Tag Archives: ενηλικίωση

Γράμμα σε έναν φωτογράφο

Να κάνω φωτογραφία επειδή γουστάρω. Να ασχολούμαι ατελείωτα επειδή γουστάρω. Να είμαι κλεισμένος σπίτι μου και να βλέπω τις φωτογραφίες μου. Να ζώ λιτά. Ποιο το όφελος αν δεν μοιραστώ αυτό που έχω; Και αν δεν το μοιραστώ ως πότε θα το έχω; Να αφιερώσω τη ζωή μου στην φωτογραφία, και ας μοιράζομαι το έργο μου; Μπορεί αυτό το έργο να παράξει κάτι σημαντικό;
Αυτό που σκέφτομαι καιρό είναι πως δεν αξίζει να δώσεις τόσο χρόνο από τη ζωή σου για κάτι που απλά σου αρέσει αλλά βλέπεις πως δεν μπορεί να προσφέρει πολλά. Δεν μπορεί να προσφέρει τόσα όσα μπορεί να προσφέρει η θυσία αυτού του ατελείωτου χρόνου(ενασχόλησεις με την φωτογραφία) σε πράγματα πιο ουσιώδη.

Αυτό που υπάρχει στον πυρήνα αυτού του προβληματισμού, και το οποίο είναι εξαιρετικό, είναι ουσιαστικά μια κραυγή για υπαρξιακή αυτογνωσία. Και σε τελική ανάλυση, όλοι οι προβληματισμοί που τίθενται με πραγματική διάθεση γνώσης, είναι συγκαλυμμένοι υπαρξιακοί προβληματισμοί. Το αισθάνομαι απόλυτα (και φωτογραφικά και γνωσιακά), πέρασα -και περνώ- αυτό το στάδιο. Όπως όλοι μας.

Αν επέλεγα ένα πρώτο σημείο αγκύρωσης της σκέψης, αυτό θα ήταν οτι είναι πάρα πολυ σημαντικό το να θέτεις ερωτήματα. Μην το προσπερνάμε σαν κάτι κοινότοπο. Σπάνια αντιλαμβανόμαστε ότι το σημαντικότερο στην εξελικτική διαδικασία, η οποία μάλλον αποτελεί έμφυτη ανάγκη του ανθρώπου -ή, με άλλα λόγια, στο να μην ξοδεύουμε την πεπερασμένη ζωή μας απλά υπάρχοντας- είναι η έγερση του ερωτήματος. Ο Καρτέσιος στήριξε ολόκληρη τη σκέψη του (η οποία έμελλε να αλλάξει τον τρόπο που σκεφτόμαστε και υπάρχουμε, οδηγώντας στον σημερινό ορθολογισμό) απλά στη διαπίστωση ότι το να διερωτώμαστε, το να αμφιβάλλουμε, σημαίνει ότι όντως υπάρχουμε, ως «πράγματα σκεπτόμενα».1 Με λίγα λόγια, αν καμιά φορά τα πολλά ερωτήματα καταλήγουν στη βασανιστική αίσθηση ότι δεν οδηγούν πουθενά, στάσου, πάρε μια ανάσα και συνειδητοποίησε ότι αυτό από μόνο του σε φέρνει σε επαφή με την πραγματικότητά σου. Από αυτό και μόνο έχεις μάθει κάτι παραπάνω. Μπορεί να μην καταλήγεις κάπου, αλλά ένα πράγμα είναι αδιαμφισβήτητο: την στιγμή που τα ερωτήματα σε έχουν πνίξει, την ίδια ακριβώς στιγμή είσαι λιγάκι καλύτερος απ’ ότι ήσουν πριν…

Καλά όλα αυτά. Παρακάτω όμως; Αρκεί το ερώτημα;
Το ερώτημα είναι η φιτιλιά που ανάβει το μπαρούτι μέσα μας. Από την έναρξή της, μπορεί να καταλήξουμε σε έκρηξη (καλλιτεχνική, διανοητική, επαναστατική ή ότι άλλο), μπορεί και όχι (ανάλογα με τις προσωπικές συνθήκες του καθενός). Και μόνο όμως η κάψα που αισθάνεται κανείς στην ύπαρξή του από αυτή τη φιτιλιά, αξίζει. Σε επανατοποθετεί υπαρξιακά.

Σε επόμενο επίπεδο, θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε το εξής (κάτι που αναδεικνύεται ποιητικά στο γράμμα του Ράινερ Μαρία Ρίλκε προς το νέο ποιητή)2 : άπαξ και τεθεί το ερώτημα, απαντήσεις θα προκύψουν κι εξαρτώνται κυρίως από το σημείο το οποίο θα χρησιμοποιήσεις -συνειδητά ή υποσυνείδητα- ως «υπομόχλιο» στη σκέψη σου. Αξίζει πχ να καταναλώνω τον χρόνο μου φωτογραφίζοντας, αφού είναι μάλλον απίθανο3 να γίνω «μεγάλος φωτογράφος» αφήνοντας το στίγμα μου στην ιστορία της τέχνης; Ή να στραφώ πχ στο να βοηθήσω τους ανθρώπους γύρω μου, ή να ψάξω μια καλύτερη δουλειά; Εφόσον η διατύπωση και μόνο του ερωτήματος σημαίνει επιλογή μεταξύ εναλλακτικών δρόμων, εκ των πραγμάτων θα υπάρξει απάντηση. Στις μικρές εκείνες στιγμές μετά την αμφιβολία που τελικά θα δράσουμε (εν προκειμένω, πηγαίνωντας να φωτογραφίσεις ή θα επιλέξεις να το ρίξεις στο διάβασμα, στην εθελοντική δράση ή ότι άλλο), έχει ήδη αρχίσει να δομείται η προαωπική απάντηση, η οποία είναι άμεσα συνδεδεμένη με τις προτεραιότητες που -ίσως υποσυνείδητα- θέτει κανείς στη ζωή του, και άρα με την ηθική που κουβαλά (και, μέσω της ηθικής, συνδέεται και με την ίδια την αισθητική του ατόμου…)4
Αυτό όμως που εγώ συμπεραίνω από τα παραπάνω είναι το εξής: δεδομένου ότι απαντήσεις θα υπάρξουν σίγουρα και ότι η απάντηση του καθενός είναι συνδεδεμένη με αυτόν τον ίδιο, ίσως είναι σημαντικότερο όχι να παρέχουμε στους άλλους απαντήσεις, αλλά να τους βοηθήσουμε ώστε να διερωτώνται καλύτερα.

Ας φανταστούμε τώρα όλο αυτό το πλαίσιο προβληματισμών να μην είναι μόνο θεωρητικό, υπαρξιακής φύσεως, αλλά να πιέζεται και από τις ανάγκες τις καθημερινότητας, από την αλληλεπίδρασή μας με τους άλλους, από αυτά που περιμένουμε (ή νομίζουμε πως περιμένουμε) από τον εαυτό μας και τους άλλους, ή οι άλλοι από εμάς κ.ο.κ. Το ερώτημα «Να κάνω φωτογραφία επειδή γουστάρω. Να ασχολούμαι ατελείωτα επειδή γουστάρω. Να είμαι κλεισμένος σπίτι μου και να βλέπω τις φωτογραφίες μου. Να ζώ λιτά. Ποιο το όφελος αν δεν μοιραστώ αυτό που έχω; Και αν δεν το μοιραστώ ως πότε θα το έχω; Να αφιερώσω τη ζωή μου στην φωτογραφία, και ας μοιράζομαι το έργο μου; Μπορεί αυτό το έργο να παράξει κάτι σημαντικό;» είναι αρκούντως σημαντικό από μόνο του. Τώρα όμως, οι πιθανές απαντήσεις που θα του δώσουμμε, θα πρέπει να συμπεριλαμβάνουν και απαντήσεις σε χιλιάδες άλλα ερωτήματα όπως Να ακολουθήσω το όνειρό μου; Πώς θα το χρηματοδοτήσω; Δεν πρέπει να έχω μια δουλειά; Ποιά; Η σύντροφός μου θα με ακολουθήσει; Να παντρευτώ; Πώς θα ανταπεξέλθω; Να κάνω παιδί; Πώς θα το μεγαλώσω; Σε δυο χρόνια θα έχω δουλειά; Ξεκινάς να αναρωτιέσαι όλα αυτά στα 17 και, σε μια αποστροφή της σκέψης σου, συνειδητοποιείς ότι είσαι ήδη 30… Και, ενώ ακόμα δεν έχεις σαφείς απαντήσεις, ούτε καν κατευθύνσεις, η καθημερινότητα, η ζωή η ίδια, σε έχει ήδη αναγκάσει να προχωρήσεις προς κάποια κατεύθυνση!

Όταν κάποια στιγμή αισθάνθηκα έτσι, προσπαθώντας αφενός να εξακριβώσω τη σχέση μου με την φωτογραφία και αφετέρου να προσδιορίσω την κατεύθυνση που έπαιρνε η ζωή μου, συνειδητοποίησα ότι θα έπρεπε πρώτα να οργανώσω τη σκέψη μου. Από τη μία η ιδιοσυγκρασία μου και η άποψη που είχα αρχίσει να σκιαγραφώ και από την άλλη η κουβέντα με κάποιους ανθρώπους, με έσπρωξαν στις ανθρωπιστικές σπουδές. Ελλείψει χρόνου, έβαλα σε δεύτερη μοίρα τη φωτογραφία και στράφηκα στην ιστορία (των κοινωνιών, των ιδεών, των γεγονότων, της επιστήμης, της τέχνης), τη φιλοσοφία, την έρευνα. Όλα αυτά με ενθουσίασαν και, ανοίγοντας νέους ορίζοντες στη σκέψη μου, με βοήθησαν πρακτικά: μπορεί πλέον -ελέω χρόνου- να φωτογραφίζω λιγότερο, απολαμβάνω όμως τη φωτογραφία με τρόπο βαθύτερο (και πέρα από τη φωτογραφία, απολαμβάνω κι ένα σωρό άλλα πράγματα τα οποία μέσα σε αυτή την πορεία ανακάλυψα). Μπορεί να έχω καιρό να βγάλω κάτι σημαντικό ή οργανωμένο, κοιτάζω όμως παραπίσω στο παρελθόν μου και ανακαλύπτω πως οι μεμονωμένες φωτογραφίες μου, αυτά που τότε θεωρούσα ασύνδετες λέξεις από το υποσυνείδητο και που δεν τις καταλάβαινα πάντα πλήρως,5 μου φανερώνουν τώρα τον εαυτό μου και, αφού το παρελθόν μου είμαι εγώ, μου εξηγούν εμένα σήμερα. Μάλιστα, έχοντας καλύτερη επίγνωση του χθες και του τώρα του εαυτό μου, αισθάνομαι πως μπορώ να με κατανοήσω (και, σε δεύτερο βαθμό, να κατανοήσω και τον κόσμο) μέσα από μια πορεία.

Ας κρατήσουμε αυτή τη λέξη: πορεία. Αν κάτι αρχίζω να καταλαβαίνω με όλη του τη σημαντικότητα, είναι πως σημασία δεν έχει το τι θα γίνει τελικά (αν και το «εντελώς τελικά» είναι δεδομένο και κοινό για όλους!). Σημασία έχει τι γίνεται κάθε μέρα, σε κάθε επαφή μας με τους άλλους και τον εαυτό μας. Ζούμε; Ή ” ξοδεύουμε την πεπερασμένη ζωή μας απλά υπάρχοντας”; Το να θέτουμε ερωτήματα καθορίζει το πού θα γείρει το δίπολο αυτό, και συνεπώς καθορίζει και το αν τελικά θα μείνει κάτι πίσω μας όταν εμείς θα έχουμε αναχωρήσει…

  1. Αυτό είναι το περιβόητο “σκέπτομαι, άρα υπάρχω” του Καρτέσιου, το οποίο όμως με αυτή τη μορφή ουδέποτε διατυπώθηκε από τον Καρτέσιο. Σε κάθε περίπτωση, το σημαντικό που αναδείχθηκε από τον Καρτέσιο είναι η σύνδεση για τον άνθρωπο ύπαρξης και ερώτησης, δηλαδή σκέψης / διανόησης… []
  2. «Ρωτάτε αν είναι καλοί οι στίχοι σας. Ρωτάτε εμέναν. Ρωτήσατε, βέβαια, κι άλλους πριν. Τους στέλνετε στα περιοδικά. Τους συγκρίνετε μ’ άλλα ποιήματα, αναστατωνόσαστε όταν κάποιοι αρχισυντάχτες σάς γυρνάνε πίσω τα ποιητικά σας δοκίμια. Από δω κι εμπρός (μια και μου επιτρέψατε να σας δίνω συμβουλές) σας παρακαλώ να τ’ απαρνηθείτε όλ’ αυτά. Η ματιά σας είναι γυρισμένη προς τα έξω˙ αυτό, προπάντων, δεν πρέπει να κάνετε τώρα πια. Κανένας δε μπορεί να σας συμβουλέψει ή να σας βοηθήσει, κανένας. Ένας μονάχα δρόμος υπάρχει: βυθιστείτε μέσα στον εαυτό σας, αναζητήστε την αιτία που σας αναγκάζει να γράφετε, δοκιμάστε αν οι ρίζες της φυτρώνουν απ’ τις πιο βαθιές γωνιές τής καρδιάς σας. Εξομολογηθείτε στον εαυτό σας: θα πεθαίνατε τάχα, αν σας απαγόρευαν να γράφετε; Τούτο, πρώτ’ απ’ όλα: αναρωτηθείτε, την πιο σιγηλή ώρα τής νύχτας σας: Πρέπει να γράφω; Σκαλίστε βαθιά μέσα σας, να βρείτε την απόκριση. Κι αν η απόκριση τούτη αντηχήσει καταφατικά, αν απέναντι στο βαθυσήμαντο τούτο ρώτημα μπορείτε να υψώσετε ένα στέρεο κι απλό Πρέπει, τότε πλάσετε τη ζωή σας σύμφωνα μ’ αυτή την ανάγκη. Η ζωή σας, ακόμα και στην πιο αδιάφορη, την πιο άδειαν ώρα της, πρέπει να γίνει σημάδι και μάρτυρας αυτής της ορμής. Ζυγώστε, τότε, τη φύση. Πασχίστε, τότε, να πείτε, σα να ‘σαστε ο πρώτος άνθρωπος πάνω στη γη, τι βλέπετε, τι ζείτε, τι αγαπάτε, τι χάνετε.» []
  3. Απίθανο με την έννοια ότι, ανεξαρτήτως ποιότητας του καθενός, πόσοι θα μείνουν στην ιστορία από κάθε γενιά; Μερικές μονάδες, άντε δεκάδες, σε μια εποχή που καθημερινά κατακλυζόμαστε από εκατομμύρια επίδοξους καλλιτέχνες… []
  4. Το ζήτημα της σύνδεσης ηθικής και αισθητικής πρώτος ανέδειξε ο Πλάτωνας με την κριτική που άσκησε στην ποίηση (δλδ γενικότερα στην τέχνη) κατά την διαπραγμάτευση της «Ιδεώδους Πολιτείας» του, από την οποία μάλιστα εξόρισε κάθε τέχνη! Από τότε πολλά έχουν γραφτεί, παραμένει όμως αδιαμφισβήτητο πως ηθική και αισθητική συνδέονται άμεσα, αποτελώντας όψεις του ίδιου νομίσματος. Γι’ αυτό και κάθε φορά που επιλέγουμε να ακούσουμε μία μουσική κι όχι κάποια άλλη, που επιλέγουμε να δουμε μία ταινία ή να ντυθούμε με έναν τρόπο, δεν κάνουμε απλά μια αισθητική επιλογή, αλλά δομούμε και την ηθική μας. []
  5. Πολλές φορές κοίταζα τις «καλές» (για μένα) φωτογραφίες μου κι αναρωτιόμουν τι διάολο σημαίνουν για μένα. Γιατί μου αρέσουν; Τι αναγνωρίζω πάνω τους; Γιατί κάποιες δεν αρέσουν σε άλλους ενώ εγώ δεν μπορώ να τις αποχωριστώ; Τώρα, κοιτώντας προς τα πίσω, καταλαβαίνω. Και αρχίζω να μπορώ να τις βάλω σε μια σειρά… []

Sunscreen

Συμπυκνωμένη εκλαϊκευμένη φιλοσοφία!

Ladies and gentlemen of the class of ’97

Wear Sunscreen!

If I could offer you only one tip for the future, “sunscreen” would be it.

The long-term benefits of sunscreen have been proved by scientists,

whereas the rest of my advice has no basis more reliable than my own meandering experience.

I will dispense this advice NOW!

Enjoy the power and beauty of your youth.

Oh, never mind.

You will not understand the power and beauty of your youth until they’ve faded.

But trust me, in 20 years, you’ll look back at photos of yourself and recall in a way you can’t grasp now

how much possibility lay before you and how fabulous you really looked.

You are not as fat as you imagine.

Don’t worry about the future.
Or worry, but know that worrying is as effective as trying to solve an algebra equation by chewing bubble gum.

The real troubles in your life are apt to be things that never crossed your worried mind,

The kind that blindside you at 4 pm on some idle Tuesday.

Do one thing every day that scares you.

Sing

Don’t be reckless with other people’s hearts.
Don’t put up with people who are reckless with yours.

Floss

Don’t waste your time on jealousy.
Sometimes you’re ahead, sometimes you’re behind.

The race is long and, in the end, it’s only with yourself.

Remember compliments you receive.

Forget the insults.

If you succeed in doing this, tell me how.

Keep your old love letters.

Throw away your old bank statements.

Stretch

Don’t feel guilty if you don’t know what you want to do with your life.
The most interesting people I know didn’t know at 22 what they wanted to do with their lives.
Some of the most interesting 40-year-olds I know still don’t.

Get plenty of calcium.

Be kind to your knees.

You’ll miss them when they’re gone.

Maybe you’ll marry, maybe you won’t.
Maybe you’ll have children, maybe you won’t.
Maybe you’ll divorce at 40.

Maybe you’ll dance the funky chicken on your 75th wedding anniversary.

Whatever you do, don’t congratulate yourself too much,

or berate yourself either.

Your choices are half chance.

So are everybody else’s.

Enjoy your body.
Use it every way you can.

Don’t be afraid of it or of what other people think of it.

It’s the greatest instrument you’ll ever own.

Dance

Even if you have nowhere to do it but your living room.

Read the directions, even if you don’t follow them.

Do not read beauty magazines.

They will only make you feel ugly.

“Brother and sister together we’ll make it through,
Someday a spirit will take you and guide you there
I know that you’re hurting but I’ve been waiting there for you
and I’ll be there just helping you out
whenever I can…”

Get to know your parents.

You never know when they’ll be gone for good.

Be nice to your siblings.

They’re your best link to your past and the people most likely to stick with you in the future.

Understand that friends come and go,

but with a precious few you should hold on.

Work hard to bridge the gaps in geography and lifestyle, because the older you get,

the more you need the people who knew you when you were young.

Live in “New York City” once, but leave before it makes you hard.

Live in “Northern California” once, but leave before it makes you soft.

Travel

Accept certain inalienable truths:
Prices will rise.

Politicians will philander.

You, too, will get old.

And when you do, you’ll fantasize that when you were young,

prices were reasonable, politicians were noble, and children respected their elders.

Respect your elders.

Don’t expect anyone else to support you.

Maybe you have a trust fund.

Maybe you’ll have a wealthy spouse.

But you never know when either one might run out.

Don’t mess too much with your hair or by the time you’re 40 it will look 85.

Be careful whose advice you buy,

but be patient with those who supply it.

Advice is a form of nostalgia.

Dispensing it is a way of fishing the past from the disposal,

wiping it off, painting over the ugly parts and recycling it for more than it’s worth.

But trust me on the sunscreen.

“Brother and sister together we’ll make it through,
Someday a spirit will take you and guide you there
I know that you’re hurting but I’ve been waiting there for you
and I’ll be there just helping you out
whenever I can…”

Everybody’s Free, Everybody’s Free

To Feel Good!

Ψυχολογική παλινδρόμηση

Πρόσφατα ο Πιτσιρίκος έθεσε το ερώτημά «σε τι διαφέρει ο ΣΥΡΙΖΑ»1, προκαλώντας πολλές απαντήσεις και έναν σχετικό διάλογο. Νομίζω όμως ότι το ερώτημα είναι «προβληματικό», γιατί είναι λάθος διατυπωμένο. Μάλλον καλύτερο θα μου φαινόταν το «σε τι διαφέρει η ελληνική κοινωνία»; Διότι, έτσι όπως τουλάχιστον το αντιλαμβάνομαι εγώ, το ζητούμενο αυτή τη στιγμή δεν είναι ποιός θα είναι αύριο πρωθυπουργός αλλά το τι πολιτική θα ασκείται. Ζητούμενο είναι η ουσία της απάντησης, όχι τα πρόσωπα ή οι τίτλοι. Και για να δοθεί μια απάντηση με ουσία, θα πρέπει να έχει αποκρυσταλλωθεί το ερώτημα.

Στην παρούσα φάση, τα ερωτήματα είναι πολλά, άλλα πιο επιτακτικά κι άλλα λιγότερο. Νομίζω πως το σημαντικότερο στοιχείο αυτή τη στιγμή είναι να μπει ένα άμεσο (όχι τώρα… χθες!) φράγμα στην εντεινόμενη ανθρωπιστική κρίση. Σε μια πυρκαγιά, πρώτα προσπαθείς να μην εξαπλωθεί. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί η ίδια η ανθρωπιστική κρίση, με ριζοσπαστικές ελαφρύνσεις προς τους ανθρώπους που υποφέρουν. Για να συμβούν αυτά όμως, θα πρέπει αφενός σημαντικά κονδύλια να μεταφερθούν στην κοινωνική πολιτική και αφετέρου να σταματήσει η διάλυση της μεσαίας τάξης. Μόλις η κατάσταση σταθεροποιηθεί, νομίζω πως θα είναι η ώρα να τεθούν τα επόμενα μεγάλα ερωτήματα: χάραξη πορείας στο άμεσο μέλλον και απόδοση δικαιοσύνης.

Αν προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε τις απαντήσεις του ΣΥΡΙΖΑ στα ερωτήματα αυτά, ίσως διαπιστώσουμε και τις διαφορές του. Το ζήτημα είναι… ποιές απαντήσεις του ΣΥΡΙΖΑ; Τις παρούσες; Τις προηγούμενες; Ή τις επόμενες; Είναι προφανές νομίζω πως υπάρχουν αντιφάσεις στις πολιτικές απαντήσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Όμως, πηγή των αντιφάσεων αυτών είναι το γεγονός πως η διαμόρφωση της πολιτικής του βρίσκεται εν εξελίξει ή (οι αντιφάσεις) αποτελούν εγγενές χαρακτηριστικό της νέας του ταυτότητας;

Ακόμη κι αν παραδεχτούμε μόνο αγαθές προθέσεις στον ΣΥΡΙΖΑ (ας το εξετάσουμε καλοπροαίρετα καθώς ακόμη δεν έχουμε αποδεδειγμένα στοιχεία για τις πιθανές παρασκηνιακές διαβουλεύσεις συστήματος οικονομικής εξουσίας – ΣΥΡΙΖΑ), ο ΣΥΡΙΖΑ μεγάλωσε κι απέκτησε κυβερνητικές προοπτικές εγκολπώνοντας σημαντικότατα μερίδια της σημερινής ελληνικής κοινωνίας. Η σημερινή ελληνική κοινωνία όμως, όχι απλά δεν έχει αναπτύξει ακόμη προβληματισμό αναφορικά με την κατάστασή της, αλλά μάλλον πασχίζει να βρει ένα στοιχειώδη βηματισμό, βαδίζοντας στην συνεχώς μεταβαλλόμενη μνημονιακή καθημερινότητα σαν παραζαλισμένο κοτόπουλο. Και δυστυχώς για την κοινωνία (για εμάς τους ίδους) αυτό δεν συμβαίνει επειδή ο μνημονιακός αντίπαλος είναι ισχυρός, αλλά επειδή η κοινωνία είναι έρμαιο των ίδιων των αντιθέσεων και αντιφάσεών της.

Εξάλλου, «η ελληνική κοινωνία πάντα είχε περίεργη σχέση με τη νεωτερικότητα. Τα ιδανικά που δημιουργήθηκαν στην υπόλοιπη Ευρώπη κατά τον 19ο αιώνα και οι διαδικασίες που πυροδότησαν (επαναστάσεις, αντεπαναστάσεις, γέννεση εθνικών κρατών, άνοδος του καπιταλισμού κλπ) στην Ελλάδα υπήρξαν περισσότερο ως αύρα προερχόμενη απ’ έξω, παρά ως γηγενής πραγματικότητα. Στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία αυτό δημιουργεί μία πολύ ιδιάζουσα και συχνά αντιθετική ταυτότητα. Από τους ματσο λήσταρχους επαναστάτες του 1821, που αντιτίθεντο σε κάθε μορφή εξουσίας, ακόμη και της δικής τους μέχρι τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Θόδωρο Αγγελόπουλο και τον «ξέρεις ποιός είμαι εγώ ρε;» νεοέλληνα, οι αντιθέσεις καθορίζουν την ιδιαιτερότητά μας ως κοινωνία.»2

Ο χαρακτήρας που έχουμε σαν κοινωνία παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στο τι ερωτήματα θετουμε, σε ποιά κατεύθυνση αναζητούμε απαντήσεις και, επί του προκειμένου, τι χαρακτήρα λαμβάνουν τα πολιτικά μορφώματα που καλούνται να μας εκφράσουν. Συνεπώς, κι ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ γίνεται θύμα των ίδιων των αντιθέσεων και αντιφάσεών του, σαν την κοινωνία που καλείται να εκφράσει. Πώς θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά, αφού τα δομικά υλικά των πολιτικών σχηματισμών προέρχονται από την κοινωνία;

Η σημερινή κοινωνία μας λοιπόν, σε τι διαφέρει από την κοινωνία που ανέδειξε το ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του ’80, τον Σημίτη το ’90, τον Καραμανλή (ανιψιό) το ’00 κ.ο.κ.; Δεν λέω πως είμαστε υποχρεωτικά καταδικασμένοι να βαδίζουμε σε φθίνουσα πορεία (που μάλλον είμαστε, αλλά προτιμώ να αφήνω ανοιχτά τα ενδεχόμενα) αλλά νομίζω πως οι αντιφάσεις μας, που ξεκινούν από την ατομική προσωπικότητα του καθενός και καταλήγουν στη συλλογική ταυτότητά μας ως κοινωνία, είναι τόσο μεγάλες που δεν μπορούν να τις υπερκαλύψουν οι αποσπασματικές προσπάθειες ριζοσπαστικοποίησης που συμβαίνουν εντός της κοινωνίας σήμερα. Ακριβώς τα κενά αυτά που υπάρχουν μεταξύ των αντιφάσεων, τα εκμεταλλεύονται επάξια οι κάθε λογής λαοπλάνοι εξυπηρετητές συμφερόντων (παλιότερα, όσο ακόμη δεν αποτελούσαμε σημαντικό τμήμα του παγκόσμιου χωριού, τα εκμεταλλεύονταν για ατομικό πλουτισμό μεσογειακοεπαρχιωτικοί πολιτικοί πραγματευτάδες. Σήμερα, τα εκμεταλλεύεται ένα πιο συγκροτημένο πανευρωπαϊκό οικονομικό σύμπλεγμα).

Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να γεμίσει αυτά τα κενά μεταξύ των κοινωνικών αντιφάσεων; Μπορεί επί παραδείγματι να δημιουργήσει μια πολιτική που να συγκεράσει παραμονή στο Ευρώ μαζί με κοινωνική πολιτική και εντελώς δίκαιη κοινωνική διαστρωμάτωση, ώστε να ικανοποιήσει τις τόσο αντιθετικά σκεπτόμενες μάζες που θα πρέπει να τον υποστηρίξουν ώστενα εκλεγεί ως κυβέρνηση; Μου μοιάζει σαν εξίσωση με παραμέτρους που όλες μεταβάλλονται ταυτόχρονα! Μπορεί να βρεθεί λύση; Εκεί θα έγκειτο η διαφορά του ΣΥΡΙΖΑ. Η μέχρι τώρα πολιτική και κοινωνική εμπειρία λέει πως τέτοια λύση δεν υπάρχει.

Στο ίδιο πλαίσιο θεωρώ πως εντάσσεται και η λεγόμενη «κινηση των 58». Οι δημοσκοπικές αναλύσεις δείχνουν ότι υπάρχει κενό εκπροσώπησης στον κεντροαριστερό χώρο, τον οποίο (χώρο) κανένας υπάρχον πολιτικός σχηματισμός δεν φαίνεται να μπορεί να εκμεταλευτεί. Η πολιτική πλατφόρμα που προσπαθούν να δημιουργήσουν οι «58» υποτίθεται ότι στοχεύει στην πλήρωση του κενού αυτού. Η διαδικασία αυτή αποδεικνύει περίτρανα τον συσχετισμό κοινωνίας – πολιτικής που περιγράφεται παραπάνω. Η πολιτική ταυτότητα της «κίνησης των 58» είναι προφανής· πολιτικά υλικά που η αλλαγή συσχετισμών εντός των παραδοσιακών αστικών κομμάτων της τελευταίας δεκαετίαςτα αδρανοποίησε, έρχονται ξανά στο προσκήνιο τώρα που τα παραδοσιακά κόμματα περνάνε στελεχιακή κρίση (υπό το βάρος της κοινωνικής κατακραυγής), ενδεδυμένα με τον απαραίτητο πνευματικό μανδύα (Μπέζος, Τριανταφύλλου κλπ, οι οποίοι όμως έχουν ήδη δείξει τον πολιτικό προσανατολισμό τους προς όχι απλώς μη ριζοσπαστικές θέσεις, αλλά σχεδόν αντιδραστικές). Στη δεύτερη σειρά της βιτρίνας (προφανώς για να μην προκαλείται το κοινό αίσθημα) Σημίτης, Μπίστης και λοιποί γνήσιοι εκπρόσωποι του τεχνοκρατικού – εκσυγχρονιστικού (και στην πράξη ημινεοφιλελεύθερου) ΠΑΣΟΚ του τέλους της δεκαετίας του ’90. Εκείνου του ΠΑΣΟΚ που με τη νεοφιλελεύθερη στροφή του εξοικίωσε την κοινωνία με μια πιο απροκάλυπτη όψη του καπιταλισμού και ουσιαστικά έθεσε τα θεμέλια της περαιτέρω εδραίωσης του νεοφιλελευθερισμού στην Ελλάδα. Είναι νομίζω προφανές πως η απάντηση στη σημερινή δύσκολη συγκυρία δεν μπορεί να δοθεί από αυτές τις πολιτικές ταυτότητες. Κι όμως φαίνεται πως -τουλάχιστον σε πρώτη φάση- υπάρχει ενδιαφέρον και σχετική ανταπόκριση. Γιατί;

Η μεσαία τάξη που σήμερα διαλύεται υπήρξε το χαϊδεμένο παιδί των πολιτικών του τεχνοκρατικού ΠΑΣΟΚ του ’90. Αυτή το υποστήριξε και σε αυτήν κυρίως απευθυνόταν η πολιτική του: ο σημερινός, γεμάτος συνειδησιακές αντιφάσεις μικροαστός είναι γνήσιο τέκνο ενός αντιφατικού πολιτικού φορέα που, ενώ είχε στον τίτλο του τη λέξη «Σοσιαλιστικό», ασκούσε επί χρόνια χαμηλών τόνων νεοφιλελεύθερη πολιτική. Είναι λοιπόν λογικό η πολυπληθής αυτή τάξη (πολυπληθής συνειδησιακά, γιατί πρακτικά η μεσαία τάξη έχει καταρρεύσει πλέον) να αναγνωρίζει μια περιγραφή του «κεντροαριστερού χώρου» σαν αυτή που εκφράζουν τα παροπλισμένα στελέχη του εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ. Και είναι επίσης λογικό να στρέφεται προς αυτήν, είτε λόγω ανεπαρκούς πολιτικης σκέψης είτε λόγω ψυχολογικής παλινδρόμησης αναπολώντας τις «όμορφες μέρες» της μικροαστικής ηγεμόνευσης, με την ίδια έννοια που ο νεαρός ενήλικας αδυνατεί να πάρει τη ζωή του στα χέρια του (με τις χαρές και τις δυσκολίες της) και αναπολεί τις υπαρξιακά ασφαλείς περιπέτειες της εφηβίας και του στρατιωτικού του. Αποτελούμε μια κοινωνία που δεν επιθυμεί να ενηλικιωθεί ιστορικά και πολιτικά.

  1. Πιτσιρίκος, Σε τι διαφέρει ο ΣΥΡΙΖΑ από την Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ;, 4/12/2013 []
  2. Homo Hominus, Το ξένο ρούχο, 4/12/2013 []