Tag Archives: εθνικισμός

Γαλλική – Βιομηχανική Επανάσταση, αστική κοινωνία και τέχνες στον 19ο αι

«In Italy, for 30 years under the Borgias, they had warfare, terror, murder and bloodshed... but they produced Michelangelo, Leonardo da Vinci and the Renaissance. In Switzerland, they had brotherly love. They had 500 years of democracy and peace, and what did that produce? The cuckoo clock.»
Graham Greene, The Third Man, 1949

Εισαγωγή

Η αναζήτηση της προέλευσης της σημερινής εικόνας του κόσμου οδηγεί σε ιστορικά μονοπάτια που όσο τα ακολουθεί κανείς, τόσο μακρύτερα πίσω στον χρόνο τον στέλνουν. Με αυτή την έννοια, σημάδια των αλλαγών που σχετίζονται με τη διαμόρφωση της σύγχρονης εικόνας του κόσμου ανιχνεύονται μέχρι και στον μεσαίωνα, ίσως και παλαιότερα. Ωστόσο, αν υπάρχει μια εποχή που αποτελεί τον πιο κοντινό συγγενή, τον αμεσότερο πρόγονο του σήμερα, αυτός είναι με σιγουριά ο 19ος αιώνας.

Ο «μακρύς» 19ος αιώνας ξεκινά περιοδολογικά με τη Γαλλική Επανάσταση και τελειώνει με τον Ά Παγκόσμιο Πόλεμο. Στο μεσοδιάστημα η οριστική επικράτηση της αστικής τάξης και του καπιταλισμού, οι δραματικές συνέπειες της βιομηχανικής επανάστασης, οι κοινωνικές επαναστάσεις, η ανάδυση των εθνικισμών και τα συνακόλουθα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, μετασχηματίζουν ριζικά τις δυτικές κοινωνίες, αποκόπτωντάς τες οριστικά από την εποχή του παλαιού καθεστώτος.

Το σημαντικότερο νέο στοιχείο που εγκαθίδρυσε η βιομηχανική επανάσταση ήταν πως πλέον τόσο η οικονομία όσο και η κοινωνία λειτουργούν υπό το πλαίσιο των κανόνων της αγοράς.1 Για να το επιτύχει όμως αυτό ο «οικονομικός άνθρωπος»2 υποτάσσει την κοινωνία στις απαιτήσεις της καπιταλιστικής οικονομίας.3 Καθώς όμως η επιχείρηση διέπεται από «αυτοκινητικότητα», καταλήγει ένας οργανισμός που λειτουργεί έξω από τη σφαίρα επιρροής του ανθρώπου, με δικές του κινητήριες δυνάμεις.4 Μέσα σε αυτή την κοινωνική πραγματικότητα ο άνθρωπος (και συνεπώς κι ο καλλιτέχνης) δεν περιλαμβάνεται πια ως βεβαιότητα.5

Αντικείμενο της παρούσας ανάρτησης είναι η συνοπτική παρουσίαση της θέσης της τέχνης και του καλλιτέχνη σε αυτή τη νέα κοινωνική πραγματικότητα του 19ου αιώνα. Μέσα από την σκιαγράφηση του κοινωνικού πλαισίου της εποχής θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε τις προσπάθειες διερεύνησης από τους καλλιτέχνες του 19ου αι. του νέου πλαισίου λειτουργίας της τέχνης καθώς και τον αντίκτυπο στο έργο τους, μέσω της ενδεικτικής εξέτασης του πίνακα του Caillebote «Πάνω στη Γέφυρα της Ευρώπης» και του Πύργου του Άιφελ.

Κοινωνικός μετασχηματισμός και καλλιτεχνικές αναζητήσεις στο 19ο αι.

Η Γαλλική Επανάσταση του 1789 γκρέμισε βίαια και οριστικά τις κοινωνικές παραδοχές που επικρατούσαν για αιώνες.6 Δεν σηματοδότησε απλώς το πέρασμα σε μια διαφορετική κοινωνική οργάνωση, αλλά έθεσε ένα νέο κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα ως προς το οποίο θα τοποθετούνταν (υπέρ ή κατά) οποιαδήποτε κοινωνική αλλαγή από τότε και στο εξής. Αντλώντας την ιδεολογική της υπόσταση από τον Διαφωτισμό του 18ου αιώνα, ανέδειξε τον ορθολογισμό σε βασική κατευθυντήρια αρχή. Επίσης, επέφερε την οριστική ρήξη με την παράδοση και γενικότερα με οτιδήποτε συνδεόταν με το παλαιό καθεστώς. Τα συνθήματά της για ελευθερία, ισότητα και αδελφοσύνη ενέπνευσαν τους καθημερινούς ανθρώπους οι οποίοι πέτυχαν την αγωνιστική είσοδό τους στο προσκήνιο της ιστορίας.

Ωστόσο, η αστική κοινωνία που προέκυψε τελικά δεν ενσάρκωσε το παράδειγμα που η Επανάσταση ενέπνευσε στους λαούς. Η βιομηχανική επανάσταση που ακολούθησε απογείωσε τις παραγωγικές δυνατότητες και τη συσσώρευση πλούτου, αλλά με σημαντικό κόστος. Μεγάλες μάζες προλεταριοποιήθηκαν και εξαθλιώθηκαν, εντείνοντας δραματικά τις κοινωνικές ανισότητες. Η άναρχη δόμηση και η περιβαλλοντική υποβάθμιση των τεράστιων βιομηχανικών πόλεων αποτέλεσαν σκηνικό φρίκης που εξέφραζε την κυριαρχία της ύλης επάνω στον άνθρωπο με μοναδικό σκοπό το οικονομικό κέρδος.

Οι σκληρές συνθήκες που επικρατούν στις βιομηχανικές κοινωνίες (τουλάχιστον μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα) έχουν χαρακτηριστεί ως «πολιτισμική έρημος».7 Εξάλλου, καθώς οι κοινωνίες εμφορούνται από νέο αξιακό πλαίσιο και λειτουργούν με νέους θεσμούς, η τέχνη χάνει τον παραδοσιακό της ρόλο. Εκ των συνθηκών λοιπόν καλείται να επαναπροσδιορίσει τη λειτουργία της, απαντώντας στις διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν. Οι καλλιτεχνικές αναζητήσεις του 19ου αιώνα καταλήγουν να δίνουν νέες προσεγγίσεις σε ζητήματα μορφής ή τεχνικής, όμως ουσιαστικά απαντούν σε ερωτήματα ενός πλαισίου αναζητήσεων που προέκυψε από τον κοινωνικό μετασχηματισμό της περιόδου.

Ο νεοκλασικισμός, κυρίαρχο ρεύμα στην αυγή του 19ου αιώνα, εκφράζει την αισθητική αμηχανία της νέας άρχουσας τάξης. Μέσα στα αρχαϊκά πρότυπα που ο κλασικισμός πρεσβεύει στην αρχιτεκτονική και την παραδοσιακή τεχνική στην ζωγραφική, η αστική εξουσία αναγνωρίζει το ορθολογιστικό της πνεύμα και αντλεί την νομιμοποίηση της εξουσίας της ως συνέχεια του παρελθούσας αριστοκρατίας. Φαντάζει οξύμωρο, καθώς η νέα κοινωνία ενσυνείδητα προσπαθεί την κατάλυση της αριστοκρατικής παράδοσης· αφενός όμως οι Γάλλοι επαναστάτες αντλούν πολιτειακά πρότυπα από την αρχαία Αθήνα και Ρώμη8 κι αφετέρου, όπως παρατηρεί ο Benjamin, η αποθρησκευτικοποίηση της κοινωνίας λόγω της έμφασης στον ορθό λόγο αποδίδει στο αισθητικό μια «εκκοσμικευμένη μορφή του ιερού»9 από την οποία η αστική εξουσία αντλεί υπόρρητα μέρος της νομιμοποίησής της. Η τράπεζα «όφειλε […] να μοιάζει με μέγαρο της Αναγέννησης» όχι απλώς για λόγους αισθητικούς, αλλά και για να δηλώνει υπόρρητα πως η ελέω χρήματος εξουσία της εντάσσεται σε μια οπτική που έχει ιστορική συνέχεια.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της κατάστασης αυτής αποτελεί το δημιουργικό αδιέξοδο στην αρχιτεκτονική παρά την έντονη ανοικοδόμηση λόγω της καλπάζουσας εκβιομηχάνισης και αστικοποίησης.10 Οι αρχιτέκτονες έχτιζαν το κτίριο με βάση τις χρηστικές ανάγκες κι έπειτα, ανάλογα με τις απαιτήσεις του πελάτη που «πλήρωνε για Τέχνη», διαμόρφωναν μία πρόσοψη που αποτελούσε τυφλή μίμηση στυλ του παρελθόντος.11 Το αποτέλεσμα έμοιαζε με παράδοξη συρραφή τμημάτων. Τέτοιες πρακτικές δεν απαντούν στις απαιτήσεις μια κοινωνίας σε εξέλιξη και η αρχιτεκτονική σταδιακά παρήκμασε.12 Παρεμφερής είναι η κατάσταση στη γλυπτική, όπου η μεγάλη ζήτηση για γλυπτά δεν ανταποκρίνεται σε καμία πολιτιστική ανάγκη.13

Στη ζωγραφική ο νεοκλασικισμός επέδρασε μέσω των ακαδημιών, ιδρύματα υπό την εποπτεία του θεσμικού συστήματος που εκπαίδευαν νέους ζωγράφους κι έθεταν το κυρίαρχο υφολογικά και θεματολογικά παράδειγμα.14 Καθώς στις αστικές κοινωνίες οι παραδοσιακοί παραγγελιοδότες τέχνης καταλύθηκαν (αριστοκρατία) ή είχαν μειωμένες οικονομικές δυνατότητες (εκκλησία), οι ακαδημίες οργάνωσαν εκθέσεις («salons») για την προώθηση των έργων στο ευρύτερο κοινό. Ελέγχοντας τα salons οι ακαδημίες ασκούσαν ασφυκτικό και πολύπλευρο έλεγχο στη ζωγραφική τέχνη·15 παραφράζοντας μια φράση του Bresson,16 θα μπορούσαμε να πούμε πως «ο κόσμος κατέρρεε κι οι ακαδημίες επέμεναν να ζωγραφίζουν Αφροδίτες». Ταυτόχρονα όμως αυξάνονται οι ζωγράφοι που στα έργα τους υιοθετούν προσεγγίσεις που απέχουν από τα νεοκλασικιστικά ιδεώδη και απορρίπτονται από τα salons. Δημιουργήθηκε έτσι μία διάκριση των καλλιτεχνών σε συστημικούς και σε περιθωριοποιημένους εξωσυστημικούς, κατάσταση που αναδεικνύει την αναντιστοιχία του συστήματος των ακαδημιών με τις πραγματικές καλλιτεχνικές αναζητήσεις.17

Καθώς λοιπόν τα ζητήματα που δημιούργησαν οι εξελίξεις του 19ου αιώνα ξεπερνούν την ορθολογιστική οπτική του νεοκλασσικισμού, οι καλλιτέχνες στράφηκαν στη διερεύνηση του βαθύτερου χαρακτήρα της τέχνης. Μια σημαντική συνέπεια της μαζικής βιομηχανικής παραγωγής αποτέλεσε η απώλεια της χειρωνακτικότητας και της ηθικής διάστασης της εργασίας·18 όμως τα έργα τέχνης εξορισμού εμπεριέχουν μία χειρωνακτική διάσταση στην δημιουργία τους, οπότε προέκυψε το ζήτημα της σχέσης των καλλιτεχνικών και των βιομηχανικών τεχνικών.19 Στη διερεύνησή του άσκησε επίδραση και η επιστημονική μεθοδολογία που την ίδια εποχή σχηματοποιήθηκε και απέκτησε κύρος, η οποία μάλιστα δίνει βαρύνοντα ρόλο στην αίσθηση της όρασης.20

Οι αλλοτριωτικές βιομηχανικές κοινωνίες ανέδειξαν επίσης το ζήτημα της αποκοπής του ανθρώπου από τη φύση και της σχέσης του ατόμου με το σύνολο.21 Εξάλλου, οι καλλιτέχνες διέπονται από κρίση ταυτότητας αφού, ενώ αποτελούν τμήμα και απευθύνονται στην αστική τάξη, στρέφονται εναντίον της διότι αισθάνονται αποκλεισμένοι και χωρίς διακριτό ρόλο εντός της αστικής κοινωνίας.22 Περεταίρω, η εμπορευματική αντιμετώπιση της τέχνης άλλαξε δραματικά το πλαίσιο παραγωγής της και τις δυνατότητες επιβίωσης των καλλιτεχνών.23 Οι συνθήκες αυτές οδήγησαν στην επένδυση «διανοητικού κεφαλαίου» στην τέχνη,24 από την οποία προέκυψε σημαντική πρόοδος στην τεχνική και αισθητική διάσταση των έργων τέχνης το 19ο αιώνα κι αποτέλεσε την αιτία του ειδικού χαρακτήρα που απέκτησε πλέον η καλλιτεχνική δραστηριότητα.25

Οι καλλιτέχνες δεν θα μπορούσαν να μείνουν ανεπηρέαστοι από τον τρόπο με τον οποίο πραγματώνονται οι κοινωνικές αλλαγές της εποχής τους. Έχουν πια εμπεδώσει την επαναστατικότητα ως μέρος της διαδικασίας που δίνει απαντήσεις στις διερευνήσεις τους, ταυτόχρονα με την ανάπτυξη κριτικού πνεύματος.26 Η στάση αυτή απελευθέρωσε τις καλλιτεχνικές δυνατότητες· ενέτεινε όμως και το αίσθημα της ανασφάλειας, καθώς η καλλιτεχνική ελευθερία περιορίζεται πρακτικά από την ανάγκη προσαρμογής στις απαιτήσεις του πελάτη.27 Συνολικά, η εξέλιξη της τέχνης τον 19ο αιώνα γίνεται μέσω κυμάτων αμφισβήτησης της παράδοσης ή του κατεστημένου παραδείγματος τα οποία συντονίζονται με τον παλμό των κοινωνικών κινημάτων της περιόδου, ακόμα κι αν δεν αποκτούν καθαρά πολιτικό χαρακτήρα.28 Το διαρκές αίσθημα ανικανοποίητου καθώς και η αίσθηση απομόνωσης από την κοινωνία αποτέλεσαν κινητήριες δυνάμεις της καλλιτεχνικής δημιουργίας και βοήθησαν στην εμπέδωση της αντίληψης ότι το έργο τέχνης διέπεται από δικούς του κανόνες, διαφορετικούς από την πραγματικότητα.29

Εικόνα 1: Caspar David Friedrich, O περιπλανώμενος πάνω από την ομίχλη, 1817-18, λάδι σε μουσαμά, 95 x 75 cm, Kunsthalle, Αμβούργο.

Μια πρώτη αντίδραση προς τη νέα κοινωνική πραγματικότητα και την παρωχημένη οπτική του ακαδημαϊσμού σημειώ- θηκε με τον Ρομαντισμό. Ταυτοχρόνως, το ρεύμα εξέφρασε βασικές πτυχές της αστικής κοινωνίας όπως την ανάδειξη του ατομικισμού,30 την έμφαση στην ελευθερία από συμβάσεις31 και στους αγώνες ενάντια σε κάθε καταπίεση,32 καθώς και την ανάγκη των καλλιτεχνών να απευθύνονται κριτικά ως εξωτερικοί παρατηρητές στην σύγχρονή τους κοινωνία.33 Ταυτόχρονα, ο ρομαντισμός διατηρεί μία διάθεση φυγής από την κοινωνική πραγματικότητα, η οποία αποτυπώθηκε με την προσφυγή στο παρελθόν και την εξύμνηση της φύσης (εικόνα 1).34

Εικόνα 2: Jean-François Millet, Οι σταχτωμαζώχτρες, 1857, Λάδι σε μουσαμά, 85,5 x 111 cm, Λούβρο, Παρίσι.

Οι επαναστάσεις του 1848 ενέτειναν τον πολιτικό προβληματισμό στις καλλιτεχνικές αναζητήσεις και τις ώθησαν σε πιο ριζοσπαστική στάση έναντι του ακαδημαϊσμού, κάτι που γίνεται εμφανές από το έργο καλλιτεχνών όπως ο Μιλλέ (1814 – 1875) και ο Κουρμπαί (1819 – 1877).35 Στη ζωγραφική η τάση αυτή εκφράστηκε με το ρεαλισμό, ο οποίος συνίστατο στην ευθεία αντιμετώπιση της πραγματικότητας όπως ακριβώς αυτή είναι, σε όλο το εύρος των αντιθέσεών της (εικόνες 2 και 3), χωρίς προκαταλήψεις. Ο καλλιτέχνης αντλεί από την πραγματικότητα την πρώτη ύλη για το έργο του, με τελικό σκοπό να προσεγγίσει την αντικειμενική κατάστασή της.36 Μια τέτοια στόχευση αφενός αναδεικνύει την απόλυτη πίστη του καλλιτέχνη στις προσωπικές του δυνατότητες κι αφετέρου αποτελεί ενσυνείδητη αντίδραση στις κατεστημένες συμβάσεις για το πώς θα πρέπει να απεικονίζονται τα πράγματα από την τέχνη.37Η ρεαλιστική στροφή διεύρυνε τα όρια αλληλεπίδρασης ζωγραφικής – πραγματικότητας και εν μέρει οφείλεται στην καταλυτική επίδραση μίας σύγχρονης τεχνικής ανακάλυψης.

Εικόνα 3: Gustave Courbet, Νεαρές δεσποινίδες δίπλα στον ποταμό Seine, 1856-57, Λάδι σε μουσαμά, 174 x 206 cm, Musée du Petit Palais, Παρίσι.

Η φωτογραφία, τέκνο της βιομηχανικής επανάστασης,38 πετυχαίνει τον ύψιστο βαθμό ρεαλιστικής αποτύπωσης.

Εικόνα 4: Julia Margaret Cameron, Χωρικοί της Καλυτάρα, Φωτογραφία, 1878.

Η φωτογραφική εικόνα είναι ένα εντελώς ρεαλιστικό τμήμα των τριών διαστάσεων του ορατού κόσμου, στο οποίο έχει παγώσει η ροή του χρόνου. Εξαρχής όμως έγινε κατανοητό από τους φωτογράφους πως η απόλυτα ρεαλιστική αποτύπωση συνιστούσε περισσότερο εμπόδιο παρά βοήθεια στην εκφραστικότητά τους. Όπως οι άκαμπτες μορφές του αναγεννησιακού νατουραλισμού απέκτησαν πλαστικότητα με τη χρήση του σφουμάτο από τον ντα Βίντσι,39 έτσι κι η φωτογραφία λειτούργησε ως εκφραστική τέχνη μόνο όταν η Julia Margaret Cameron (1815 – 1879) χρησιμοποίησε τη ρεαλιστική διάσταση της φωτογραφίας όχι απλώς για να αποτυπώσει την πραγματικότητα, αλλά για να δημιουργήσει έναν νέο κόσμο που εξέφραζε την προσωπική της εντύπωση (εικόνα 4).40 Ακόμη, καθώς η φωτογραφία αποδίδει πιστότερα την πραγματικότητα, αποδέσμευσε τη ζωγραφική από εφαρμοσμένες χρήσεις κάτι που αύξησε το γόητρό της ως τέχνη.41 Τέλος, οι περίεργες γωνίες λήψης στη φωτογραφία οδήγησαν σε αλλαγή της αισθητικής της σύνθεσης στη ζωγραφική και γενικότερα αναπροσαρμόστηκε η σχέση της ζωγραφικής με τη ρεαλιστική αποτύπωση.42

Εικόνα 5: Hokusai, 36 απόψεις του όρους Φούτζι, «Το όρος Φούτζι ειδωμένο από το Kanawa στον δρόμο του Tokaido», 1826/ 1833.

Η επίδραση της φωτογραφίας ήρθε σε μια περίοδο που, λόγω της απόρριψης των νεωτερισμών από κοινό και κριτικούς,43 οι αναζητήσεις των ζωγράφων στράφηκαν σε ακόμη πιο ριζοσπαστική κατεύθυνση. Ανταποκρινόμενοι στην αξίωση του Μονέ (1840 – 1926) να δημιουργούν το έργο τους «επί τόπου» κι όχι στο περιορισμένο περιβάλλον του στούντιο, οι ζωγράφοι βγαίνουν στον αστικό χώρο.44 Ταυτοχρόνως, τα ιαπωνικά έγχρωμα χαρακτικά (εικόνα 5) που κυκλοφορούσαν ευρέως λόγω της αύξησης του εμπορίου με την Άπω Ανατολή, βοηθούν στην αναγνώριση (και απόρριψη) των τελευταίων συμβάσεων που ακόμη υπέβοσκαν στη ζωγραφική.45 Το επιστημονικό πνεύμα της εποχής και η ανάγκη για νέα σύνδεση τέχνης – κοινωνίας καθοδηγούν τις έρευνες των ζωγράφων πάνω στην τεχνική με σκοπό η ζωγραφική να αποκτήσει σύγχρονο ρόλο στην κοινωνία.46

Εικόνα 6: Claude Monet, Εντύπωση, Ανατολή, 1873, Λάδι σε μουσαμά, 48 x 63 cm, Musée Marmottan Monet, Παρίσι.

Ως αποτέλεσμα αναδύεται το ρεύμα του Ιμπρεσιονισμού, το οποίο αποτέλεσε μια πραγματική καλλιτεχνική επανάσταση και σηματοδότησε την οριστική ρήξη με τις παραδοσιακές προσεγγίσεις.47 Στόχος των ιμπρεσιονιστών δεν είναι η φωτορεαλιστική αποτύπωση, αλλά η απόδοση της εντύπωσης που δημιουργεί μια σκηνή, η αιχμαλώτιση της φευγαλέας στιγμής μέσω της δημιουργίας ποιητικής και μουσικής ατμόσφαιρας την οποία οδηγεί η ευαισθησία του καλλιτέχνη (εικόνα 6).48 Πρόκειται για ένα εντελώς νέο σύστημα αντίληψης της πραγματικότητας, το οποίο ανακαλύπτει τον τοπιακό χαρακτήρα της πόλης: πλέον κάθε γωνιά όπου το φως παιχνιδίζει με τη σκιά μπορεί να αποτελέσει θέμα που εξάπτει την ευαισθησία του ζωγράφου.49 Η ιμπρεσιονιστική προσέγγιση έδωσε νέα κατεύθυνση στη διάθεση φυγής από την αστική πραγματικότητα του 19ου αιώνα, καθώς τώρα οι καλλιτέχνες δεν βρίσκουν αισθητικό καταφύγιο στη φύση αλλά σε έναν κόσμο υψηλότερο, πιο τεχνητό και πιο αισθαντικό.50 Πρόκειται για το αποτέλεσμα της διαλεκτικής των κοινωνικών πιέσεων και της διάθεσης ενδοσκόπησης των καλλιτεχνών, υπό το πρίσμα του διάχυτου επιστημονισμού της εποχής. Ταυτόχρονα όμως ο ιμπρεσιονισμός, αν και δεν απέκτησε εμφανείς πολιτικές προεκτάσεις, διακατέχεται από μια «λανθάνουσα επαναστατικότητα» καθώς η αισθητική του σηματοδοτεί την εξέγερση εναντίον της ρουτίνας και της αστικής πειθαρχίας.51

Εικόνα 7: Emanuele Rocco, Galleria Umberto I, 1887 – 1891, Νάπολη, Ιταλία.

Παράλληλα με τις ιμπρεσιονιστικές αναζητήσεις στη ζωγραφική, οι στρουκτουραλιστικές προσεγγίσεις της «αρχιτεκτονικής των μηχανικών» επιχειρούν την αποκατάσταση της επαφής της αρχιτεκτονικής με τη νεωτερική κοινωνίας.52 Οι ανάγκες του καπιταλισμού για μεγάλα και φυσικά φωτιζόμενα κτίρια ικανοποιήθηκαν από την πρόοδο στη μηχανική και από την φθηνότερη, ανθεκτικότερη και μαζικότερη παραγωγή υλικών όπως το τσιμέντο, ο σίδηρος και το γυαλί.53 Τα βιομηχανικά κτίρια και οι σιδηροδρομικοί σταθμοί δημιουργούν ένα νέο αισθητικά παράδειγμα, στο οποίο αλλάζουν τα όρια μεταξύ χρηστικού – δομικού πλαισίου και διακόσμησης.54 Οι βιομηχανικές τεχνικές μαζικής παραγωγής θα βοηθήσουν στην επικράτηση του νέου παραδείγματος, καθώς η επιτόπια συναρμολόγηση προκατασκευασμένων δομικών στοιχείων καθιστά γρηγορότερη και οικονομικότερη την ανέγερση.

Μια «γέφυρα» κι ένας πύργος

Εικόνα 8: Gustave Caillebotte, Πάνω στη γέφυρα της Ευρώπης, 1876-77, Λάδι σε μουσαμά, 106 x 131 cm, Kimbell Art Museum, Fort Wort.

Μία χαρακτηριστική, ιμπρεσιονιστική άποψη της βιομηχανικής – αστικής κοινωνίας, που ταυτόχρονα αναδεικνύει πολλά από τα ζητήματα που απασχόλησαν την τέχνη κατά τον 19ο αιώνα, αποτελεί το έργο του Κάμποτ (1848 – 1894) «Πάνω στη γέφυρα της Ευρώπης» (εικόνα 8). Πρόκειται για ένα κοινότυπο, καθημερινό αστικό τοπίο που αποδίδει τη μουντή ατμόσφαιρα των βιομηχανικών πόλεων και τον ρυθμό του κόσμου του εμπορίου και της βιομηχανοποίησης. Στο πρώτο επίπεδο της φωτογραφικής αισθητικής σύνθεσης κυριαρχούν οι μεταλλικοί όγκοι της γέφυρας και οι μορφές των ανθρώπων. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον (και ενδεικτικός των ιμπρεσιονιστικών μεθόδων) ο τρόπος με τον οποίο ο Κάμποτ δίνει την αίσθηση της φευγαλέας στιγμής, τοποθετώντας έναν διαβάτη στην κόψη του κάδρου, ώστε ο μισός να έχει ήδη φύγει από την εικόνα. Με τον τρόπο αυτό ενσωματώνει στο έργο τη διάσταση του χρόνου, καθώς εισάγει στη στατική εικόνα την κίνηση· πρόκειται όμως για μια νέα, αστικής προέλευσης αντίληψη για τον χρόνο ως σειρά γεγονότων, η οποία διαφέρει από τη ροή του χρόνου στη φύση. Είναι ο χρόνος του βιαστικού διαβάτη, του απασχολημένου επιχειρηματία, των αδιάκοπων μεταφορών του βιομηχανικού καπιταλισμού.

Στο βάθος, ενώ δε δηλώνεται σαφώς πως πρόκειται για σιδηροδρομικό σταθμό, η αδρή αποτύπωση στοιχείων όπως μερικές ράγες, ένα υπόστεγο και ένα σύννεφο καπνού, δημιουργούν στο θεατή την αίσθηση του σιδηροδρομικού τοπίου. Οι άνθρωποι στο πρώτο πλάνο αποδίδουν τη νέα κοινωνική διαστρωμάτωση των πόλεων, καθώς συνυπάρχουν ο αστός με τον κυανοντυμένο εργάτη55, χωρίς ωστόσο να υποδηλώνουν κάποιον πολιτικό προσανατολισμό του καλλιτέχνη. Ο Κάμποτ, είτε παρουσιάζει τον κάτοικο της πόλης να είναι απασχολημένος μες στις σκέψεις του, είτε να βαδίζει γοργά στον ρυθμό της καπιταλιστικής κοινωνίας, δεν υιοθετεί αξιολογική στάση αλλά αποτυπώνει την εντύπωση της κοινωνικής πραγματικότητας. Μέσα στην πόλη ο άνθρωπος αποτελεί μέρος του αστικού τοπίου· όταν όμως το κοιτάζει, η στάση του δεν μαρτυρά θαυμασμό (όπως ήταν η παραδοσιακή ρομαντική αντιμετώπιση για το φυσικό τοπίο), αλλά μάλλον προβληματισμό.

Με αντίστοιχο τρόπο ο Πύργος του Άιφελ (1832 – 1923) στο Παρίσι αναδεικνύει την επικράτηση της «αρχιτεκτονικής των μηχανικών» έναντι της κλασικιστικής αρχιτεκτονικής των «στυλ». Πρόκειται για ένα κτίριο κατασκευασμένο από συναρμολογημένα μεταλλικά τμήματα το οποίο δεν έχει καμία χρηστική διάσταση. Χτίστηκε με αφορμή την Έκθεση του Παρισιού του 1889 και λειτουργεί ως μνημείο της σχέσης εμπορικού καπιταλισμού και τέχνης μέσα στη νεωτερική κοινωνία. Το μεγάλο ύψος (324 μέτρα) και το μεγαλοπρεπές, αν και παράδοξο, σχήμα του έγιναν εφικτά χάρη στον μηχανικό υπολογισμό των δυνάμεων που επενεργούν στην κατασκευή· η μορφή του αμφισβητεί την παραδοσιακή επιβολή των πρακτικών αναγκών πάνω στο σχέδιο του κτιρίου. Με τα μεγάλα κενά στη δομή του δεν διακόπτει ως όγκος το αστικό τοπίο αλλά εντάσσεται σε αυτό, λειτουργώντας συμβολικά ως ένας φάρος της νέας βιομηχανικής κοινωνίας. Από κοινωνικής πλευράς λοιπόν ο πύργος «υμνεί το παρόν και προμηνύει το μέλλον»56.57

Εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα στη μουσική: Βέρντι

Οι κοινωνικές αλλαγές του 19ου αιώνα δεν θα μπορούσαν να μην επηρεάσουν και τη μουσική. Τα συνθήματα της Γαλλικής Επανάστασης και τα οράματα που αυτά γέννησαν ενέπνευσαν τους συνθέτες και έστρεψαν την προσοχή τους στην κοινωνία.58 Η ανάδυση των εθνικισμών αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον για τις παραδοσιακές τοπικές μουσικές και ενέπνευσε στις συνθέσεις το αίσθημα αγάπης για την πατρίδα.59 Επιπρόσθετα, ο εκδημοκρατισμός της κοινωνίας σε συνδυασμό με την αξία που αποκτά το άτομο τον 19ο αι, αλλάζουν τη θέση του μουσικού ο οποίος από «υπηρέτης πολυτελείας» του 18ου αιώνα μετατρέπεται σε ίνδαλμα ενός πολύ ευρύτερου κοινού, του οποίου εκφράζει τους αισθητικούς και πολιτικούς πόθους.60 Το ρεύμα που κατά κόρον εξέφρασε αυτές τις κατευθύνσεις ήταν ο ρομαντισμός.

Ο μουσικός που συνδέθηκε όσο κανένας άλλος με το περιρρέον κοινωνικό πλαίσιο της εποχής ήταν ο Τζουζέπε Βέρντι (1813 – 1901), ο οποίος θεωρείται από τους διαπρεπέστερους συνθέτες όπερας του 19ου αιώνα. Το είδος αυτό γνώρισε αξιοσημείωτη άνθηση την εποχή, καθώς η στροφή των συνθετών προς κοινωνικά και πολιτικά θέματα του προσέδωσε ευρεία λαϊκή απήχηση.61 Στην κατεύθυνση αυτή εντάσσεται και το έργο του Βέρντι, η ενεργός πολιτική δράση του οποίου62 σε συνδυασμό με την υιοθέτηση κοινωνικοπολιτικού προβληματισμού στις όπερές του τον κατέστησαν ιδιαίτερα λαοφιλή στην Ιταλία.63 Η εκ πρώτης όψεως ιστορική θεματολογία των έργων του δρούσε αλληγορικά ως προς την προσπάθεια εθνικής ανεξαρτησίας της Ιταλίας: το Va pensiero κατέστη πατριωτικός ύμνος και οι αγώνες των Ιουδαίων στο Ναμπούκο ταυτίστηκαν με το κίνημα εθνικής ανεξαρτησίας των Ιταλών.64 Ο Βέρντι επέλεγε πολιτικά λιμπρέτα και έγραφε μουσική που ξεσήκωνε τα πλήθη· διεγείροντας το θυμικό των μαζών, καθιστούσε το πολιτικό του μήνυμα πιο άμεσο – και συχνά αντιμετώπιζε προβλήματα με την Αυστριακή λογοκρισία65.66

Η ιδιαίτερα έντονη, αλληλοτροφοδοτούμενη σχέση κοινωνίας και τέχνης του 19ου αιώνα αποτυπώνεται ανάγλυφα στην περίπτωση του Βέρντι: ο συνθέτης εξέφρασε τους πόθους της κοινωνίας του και γνώρισε την μαζική αναγνώριση από αυτήν.67 Ο κοινωνικός προβληματισμός του δεν είναι απλώς ένα μέσο που μεταχειρίζεται για να αποκτήσει αναγνώριση και συνεργασίες, αλλά εκφράζει την ολοένα και μεγαλύτερη αξία που αποκτά η τοποθέτηση του καλλιτέχνη έναντι στα προβλήματα μιας κοινωνίας που μετασχηματίζεται. Εξάλλου, ο Βέρντι δεν σταμάτησε την κοινωνικοπολιτική δράση του ούτε όταν αποσύρθηκε από τη σύνθεση: λίγο πριν το θάνατό του δημιούργησε ίδρυμα για τη συντήρηση των ηλικιωμένων μουσικών, στο οποίο κληροδότησε όλα τα δικαιώματα των έργων του.

Επίλογος

Ο ταραγμένος 19ος αιώνας αποτέλεσε μια εποχή όπου οι έντονες κοινωνικές αλλαγές και αντιπαραθέσεις οδήγησαν σε σημαντική καλλιτεχνική εξέλιξη, καθώς αναπτύχθηκε μια διαλεκτική σχέση κοινωνίας – καλλιτεχνών.68 Ως αποτέλεσμα η τέχνη άλλαξε τόσο την θέση και τη λειτουργία της εντός της κοινωνίας, όσο και τον τρόπο με τον οποίο βλέπει τον κόσμο και τον εαυτό της. Η επίδραση επιστημονικών, τεχνολογικών, βιομηχανικών και κοινωνικοπολιτικών παραγόντων ήταν καθοριστική ως προς αυτή την αλλαγή, η οποία εκφράστηκε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο από το ρεύμα του ιμπρεσιονισμού.

Τώρα πια η τέχνη, απελευθερωμένη από τις συμβάσεις και τον ακαδημαϊσμό, χτίζει μια νέα ταυτότητα: αποκτά νέα εκφραστικά μέσα τα οποία αποτελούν τεχνολογικά δημιουργήματα (φωτογραφία και, λίγο αργότερα, κινηματογράφος), εμπνέεται από την κοινωνία και απευθύνεται σε αυτήν (αντί να στοχεύει αποκλειστικά στην άρχουσα τάξη) και αναγνωρίζει ως πρώτη ύλη για εκφραστική επεξεργασία ένα κατά πολύ ευρύτερο τμήμα της πραγματικότητας. Η τέχνη με τη μορφή που τη γνωρίζουμε σήμερα, έχει πλέον γεννηθεί.

Βιβλιογραφία

  • Δασκαλοθανάσης, Ν., Ο καλλιτέχνης ως ιστορικό υποκείμενο από τον 19ο στον 21ο αιώνα, Αθήνα, εκδ. Άγρα, 2004.
  • Εμμανουήλ Μ., Πετρίδου Β. κ.ά., Η Ιστορία των Τεχνών στην Ευρώπη – Εικαστικές τέχνες στην Ευρώπη από τον 18ο ως τον 20ο αιώνα, τ. Β’, Ε.Α.Π., Πάτρα, 22008.
  • Μάμαλης, Ν., Η Ιστορία των Τεχνών στην Ευρώπη – Η μουσική στην Ευρώπη, τ. Γ’, Ε.Α.Π., Πάτρα, 22008.
  • Νίκα-Σαμψών, Εύη, «Giuseppe Fortunino Francesco Verdi», διαθέσιμο διαδικτυακά στο http://operaoberta.mus.auth.gr/wpcontent/uploads/2013/ 03/%CE%92%CEB9%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1- %CE%92%CE%B5%CF%81%CE%BD%CF%84%CE%B9.pdf , 27 Φεβρουαρίου 2014.
  • Ριβέλλης, Π., Εισαγωγή στην καλλιτεχνική φωτογραφία – Είκοσι ώρες στη Λευκωσία τον Οκτώβριο του 1999, εκδ. Φωτοχώρος, Αθήνα, 2000.
  • Ριβέλλης, Π., Σκέψεις για τη φωτογραφία – Μια προσωπική ανάγνωση της ιστορίας της, εκδ. Φωτοχώρος, Αθήνα, 2000.
  • Argan, G., Η μοντέρνα τέχνη 1770 – 1970, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 2014.
  • Benjamin, W., Το έργο τέχνης στην εποχή της τεχνολογικής του αναπαραγωγιμότητας, Εκδ. Επέκεινα, Τρίκαλα, 2013.
  • Contardi, B., «Πρόλογος στην ιταλική έκδοση» στο Argan, G., Η μοντέρνα τέχνη 1770 – 1970, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 2014.
  • Gombrich, E.H., Το χρονικό της τέχνης, μτφρ. Λίνα Κάσδαγλη, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 22011.
  • Hauser, A., Κοινωνική ιστορία της τέχνης, τ. Δ’, Εκδ. Κάλβος, Αθήνα, 1984.
  • Machlis, J. – Forney, K., Η απόλαυση της μουσικής – Εισαγωγή στην τέχνη της διεισδυτικής ακρόασης, Αθήνα, Fagotto Books, 1996.
  • Polanyi, K., Ο μεγάλος μετασχηματισμός – Οι πολιτικές και κοινωνικές απαρχές του καιρού μας, μτφρ. Κώστας Γαγανάκης, Θεσσαλονίκη, Νησίδες, 2007.

Διαδικτυακές Πηγές

  • «Giuseppe Verdi», Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/ Giuseppe_Verdi , 27 Φεβρουαρίου 2015.
  • «History of photography», Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/ History_of_photography , 27 Φεβρουαρίου 2015.

Πηγές εικόνων

  • Εικόνα 1: http://theredlist.com/media/database/fine_arts/arthistory/ painting/xix/romantisme/caspar-david-friedrich/033-caspar-david-friedrich-theredlist.jpg , 27 Φεβρουαρίου 2015.
  • Εικόνα 2: http://theredlist.com/media/database/fine_arts/arthistory/ painting/xix/realisme/jean-francois-millet/009-jean-francois-millet-theredlist.jpg , 27 Φεβρουαρίου 2015.
  • Εικόνα 3: http://theredlist.com/media/database/fine_arts/arthistory/ painting/xix/realisme/gustave-courbet/035-gustave-courbet-theredlist.jpg , 27 Φεβρουαρίου 2015.
  • Εικόνα 4: http://theredlist.com/media/database/photography/history/ precurseurs/julia-margaret-cameron/004_julia-margaret-cameron_ theredlist.jpg , 27 Φεβρουαρίου 2015.
  • Εικόνα 5: http://theredlist.com/media/database/fine_arts/arthistory/ japanese-prints/katsushika-hokusai/015-katsushika-hokusai-theredlist.jpg , 27 Φεβρουαρίου 2015.
  • Εικόνα 6: http://theredlist.com/media/database/fine_arts/arthistory/ painting/xix/impressionnistes/claude-monet/018-claude-monet-theredlist.jpg , 27 Φεβρουαρίου 2015.
  • Εικόνα 7: http://theredlist.com/media/database/architecture/history/ architecture-du-19-en%20occident/debuts-du-metal/galerie-umberto/005_ galerie-umberto_theredlist.jpg , 27 Φεβρουαρίου 2015.
  • Εικόνα 8: http://theredlist.com/media/database/fine_arts/arthistory/ painting/xix/impressionnistes/gustave-caillebotte/03pont-gustave-caillebotte-theredlist.jpg , 27 Φεβρουαρίου 2015.
  • Εικόνα 9: https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/a/a8/ Tour_Eiffel_Wikimedia_Commons.jpg/640px-Tour_Eiffel_Wikimedia_ Commons.jpg , 27 Φεβρουαρίου 2015.
  1. Hauser, A., Κοινωνική ιστορία της τέχνης, τ. Δ’, Εκδ. Κάλβος, Αθήνα, 1984, σ. 19. []
  2. Polanyi, K., Ο μεγάλος μετασχηματισμός – Οι πολιτικές και κοινωνικές απαρχές του καιρού μας, μτφρ. Κ. Γαγανάκης, Θεσσαλονίκη, Νησίδες, 2007, σ. 79. []
  3. Στο ίδιο, σσ. 72, 76. []
  4. Hauser, ό.π., σ. 21. []
  5. Argan, G., Η μοντέρνα τέχνη 1770 – 1970, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 2014, σσ. 20 – 21 []
  6. Gombrich, E.H., Το χρονικό της τέχνης, μτφρ. Λίνα Κάσδαγλη, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 22011, σ. 476. []
  7. Polanyi, ό.π., σ. 99. []
  8. Gombrich, ό.π., σ. 485. []
  9. Benjamin, W., Το έργο τέχνης στην εποχή της τεχνολογικής του αναπαραγωγιμότητας, Εκδ. Επέκεινα, Τρίκαλα, 2013, σ. 56. []
  10. Εμμανουήλ Μ., Πετρίδου Β. κ.ά., Η Ιστορία των Τεχνών στην Ευρώπη – Εικαστικές τέχνες στην Ευρώπη από τον 18ο ως τον 20ο αιώνα, τ. Β’, Ε.Α.Π., Πάτρα, 22008, σ. 214. []
  11. Gombrich, ό.π., σ. 499. []
  12. Argan, ό.π., σ. 64. []
  13. Argan, ό.π., σ. 41. []
  14. Στο ίδιο, σ. 16 και Δασκαλοθανάσης, Ν., Ο καλλιτέχνης ως ιστορικό υποκείμενο από τον 19ο στον 21ο αιώνα, Αθήνα, εκδ. Άγρα, 2004, σ. 29. []
  15. Δασκαλοθανάσης, ό.π., σ. 33. []
  16. «Ο κόσμος διαλύεται κι αυτοί φωτογραφίζουν βράχους». Πρόκειται για αποστροφή του H. C. Bresson (1908 – 2004) τη δεκαετία του 1930, με την οποία καυτηρίαζε την τοπιογραφική φωτογραφία των Weston, Adams και άλλων, σε μια περίοδο εντονότατων παγκόσμιων κοινωνικών αναταραχών. Η φράση, ανεξάρτητα από τον φωτογραφικό της προσανατολισμό, αναδεικνύει τη διαμάχη μεταξύ κοινωνικά προσανατολισμένης και μη τέχνης, φαινόμενο που από τον 19ο αιώνα κι έπειτα γίνεται όλο και πιο έντονο. []
  17. Εξάλλου, οι ακαδημίες ήταν δομές που διαμορφώθηκαν κατά την εποχή της αριστοκρατίας και επιπλέον δεν προετοίμαζαν τον καλλιτέχνη για τις πραγματικές συνθήκες του 19ου αιώνα, αλλά για μια λαμπρή καριέρα εντός ενός συστήματος που είχε πια εγκαταλειφθεί, Δασκαλοθανάσης, ό.π., σσ. 29, 56. []
  18. Argan, ό.π., σ. 20. []
  19. Στο ίδιο, σ. 55. []
  20. Δασκαλοθανάσης, ό.π., σσ. 22 – 25. []
  21. Argan, ό.π., σσ. 11, 43. []
  22. Στο ίδιο, σσ. 6-7, Ηauser, ό.π., σσ. 13-14, Gombrich, ό.π., σ. 501. []
  23. Hauser, ό.π., σσ. 25 – 27. []
  24. «Η ανάπτυξη της βιομηχανικής οικονομίας συνδέθηκε με την εμφάνιση στην τέχνη τεχνο-επιστημονικών ενδιαφερόντων, προοδευτικών εξάψεων και κοινωνικών ανησυχιών». Argan, ό.π., σ. 111. []
  25. Δασκαλοθανάσης, ό.π., σ. 10. []
  26. Contardi, B., «Πρόλογος στην ιταλική έκδοση» στο Argan, G., Η μοντέρνα τέχνη 1770 – 1970, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 2014, σ. xx. []
  27. Δασκαλοθανάσης, ό.π., σ. 18. []
  28. Hauser, ό.π., σ. 12 και Gombrich, ό.π., σ. 513. []
  29. Gombrich, ό.π., σ. 555 , Δασκαλοθανάσης, ό.π., σ. 43, Εμμανουήλ, Πετρίδου κ.ά., ό.π., σ. 41. []
  30. Μέσω της αξίας που δίνει στην έκφραση της ατομικής ευφυΐας του καλλιτέχνη, Δασκαλοθανάσης, ό.π., σ. 79. []
  31. Εμμανουήλ, Πετρίδου κ.ά., ό.π., σ. 28, Argan, ό.π., σ. 107. []
  32. Εμμανουήλ, Πετρίδου κ.ά., ό.π., σ. 25. Εξάλλου ο ρομαντισμός υπήρξε το κατεξοχήν καλλιτεχνικό ρεύμα που εξέφρασε τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα κατά τον 19ο αιώνα. []
  33. Argan, ό.π., σσ. 41, 49. []
  34. Gombrich, ό.π., σσ. 480, 494. []
  35. Μάλιστα ο Κουρμπαί θα εμπλακεί στην παρισινή κομμούνα και με την πτώση της θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει τη Γαλλία []
  36. Argan, ό.π., σσ. 22, 66 – 68. []
  37. Gombrich, ό.π., σ. 511, Δασκαλοθανάσης, ό.π., σσ. 56, 57. []
  38. Αν και η φωτογραφία ως τεχνική διαδικασία έχει τις ρίζες της στους πειραματισμούς των Niépce, Daguerre και Talbot, έφτασε σε τεχνική αρτιότητα και σε ευρύτερη διάδοση μέσα από τα τεχνολογικά επιτεύγματα και τις μαζικές παραγωγικές δυνατότητες της εκβιομηχάνισης. Για μια ευσύνοπτη παρουσίαση των πρώτων σταδίων της φωτογραφίας, βλ. σχετ. «History of photography», Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/History_of_photography , 27 Φεβρουαρίου 2015. []
  39. Gombrich, ό.π., σ. 522. []
  40. Για τον ρόλο της J. M. Cameron στην διαμόρφωση μιας καλλιτεχνικής γλώσσας στη φωτογραφία βλ. σχετ. Ριβέλλης, Π., Εισαγωγή στην καλλιτεχνική φωτογραφία – Είκοσι ώρες στη Λευκωσία τον Οκτώβριο του 1999, εκδ. Φωτοχώρος, Αθήνα, 2000, σσ 65 – 69. Ειδικότερα για τη συγκεκριμένη φωτογραφία, βλ. σχετ. Ριβέλλης, Π., Σκέψεις για τη φωτογραφία – Μια προσωπική ανάγνωση της ιστορίας της, εκδ. Φωτοχώρος, Αθήνα, 2000, σσ. 118 – 119 []
  41. Argan, ό.π., σ. 56. []
  42. Στο ίδιο, σ. 66. []
  43. Hauser, ό.π., σ. 228. []
  44. Ο Μονέ διακήρυττε πως η ζωγραφική έπρεπε να γίνεται «επί τόπου» («en plein air»). []
  45. Gombrich, ό.π., σ. 525, Εμμανουήλ, Πετρίδου κ.ά., ό.π., 39. []
  46. Argan, ό.π., σσ. 55, 59. []
  47. Εμμανουήλ, Πετρίδου κ.ά., ό.π., σ. 43, Argan, ό.π., σ. 53. []
  48. Gombrich, ό.π., σ. 518 – 519, 522, Εμμανουήλ, Πετρίδου κ.ά., ό.π., σ. 44. []
  49. Argan, ό.π., σ. 115, Ηauser, ό.π., σ. 219. []
  50. Ηauser, ό.π., σ. 238. []
  51. Στο ίδιο, σσ. 240 – 241. []
  52. Argan, ό.π., σσ. 62 – 63. []
  53. Εμμανουήλ, Πετρίδου κ.ά., ό.π., σσ. 227 – 229, Argan, ό.π., σ. 61. []
  54. Gombrich, ό.π., σ. 536, Argan, ό.π., σσ. 64 – 65. []
  55. Οι μπλε φόρμες των εργατών κατέληξαν τον 19ο αιώνα τυπικό χαρακτηριστικό ταξικού προσδιορισμού τους. Προς το τέλος του αιώνα η περεταίρω εξειδίκευση της εργασίας διαχώρισε το ερυρύ προλεταριακό σώμα σε «blue collars» (βιομηχανικού εργάτες) και «white collars» (υπαλλήλους στον τομέα υπηρεσιών), ονομασίες που προήλθαν από το χρώμα της αμφίεσής τους. []
  56. Argan, ό.π., σ. 63. []
  57. Στο ίδιο, σσ. 62 – 64. []
  58. Machlis, J. – Forney, K., Η απόλαυση της μουσικής – Εισαγωγή στην τέχνη της διεισδυτικής ακρόασης, Αθήνα, Fagotto Books, 1996, σσ. 265 – 267. []
  59. Στο ίδιο, σ. 269 []
  60. Στο ίδιο, σσ. 270 -271, 298 – 299. []
  61. Μάμαλης, Ν., Η Ιστορία των Τεχνών στην Ευρώπη – Η μουσική στην Ευρώπη, τ. Γ’, Ε.Α.Π., Πάτρα, 22008, σσ. 193, σ. 199. []
  62. Χαρακτηριστικά, ο Βέρντι συμμετείχε στην εξέγερση στο Μιλάνο το 1848 και εκλέχθηκε στο ιταλικό κοινοβούλιο το 1861, Νίκα-Σαμψών, Εύη, «Giuseppe Fortunino Francesco Verdi», διαθέσιμο διαδικτυακά στο http://operaoberta.mus.auth.gr/wpcontent/uploads/2013/03/%CE%92%CEB9%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1- %CE%92%CE%B5%CF%81%CE%BD%CF%84%CE%B9.pdf , 27 Φεβρουαρίου 2015, σ. 7 και «Giuseppe Verdi», Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/Giuseppe_Verdi , 27 Febroyar;ioy 2015. []
  63. Νίκα-Σαμψών, ό.π., σσ. 8, 9. []
  64. Machlis, ό.π., σ. 327, Νίκα-Σαμψών, ό.π., σ. 6 []
  65. Τμήμα της Ιταλίας τελούσε τον 19ο αιώνα υπό Αυστριακή κυριαρχία. []
  66. Νίκα-Σαμψών, ό.π., σσ. 7, 9, Μάμαλης, ό.π., σ. 199. []
  67. Νίκα-Σαμψών, ό.π., σ. 6. []
  68. Είναι χαρακτηριστικό πως οι κοινωνίες χωρίς σημαντικές κοινωνικές αντιπαραθέσεις δεν παράγουν σημαντική κουλτουραλιστική πρόοδο την εποχή αυτή, Argan, ό.π., σ. 123. []

Μας αφορά;

Από το «δε με αφορά» μέχρι το Άουσβιτς η απόσταση μικραίνει όσο μεγαλώνει ο ατομιισμός μας και όσο μικραίνει το στοχαστικό μας πλαίσιο..

Ένα ντοκουμέντο του κατώτατου άκρου του ανθρώπου. Μας αφορά; Οι περιγραφόμενες συνθήκες έχουν περάσει ανεπιστρεπτί; Όχι όσο ξεχνάμε ή όσο επιμένουμε να κλεινόμαστε στον ατομισμό μας…

‘Εθνος και Εθνικισμός

Εθνικισμός

 

Εννοιολογική ομίχλη

Στη σημερινή πραγματικότητα η συνεχής χρήση εννοιών όπως «έθνος», «πατρίδα», «πατριωτισμός» κ.λ.π. έχει οδηγήσει σε αμφισημίες ως προς την πραγματική τους σημασία. Προκύπτει έτσι μία εννοιολογική διαστρέβλωση η οποία, είτε καλλιεργείται τεχνηέντως είτε προκύπτει ακούσια, οδηγεί σε πολιτικες καθοδηγήσεις. Είναι γεγονός πως όσο πιο καταπιεστική είναι μια εξουσιαστική δομή, τόσο περισσότερο επικαλείται τη «σωτηρία του έθνους». Καθίσταται λοιπόν απολύτως αναγκαία η διερεύνηση του ιστορικού  περιεχομένου αυτών των εννοιών και η αποσαφήνισή τους.

Η διαμόρφωση της ιδέας του έθνους, μετά την Γαλλική Επανάσταση και την επικράτηση των αστών, θέτει το νέο περίγραμμα εντός του οποίου οργανώνονται οι ευρωπαϊκές κοινωνίες από τον 19ο αιώνα κι έπειτα. Η επακόλουθη δημιουργία εθνικών κρατών ενσωματώνει κάποια σημαντικά προοδευτικά στοιχεία. Ταυτόχρονα όμως λειτουργεί και ως ένα ισχυρό εργαλείο προς όφελος της αστικής ανάπτυξης και της καπιταλιστικής επικράτησης. Αντικείμενο της παρούσας δημοσίευσης, η οποία αποτελεί ελαφρώς τροποποιημένη εκδοχή πανεπιστημιακής εργασίας, είναι η επανατοποθέτηση της έννοιας του «έθνους» στις πραγματικές της διαστάσεις και η διερεύνηση της αλληλοτροφοδοτούμενης σχέσης καπιταλισμού – εθνικισμού.

Προς τον σκοπό αυτό αρχικώς επιχειρείται η περιγραφή της έννοιας του έθνους, η οποία αποτελεί την βάση του οικοδομήματος του εθνικισμού. Έπειτα εξετάζεται το πώς ο εθνικισμός αναπτύχθηκε, καλλιεργώντας εθνικές συνειδήσεις. Στη συνέχεια, παρουσιάζεται το πώς ο εθνικισμός πρόβαλλε την δημιουργία εθνικών κρατών ως λογική και δίκαιη εξέλιξη. Τέλος, δίδονται συνοπτικά παραδείγματα δημιουργίας εθνικών κρατών, προς υποστήριξη των θέσεων που αναπτυσονται.

Η έννοια του «έθνους»

«Η ελευθερία οδηγεί τον λαό», Delacroix, 1830
«Η ελευθερία οδηγεί τον λαό», πίνακας του Delacroix με αφορμή τη Γαλλική Επανάσταση, 1830

Η Γαλλική Επανάσταση του 1789 άλλαξε εκ βάθρων την φυσιογνωμία της ευρωπαϊκής πολιτικής οργάνωσης και, μέσω της επιβολής του ιδεολογικού της πλαισίου, διαμόρφωσε τα νέα χαρακτηριστικά της. Απότοκο της Γαλλικής Επανάστασης ήταν και η εδραίωση της ιδέας του «έθνους»1, έννοια που από ιστορικής πλευράς είναι κάτι το εντελώς καινούργιο.2 Από τότε, αν και το έθνος κυριαρχεί στο παγκόσμιο συλλογικό υποσυνείδητο, δεν είναι μονοσήμαντα ορισμένο3, εκφράζοντας μια πλειάδα νοημάτων ανάλογα με την περίσταση και τη σκοπιμότητα. Σημεία αναφοράς στην περιγραφή του έθνους αποτελούν συνήθως η εδαφική σύμπτωση4 και η ύπαρξη κοινών πολιτισμικών ποιοτήτων σε ένα σύνολο ανθρώπων. Ωστόσο, αυτό το σύνολο είναι κάτι το ευμετάβλητο5, καθιστώντας έτσι ακόμη πιο δύσκολο έναν ορισμό.

Κατά την περίοδο της Γαλλικής Επαναστάσεως του 1789, η διαμάχη των αστών με το κατεστημένο των αριστοκρατών για την πρόσβαση στην εξουσία, οδήγησε στην αυτοανακήρυξη της τρίτης τάξης σε «έθνος με δικαιώματα υπεράνω του βασιλιά».6 Υπό αυτή την αντίληψη ως έθνος νοείται «το σώμα των πολιτών» που συγκροτούν το κράτος7, εκφράζοντας ταυτοχρόνως τα ιδεώδη της νεωτερικότητας8 που η επανάσταση φέρνει στο προσκήνιο.9 H θεώρηση αυτή λοιπόν οδηγεί σε μία έννοια κατά την οποία το έθνος δημιουργείται εντός ενός υφιστάμενου κράτους, η δε εθνική ιδεολογία συμπλέει με τα επαναστατικά αιτήματα του πολιτικού φιλελευθερισμού10. Η ιδιότητα του πολίτη και οι πολιτικές ελευθερίες αποτελούν όχι απλώς κατακτήσεις, αλλά στοιχεία της ίδιας της εθνικής ταυτότητας.11 Υπό τις συνθήκες αυτές η ένταξη ενός ατόμου στο έθνος αποτελεί συνειδητή επιλογή.12 Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της θεώρησης περί έθνους αποτελεί η Γαλλία.

Από την άλλη, υπάρχει και η πολιτισμική αντίληψη περί του έθνους, κατά την οποία η εθνότητα εκφράζει τα κοινά χαρακτηριστικά των μελών του έθνους, τα οποία με την σειρά τους πηγάζουν αορίστως από κάποια κοινή καταγωγή. Τέτοια χαρακτηριστικά μπορεί να είναι η γλώσσα, το κοινό ιστορικό παρελθόν, η θρησκεία, οι κοινοί μύθοι και παραδόσεις κ.α. και σε ακραίες περιπτώσεις έμφαση μπορεί να δίδεται ακόμη και στη «συγγένεια και το αίμα».13 Αυτού του είδους η εθνική ιδεολογία προσέλαβε κάποια χαρακτηριστικά της υπό την επίδραση του ρεύματος του ρομαντισμού14, το οποίο στρέφει την προσοχή του σε στοιχεία του παρελθόντος, εξιδανικεύοντάς τα.15 Γίνεται φανερό πως στην περίπτωση της πολιτισμικής θεώρησης, η ένταξη των ατόμων σε κάποιο έθνος γίνεται ανεξάρτητα από την ατομική τους θέληση και ανάλογα με τα κοινά τους γνωρίσματα. Ιστορικά, οι εθνικές συνειδήσεις αυτού του τύπου συνήθως δημιουργηθήκαν πριν την ύπαρξη αντίστοιχης κρατικής υπόστασης, ζώντας υπό ξένη κυριαρχία ή σε μικρές πολιτικές οντότητες.16 Αντιπροσωπευτική αυτού του είδους είναι η περίπτωση του γερμανικού έθνους.

Εθνικισμός: καλλιέργεια και υποστηρικτές του

Ο εθνικισμός είναι το αξίωμα που θεωρεί πως «η εθνική και η πολιτική ενότητα πρέπει να συμπίπτουν».17 Επιζητούμενη πολιτική ενότητα για τον εθνικισμό αποτελεί το κράτος που περιλαμβάνει ένα και μοναδικό έθνος («εθνικό κράτος»).18 Για να συμβεί όμως αυτό, θα πρέπει να καλλιεργηθεί κοινή εθνική συνείδηση στον λαό, ούτως ώστε αυτός να απαιτήσει την δημιουργία εθνικού κράτους ή να αποδεχτεί το κράτος του ως έκφραση του έθνους του.

«Ο εθνικισμός σμιλεύει τη γη», γελοιογραφία εποχής
«Ο εθνικισμός σμιλεύει τη γη», γελοιογραφία εποχής

Προς την κατεύθυνση αυτή, σημαντικότατη ήταν η συμβολή της Γαλλικής Επανάστασης: εδραιώνοντας την ιδέα της «εθνικής κυριαρχίας», έθεσε τα θεμέλια της πολιτικής έκφρασης του εθνικισμού. Μέσα στο γενικότερο πλαίσιο του κοινωνικού εκσυγχρονισμού που διαπνέει την Ευρώπη του 19ου αιώνα, η ιδέα αυτή ήρθε ως απάντηση στο πολιτικό έλλειμμα που δημιούργησε η απέκδυση της παραδοσιακής μορφής κοινωνικής οργάνωσης.19 Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες της εποχής χαρακτηρίζονται από την εδραίωση της αστική τάξης, η οποία αντλεί από τον εθνικισμό την κοινωνική της ταυτότητα.20 Η ανάπτυξη της υποχρεωτικής εκπαίδευσης δημιούργησε και τυποποίησε τις εθνικές γλώσσες, προσφέροντας έτσι ένα ουσιώδες κριτήριο για τον διαχωρισμό των εθνών. Σημαντικό ρόλο έπαιξε και η διάδοση της τυπογραφίας21, αλλά και η καθιέρωση νέων τεχνολογιών που βοηθούσαν στην ταχύτερη διάδοση ιδεών και ειδήσεων σε μεγαλύτερες αποστάσεις.22 Οι ίδιες οι απαιτήσεις του σύγχρονου (κατά τον 19ο αιώνα) κράτους, όπως για παράδειγμα η αναλυτική απογραφή των πληθυσμών του, πυροδότησαν σε κάποιες περιπτώσεις εθνικιστικά αισθήματα.23 Πέραν όλων αυτών όμως, ο εθνικισμός παρείχε στους πολίτες μιας χώρας την απαιτούμενη «φαντασιακή κοινότητα»24, προς την οποία εκπληρώνει το ατομικό υποσυνείδητο την «αίσθηση του ανήκειν»25. Δημιουργείται έτσι στο άτομο το απαιτούμενο αίσθημα ασφαλείας, ώστε να καταφέρει να λειτουργήσει εντός των αναπτυσσόμενων αστικών κοινωνιών, οι οποίες διαφέρουν ως προς το μέγεθος από τις κοινωνίες στις οποίες το άτομο μέχρι τότε ζούσε. Με αυτόν τον τρόπο, ο εθνικισμός της περιόδου λειτούργησε και ως το κοσμικό υποκατάστατο της θρησκείας, αποκτώντας σχεδόν θρησκευτικό χαρακτήρα.26

Υπό τις συνθήκες αυτές λοιπόν, δεν φαίνεται παράξενο ότι στην υποστήριξη του εθνικισμού πρωτοστάτησαν οι κύριοι εκφραστές της αστικής τάξης, οι επιχειρηματίες και οι διανοούμενοί της.27 Οι πρώτοι αντιλήφθηκαν τον εθνικισμό ως ένα εργαλείο δημιουργίας ενός ευνοϊκότερου πολιτικού πλαισίου εντός του οποίου θα μπορούσαν να αναπτύξουν τις οικονομικές δραστηριότητές τους, κάτι που οδήγησε στην παράλληλη εξέλιξη εθνικών κρατών – καπιταλισμού.28 Οι δεύτεροι, δεν παρείχαν απλώς τα απαιτούμενα διανοητικά εργαλεία για την εδραίωση του εθνικισμού, αλλά προσέβλεπαν και σε ευκαιρίες επαγγελματικής ανέλιξης, καθώς τα εθνικά κράτη συνδέθηκαν άρρηκτα με την καθιέρωση μίας γραφειοκρατικής και λόγιας ελίτ29.

Ιστορικό καινοφανές: τα εθνικά κράτη

Η ανάπτυξη του εθνικισμού σε συνδυασμό με τον διχασμό του γενικού κινήματος υπέρ της επανάστασης κατά τον 19ο αιώνα30, δημιούργησε τα επιμέρους εθνικά κινήματα. τα οποία, υπό την ιδεολογική επικράτηση της «αρχής των εθνοτήτων»31, κατέληξαν στην δημιουργία εθνικών κρατών. Η αρχικώς φιλελεύθερη επαναστατική ρητορική, με τον διαμελισμό της επανάστασης σε εθνικά κινήματα, έγινε επιρρεπής στην υιοθέτηση πιο συντηρητικών απόψεων.32 Αυτή η μεταστροφή κατέληξε στην εδραίωση της αστικής τάξης στην εξουσία ή, όπου η παλαιότερη καθεστηκυία τάξη πρόλαβε να ενδυθεί την εθνικιστική αντίληψη, σε αστικό μετασχηματισμό του κράτους. Ταυτόχρονα ωστόσο, η νέα πολιτική πραγματικότητα αναγκαστικά έφερε και προοδευτικές αλλαγές, οδηγώντας στην πολιτικοποίηση μεγαλύτερου μέρους των μαζών33 μέσω της παραχώρησης περισσότερων ή λιγότερων κατά περίπτωση δημοκρατικών ελευθεριών. Η δε οντότητα του «εθνικού κράτους» κατέστη από τότε κυρίαρχη στην Ευρώπη, ως και τις μέρες μας.34

Η εξουσία πλέον δεν κληρονομείται αλλά νομιμοποιείται από την ιδέα της «κυριαρχίας του έθνους»35 και οφείλει να συνδιαλέγεται με τον λαό μέσα από κάποιου είδους εκλογική διαδικασία36. Η σχέση ατόμου – εξουσίας αναπροσαρμόστηκε ριζικά μέσω της δημιουργίας εθνικών κρατών, καθώς πλέον το άτομο δεν είναι «υποτελής» αλλά «πολίτης» ενός «ένδοξου έθνους». Από την ιδιότητά του αυτή πηγάζουν δικαιώματα αλλά και -κυρίως- υποχρεώσεις.37

Στο πλαίσιο της εθνικιστικής διανόησης το εθνικό κράτος παρουσιάστηκε σαν λογική συνέχεια στην κλίμακα της εξέλιξης των ανθρώπινων κοινωνιών,38 ωστόσο διαφέρει σημαντικά στα ποιοτικά χαρακτηριστικά του από τις πραγματικές κοινωνίες με τις οποίες οι άνθρωποι ταυτίστηκαν ιστορικά: μέχρι τον 19ο αιώνα η ανθρώπινη ζωή ήταν χτισμένη γύρω από κοινωνίες τοπικού χαρακτήρα. Η συνείδηση «του κοινώς ανήκειν» για το άτομο εξαντλούνταν στα όρια της οικείας του περιοχής: του ευρύτερου οικισμού του, ή της πόλης του. Η γειτονική πόλη αποτελούσε «ξένο μέρος», με το οποίο το άτομο δεν μπορεί να ταυτιστεί. Η ιδέα πως κάτοικοι γεωγραφικών περιοχών που απέχουν μεταξύ τους εκατοντάδες χιλιόμετρα έχουν κοινή ταυτότητα ή ανήκουν στην ίδια επικράτεια, είναι εντελώς έξω από τα ιστορικά δεδομένα μέχρι τότε.39 Ως επί τω πλείστον, με την ίδρυσή του κάθε εθνικό κράτος παγιοποίησε ένα ευνοϊκό ως προς το εμπόριο και την βιομηχανία οικονομικό πλαίσιο, καθιστώντας έτσι τον οικονομικό παράγοντα βασικό στοιχείο που οδήγησε στην υιοθέτηση της εθνικιστικής αντίληψης.

Εξάλλου, από μόνη της η «αρχή των εθνοτήτων» δεν διασφάλισε το δικαίωμα ίδρυσης εθνικού κράτους στα μικρότερα έθνη.40 Πολλά εθνικά κινήματα που δυνάμωσαν την περίοδο αυτή διεκδίκησαν τον χαρακτηρισμό μικρότερων κοινωνικών ομάδων ως εθνών, προσβλέποντας σε εθνική ενοποίηση ή επέκταση41, κάτι που όμως δεν έγινε αποδεκτό από τα μεγαλύτερα έθνη. Το γεγονός αυτό οδήγησε στην διατύπωση πιο «μετρήσιμων» κριτηρίων για τον προσδιορισμό ενός λαού ως έθνος. Σύμφωνα με αυτά, για να θεωρηθεί ως έθνος ένας λαός θα πρέπει να έχει ιστορική σχέση με ένα σύγχρονο (κατά τον 19ο αιώνα) κράτος με μακρόχρονη παράδοση, να διαθέτει πολιτική ελίτ που να χειρίζεται κάποια γραπτή γλώσσα και, επιπλέον, να έχει αποδείξει την ικανότητά του για επεκτατικές κατακτήσεις.42Επιπροσθέτως, το έθνος αυτό θα πρέπει να διαθέτει μέγεθος τέτοιο που να του επιτρέπει να σχηματίσει μια «βιώσιμη μονάδα ανάπτυξης».43

Δημιουργία εθνικών κρατών

Η δημιουργία του γαλλικού κράτους αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα πολιτικού μοντέλου εθνικού κράτους. Ως αποτέλεσμα της Γαλλικής Επανάστασης, η δημιουργία του γαλλικού κράτους εξέφρασε πλήρως την πολιτική έννοια του έθνους, οδηγώντας στην εγκαθίδρυση της αστικής τάξης. Το γαλλικό παράδειγμα υπήρξε το σημείο εκκίνησης και των υπόλοιπων λαών της Ευρώπης προς την ανάπτυξη του εθνικισμού και τη δημιουργία εθνικών κρατών. Ταυτόχρονα, αναδεικνύει την οικονομική βάση της επανάστασης, μέσω της οποίας οι νέες ανερχόμενες οικονομικές τάξεις επιζητούν οικονομικό χώρο και πρόσβαση στην εξουσία.

Η γερμανική ενοποίηση από την άλλη, αποτέλεσε την απάντηση της Πρωσίας στον ανταγωνισμό με την Γαλλία. Βασικός εκφραστής του γερμανικού εθνικισμού υπήρξε η Πρωσία.44 Τα πολυδιασπασμένα γερμανικά κράτη αναζήτησαν την κοινή τους γερμανική ταυτότητα μέσω της αναφοράς τους σε κοινά πολιτισμικά χαρακτηριστικά όλων των Γερμανών, υιοθετώντας όμως στην πράξη τα πολιτικά χαρακτηριστικά που συνέφεραν την Πρωσία. Με τον τρόπο αυτό αποκλείστηκε το ενδεχόμενο να ηγηθεί της εθνικής προσπάθειας η Αυστρία.

Η σημαντικότητα της γερμανικής ενοποίησης αναδείχθηκε μετά την επιτυχή τελωνειακή ένωση. Πέρα από τον οικονομικό παράγοντα όμως, ο γερμανικός εθνικισμός χρησιμοποιήθηκε ενσυνείδητα από τον Βίσμαρκ για να καταπολεμηθούν τα αιτήματα για φιλελευθεροποίηση μετά τις επαναστάσεις του 1848. Αν και αριστοκράτης στην καταγωγή, ο Βίσμαρκ αντιλήφθηκε τις δυνατότητες που είχε η εθνικιστική ιδεολογία για την ενεργοποίηση των μαζών και ιδιαίτερα της αστικής τάξης.45 Ταυτόχρονα όμως, έχοντας ως στόχο την δημιουργία ενός σταθερού κρατικού συστήματος που να μην είναι ευάλωτο σε επαναστατικές εξάρσεις, εφάρμοσε ένα πολιτικό μείγμα νεωτερικών μεταρρυθμίσεων που έμεινε γνωστό ως «realpolitik»46, προωθώντας τελικώς τον οργανωμένο καπιταλισμό.

Το παράδειγμα της δημιουργίας του ιταλικού εθνικού κράτους επίσης συνοψίζει τις οικονομικές σκοπιμότητες της αστικής τάξης. Επικεφαλής του εθνικού αγώνα τέθηκε το οικονομικά πιο εύρωστο κράτος (το Πεδεμόντιο) και τελικώς επικράτησε η ενοποιητική λύση που εξέφρασε αρτιότερα τα συμφέροντα των επιχειρηματιών, των βιομηχάνων και των εμπόρων (Καβουρ). Σε αντίθεση με την γερμανική «realpolitik» όμως, στην Ιταλία δεν εφαρμόστηκαν φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις. Ως αποτέλεσμα εδραιώθηκε ένας άκρατος καπιταλισμός που οδήγησε στην όξυνση των προϋπαρχουσών κοινωνικών αντιθέσεων και, στον εικοστό αιώνα, γέννησε τον φασισμό.47

Χάρτης με τα εθνικά κράτη στην Ευρώπη κατά τα τέλη του 19ου αιώνα.
Χάρτης με τα εθνικά κράτη στην Ευρώπη κατά τα τέλη του 19ου αιώνα.

Η πιο ιδιαίτερη ίσως περίπτωση γέννησης εθνικού κράτους υπήρξε η Ελλάδα. Εκεί, «ο ατέρμονος πόλεμος των ποιμενικών φυλών και ληστών ενάντια σε οποιαδήποτε αληθινή κυβέρνηση, συγκεράστηκε με τις ιδέες του αστικού εθνικισμού και της Γαλλικής Επανάστασης».48 Σημαντικό ρόλο ως προς αυτό έπαιξε η επιτυχής δράση της μασονικού τύπου οργάνωσης της «Φιλικής Εταιρίας», που εξέφρασε τα διαφωτιστικά ιδεώδη της μεταναστευμένης ελληνικής οικονομικής ελίτ. Προς την κατεύθυνση αυτή βοήθησε και το ρεύμα του φιλελληνισμού που διαμορφώθηκε πανευρωπαϊκώς, υπό την επίδραση του ρομαντισμού.

Ο απελευθερωτικός αγώνας της Ελλάδας δίχασε τις μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης και ανέδειξε με αυτό τον τρόπο την διάσταση μεταξύ των αστικών προοδευτικών και των συντηρητικών αριστοκρατικών δυνάμεων.49 Η διάχυτη αίσθηση όμως πως η πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είναι αναπόφευκτη, οδήγησε σε έναν διπλωματικό συμβιβασμό που χρησιμοποίησε την δημιουργία του ελληνικού εθνικού κράτους ως την αρχή της λύσης του ανατολικού ζητήματος.50

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, φαίνεται ίσως παράξενη η επιβίωση της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων. Πράγματι, το κρατικό μόρφωμα της Αυστροουγγαρίας φαντάζει παλιάς κοπής. Ωστόσο, εντός της επικράτειάς της το οικονομικό σύστημα λειτουργούσε ήδη φιλικά προς τα συμφέροντα των επιχειρηματιών αστών, επομένως εξέλιπε η«οικονομική ανάγκη» για εθνική επανάσταση.51Δεδομένης όμως της πολλαπλότητας των εθνών που περιέκλειε στο εσωτερικό της, η αυτοκρατορική διοίκηση σε κάποιες περιπτώσεις υποδαύλισε ταξικές συγκρούσεις προς αποφυγή εθνικιστικών ξεσπασμάτων.52Τελικώς όμως, δεν απέφυγε ούτε αυτή το αναπόφευκτο τέλος που επιφύλαξε για τις παλιές αυτοκρατορίες η εποχή του εθνικισμού και κατέρρευσε στις αρχές του 21ου αιώνα, με την ευκαιρία του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Έθνος, «συγκολητική ουσία»

Από την σκιαγράφησητης έννοιας του έθνους και την ανάλυση του πώς ο εθνικισμός αλληλεπίδρασε με την νεωτερικότητα των κοινωνιών κατά τον 19ο αιώνα, καταλήξαμε στην ίδρυση των εθνικών κρατών.

Όπως γίνεται φανερό, η καθολική επικράτηση του εθνικισμού οδήγησε στην δημιουργία των εθνικών κρατών, τα οποία με τη σειρά τους αναπροσάρμοσαν πλήρως την σχέση του ατόμου με την εξουσία. Ταυτόχρονα, τα εθνικά κράτη παρείχαν τα απαραίτητα οικονομικά μεγέθη για την ανάπτυξη του βιομηχανικού και εμπορικού καπιταλισμού. Αυτός ο μετασχηματισμός της Ευρώπης με βάση το έθνος που ξεκίνησε τον 19ο αιώνα, δημιούργησε τη νέα μορφή της ηπείρου, που υφισταται ως τις μέρες μας.

Μέσα σε αυτό το νέο σκηνικό, οι μεγάλες μάζες των εθνών, οι λαοί, έγιναν κοινωνοί προοδευτικών μεταρρυθμίσεων. Κυρίως όμως φορτώθηκαν με υποχρεώσεις έναντι του έθνους, οι οποίες είναι υπεράνω της ατομικής τους υπόστασης. Το ισοζύγιο υποχρεώσεων – δικαιωμάτων ιστορικά δεν είναι ισομερώς μοιρασμένο. Το ίδιο και ο πλούτος. Θα μπορούσαν όλα αυτά να οδηγήσουν σε ανατρεπτικές καταστάσεις, όμως η ιδέα του «έθνους» λειτουργεί ως η συγκολλητική ουσία του νέου αυτού τρόπου κοινωνικής οργάνωσης που εκφράζει τα συμφέροντα της αστικής τάξης. Το φαινόμενο αυτό είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό σε περιόδους σοβαρών οικονομικών κρίσεων (όπως στις μέρες μας), όπου όσο η ανισοκατανομή του πλούτου μεγαλώνει, τόσο περισσότερο γίνεται επίκληση του «εθνικού συμφέροντος».

Πίνακας Βιβλιογραφίας

  • Δεμερτζής, Ν., Ο λόγος του εθνικισμού – αμφίσημο σημασιολογικό πεδίο και σύγχρονες τάσεις, Αθήνα – Κομοτηνή, Εκδ. Αντ. Ν. Σακκουλα, 1996, σ. 28

  • Ράπτης, Κ., Γενική Ιστορία της Ευρώπης, τ. Β’, Πάτρα, Ε.Α.Π., 2000

  • Anderson, B., Φαντασιακές κοινότητες – Στοχασμοί για τις απαρχές και τη διάδοση του εθνικισμού, Αθήνα, Εκδ. Νεφέλη, 1997

  • Blanning, T.C.W., “Η εμπορευματοποίηση και η ιεροποίηση του ευρωπαϊκού πολιτισμού τον 19ο αιώνα.”, στο T.C.W. Blanning (επιμ.), Ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης, Εκδ. Τουρίκη, Αθήνα, 2009, σ. 141 – 175

  • Burns, E. M., Ευρωπαϊκή Ιστορία – Εισαγωγή στην ιστορία και τον πολιτισμό της νεότερης Ευρώπης, τ. Β’, Θεσσαλονίκη, Εκδ. Παρατηρητής, 1983

  • Giddens, A., Οι συνέπειες της νεοτερικότητας, Εκδ. Κριτική, Αθήνα, 2001

  • Hobsbawm, E. J., Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, Αθήνα, Εκδ. Ινστιτούτο του Βιβλίου – Μ. Καρδαμίτσα, 1994

  • Hobsbawm, E. J., Η εποχή των επαναστάσεων 1789 – 1848, Αθήνα, Εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, 2002

  • Pilbeam, P., “Από τις νομοκατεστημένες στις κοινωνικές τάξεις. Η ευρωπαϊκή κοινωνία τον 19ο αιώνα.”, στο T.C.W. Blanning (επιμ.), Ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης, Εκδ. Τουρίκη, Αθήνα, 2009, σ. 141 – 175

  • Roberts, J., “Επανάσταση από τα πάνω και από τα κάτω: Πολιτική ιστορία της Ευρώπης από τη Γαλλική Επανάσταση έως τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο”, στο T.C.W. Blanning (επιμ.), Ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης, Εκδ. Τουρίκη, Αθήνα, 2009, σ. 31 – 68

  1. Κώστας Ράπτης, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, τ. Β’, Πάτρα, Ε.Α.Π., 2000, σ. 71 και Νίκος Δεμερτζής, Ο λόγος του εθνικισμού – αμφίσημο σημασιολογικό πεδίο και σύγχρονες τάσεις, Αθήνα – Κομοτηνή, Εκδ. Αντ. Ν. Σακκουλα, 1996, σ. 28. []
  2. Eric Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, Αθήνα, Εκδ. Ινστιτούτο του Βιβλίου – Μ. Καρδαμίτσα, 1994, σ. 62. Συνεπώς καθίσταται προφανές πως αναφορές σε «αρχαίες εθνικές συνειδήσεις» αποτελούν -το λιγότερο- ιστορική ανακρίβεια. []
  3. Ράπτης, ό.π., σ. 72. []
  4. Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 34 και Ράπτης, ό.π., σ. 72. []
  5. Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 22. []
  6. Ράπτης, ό.π., σ. 72. Μάλιστα, σε φυλλάδιο που κυκλοφόρησε ο αβάς Σεγιές στο πλαίσιο της σύγκλησης της Γενικής Συνέλευσης των Τάξεων το 1789, προσδιορίζει τους αστούς ως «συνώνυμο του έθνους», Pamelna Pilbeam, «Από τις νομοκατεστημένες στις κοινωνικές τάξεις. Η ευρωπαϊκή κοινωνία τον 19ο αιώνα.», στο T.C.W. Blanning (επιμ.), Ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης, Εκδ. Τουρίκη, Αθήνα, 2009, σ. 150. []
  7. Ο Hobsbawm περιγράφει την εξίσωση αυτή με το παραστατικό ΕΘΝΟΣ = ΚΡΑΤΟΣ = ΛΑΟΣ, Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 34. []
  8. «Η νεωτερικότητα αναφέρεται σε τρόπους κοινωνικής ζωής ή οργάνωσης που εμφανίστηκαν στην Ευρώπη μετά τον 17ο αιώνα και στη συνέχεια απέκτησαν σχεδόν παγκόσμια επιρροή». Ο όρος είναι πολυσύνθετος, ωστόσο κάποια από τα ιδιαίτερα στοιχεία που εκφράζει είναι η αυξημένη αυτονομία του ατόμου, η θεσμική οργάνωση των κοινωνιών, η αύξηση της διαθέσιμης γνώσης, η τεχνολογική πρόοδος, το ξεπέρασμα της στατικότητας του παρελθόντος κ.ά., Anthony Giddens, Οι συνέπειες της νεωτερικότητας, Εκδ. Κριτική, Αθήνα, 2001 []
  9. Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 33 και 36. []
  10. Edward Burns, Ευρωπαϊκή Ιστορία – Εισαγωγή στην ιστορία και τον πολιτισμό της νεότερης Ευρώπης, τ. Β’, Θεσσαλονίκη, Εκδ. Παρατηρητής, 1983, σ. 118 – 119. []
  11. Ράπτης, ό.π., σ. 72. []
  12. Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 125-126 και Ράπτης, ό.π., σ. 73. []
  13. Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 92 – 93. []
  14. Ο ρομαντισμός, αν και σχεδόν αδύνατο να οριστεί ως κίνημα, υπήρξε ως αντίδραση εναντίον του διαφωτισμού του 18ου αιώνα. Εναντίον της λογικής, οι ρομαντικοί αντιπαρέθεταν την πίστη τους στο συναίσθημα. Αποτίοντας φόρο τιμής στο παρελθόν, εκφράζει -κυρίως μέσω της τέχνης- την αγωνία για τις αλλαγές που φέρνει η νέα εποχή, Burns, ό.π., σ. 119. []
  15. Burns, ό.π., σ. 119-120. []
  16. Ράπτης, ό.π., σ. 72. []
  17. Ο ορισμός κατά τον Ernest Gellner, Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 22 και Ράπτης, ό.π., σ. 73. []
  18. Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 110. []
  19. Timothy Blanning, «Η εμπορευματοποίηση και η ιεροποίηση του ευρωπαϊκού πολιτισμού τον 19ο αιώνα.», στο T.C.W. Blanning (επιμ.), Ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης, Εκδ. Τουρίκη, Αθήνα, 2009, σ. 203. []
  20. Κατ’ αντίστοιχο τρόπο οι προλετάριοι αντλούσαν την κοινωνική τους ταυτότητα από το ταξικό τους κίνημα, Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 173. []
  21. Του ιδίου, σ. 80 και 91. []
  22. Ράπτης, ό.π., σ. 79. []
  23. Χαρακτηριστικό είναι το ζήτημα της απογραφής της γλώσσας των πολιτών της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων, την οποία ενσυνείδητα ο κρατικός μηχανισμός μετέθετε στο μέλλον, παρά τις σχετικές αποφάσεις των συνεδρίων στατιστικής, Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 143. []
  24. Μπένεντικτ Άντερσον, Φαντασιακές κοινότητες – Στοχασμοί για τις απαρχές και τη διάδοση του εθνικισμού, Αθήνα, Εκδ. Νεφέλη, 1997 []
  25. Ράπτης, ό.π., σ. 74 και Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 70 και 106. []
  26. Του ιδίου, σ. 123 και Ράπτης, ό.π., σ. 74 και Blanning, ό.π., σ. 203. Απόρροια αυτού του θρησκευτικού χαρακτήρα είναι η καθιέρωση των σημαιών, «ιερών εικόνων» των εθνικών κρατών και η ένταξή τους σε συναισθηματικά φορτισμένα τελετουργικά, Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 105. []
  27. Ράπτης, ό.π., σ. 74 και Eric Hobsbawm, Η εποχή των επαναστάσεων 1789 – 1848, Αθήνα, Εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, 2002, σ. 193 (για τους διανοούμενους). []
  28. Burns, ό.π., σ. 155. []
  29. Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 59 και 194 – 195 και Ράπτης, ό.π., σ. 74 και 75. []
  30. Hobsbawm, Η εποχή των επαναστάσεων 1789 – 1848, ό.π., σ. 192. []
  31. Η «αρχή των εθνοτήτων» μπορεί να συμπυκνωθεί στην φράση του Ιταλού εθνικιστή Μαρσίνι «κάθε έθνος ένα κράτος, μόνο ένα κράτος για κάθε έθνος», Ράπτης, ό.π., σ. 75. []
  32. Hobsbawm, Η εποχή των επαναστάσεων 1789 – 1848, ό.π., σ. 193. []
  33. John Roberts, «Επανάσταση από τα πάνω και από τα κάτω: Πολιτική ιστορία της Ευρώπης από τη Γαλλική Επανάσταση έως τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο», στο T.C.W. Blanning (επιμ.), Ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης, Εκδ. Τουρίκη, Αθήνα, 2009, σ. , σ. 37. []
  34. Του ιδίου, σ. 63. []
  35. Του ιδίου, σ. 36. []
  36. Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 119 – 120 και Roberts, ό.π., σ. 43 – 44. []
  37. Burns, ό.π., σ. 130. []
  38. Burns, ό.π., σ. 121 και Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 53. []
  39. Του ιδίου, σ. 70. []
  40. Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 49. []
  41. Του ιδίου, σ. 51. []
  42. Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ.59 – 60. []
  43. Το κριτήριο αυτό αναφέρεται από τον Hobsbawm ως «αρχή του ορίου», Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ.49 – 50. []
  44. Ράπτης, ό.π., σ. 80 και Burns, ό.π., 128. []
  45. Ράπτης, ό.π., σ. 81 και Burns, ό.π., 144. []
  46. Του ιδίου, σ. 142. []
  47. Του ιδίου, σ. 147 – 150. []
  48. Hobsbawm, Η εποχή των επαναστάσεων 1789 – 1848, ό.π., σ. 203. []
  49. Του ιδίου, σ. 153 – 154. []
  50. Roberts, ό.π., σ. 61 – 62. []
  51. Ράπτης, ό.π., σ. 83 και Burns, ό.π., 132 και 137. []
  52. Του ιδίου, σ. 32. []