Tag Archives: δικαιοσύνη

Η αταξική δικαιοσύνη των ισχυρών

Η πραγματικότητα είναι αμείλικτη: η ανθρωπιστική κρίση παίρνει τέτοιες διαστάσεις (καθώς ο χειμώνας σφίγγει, οι πυρκαγιές και οι θάνατοι συνεπεία της επανεμφάνισης της θέρμανσης με τζάκια, μαγκάλια κλπ αυξάνονται με ρυθμούς πρωτόγνωρους για τη μεταπολεμική Ελλάδα) που πλέον η κυβέρνηση δεν μπορεί να την αγνοήσει. Η ανάγκη για τη διαχείρισή της υπερβαίνει τις διαστάσεις του πολιτικού κόστους, καθώς η ανθρωπιστική κρίση μπορεί να εξελιχθεί σε χιονοστοιβάδα που θα παρασύρει μαζί της όχι απλώς την κυβέρνηση, αλλά ολόκληρη την κοινωνία.

Η σπασμωδική αντιμετώπιση της κατάσταση με τις κυβερνητικές εξαγγελίες ύφους “ούτε ένα σπίτι χωρίς ρεύμα”, δε φανερώνει απλώς μία κυβέρνηση ανίκανη να αντιδράσει με πολιτική παρά μόνο με επικοινωνιακούς χειρισμούς. Η πρόταση επιβολής οριζόντιου τέλους 50 λεπτών σε όλους τους καταναλωτές για να καλύψει την επανασύνδεση του ηλεκτρικού στις ευαίσθητες πληθυσμιακές ομάδες, αποδεικνύει την συνεχή προσπάθεια του εξουσιαστικού συστήματος να εμπεδώσει στην κοινωνία μια νέα έννοια δικαιοσύνης, την αταξική δικαιοσύνη του ισχυρού.

Herbert Sandberg, χαρακτικό1 Η έλλειψη ταξικής αναλογικότητας στον επωμισμό του κόστους της απαραίτητης κοινωνικής πολιτικής προφανώς δεν υποδηλώνει την κομουνιστικοποίηση της κοινωνίας μας! Φανερώνει απλώς τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται οι οικονομικά ισχυροί την έννοια της αναλογικότητας αλλά και της κοινωνίας της ίδιας: το βάρος θα πρέπει να πέσει στους πολλούς. Εξάλλου, οι ισχυροί θεωρούν τους εαυτούς τους υπεράνω και έξωθεν της κοινωνίας. Τους φαίνεται λογικό λοιπόν να αναλαμβάνουν ίσο μερίδιο με το πόπολο στην αποπληρωμή του κοινωνικού κόστους – δεν τους φαίνεται εξίσου λογικό όμως να απολαμβάνουν και τις ίδιες αποδοχές ή επίπεδο διαβίωσης με την υπόλοιπη κοινωνία…

Αυτό το έλλειμα δικαιοσύνης, παράλογο στην ουσία του, δεν μπορεί να εμπεδωθεί στην κοινωνία παρά μονάχα με τη χρήση παραλογισμού: οι αντιδρώντες στην έλλειψη κοινωνικής αναλογικότητας βαφτίζονται από το εξουσιαστικό σύστημα λαϊκιστές, άπονοι, μη συμπάσχοντες προς τους ασθενέστερους… Το ίδιο το σύστημα που δημιούργησε και εντείνειτην κοινωνική ανισότητα, εγκαλεί όσους αντιδρούν στην ανισότητα αυτή χρεώνοντάς τους ότι αντιδρούν στην καταπολέμιση της ανισότητας! Ο παραλογισμός αυτός είναι ο ίδιος που κινεί τη σκέψη του Υπ. Υγείας όταν αυτός καταλογίζει έλλειψη ενδιαφέροντος για το δημόσιο σύστημα υγείας σε όσους αντιδρούν στη νομοθέτηση ασυμβίβαστου στους γιατρούς μεταξύ ιδιωτικών ιατρείων και απασχόλησής τους στο ΕΣΥ (ενώ την ίδια στιγμή ο Υπουργός έχει δηλώσει ευθέως πως ο δημόσιος χαρακτήρας του συστήματος υγείας είναι παρωχημένος και κάνει ότι περνά από το νομοθετικό χέρι του για να το απαξιώσει).

Η αντίδραση της κοινωνίας μα και κάθε ατόμου χωριστά απέναντι σε αυτόν τον παραλογισμό αποτελεί την ελάχιστη πράξη ανθρωπισμού. Ένα σύστημα που προσπαθεί να εδραιωθεί ηθικά σε παράλογες βάσεις δεν μας θεωρεί απλά ηλίθιους αλλά θέτει υπό αμφισβήτηση την ίδια την ανθρώπινη υπόστασή μας. Υπό αυτή την οπτική, το αίτημα για απονομή δικαιοσύνης δεν είναι απλώς κοινωνική αναγκαιότητα, αλλά αγώνας για την επικράτηση του ανθρώπινου έναντι του τερατώδους.

  1. Η εικόνα είναι χαρακτικό του Herbert Sandberg []

Καθρεύτης

Ένα παιδί 13 χρονών πεθαίνει, στην προσπάθεια της μάνας του να το ζεστάνει. Το περιστατικό, πέρα από την τραγικότητά του ως γεγονός, αναδεικνύει ως καθρεύτης την τραγική κατάσταση μιας κοινωνίας που στην απόγνωσή της επάνω λειτουργεί εντελώς κυνικά. Υπό αυτή την έννοια η εποχή μας είναι ιστορική, όχι διότι συμβαίνουν καινοφανή πράγματα (ανέκαθεν άνθρωποι σκοτώνονταν “άδικα”, αν θεωρήσουμε πως υπάρχει και “δίκαιος” θάνατος), αλλά διότι τα γεγονότα υπερβαίνουν τις διαχειριστικές δυνατότητες της κοινωνίας μας.

Το κράτος που ουσιαστικά προκάλεσε αυτό το γεγονός, με την κοινωνικά αποσαθρωτική του λειτουργία τα τελευταία χρόνια, σαστισμένο απέναντι σε μια πραγματικότητα που το ίδιο εξέθρεψε αλλά αδυνατεί να συλλάβει την έκβαση που παίρνει, προσπαθεί να λειτουργήσει με τις δομές και τις έννοιες που μέχρι τώρα χρησιμοποιούσε. Μόνο που οι δομές αυτές ήταν κατασκευασμένες να ανταποκρίνονται σε άλλες ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες. Καταλήγουν έτσι στην παρούσα φάση να λειτουργούν αρνητικά, αποδεικνύοντας από τη μία τη διαχειριστική αδυναμία της σημερινής εξουσίας και από την άλλη την κυνικότητά της. Το κράτος προσπάθησε να “αποδώσει δικαιοσύνη” στο συγκεκριμένο περιστατικό, ερμηνεύοντας το γράμμα ενός ποινικού κώδικα που δεν αναγνωρίζει ανθρωπιστική κρίση και αγώνες επιβίωσης. Η δικαιοσύνη λοιπόν αποδόθηκε με την επίρριψη της ευθύνης στη μητερα του νεκρού παιδιού, η οποία όχι μόνο κατηγορήθηκε για το θάνατό του, αλλά απελαύνεται από τη χώρα λόγω “προβλημάτων” με την άδεια παραμονής της. Λες και η απέλασή της θα διορθώσει την κατάσταση που γέννησε το “έγκλημα”.

Η μητέρα αντιμετωπίζεται ωσάν να είχε εναλακτική επιλογή ή γνώση των συνεπειών της πράξης της. Προφανώς, κανένα από τα δύο δεν ισχύει. Την εναλλακτική της την στέρησαν αυτοί που της έκοψαν το ρεύμα, δημιουργώντας της την ίδια στιγμή το άγχος επιβίωσης για την ίδια και το παιδί της. Την έλλειψη αληθινής γνώσης την αποδεικνύει το γεγονός ότι το παιδί σκοτώθηκε στην προσπάθεια της μάνας να το προστατέψει από τον θάνατο λόγω ψύχους. Το σύστημα εξουσίας, είναι τόσο κυνικό που δεν αντιλαμβάνεται την κυνικότητα της σκέψης του: αν η μάνα “ήθελε” να σκοτώσει το παιδί της, θα το άφηνε εξαρχής να πεθάνει από το κρύο, δεν θα προσπαθούσε να το ζεστάνει…

Μια δικαιοσύνη που λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο είναι τόσο αστόχαστη, που καταντά τεχνοκρατική. Προσπαθεί να εντάξει μια περίπλοκή πραγματικότητα στο στενό ερμηνευτικό της πλαίσιο, στερούμενη ηθικού προβληματισμού. Ο Σωκράτης πίστευε πως οι άνθρωποι δεν είναι δυνατόν να πράττουν αρνητικά εις γνώση τους, και στο συγκεκριμένο συμβάν φαίνεται να επαληθεύεται. Η δικαιοσύνη τι διατείνεται πως πιστεύει; Ποιες είναι οι αρχές μιας τέτοιας δικαιοσύνης;

Το πρόβλημα όμως δεν είναι αποκλειστικά νομικό, αλλά ευρύτερα κοινωνικό. Η δικαιοσύνη καθρευτίζει τα ιδανικά, το κοσμοείδωλο και το αποδεκτό ή κατακριτέο της εκάστοτε κοινωνικής συνείδησης. Αν λοιπόν ως κοινωνία πράγματι θεωρούμε υπαίτια τη μάνα, έχουμε αποτύχει παταγωδώς. Αντιμετωπίζουμε το πένθος και την τραγωδία της φτύνοντας τις χειρότερες μνησικακίες μας επάνω της και, ακόμα χειρότερα, οικτίρωντάς την, αφού υποσυνείδητα θεωρούμε πως «εμείς ποτέ δεν θα πέφταμε σε τέτοιο σφάλμα». Μόνο που έτσι ουσιαστικά παραδεχόμαστε ότι δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα για τις συνθήκες που την οδήγησαν στην απόφαση αυτή και τα διλήματα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει. Συνεπώς δεν γνωρίζουμε, βρισκόμαστε σε γνωσιολογικά χειρότερο επίπεδο κι από την ίδια τη μάνα, που μάλιστα έλαβε αποφάσεις υπό το βάρος του αγώνα της για επιβίωση. Πώς θα αποδώσουμε δικαιοσύνη τότε; Η γνώση είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την ηθική δόμηση και την απόδοση δικαιοσύνης…

Το δυστυχές συμπέρασμα είναι πως εξουσιαστικές δομές και σημαντικό τμημα της κοινωνίας μας δεν γνωρίζουν και καλύπτουν το γνωσιολογικό κενό με μία τραγική κυνικότητα. Η ανάγνωση της πραγματικότητας με αυτόν τον τρόπο είναι αδιέξοδη και επιδεινωτική της καταστάσεως, αφού όχι μόνο δεν παράγει λύσεις και επιτείνει τα προβλήματα, αλλά αναζητά διέξοδο μέσω μίας οδού αστόχαστης και εντελώς κυνικής. Είναι η ίδια αφετηρία που γεννά τις θεωρίες περί «καταδικαστέας βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται», «των δύο άκρων» κλπ. Η οπτική αυτή αναγνωρίζει μόνο την ύπαρξη του “πτώματος” και παραβλέπει αντικειμενικές συνθήκες, θύτες και θύματα. Οδηγείται έτσι σε μία υπεραπλουστευμένη αντίληψη της πραγματικότητας, που καταλήγει παράλογη. Και η ιστορική εμπειρία έχει δείξει πως η επικράτηση του παραλογισμού σε τεταμένες κοινωνικές συνθήκες έχει συνήθως ως κατάληξη τον ολοκληρωτισμό.