει να) νομίζουμε πως τον καθένα τον αφορά μόνο η ιδιώτευσή του, το ατομικό συμφέρον του, άντε και η οικογένειά του.

Αντιθέτως, νομίζω πως θα έπρεπε να το γυρνάμε μόνο στην πολιτική. Είμαστε υποχρεωμένοι να μιλάμε πολιτικά, από τη στιγμή που οργανωθήκαμε ως είδος στην πρώτη αγέλη. Όπως παρατηρεί ο Jurgen Habermas1 η συνύπαρξη εντός της κοινωνίας απαιτεί την εύρεση λύσεων στα ζητήματα που ανακύπτουν· ο μόνος τρόπος που μεγιστοποιεί την πιθανότητα εξεύρεσης μια λύσης που να λαμβάνει υπ’ όψιν της όλους τους εμπλεκόμενους και τις θέσεις τους, είναι ο δημοκρατικά και λογικά ελεγχόμενος διάλογος – δηλαδή μια πράξη καθαρά πολιτική.

Ειδάλλως δεν έχουμε καμία απολύτως πιθανότητα να βρούμε την οποιαδήποτε λύση, ούτε στην κρίση ούτε και στα ατομικά μας προβλήματα…

  1. Βλ. σχετικά Habermas, J., Η ηθική της επικοινωνίας, μτφρ. – εισαγωγή – ερμηνευτικά σχόλια K. Καβουλάκος, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα, 1997. []

Περί συγχώνευσης και άλλων… δαιμονίων!

Η είδηση ήταν από πολλούς αναμενόμενη:

Με μια τροπολογία 22 σελίδων που μοιάζει να έχει γραφτεί σε γραφεία μεγάλων εκδοτικών συγκροτημάτων, υιοθετούνται όλα τα αιτήματα των τελευταίων και διευκολύνονται οι συγχωνεύσεις, ενώ παρατείνεται επ’ αόριστον το προσωρινό καθεστώς λειτουργίας της ιδιωτικής τηλεόρασης και των ραδιοφωνικών σταθμών. (tvxs)

«Ε και;», θα αναφωνούσε κάποιος. Και πού είναι το μεμπτό (πέραν του ότι κατατίθεται μέσα σε ένα παντελώς άσχετο νομοσχέδιο); Δυο εταιρίες θέλουν να συγχωνευτούν και προσπαθούν αν ρυθμίσουν τα της συγχώνευσής τους. Ποιό είναι το ζήτημα που εγείρεται λοιπόν από πολιτικής και κοινωνικής απόψεως;

Πέρα από το καθαρά εργασιακό κομμάτι (η συγχώνευση θα φέρει σίγουρα απολύσεις, μειώσεις μισθών και γενικότερα χειροτέρευση εργασιακών συνθηκών, εξελίξεις που για κάποιους μπορεί να είναι απαραίτητες για να σωθούν οι δουλειές έστω ορισμένων από τους εργαζόμενους, αλλά για κάποιους άλλους είναι μη αποδεκτές), εγείρονται γενικότερα, πολύ σοβαρά ζητήματα που αφορούν την έννοια της δικαιοσύνης -που έχει πλέον γίνει λάστιχο, υπό το βάρος του νεοφιλελεύθερου ξεχειλώματος που της ασκείται. Δεν πρόκειται για μια απλή ρύθμιση ιδιωτικών ζητημάτων, αλλά για ζήτημα που (θα έπρεπε να) αφορά ολόκληρη την κοινωνία και τη λειτουργία της δημοκρατίας.

  • Η συγχώνευση αφορά επιχειρήσεις που νέμονται παράνομα δημόσιες ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες, καθεστώς που η τροπολογία παρατείνει επ αόριστον…
  • Η τροπολογία περνά καθ’ υπαγόρευσιν των εταιριών και διασφαλίζοντας αποκλειστικά τα δικά τους (ιδιωτικά) συμφέροντα, εις βάρος του όποιου δημοσίου συμφέροντος, το οποίο η νομοπαρασκευαστική επιτροπή παραδέχεται ότι δεν είχε τον χρόνο να εξετάσει λόγω των πιέσεων που της ασκήθηκαν (!!!!)
  • Ακόμη και εντός του πλαισίου του καπιταλιστικού τρόπου οργάνωσης, οι δυο αυτές εταιρίες δεν λειτουργούν με βάσει τις αρχές της ανταγωνιστικής καπιταλιστικής αγοράς που και οι ίδιες υποστηρίζουν (αφού δεν μπορούν να αποπληρώσουν τις δανειακές υποχρεώσεις τους -γιατί από εκεί ξεκινά όλο το παιχνίδι, καθ’ υπόδειξη των τραπεζών για να μην χάσουν εντελώς τα δάνεια που τους έχουν χορηγήσει), αλλά προσπαθούν να διαμορφώσουν ένα νομικό πλαίσιο τέτοιο που να τις συμφέρει και -κατά προέκταση- να τους δώσει πλεονέκτημα έναντι των ανταγωνιστών τους – με τη σφραγίδα του κράτους. Αν ηταν γνήσιοι καπιταλιστές (όπως πάντα υποστήριζαν μέσα από τα ΜΜΕ τους), ας τα έβγαζαν πέρα με τον ανταγωνισμό και τη χρεοκοπία τους χωρίς κρατικά δεκανίκια.
  • Τα επιμέρους ιδιωτικά συμφέροντα λοιπόν περνούν ως καθολικός νόμος του κράτους, ερχόμενος μάλιστα σε αντίθεση στο γενικό συμφερον (της διαχείρισης των δημοσίων συχνοτήτων, της ρύθμισης δανειακών υποχρεώσεις -και προς δημόσια ταμεία- κλπ). Ακόμα κι αν αυτό παρουσιάζεται ως νομιμοφανές μες στο διεφθαρμένο πολιτικό σκηνικό των ημερών μας, είναι κατάφορα ανήθικο. Κι είναι ανήθικο όχι με βάση κάποια αδιόρατη αριστερή ηθική, αλλά με βάση την ίδια τη λογική: ένα ιδιωτικό συμφέρον που όταν καθίσταται γενικός κανόνας έρχεται σε αντίθεση με όλα τα άλλα συμφέροντα (ιδιωτικά και δημόσια) είναι σίγουρο πως θα οδηγήσει σε απαξίωση του ίδιου του κανόνα· πρόκειται για χαρκατηριστικό παράδειγμα ανηθικότητας, ελεγχόμενο με βάση την κατηγορική προσταγή του Καντ, όπου ένας συμφεροντολογικός ατομικός γνώμονας καθίσταται γενικός νόμος και οδηγεί σε λογικές αντιφάσεις

Παρεμπιπτόντως, ας μην ξεχνάμε πως δεν πρόκειται για «δυο οποιεσδήποτε εταιρίες», αλλά για εταιρίες που ανέλαβαν να παίξουν σημαντικότατο ρόλο στην στήριξη του κυβερνητικού – τροϊκανού έργου εις βάρος της ίδιας της κοινωνίας: λέγοντας ψέματα, διασπείροντας ψευδές εισήσεις, συκοφαντώντας, εκφοβίζοντας την κοινωνία κλπ, δεν στήριξαν απλώς την επιβαλλόμενη τα τελευταία χρόνια πολιτική. αλλά διασφάλισαν με νύχια και με δόντια τις εύθραυστες και κοινωνικά μη νομιμοποιούμενες κυβερνητικές πλειοψηφίες όποτε αυτές φάνταζαν ετοιμόρροπες απέναντι στην εντεινόμενη κοινωνική οργή. Πρόκειται δηλαδή για εταιρείες που βρίσκονταν σε διατεταγμένη πολιτική υπηρεσία εις βάρος του κοινωνικού συνόλου και που τώρα έρχονται να εξαργυρώσουν τις υπηρεσίες τους αυτές… Το να τις βλέπουμε εμείς σαν «δυο οποιεσδήποτε εταιρίες» ωσάν δε μας αφορά καθόλου η δράση τους, είναι από μαζοχιστικό ως βλακώδες….