Tag Archives: γνώση

Α-στοχία

Ελλάδα, κάποια στιγμή τα τελευταία είκοσι χρόνια. Οδηγείς σε έναν τυχαίο δρόμο μιας πόλης. Κάποια στιγμή, αυτοκίνητο από τα δεξιά σου κόβει την πορεία εντελώς απροσδόκητα και χωρίς να έχει βγάλει φλας, με σκοπό να στρίψει αριστερά. Αποφεύγεις την σύγκρουση παρά τρίχα, κι αν τυχόν κορνάρεις ή δυσανασχετήσεις ο οδηγός του άλλου οχήματος σου κορνάρει επίσης εκνευρισμένος ή – σε μια χειρότερη εκδοχή- σταματά, σου ζητά τον λόγο (!!) και σε βρίζει!

Αποτελεί μια τυπική εικόνα ενός περιστατικού που στη χώρα μας είναι τόσο κοινότοπο ώστε καταλήγει ανάξιο αναφοράς. Τι μας λέει όμως για την κοινωνία μας; Γιατί ο οδηγός του οχήματος από δεξιά να πραγματοποιήσει έναν τέτοιο, απότομο ελιγμό, χωρίς καμία προειδοποίηση, θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή τη δική του και των άλλων οδηγών; Από κακία; Δε νομίζω… Από αβλεψία; Τότε μάλλον αποτελούμε κοινωνία μονίμως αφηρημένη, πράγμα που δεν επαληθεύεται εμπειρικά…

Ο Σωκράτης πίστευε ότι κανείς δεν πράττει κάτι κακό εν γνώσει του, διότι κάτι τέτοιο θα ήταν λογικά ενάντιο στο συμφέρον του. Στο παραπάνω παράδειγμα, προφανώς και ο οδηγός που πραγματοποιεί τον απότομο ελιγμό επ ουδενί δε φαντάζεται ότι μπορεί να προξενήσει ατύχημα, ή ακόμα χειρότερα να σκοτωθεί. Αν κάτι τέτοιο περνούσε από τη σκέψη του, λογικά δεν θα το διακινδύνευε και θα διάλεγε πιο ομαλό και ασφαλή τρόπο για να στρίψει αριστερά. Κι όμως, πράττει τον επικίνδυνο, «κακό» ελιγμό. Διότι -πάλι προφανώς- δεν έχει πλήρη γνώση των πιθανών συνεπειών της πράξης του.

Αυτή η ελλιπής γνώση αποτελεί ίσως την πιο εύλογη εξήγηση για τον κακό ελιγμό, αλλά και για πολλά άλλα αρνητικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας μας. Εν προκειμένω, η ελλιπής γνώση πιθανότατα οφείλεται – πέρα από την ελλιπή οδηγική εκπαίδευση, που αποτελεί μια πιο επιφανειακή εξήγηση- σε ελλιπή και λανθασμένη διαχείριση της εμπειρίας. Ο «κακός» οδηγός έχει πάμπολλες φορές στο παρελθόν στρίψει απότομα και χωρίς να χρησιμοποιήσει το φλας του. Κι όμως ακόμη ζει! Συνεπώς, η εμπειρία του του δειχνει πως δεν πράττει κάτι λάθος! Φαίνεται παράλογο, κι όμως πράγματι κάπως έτσι συμβαίνει: η υποσυνείδητη προέκταση της παρελθούσας εμπειρίας στο μέλλον («αφού σήμερα ξημέρωσε, λογικά θα ξημερώσει και αύριο»)1 είναι ένας μηχανισμός της ανθρώπινης λογικής που συνήθως λειτουργεί και μας γλιτώνει από άσκοπη σκέψη και άγχος (φανταστείτε να αναλογιζόμασταν κάθε βράδυ αν όντως θα ξημερώσει το επόμενο πρωί!). Αντικειμενικά όμως, τα αποτελέσματα της εμπειρίας του παρελθόντος δεν διασφαλίζουν τα μελλούμενα.2 Το γεγονός πως ο «κακός» οδηγός άλλαξε απότομα λωρίδα εκατοντάδες φορές στο παρελθόν χωρίς να σκοτωθεί, δεν εγγυάται πως δεν μπορεί να σκοτωθεί από αυτόν τον ελιγμό στο μέλλον!3 Ο μόνος μηχανισμός που μπορεί να μεγιστοποιήσει την πιθανότητα επιβίωσης κατά την…. αλλαγή λωρίδας, είναι ο στοχασμός πάνω στην εμπειρία.

Ο στοχασμός, δηλαδή η επεξεργασία της εμπειρίας με τη λογική, είναι το μονο εργαλείο που διαθέτει ο άνθρωπος για να επεκτείνει τα όρια της εμπειρίας του και να πραγματοποιήσει πιθανολογικές ερμηνείες – ή ασφαλείς εργασίες. Αποτελεί πράγματι γεγονός πως «άλλαξα απότομα και χωρίς φλας λωρίδα 100 φορές στο παρελθόν και ακόμη ζω». Αυτό είναι το εμπειρικό δεδομένο. Από μόνο του όμως το εμπειρικό δεδομένο δεν αποτελεί γνώση, και ακόμη περισσότερο δεν αποτελεί γνώση του αληθούς. Από την εποχή της σκέψης του Πλάτωνα έχουμε καταλάβει πως ο στοχασμός πάνω στα δεδομένα της εμπειρίας είναι απαραίτητος για την αναζήτηση και ανακάλυψη της γνώσης. Ο «κακός» οδηγός τους παραδείγματός μας λοιπόν, ακόμη και αν δεν έχει εκπαιδευτεί σωστά, μπορεί -και οφείλει- να αναλογιστεί κατά πόσον η πραγματοποίηση ελιγμών σαν αυτόν που αρχικά περιγράψαμε είναι μια πρακτική ασφαλής ή όχι. Σε διαφορετική περίπτωση θα έχει επιβιώσει από τύχη – κάτι που όμως δε θα έπρεπε να μας ευχαριστεί, καθόσον είμαστε όντα  με έλλογες δυνατότητες.

Αν όλα τα παραπάνω αφορούσαν μόνο στις οδηγικές συνήθειες της κοινωνίας μας το θέμα θα εξαντλούνταν κάπου εδώ, αποτελώντας ίσως μια ακαδημαϊκή προσέγγιση του χάους των ελληνικών δρόμων. Δυστυχώς όμως, νομίζω πως αυτή η έλλειψη στοχασμού πάνω στην εμπειρία χαρακτηρίζει γενικότερα τις γεννιές των τελευταίων τριών – τεσσάρων δεκαετιών. Ο «αστόχαστος οδηγός» του παραπάνω παραδείγματος δε διαφέρει σημαντικά από τον πατέρα που δίνει επιφανειακές συμβουλές στο παιδί του, ο οποίος αδυνατώντας να διευρύνει με τη σκέψη του τα όρια της δικής του εμπειρίας δεν μπορεί να προσφέρει ουσιαστική βοήθεια στο πρόβλημα του παιδιού του. Αυτό το έλλειμα στοχασμού νομίζω πως εξηγεί αρκετές εκφάνσεις συμπεριφορών της κοινωνίας μας. Σε παλιότερες εποχές (θα έλεγα μέχρι τη δεκαετία του ’60) αυτό το έλλειμα στοχασμού το κάλυπτε η παράδοση.4 Με την άνοδο όμως της αστικοποίησης στις ελληνικές κοινωνίες, η γνωσιακή δύναμη της παράδοσης μειώθηκε, καθώς αποκοπήκαμε από το περιεχόμενό της τόσο χωρικά όσο και νοητικά (η παράδοση προέκυπτε από κοινωνίες που ζούσαν σε άλλες συνθήκες, πιο κοντά στη φύση και με διαφορετικές ανάγκες).

Ακόμη κι αν η παράδοση δεν αποτελεί καλό γνωσιολογικό εργαλείο, με την αποκοπή μας ως κοινωνία από αυτήν έχει δημιουργηθεί ένα κενό, ένα έλλειμα στον τρόπο με τον οποίο διαχειριζόμαστε την καθημερινή εμπειρία μας. Αποτέλεσμα του κενού αυτού είναι μερικές από τις πλευρές που συνθέτουν τον χαρακτήρα του νεοέλληνα: θεωρεί πως έχει πάντα δίκιο, πως η δική του σκέψη είναι η σωστότερη, διότι απλούστατα δεν έχει αναλογιστεί σε βαθμό τέτοιο που να συνειδητοποιήσει πως η αρχική του σκέψη δεν είναι και η μόνη δυνατή! Από εκεί ξεκινά ίσως η αδυναμία μας ως κοινωνία να θέσουμε ένα κοινό πλαίσιο κανόνων – και να τους ακολουθήσουμε…

  1. Η νοητική αυτή λειτουργία καλείται “επαγωγή” και αποτελεί δομικό συστατικό του τρόπου σκέψης μας αλλά και της λειτουργίας της επιστήμης. []
  2. …κάπως σαν τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, που “οι αποδώσεις του παρελθόντος δεν εξασφαλίζουν τις μελλοντικές αποδόσεις” – τα διάβασες τα μικρά γραμματάκια πριν επενδύσεις… Ή μήπως όχι…; []
  3. Μάλιστα, αυτή η υποσυνείδητη επαγωγική προβολή στο μέλλον, η γνωστή μας “δύναμη της συνήθειας” αποτελεί την αιτία πολλών μεγάλων τεχνολογικών ατυχημάτων και καταστροφών. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο εργασίες όπως η οδήγηση, η πτήση αεροσκαφών και η λειτουργία πυρηνικών αντιδραστήρων απαιτούν την τήρηση σγκεκριμένων -και περισσότερο ή λιγότερο περίπλοκων- πρωτοκόλων ενεργειών []
  4. Εξάλλου και η παράδοση αποτελεί μια μορφή επέκτασης της εμπειρίας μας, αλλά μορφή πιο συντηρητική, καθώς αδυνατεί να προσαρμοστεί στις αλλαγές που έχουν εν τω μεταξύ συντελεστεί. []

Αυτογνωσία: είμαστε «εκεί»;

Ένα αγόρι περιορισμένης νοημοσύνης, ο Chance μεγαλώνει έγκλειστο για όλη του τη ζωή στο σπίτι ενός πλούσιου. Απασχολείται στο σπίτι ως κηπουρός και ταυτόχρονα του αρέσει να παρακολουθεί τηλεόραση, σχεδόν σε βαθμό μονομανίας. Όταν κάποτε ο πλούσιος ιδιοκτήτης πεθαίνει, το αγόρι, μεσήλικας πια, αναγκάζεται να βγει από το σπίτι στον αληθινό κόσμο, έχοντας μόνο δυο γνωσιολογικά εφόδια: τις γνώσεις κηπουρικής και όσα έχει δει στην τηλεόραση.

Μετά από μια πρώτη περιπλάνηση του Chance στην πόλη, μια σειρά από διόλου απίθανες συμπτώσεις, τον φέρνουν στο σπίτι ενός ετοιμοθάνατου πλούσιου, ο οποίος ασκεί σημαντική επιρροή στο πολιτικό σύστημα εξουσίας. Οι άνθρωποι αυτού του νέου -για τον Chance-  κόσμου, όντας βυθισμένοι στην δική τους έντονη πραγματικότητα (ασθένεια, πολιτική και οικονομική κρίση, προσωπικά τους αδιέξοδα) αντιλαμβάνονται τον Chance όχι ως ηλίθιο, αλλά μάλλον ως αινιγματικό εμβριθή και ισορροπημένο άνθρωπο! Καταλήγει έτσι ο Chance να δίνει συμβουλές οικονομικής πολιτικής στον Πρόεδρο των ΗΠΑ, να κληρονομεί μια τεράστια οικονομική αυτοκρατορία και να προτείνεται από ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες ως υποψήφιος για την προεδρεία!

Η ιστορία του «Being There», ταινία του Hal Ashby με πρωταγωνιστή τον Peter Sellers, γυρισμένη το 1979, αποτελεί έναν στοχασμό πάνω στον ρόλο που παίζει η «γνώση» στη θεμελίωση του δυτικού πολιτισμού. Πόση σχέση με την «πραγματικότητα» έχει αυτό που νομίζουμε πως γνωρίζουμε; Τι βλέπουμε κοιτάζοντας (τους άλλους, τη φύση, τον κόσμο);

Οι χαρακτήρες της ταινίας βλέπουν στον Chance (το όνομα του οποίου σημαίνει τύχη, σύμπτωση…) όχι έναν ηλίθιο ή έστω περίεργο τύπο, αλλά ότι ο καθένας είναι προδιατεθειμένος να δει. Οι ισχυροί, μα ψυχολογικά πιεσμένοι, βλέπουν έναν ισοροπημένο, ήρεμο και ήπιων τόνων άνθρωπο. Οι αργοί ρυθμοί του Chance δεν τους βάζουν σε σκέψεις για τη νοημοσύνη του, αλλά τους τραβούν την προσοχή διότι οι ίδιοι λειτουργούν υπό την ένταση της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας που ενέχει η θέση τους. Εξάλλου, όπως υποστηρίζεται με πολλαπλά παραδείγματα σε ολόκληρη την ταινία, γνωρίζουμε τον ξένο προβάλλοντας επάνω του τον εαυτό μας. Η ανθρώπινη νόηση πρωτίστως αναγνωρίζει τι δεν υπάρχει, και με βάση αυτό προσπαθεί να εξηγήσει αυτό που υπάρχει.Ψάχνοντας λοιπόν να βρούμε επάνω στον ξένο γνωστά σε εμάς χαρακτηριστικά ώστε συγκρίνοντάς τα με τη γνώση μας να αρχίσουμε να δομούμε με τη λογική μια εικόνα του ξένου, αναπόφευκτα καταλήγουμε να προβάλουμε τα χαρακτηριστικά αυτά που έχουμε οικεία από τον ίδιο μας τον εαυτό. Κανείς από όσους συναναστρέφονται τον Chance δεν θεωρεί τον εαυτό του ηλίθιο, οπότε και κανείς δεν τον περνά για ηλίθιο! Αντιθέτως, η καταπιεσμένη μαύρη βλέπει στην πορεία του Chance τις φυλετικές διακρίσεις, ο ομοφυλόφυλος διακρίνει ομοφυλοφυλικές τάσεις, ο ετοιμοθάνατος βρίσκει την πνευματική ισορροπία που του λείπει και η παραμελημένη σύζυγος ερωτεύεται έναν πνευματώδη άντρα!

Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται είναι: Γνωρίζουμε τον εαυτό μας; Η απάντηση είναι πολύ σημαντική, διότι τελικά ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο γύρω μας εξαρτάται από την αυτογνωσία που διαθέτουμε.

Καρτέσιος
Καρτέσιος

Το ερώτημα αυτό απασχολεί την ανθρώπινη σκέψη από τότε που το άτομο απέκτησε συναίσθηση της ατομικότητάς του, χρονικά κάπου στον ύστερο μεσαίωνα. Η δημιουργία της ατομικής αυτοσυνείδησης άλλαξε ουσιαστικά την ανθρώπινη σκέψη και επανατοποθέτησε τον άνθρωπο ως «υποκείμενο» στον κόσμο. Σημείο σταθμό αποτελεί η σκέψη του Καρτέσιου, ο οποίος συνειδητοποίησε πως η αντίληψή μας για την πραγματικότητα ειναι γεμάτη από «κενα», δηλαδή αντιλαμβανόμαστε αυτό που δεν υπάρχει και με αυτό ορίζουμε τις επιθυμίες μας και το στόχο της νόησής μας. Ο Καρτέσιος τονίζει την αλληλεπίδραση αυτογνωσίας και περιβάλλοντος κόσμου, λέγοντάς μας οτι δεν μπορούμε να έχουμε αίσθηση του εαυτού μας αν δεν καταλαβαίνουμε πρωτίστως οτι δεν έχουμε τα πάντα, οτι δεν είμαστε όλος ο κόσμος. Η αυτογνωσία μας δεν μπορεί να υπάρξει αν δεν αποκτήσουμε συναίσθηση των ορίων μας.

Paul Feyerabend
Paul Feyerabend

Μια ακόμη σημαντική συνεισφορά στο ζήτημα της αυτογνωσίας αποτελεί η σκέψη του Paul Feyerabend1, ο οποίος -αναφερόμενος αρχικά στην επιστημονική διαδικασία, αλλά κάνοντας τελικά μια γενική διαπίστωση για τη λειτουργία της γνώσης- συνειδητοποιεί ότι ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα και την εμπειρία μας, εξαρτάται κυρίως από αυτό που προηγουμένως έχουμε στο μυαλό μας. Δεν είναι μόνο η εμπειρία που στέλνει δεδομένα στη σκέψη μας και αυτή με τη σειρά της τα εξηγεί. Αντιθέτως, μας λέει ο Feyerabend, εμπειρία και νόηση αλληλοτροφοδοτούνται συνεχώς. Αφού έχουμε δομήσει (με οποιοδήποτε τρόπο: με βάση τις προκαταλήψεις μας, τις γνώσεις μας, την ηθική μας, την επιρροή της κοινωνικής ψυχολογίας επάνω μας κλπ) κάποια εξηγητικά σχήματα στο μυαλό μας, κάθε παρατήρηση που κάνουμε πλέον είναι «εμποτισμένη» από την εξήγηση που ήδη έχουμε στο μυαλό μας! Ας πούμε στις ανθρώπινες συναναστροφές μας, για να επανέλθουμε στην προβληματική της ταινίας, η τυχαία συνάντηση πχ με έναν μελαμψό άνθρωπο σε κάποιους μπορεί να ξυπνά ερμηνευτικά σχήματα που να τονίζουν την πολυπολυτισμικότητα, κάποιοι μπορεί να βλέπουν έναν λαθρομετανάστη, κάποιοι άλλοι έναν ισλαμιστή τρομοκράτη και κάποιοι άλλοι έναν απόγονο των αράβων σχολιαστών του Αριστοτέλη!

Αυτό έχει δύο σημαντικότατες επιπτώσεις, σε συνάφεια και με τη σκέψη του Καρτέσιου. Πρώτον, μας τονίζει το πεπερασμένο των ορίων μας – ποτέ δεν μπορούμε να είμαστε απόλυτα σίγουροι για την «αντικειμενικότητα» μιας παρατήρησης2. Δεύτερον, μας υπενθυμίζει ότι είναι απολύτως πιθανό -και λογικό- διαφορετικοί άνθρωποι (ακόμη και με παρόμοιο νοητικό επίπεδο) να «βλέπουν» διαφορετικά την πραγματικότητα, να αντιλαμβάνονται άλλα οι μεν και άλλα οι δε! Συμβαίνει μάλιστα αυτό, μας λέει ο Feyerabend, ακόμη και στην επιστήμη, όπου μπροστά σε ένα νέο φαινόμενο οι προτεινόμενες εξηγήσεις από διαφορετικούς επιστήμονες μπορεί να απέχουν παρασάγγας η μία από την άλλη, αναφορικά με το πώς αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα!

Peter Sellers, Being There

Σήμερα, στον κόσμο της άπλετης πληροφορίας, της τηλεόρασης και του ίντερνετ, τι σημασία έχουν όλα αυτά; Πλέον πρόσβαση στην πληροφορία έχουν οι πάντες. Ο μέσος άνθρωπος των ημερών μας έχει στη διάθεσή του περισσότερη πληροφόρηση από όση μπορεί να είχαν όλοι οι άνθρωποι αθροιστικά τα προηγούμενα 2000 χρόνια. Όμως, όλη αυτή η αστείρευτη πληροφορία μας βοηθάει πραγματικά να γνωρίζουμε περισσότερα; Μας κάνει καλύτερους ανθρώπους;

H «εποχή της πληροφορίας» ήρθε μαζί με το τίμημα της αποκοπής του ανθρώπου από τον φυσικό εξελικτικό του χώρο, την φύση. Η τεχνολογική και βιομηχανική ανάπτυξη, η αστικοποίηση και ο αστικός τρόπος ζωής, πέρα από τις όποιες περιβαλλοντικές επιπτώσεις, έχουν συνέπειες στη νόησή μας. Και μάλιστα, δεδομένου ότι η ανθρώπινη νόηση είναι αποτέλεσμα μακροχρόνιας εξέλιξης του είδους μας εντός του φυσικού περιβάλλοντος, οι συνέπειες αυτές μπορεί να είναι σχεδόν σουεραλιστικές. Η «ψυχολογική επαγωγή» που συμβαίνει υποσυνείδητα στη λογική μας (το φυσικό συμπέρασμα ότι θα ξημερώσει και αύριο, αφού ξημέρωσε και σήμερα) μπορεί να δημιουργήσει παράλογες γενικεύσεις όταν ασκηθεί υποσυνείδητα εντός των πλαισίων ζωής του σύγχρονου ανθρώπου. Μπορεί όντως να οδηγήσει σε διαλόγους σαν αυτούς του «Being there», όπου όταν προτείνεται στον Chance η συγγραφή ενός βιβλίου με τη «θεωρία» του αυτός απαντά πως «δεν ξέρει να γράφει», και ο εκδότης υπερθεματίζει πως «πράγματι, ποιός ξέρει να γράφει στις μέρες μας;»!

Ο ωκεανός πληροφορίας χωρίς ανάπτυξη της αυτογνωσίας μπορεί να οδηγήσει μόνο σε παρανοήσεις – ή παραπληροφόρηση. Ταυτόχρονα, η έλλειψη αυτογνωσίας δεν μας επιτρέπει να συνειδητοποιήσουμε όλους αυτούς τους καταπλητικούς τρόπους με τους οποίους η ζωή μπορεί να μας εκπλήξει – όπως οι βαριεστημένοι παριστάμενοι στην κηδεία του Ben δεν βλέπουν τον Chance να περπατά πάνω στην παρακείμενη λίμνη!

  1. Paul Feyerabend, «Ενάντια στη μέθοδο – για μια αναρχική θεωρία της γνώσης», Εκδ. Σύγχρονα Θέματα, Αθήνα, 2006 []
  2. με εξαιρετικά ενδιαφέροντα τρόπο μας το υπενθύμισε αυτό και η φύση, με την «Αρχή της Απροσδιοριστίας» στην παρατήρηση στοιχειωδών σωματιδίων []

Η γνώση ως απάντηση στον συλλογικό παραλογισμό

Ρώμη, δύο χρόνια πριν το ξέσπασμα του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Μαρσέλο (Ζαν Λουί Τρεντινιάν) ζει μια απόλυτα συμβατική ζωή. Δουλεύει για το φασιστικό καθεστώς του Μουσολίνι, είναι παντρεμένος με μία μικροαστή αλλά κοινωνικά αποδεκτή γυναίκα και πηγαίνει στην εκκλησία σε τακτά διαστήματα. Ο Μαρσέλο θα βρεθεί όμως αντιμέτωπος με τις… συνέπειες των πράξεών του όταν θα του ζητήσει το αφεντικό του να σκοτώσει έναν πρώην καθηγητή του.
SevenArt

Ο Κομφορμίστας – Bertolucci

Ο Bertolucci καταπιάνεται με ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον θέμα εδώ: πώς η ψυχολογία και οι επιλογές του ατόμου καταλήγουν να έχουν σημαντικό κοινωνικό αντίκτυπο. Προσεγγίζει μάλιστα το θέμα με έναν πηγαίο, υπαρξιακό και γνωσιολογικό προβληματισμό.

Ο Κονφορμιστής δεν είναι απλώς ένας άνθρωπος που θέλει να μοιάζει με όλους τους άλλους. Επιδιώκει την ένταξή του στο κοινωνικό σύνολο, μέσα από ένα δρόμο που διαλύει το εγώ του στη συλλογική υπόσταση. Ένας τέτοιος προσανατολισμός φανερώνει σημαντικά προβλήματα στο ίδιο το «εγώ» (για να γίνει αυτό εμφανές, ο Bertolucci βάζει το νεαρό Μαρσέλο να εχει πρωταγωνιστήσει σε μια τραυματική εμπειρία, που περιλαμβάνει σεξουαλική κακοποίηση, όπλα και βία). Στην πραγματική ζωή όμως, αυτά τα προβλήματα του «εγώ» δεν είναι απαραίτητο να είναι τόσο δραματικά ή ολοκληρωτικά. Κονφορμιστής, θα μπορούσαμε να πούμε, γίνεται κατά διαστήματα κάθε άνθρωπος που ενστερνίζεται το κοινά αποδεκτό πρότυπο, όχι επειδή έχει καταλήξει σε αυτό μέσα από μια διαδικασία σκέψης, αλλά γιατί θέλει να γίνει αρεστός, να πάει με το ρεύμα, ή απλά βαριέται να σκεφτεί την πραγματικότητα που τον περιβάλλει.

Όπως γίνεται εμφανές, υπάρχουν σημαντικές γνωσιολογικές διαστάσεις στο ζήτημα του κονφορμισμού. Κάποιος που βάζει το μυαλό του να δουλέψει, που στοχάζεται έστω και απλοϊκά, δεν μπορεί να καταλήξει κονφορμιστής. Η δραματική ιστορία της επικράτησης του φασισμού και του ναζισμού δείχνει αναμφίβολα πως οι κοινωνίες -τουλάχιστον σε κάποιες περιόδους- υιοθέτησαν κονφορμιστική στάση απέναντί τους. Μια στοιχειωδώς δομημένη σκέψη όμως, θα αρκούσε για να καταδείξει το παράλογο της τροπής που οι κοινωνίες αυτές έπαιρναν.

Ο Bertolucci έχει συναίσθηση αυτής της γνωσιολογικής προέκτασης. «Ο Κονφορμιστής» εξάλλου θεωρείται από μερικους ως μια κοινωνική ανάγνωση πάνω στη γνωσιολογία του Πλάτωνα.1 Και πράγματι, ο σκηνοθέτης αναδεικνύει τις γνωσιολογικές προεκτάσεις των προτύπων που κυριαρχούν στην ταυτότητα της κοινωνίας που περιγράφει: ο μικροαστικός τρόπος σκέψης, που βασίζεται σε μια επιφανειακή ανάνγωση της κοινωνικής πραγματικότητας με επίκεντρο το επίσης επιφανειακά ορισμένο ατομικό συμφέρον οδηγεί σε μια αντίστοιχα ανάλαφρη αντιμετώπιση των εν εξελίξει διεργασιών εκφασισμού. Ο μικροαστός «γνωρίζει» επιφανειακά και συνεπώς οδηγείται σε επιφανειακές ερμηνείες, που τις καθιστά «απόλυτες αλήθειες» στον βαθμό που ικανοποιούνται τα ατομικά μικροσυμφέροντά του.2 Καταλήγει μάλιστα ο Bertolucci να μας χαρίζει στην ταινία αυτή μια αισθητικά εξαίρετη απόδοση της εικόνας του σπηλαίου του Πλάτωνα, την οποία προβάλει πάνω στην κοινωνική πραγματικότητα που παρουσιάζει.

Ο Μαρσέλο τελικά δεν καταφέρνει τελικά να εκπληρώσει την αποστολή του: ο καθηγητής (σύμβολο της Γνώσης, που αναπόδραστα θα οδηγούσε στην κριτική καταπολέμηση του καθεστώτος) δεν πέφτει νεκρός από τα χέρια του, αλλά από τους «αναπληρωματικούς» δολοφόνους που το φασιστικό καθεστώς είχε προνοήσει να τον ακολουθούν. Ο συνεργάτης του μάλιστα τον θεωρεί «δειλό, ισάξιο με τους ομοφυλόφιλους».

Ο πραγματικός λόγος όμως του δισταγμού του Μαρσέλο δεν είναι η δειλία του, αλλά οι γνωσιολογικές συνέπειες της επαφής του με τον καθηγητή πριν τη δολοφονία. Η γνωσιακή «διαφώτισή» του που έρχεται με την σκηνή της περιγραφής του σπηλαίου, αναθερμαίνει την ανθρώπινη σπίθα στο λογικό και την ψυχή του. Δεν ταράσσεται ο κονφορμισμός του απλώς και μόνο από τη διανοητική αναταραχή που του επέφερε η επαφή του με τη γνώση. Η γνώση ξύπνησε τον ανθρωπισμό που κάθε άνθρωπος έχει στον πυρήνα του και που ο παραλογισμός των ολοκληρωτικών καθεστώτων πάντα προσπαθεί να εξαλείψει.

Η αληθινή γνώση (είτε ποιητική, είτε φιλοσοφική) δεν μπορεί παρά να αποκαταστήσει την ισορροπία του ανθρώπου με τον άνθρωπο στο εσωτερικό του…

  1. Julia Annas, Εισαγωγή στην Πολιτεία του Πλάτωνα, Εκδ. Καλέντης, Αθήνα, 2006, σσ. 322 – 324 []
  2. Μας θυμίζει μήπως αυτό κάτι; Ποιά ήταν η μόνιμη επωδός της νεοελληνικής κοινωνίας όποτε καταφερόταν κανείς ενάντια στην μαζική κουλτούρα του σκυλάδικου και ανάλαφρου; Και ποιά τα αποτελέσματα αυτής της μαζικής κουλτούρας στον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται ο μέσος μικροαστός νεοέλληνας σήμερα, μέσα στον πάταγο με τον οποίο γκρεμίζεται το κοσμοείδωλό του; []