Tag Archives: αυτογνωσία

Ο άνθρωπος δεν συνειδητοποιεί πραγματικά τη φύση του παρά μόνο αν μετατοπίσει τα σύνορα της γνώσης όσο μακρύτερα γίνεται, αν διευρύνει τη συνείδησή του έτσι που να αγκαλιάζει το σύμπαν.
Emile Durkheim

Γράμμα σε έναν φωτογράφο

Να κάνω φωτογραφία επειδή γουστάρω. Να ασχολούμαι ατελείωτα επειδή γουστάρω. Να είμαι κλεισμένος σπίτι μου και να βλέπω τις φωτογραφίες μου. Να ζώ λιτά. Ποιο το όφελος αν δεν μοιραστώ αυτό που έχω; Και αν δεν το μοιραστώ ως πότε θα το έχω; Να αφιερώσω τη ζωή μου στην φωτογραφία, και ας μοιράζομαι το έργο μου; Μπορεί αυτό το έργο να παράξει κάτι σημαντικό;
Αυτό που σκέφτομαι καιρό είναι πως δεν αξίζει να δώσεις τόσο χρόνο από τη ζωή σου για κάτι που απλά σου αρέσει αλλά βλέπεις πως δεν μπορεί να προσφέρει πολλά. Δεν μπορεί να προσφέρει τόσα όσα μπορεί να προσφέρει η θυσία αυτού του ατελείωτου χρόνου(ενασχόλησεις με την φωτογραφία) σε πράγματα πιο ουσιώδη.

Αυτό που υπάρχει στον πυρήνα αυτού του προβληματισμού, και το οποίο είναι εξαιρετικό, είναι ουσιαστικά μια κραυγή για υπαρξιακή αυτογνωσία. Και σε τελική ανάλυση, όλοι οι προβληματισμοί που τίθενται με πραγματική διάθεση γνώσης, είναι συγκαλυμμένοι υπαρξιακοί προβληματισμοί. Το αισθάνομαι απόλυτα (και φωτογραφικά και γνωσιακά), πέρασα -και περνώ- αυτό το στάδιο. Όπως όλοι μας.

Αν επέλεγα ένα πρώτο σημείο αγκύρωσης της σκέψης, αυτό θα ήταν οτι είναι πάρα πολυ σημαντικό το να θέτεις ερωτήματα. Μην το προσπερνάμε σαν κάτι κοινότοπο. Σπάνια αντιλαμβανόμαστε ότι το σημαντικότερο στην εξελικτική διαδικασία, η οποία μάλλον αποτελεί έμφυτη ανάγκη του ανθρώπου -ή, με άλλα λόγια, στο να μην ξοδεύουμε την πεπερασμένη ζωή μας απλά υπάρχοντας- είναι η έγερση του ερωτήματος. Ο Καρτέσιος στήριξε ολόκληρη τη σκέψη του (η οποία έμελλε να αλλάξει τον τρόπο που σκεφτόμαστε και υπάρχουμε, οδηγώντας στον σημερινό ορθολογισμό) απλά στη διαπίστωση ότι το να διερωτώμαστε, το να αμφιβάλλουμε, σημαίνει ότι όντως υπάρχουμε, ως «πράγματα σκεπτόμενα».1 Με λίγα λόγια, αν καμιά φορά τα πολλά ερωτήματα καταλήγουν στη βασανιστική αίσθηση ότι δεν οδηγούν πουθενά, στάσου, πάρε μια ανάσα και συνειδητοποίησε ότι αυτό από μόνο του σε φέρνει σε επαφή με την πραγματικότητά σου. Από αυτό και μόνο έχεις μάθει κάτι παραπάνω. Μπορεί να μην καταλήγεις κάπου, αλλά ένα πράγμα είναι αδιαμφισβήτητο: την στιγμή που τα ερωτήματα σε έχουν πνίξει, την ίδια ακριβώς στιγμή είσαι λιγάκι καλύτερος απ’ ότι ήσουν πριν…

Καλά όλα αυτά. Παρακάτω όμως; Αρκεί το ερώτημα;
Το ερώτημα είναι η φιτιλιά που ανάβει το μπαρούτι μέσα μας. Από την έναρξή της, μπορεί να καταλήξουμε σε έκρηξη (καλλιτεχνική, διανοητική, επαναστατική ή ότι άλλο), μπορεί και όχι (ανάλογα με τις προσωπικές συνθήκες του καθενός). Και μόνο όμως η κάψα που αισθάνεται κανείς στην ύπαρξή του από αυτή τη φιτιλιά, αξίζει. Σε επανατοποθετεί υπαρξιακά.

Σε επόμενο επίπεδο, θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε το εξής (κάτι που αναδεικνύεται ποιητικά στο γράμμα του Ράινερ Μαρία Ρίλκε προς το νέο ποιητή)2 : άπαξ και τεθεί το ερώτημα, απαντήσεις θα προκύψουν κι εξαρτώνται κυρίως από το σημείο το οποίο θα χρησιμοποιήσεις -συνειδητά ή υποσυνείδητα- ως «υπομόχλιο» στη σκέψη σου. Αξίζει πχ να καταναλώνω τον χρόνο μου φωτογραφίζοντας, αφού είναι μάλλον απίθανο3 να γίνω «μεγάλος φωτογράφος» αφήνοντας το στίγμα μου στην ιστορία της τέχνης; Ή να στραφώ πχ στο να βοηθήσω τους ανθρώπους γύρω μου, ή να ψάξω μια καλύτερη δουλειά; Εφόσον η διατύπωση και μόνο του ερωτήματος σημαίνει επιλογή μεταξύ εναλλακτικών δρόμων, εκ των πραγμάτων θα υπάρξει απάντηση. Στις μικρές εκείνες στιγμές μετά την αμφιβολία που τελικά θα δράσουμε (εν προκειμένω, πηγαίνωντας να φωτογραφίσεις ή θα επιλέξεις να το ρίξεις στο διάβασμα, στην εθελοντική δράση ή ότι άλλο), έχει ήδη αρχίσει να δομείται η προαωπική απάντηση, η οποία είναι άμεσα συνδεδεμένη με τις προτεραιότητες που -ίσως υποσυνείδητα- θέτει κανείς στη ζωή του, και άρα με την ηθική που κουβαλά (και, μέσω της ηθικής, συνδέεται και με την ίδια την αισθητική του ατόμου…)4
Αυτό όμως που εγώ συμπεραίνω από τα παραπάνω είναι το εξής: δεδομένου ότι απαντήσεις θα υπάρξουν σίγουρα και ότι η απάντηση του καθενός είναι συνδεδεμένη με αυτόν τον ίδιο, ίσως είναι σημαντικότερο όχι να παρέχουμε στους άλλους απαντήσεις, αλλά να τους βοηθήσουμε ώστε να διερωτώνται καλύτερα.

Ας φανταστούμε τώρα όλο αυτό το πλαίσιο προβληματισμών να μην είναι μόνο θεωρητικό, υπαρξιακής φύσεως, αλλά να πιέζεται και από τις ανάγκες τις καθημερινότητας, από την αλληλεπίδρασή μας με τους άλλους, από αυτά που περιμένουμε (ή νομίζουμε πως περιμένουμε) από τον εαυτό μας και τους άλλους, ή οι άλλοι από εμάς κ.ο.κ. Το ερώτημα «Να κάνω φωτογραφία επειδή γουστάρω. Να ασχολούμαι ατελείωτα επειδή γουστάρω. Να είμαι κλεισμένος σπίτι μου και να βλέπω τις φωτογραφίες μου. Να ζώ λιτά. Ποιο το όφελος αν δεν μοιραστώ αυτό που έχω; Και αν δεν το μοιραστώ ως πότε θα το έχω; Να αφιερώσω τη ζωή μου στην φωτογραφία, και ας μοιράζομαι το έργο μου; Μπορεί αυτό το έργο να παράξει κάτι σημαντικό;» είναι αρκούντως σημαντικό από μόνο του. Τώρα όμως, οι πιθανές απαντήσεις που θα του δώσουμμε, θα πρέπει να συμπεριλαμβάνουν και απαντήσεις σε χιλιάδες άλλα ερωτήματα όπως Να ακολουθήσω το όνειρό μου; Πώς θα το χρηματοδοτήσω; Δεν πρέπει να έχω μια δουλειά; Ποιά; Η σύντροφός μου θα με ακολουθήσει; Να παντρευτώ; Πώς θα ανταπεξέλθω; Να κάνω παιδί; Πώς θα το μεγαλώσω; Σε δυο χρόνια θα έχω δουλειά; Ξεκινάς να αναρωτιέσαι όλα αυτά στα 17 και, σε μια αποστροφή της σκέψης σου, συνειδητοποιείς ότι είσαι ήδη 30… Και, ενώ ακόμα δεν έχεις σαφείς απαντήσεις, ούτε καν κατευθύνσεις, η καθημερινότητα, η ζωή η ίδια, σε έχει ήδη αναγκάσει να προχωρήσεις προς κάποια κατεύθυνση!

Όταν κάποια στιγμή αισθάνθηκα έτσι, προσπαθώντας αφενός να εξακριβώσω τη σχέση μου με την φωτογραφία και αφετέρου να προσδιορίσω την κατεύθυνση που έπαιρνε η ζωή μου, συνειδητοποίησα ότι θα έπρεπε πρώτα να οργανώσω τη σκέψη μου. Από τη μία η ιδιοσυγκρασία μου και η άποψη που είχα αρχίσει να σκιαγραφώ και από την άλλη η κουβέντα με κάποιους ανθρώπους, με έσπρωξαν στις ανθρωπιστικές σπουδές. Ελλείψει χρόνου, έβαλα σε δεύτερη μοίρα τη φωτογραφία και στράφηκα στην ιστορία (των κοινωνιών, των ιδεών, των γεγονότων, της επιστήμης, της τέχνης), τη φιλοσοφία, την έρευνα. Όλα αυτά με ενθουσίασαν και, ανοίγοντας νέους ορίζοντες στη σκέψη μου, με βοήθησαν πρακτικά: μπορεί πλέον -ελέω χρόνου- να φωτογραφίζω λιγότερο, απολαμβάνω όμως τη φωτογραφία με τρόπο βαθύτερο (και πέρα από τη φωτογραφία, απολαμβάνω κι ένα σωρό άλλα πράγματα τα οποία μέσα σε αυτή την πορεία ανακάλυψα). Μπορεί να έχω καιρό να βγάλω κάτι σημαντικό ή οργανωμένο, κοιτάζω όμως παραπίσω στο παρελθόν μου και ανακαλύπτω πως οι μεμονωμένες φωτογραφίες μου, αυτά που τότε θεωρούσα ασύνδετες λέξεις από το υποσυνείδητο και που δεν τις καταλάβαινα πάντα πλήρως,5 μου φανερώνουν τώρα τον εαυτό μου και, αφού το παρελθόν μου είμαι εγώ, μου εξηγούν εμένα σήμερα. Μάλιστα, έχοντας καλύτερη επίγνωση του χθες και του τώρα του εαυτό μου, αισθάνομαι πως μπορώ να με κατανοήσω (και, σε δεύτερο βαθμό, να κατανοήσω και τον κόσμο) μέσα από μια πορεία.

Ας κρατήσουμε αυτή τη λέξη: πορεία. Αν κάτι αρχίζω να καταλαβαίνω με όλη του τη σημαντικότητα, είναι πως σημασία δεν έχει το τι θα γίνει τελικά (αν και το «εντελώς τελικά» είναι δεδομένο και κοινό για όλους!). Σημασία έχει τι γίνεται κάθε μέρα, σε κάθε επαφή μας με τους άλλους και τον εαυτό μας. Ζούμε; Ή ” ξοδεύουμε την πεπερασμένη ζωή μας απλά υπάρχοντας”; Το να θέτουμε ερωτήματα καθορίζει το πού θα γείρει το δίπολο αυτό, και συνεπώς καθορίζει και το αν τελικά θα μείνει κάτι πίσω μας όταν εμείς θα έχουμε αναχωρήσει…

  1. Αυτό είναι το περιβόητο “σκέπτομαι, άρα υπάρχω” του Καρτέσιου, το οποίο όμως με αυτή τη μορφή ουδέποτε διατυπώθηκε από τον Καρτέσιο. Σε κάθε περίπτωση, το σημαντικό που αναδείχθηκε από τον Καρτέσιο είναι η σύνδεση για τον άνθρωπο ύπαρξης και ερώτησης, δηλαδή σκέψης / διανόησης… []
  2. «Ρωτάτε αν είναι καλοί οι στίχοι σας. Ρωτάτε εμέναν. Ρωτήσατε, βέβαια, κι άλλους πριν. Τους στέλνετε στα περιοδικά. Τους συγκρίνετε μ’ άλλα ποιήματα, αναστατωνόσαστε όταν κάποιοι αρχισυντάχτες σάς γυρνάνε πίσω τα ποιητικά σας δοκίμια. Από δω κι εμπρός (μια και μου επιτρέψατε να σας δίνω συμβουλές) σας παρακαλώ να τ’ απαρνηθείτε όλ’ αυτά. Η ματιά σας είναι γυρισμένη προς τα έξω˙ αυτό, προπάντων, δεν πρέπει να κάνετε τώρα πια. Κανένας δε μπορεί να σας συμβουλέψει ή να σας βοηθήσει, κανένας. Ένας μονάχα δρόμος υπάρχει: βυθιστείτε μέσα στον εαυτό σας, αναζητήστε την αιτία που σας αναγκάζει να γράφετε, δοκιμάστε αν οι ρίζες της φυτρώνουν απ’ τις πιο βαθιές γωνιές τής καρδιάς σας. Εξομολογηθείτε στον εαυτό σας: θα πεθαίνατε τάχα, αν σας απαγόρευαν να γράφετε; Τούτο, πρώτ’ απ’ όλα: αναρωτηθείτε, την πιο σιγηλή ώρα τής νύχτας σας: Πρέπει να γράφω; Σκαλίστε βαθιά μέσα σας, να βρείτε την απόκριση. Κι αν η απόκριση τούτη αντηχήσει καταφατικά, αν απέναντι στο βαθυσήμαντο τούτο ρώτημα μπορείτε να υψώσετε ένα στέρεο κι απλό Πρέπει, τότε πλάσετε τη ζωή σας σύμφωνα μ’ αυτή την ανάγκη. Η ζωή σας, ακόμα και στην πιο αδιάφορη, την πιο άδειαν ώρα της, πρέπει να γίνει σημάδι και μάρτυρας αυτής της ορμής. Ζυγώστε, τότε, τη φύση. Πασχίστε, τότε, να πείτε, σα να ‘σαστε ο πρώτος άνθρωπος πάνω στη γη, τι βλέπετε, τι ζείτε, τι αγαπάτε, τι χάνετε.» []
  3. Απίθανο με την έννοια ότι, ανεξαρτήτως ποιότητας του καθενός, πόσοι θα μείνουν στην ιστορία από κάθε γενιά; Μερικές μονάδες, άντε δεκάδες, σε μια εποχή που καθημερινά κατακλυζόμαστε από εκατομμύρια επίδοξους καλλιτέχνες… []
  4. Το ζήτημα της σύνδεσης ηθικής και αισθητικής πρώτος ανέδειξε ο Πλάτωνας με την κριτική που άσκησε στην ποίηση (δλδ γενικότερα στην τέχνη) κατά την διαπραγμάτευση της «Ιδεώδους Πολιτείας» του, από την οποία μάλιστα εξόρισε κάθε τέχνη! Από τότε πολλά έχουν γραφτεί, παραμένει όμως αδιαμφισβήτητο πως ηθική και αισθητική συνδέονται άμεσα, αποτελώντας όψεις του ίδιου νομίσματος. Γι’ αυτό και κάθε φορά που επιλέγουμε να ακούσουμε μία μουσική κι όχι κάποια άλλη, που επιλέγουμε να δουμε μία ταινία ή να ντυθούμε με έναν τρόπο, δεν κάνουμε απλά μια αισθητική επιλογή, αλλά δομούμε και την ηθική μας. []
  5. Πολλές φορές κοίταζα τις «καλές» (για μένα) φωτογραφίες μου κι αναρωτιόμουν τι διάολο σημαίνουν για μένα. Γιατί μου αρέσουν; Τι αναγνωρίζω πάνω τους; Γιατί κάποιες δεν αρέσουν σε άλλους ενώ εγώ δεν μπορώ να τις αποχωριστώ; Τώρα, κοιτώντας προς τα πίσω, καταλαβαίνω. Και αρχίζω να μπορώ να τις βάλω σε μια σειρά… []

Η εκδοχή του Μπράουνινγκ

Ένας μεσόκοπος καθηγητής μέσης επαίδευσης φεύγει από το σχολείο που δίδασκε, για να αναλάβει κάπου αλλού μια χειρότερη θέση. Παρά τη μεθοδικότητά του και τον ποταμό της γνώσης του, μάλλον δεν θα λείψει σε κανέναν καθώς είναι συναισθηματικά απρόσιτος και αυστηρός. Ωστόσο, αυτή η αλύγιστη επικάλυψη στον χαρακτήρα του υποκρύπτει ένα πνεύμα σπινθηροβόλο και ευγενικό. Το φαινομενικά απομακρο του χαρακτήρα του είναι η άμυνά του, ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζεται την ευθύνη του απέναντι στις λάθος επιλογές του – στον αδιαφορο γάμο του, στην αδυναμία του να κοινωνήσει ως καθηγητής στους μαθητές του τη μαγεία της επιστήμης του. Περνά έτσι το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας του, μέχρι που μια τυχαία ευγενική πράξη ενός μαθητή του, του μοναδικού που τον αποχαιρετά, δρα καταλυτικά για να εκραγεί το καταπιεσμένο συναίσθημα μέσα του.

Αυτή είναι εν ολίγοις η υπόθεση της «Eκδοχής του Μπράουνινγκ» που ανεβαίνει στο Θέατρο Εμπορικόν από τις 20 Δεκεμβρίου. Το έργο αποτελεί έναν στοχασμό πάνω στα αδιέξοδα που μπορεί να υποβόσκουν κάτω από μια φαινομενικά τακτοποιημένη και ελεγχόμενη ζωή. O πρωταγωνιστής, ο κύριος Κρόκερ-Χάρις, έχει πλήρη συναίσθηση της καθοδικής πορείας της ζωής του και της ευθύνης του λόγω των επιλογών του. Και αυτό τον συμπιέζει ψυχολογικά. Η γυναίκα του τον κατηγορεί για συναισθηματική νέκρωση -και εν μέρει το παραδέχεται κι ο ίδιος- ωστόσο εντός του υφίσταται ένα δαιδαλώδες συναισθηματικό πλαίσιο. Ίσως το βασικότερο πρόβλημα του «γερό Κροκ» -όπως τον αποκαλούν κοροϊδευτικά οι μαθητές- δεν είναι το τέλμα στο οποίο πέφτει η ζωή του αλλά ο αυξημένος βαθμός αυτοσυνείδησής του: έχοντας πλήρη επίγνωση των λαθών του και της καταστάσεώς του -σε αντίθεση με τους τριγύρω του- αναλαμβάνει πλήρως όχι μόνο την ευθύνη που του αναλογεί αλλά και μέρος της ευθυνης των άλλων. Γι’ αυτό και δεν αντιμετωπίζει εχθρικά την γυναίκα του που τον απατά – μια τυπική μεσοαστή έρμαιη των απωθημένων της, η οποία αντιλαμβάνεται την καθημερινότητά της ως ένα πλέγμα «γεγονότων τα οποία δεν την προετοίμασε η ανατροφή της να αντιμετωπίσει». Αντιθέτως αναγνωρίζει  σε αυτήν, όπως και στον εαυτό του, την τραγικότητα (με την αρχαιοελληνική έννοια) της λάνθασμένης επιλογής συντρόφου για τη ζωή: και οι δύο δημιουργούν αλλά και υφίστανται συναισθηματικό πόνο, για τον οποίο όμως δεν είναι ενεργητικά υπεύθυνοι. Ο πόνος τους πηγάζει από την αδυναμία συνεννόησής του επάνω στην έννοια της αγάπης, ο ένας δεν μπορεί να δώσει στον άλλο την αγάπη που ζητά. Γι’ αυτό και ο Κρόκερ-Χάρις δεν έχει χωρίσει τη γυναίκα του, αλλά υπομένει στωικά τις ταπεινώσεις της και τις ερωτικές της περιπέτειες…

Το έργο αποτελεί επίσης την εξαιρετική περιγραφή της μοναξιάς ενός ευαίσθητου κι ευγενικού πνεύματος – του κ Κρόκερ-Χάρις, μέσα από τον οποίο αναλογιζόμαστε για την αξία των ανθρώπινων σχέσεων στις σύγχρονες κοινωνίες. Πόσες λάθος επιλογές χρειαζονται για να μας κλείσουν στον εαυτό μας; Αποτελεί η συναισθηματική αποκοπή άμυνα απέναντι στη φθορά που επιφέρουν καθημερινά αυτές οι λάθος επιλογές μας; Από πιο σημείο και μετά  οι καθημερινές μικρές υποχωρήσεις μας συσσωρεύωονται σε βαθμό που να μας αποκόπτουν από την αλήθεια των ανθρώπινων σχέσεων; Πότε χάνεται ο έλεγχος; Πώς μπορούμε να διαχειριστούμε τα απωθημένα; Μέσα σε όλα αυτά, η αυτογνωσία αποτελεί όπλο ή βάρος – οδηγώντας στην κατάθλιψη;

Η παράσταση είναι πολύ υψηλού επιπέδου. Ξεχωρίζει η ερμηνεία του Δ. Καταλειφού, ο οποίος για μια ακόμη φορά (μετά την Ολεάνννα) αποδίδει εξαιρετικά τις εσωτερικες διαμάχες και τα αδιέξοδα ενός χαρακτήρα που ακροβατεί συναισθηματικά παρά τη φαινομενική του ισορροπία. Οι υπόλοιποι ηθοποιοί στέκονται επάξια στο ύψος των απαιτήσεων της διανομής. Εξαιρετικοί οι φωτισμοί και η μουσική επένδυση, που σε συνδυασμό με το προσεγμένο σκηνικό δομούν την απαραίτητη ατμόσφαιρα και μεταδίδουν τον αυστηρά δομημένο κόσμο των χαρακτήρων του έργου. Μια παράσταση – πηγή στοχασμού, με έναν Καταλειφό που αξίζει να δει κανείς.

Χριστούγεννα για ανθρώπους

Διάβασα πρόσφατα ένα ενδιαφέρον άρθρο του Alain deBotton1 σχετικά με την προσέγγιση των εορτών των Χριστουγέννων από έναν άθεο. Ανάλογα ζητήματα σχετικά με το «εορταστικό πνεύμα των Χριστουγέννων» με απασχολούν πάντα αυτές τις ημέρες, καθόσον δεν θεωρώ τον εαυτό μου πιστό. Τι ακριβώς γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα; Τη γέννηση του θεανθρώπου; Και οι μη χριστιανοί; Τι είναι αυτό που κάνει θελκτικά τα Χριστούγεννα πχ στους Ιάπωνες; Ή τι μπορεί να αποκομίσει ένας άθεος από τις ημέρες αυτές; Αυτό που προσλαμβάνουν από τα Χριστούγεννα οι πιστοί Χριστιανοί, είναι σε συμφωνία με τις επιταγές της θρησκείας;

Ας κάνουμε μια μικρή ιστορική αναδρομή. Οι ανθρώπινοι πολιτισμοί σχεδόν πάντα είχαν κάποια γιορτή κοντά στο χειμερινό ηλιοστάσιο2, την ημέρα δηλαδή που η νύχτα έχει τη μεγαλύτερη διάρκεια, σηματοδοτώντας την έναρξη του χειμώνα. Για τις κατά βάση αγροτικές ανθρώπινες κοινωνίες ο κύκλος εναλλαγής των εποχών ήταν άμεσα συνδεδεμένος με την επιβίωσή τους: η σπορά, η συγκομιδή, οι εποχές των κυνηγιών του κάθε είδους, η ανθρώπινη επιβίωση γενικά ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την περιφορά της γης γύρω από τον ήλιο. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον το γεγονός πως τα άστρα και οι πλανήτες έπαιζαν σημαντικό ρόλο στην ανθρώπινη μεταφυσική, χωρίς ουσιαστικά να γνωρίζουν οι άνθρωποι πως πράγματι η επιβίωσή τους εξαρτιόταν από τη θέση της γης στο ηλιακό σύστημα. Και είναι ίσως λυπηρό ότι ο σύγχρονος βιομηχανικός πολιτισμός μας έχει οδηγήσει σε μια σχέση απομάκρυνσης από τη φύση…

Γίνεται λοιπόν εμφανές γιατί οι άνθρωποι ανέκαθεν γιόρταζαν τις σημαντικές στιγμές του ηλιακού χρόνου. Το γεγονός πως ο χριστιανισμός τοποθέτησε μια τόσο σημαντική για αυτόν γιορτή όπως η γέννηση του θεανθρώπου «πάνω» στον εορτασμό του χειμερινού ηλιοστασίου, δείχνει πως οι εορτές του ηλιακού ημερολογίου ήταν βαθύτατα εγγεγραμμένες στο πολιτισμικό υποσυνείδητο των ανθρώπων.3 Πλέον όμως, στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες χριστιανισμός και καπιταλισμός, με λίγα λόγια θρησκεία και κοινωνική οργάνωση, έχουν «ζυμωθεί»4 σε μία νέα κοινωνική ταυτότητα. Αναμφισβήτητα το θρησκευτικό αίσθημα έχει υποχωρήσει και η πνευματικότητα που αυτό πρέσβευε έχει σε μεγάλο βαθμό αντικατασταθεί από καταναλωτικές συνήθειες.5 Τα Χριστούγεννα της Coca Cola και του κοκκινοντυμένου Αη Βασίλη προφανώς δεν έχουν το ίδιο περιεχόμενο με τα Χριστούγεννα του 12 αι. μ.Χ.

Επιπλέον, σήμερα έχει υποχωρήσει και η επαφή μας με τη φύση – και συνεπώς η συνειδητοποίηση της αξίας του χειμερινού ηλιοστασίου δεν είναι προφανής. Σε τι θα μπορούσαμε λοιπόν να εστιάσουμε το «πνεύμα των Χριστουγέννων»; Ένας σημερινός σκεπτόμενος άνθρωπος, πιστός ή μη, τι μπορεί να αποκομίσει από την γιορτή των Χριστουγέννων εκτός του θρησκευτικού συμβολισμού; Μπορεί να γίνει καλύτερος άνθρωπος, ανεξάρτητα από τις μεταφυσικές «ανταμοιβές» που η χριστιανική θρησκεία υπόσχεται;

Τα Χριστούγεννα και παλιότερα οι γιορτές του χειμερινού ηλιοστασίου, κάνουν ουσιαστικά μια «δήλωση»: επισημοποιούν την ψυχολογική κατάσταση που επιφέρει στον άνθρωπο η έλευση του χειμώνα. Η πτώση της θερμοκρασίας μας ωθεί να «κλειστούμε στον εαυτό μας», με τον ίδιο τρόπο που μας αναγκάζει να κλειστούμε στο σπίτι μας – όπως εξάλλου και η φύση αναστέλει μέρος της λειτουργίας της, αναμένοντας το τέλος των κρύων. Ο χειμώνας γενικά μας επιβάλει το «μέσα». Αυτό το «μέσα» είναι η αφορμή για μια ενδοσκοπική ματιά του ανθρώπου, την οποία και γιορτάζουμε αυτές τις μέρες. Αυτό το «μέσα» αποτελεί επίσης το στοιχείο που μας ωθεί τα Χριστούγεννα στην αναζήτηση της οικογενειακής θαλπωρής. Με την πρώτη ματιά στο εσωτερικό μας συνειδητοποιούμε πως οι «αχαρτογράφητες» περιοχές του εαυτού μας αποτελούν πλειοψηφία. Αυτά που γνωρίζουμε για τον εαυτό μας είναι λιγότερα από όσα δεν γνωρίζουμε. Ο φόβος του αγνώστου είναι πολλαπλάσιος όταν το άγνωστο κατοικεί μέσα μας. Και τότε το πρώτο στήριγμα είναι η οικογέννεια – αυτό δεν κάναμε και ως παιδιά όταν φοβόμασταν;

P1000958_BWΟι μέρες των χριστουγεννιάτικων εορτών λοιπόν όχι απλώς αποτελούν μια εξαιρετική αφορμή για να κοιτάξουμε μέσα μας, αλλά επιτάσουν να αναλογιστούμε τη θέση μας στον κόσμο: τον φυσικό, τον κοινωνικό, τον μεταφυσικό, τον οικογεννειακό… Ανεξάρτητα από το θρησκευτικό αίσθημα του καθενός, ανεξάρτητα από το πόσο συνειδητοποιούμε τον βιολογικό μας κύκλο και την επίδραση της φύσης σε αυτόν, το υποσυνείδητό μας αυτή την εποχή της αρχής του χειμώνα μας καλεί να στραφούμε μέσα μας. Και μάλλον δεν είναι τυχαίο που λίγες μέρες μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο αρχίζει το επόμενο έτος· μια επιτυχημένη ενδοσκόπηση είναι λογικό να καταλήγει σε «καθαρογράψιμο»: τι κάναμε στραβά, τι σωστά, τι θα θέλαμε να διορθώσουμε, τι να κρατήσουμε και τι να πετάξουμε. Μόλις τελειώσουμε τη «λίστα» μας, η έναρξη του νέου έτους μας δίνει την ευκαιρία να αρχίσουμε κιόλας να την πραγματοποιούμε.6

 

  1. Alain deBotton,  An atheist at Christmas: Oh come all ye faithless, http://www.theguardian.com/lifeandstyle/2011/dec/24/christmas-atheists []
  2. Ηλιοστάσιο ονομάζεται η χρονική στιγμή κατά την οποία ο άξονας της Γης εμφανίζεται στραμμένος όσο περισσότερο προς ή μακριά από τον Ήλιο συμβαίνει κατά την ετήσια τροχιά της Γης γύρω από αυτόν. Αυτό ισοδυναμεί με τον Ήλιο να βρίσκεται στο ψηλότερο ή στο χαμηλότερο σημείο (ετήσιο) του ουρανού που βρίσκεται ποτέ το μεσημέρι, όπως εμφανίζεται σε εμάς πάνω στην επιφάνεια της Γης. Η ημέρα του ηλιοστασίου είναι είτε η μεγαλύτερη (το Καλοκαίρι-Θερινό ηλιοστάσιο) είτε η μικρότερη (το Χειμώνα-Xειμερινό ηλιοστάσιο) μέρα του έτους για όλες τις περιοχές της γης εκτός από τους Τροπικούς, Wikipedia, Ηλιοστάσιο, http://el.wikipedia.org/wiki/Ηλιοστάσιο []
  3. Wikipedia, Ηλιοστάσιο – Πολιτιστικές επιδράσεις και λαογραφία, http://el.wikipedia.org/wiki/Ηλιοστάσιο []
  4. Η ζύμωση αυτή έχει τις ρίζες της στην θρησκευτική Μεταρρύθμιση του 16ου αι και στον τρόπο με τον οποίο ο Λούθηρος συνδύασε την θρησκευτική μεταφυσική με το ζήτημα της εργασίας, οδηγώντας στην προτεσταντική ηθική. Βλ. σχετικά την προσέγγιση του Κροπότκιν στο ζήτημα της Μεταρρύθμισης στο Πιοτρ Κροπότκιν, Το κράτος και ο ιστορικός του ρόλος, μτφρ. Σίσσυ Παπαδάκη, Εκδ. Το Ποντίκι, Χαλάνδρι, σ. 60. Για τη Μεταρρύθμιση γενικά  βλ. σχετικά Wikipedia, Μεταρρύθμιση, http://el.wikipedia.org/wiki/Μεταρρύθμιση []
  5. Βλ. σχετικά Alain deBotton, Θρησκεία για άθεους, Εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2012 []
  6. Δείτε ένα σχετικό άρθρο επίσης του Alain deBotton, αναφορικά με την ανάγκη που μας δημιουργείται τις μέρες των Χριστουγέννων  να πραγματοποιήσουμε δηλώσεις των πραγμάτων που θέλουμε να αλλάξουμε, Alain deBotton, Making Resolutions, http://theschooloflife.typepad.com/the_school_of_life/2011/12/from-the-archive-making-resolutions-by-alain-de-botton.html []

Sunscreen

Συμπυκνωμένη εκλαϊκευμένη φιλοσοφία!

Ladies and gentlemen of the class of ’97

Wear Sunscreen!

If I could offer you only one tip for the future, “sunscreen” would be it.

The long-term benefits of sunscreen have been proved by scientists,

whereas the rest of my advice has no basis more reliable than my own meandering experience.

I will dispense this advice NOW!

Enjoy the power and beauty of your youth.

Oh, never mind.

You will not understand the power and beauty of your youth until they’ve faded.

But trust me, in 20 years, you’ll look back at photos of yourself and recall in a way you can’t grasp now

how much possibility lay before you and how fabulous you really looked.

You are not as fat as you imagine.

Don’t worry about the future.
Or worry, but know that worrying is as effective as trying to solve an algebra equation by chewing bubble gum.

The real troubles in your life are apt to be things that never crossed your worried mind,

The kind that blindside you at 4 pm on some idle Tuesday.

Do one thing every day that scares you.

Sing

Don’t be reckless with other people’s hearts.
Don’t put up with people who are reckless with yours.

Floss

Don’t waste your time on jealousy.
Sometimes you’re ahead, sometimes you’re behind.

The race is long and, in the end, it’s only with yourself.

Remember compliments you receive.

Forget the insults.

If you succeed in doing this, tell me how.

Keep your old love letters.

Throw away your old bank statements.

Stretch

Don’t feel guilty if you don’t know what you want to do with your life.
The most interesting people I know didn’t know at 22 what they wanted to do with their lives.
Some of the most interesting 40-year-olds I know still don’t.

Get plenty of calcium.

Be kind to your knees.

You’ll miss them when they’re gone.

Maybe you’ll marry, maybe you won’t.
Maybe you’ll have children, maybe you won’t.
Maybe you’ll divorce at 40.

Maybe you’ll dance the funky chicken on your 75th wedding anniversary.

Whatever you do, don’t congratulate yourself too much,

or berate yourself either.

Your choices are half chance.

So are everybody else’s.

Enjoy your body.
Use it every way you can.

Don’t be afraid of it or of what other people think of it.

It’s the greatest instrument you’ll ever own.

Dance

Even if you have nowhere to do it but your living room.

Read the directions, even if you don’t follow them.

Do not read beauty magazines.

They will only make you feel ugly.

“Brother and sister together we’ll make it through,
Someday a spirit will take you and guide you there
I know that you’re hurting but I’ve been waiting there for you
and I’ll be there just helping you out
whenever I can…”

Get to know your parents.

You never know when they’ll be gone for good.

Be nice to your siblings.

They’re your best link to your past and the people most likely to stick with you in the future.

Understand that friends come and go,

but with a precious few you should hold on.

Work hard to bridge the gaps in geography and lifestyle, because the older you get,

the more you need the people who knew you when you were young.

Live in “New York City” once, but leave before it makes you hard.

Live in “Northern California” once, but leave before it makes you soft.

Travel

Accept certain inalienable truths:
Prices will rise.

Politicians will philander.

You, too, will get old.

And when you do, you’ll fantasize that when you were young,

prices were reasonable, politicians were noble, and children respected their elders.

Respect your elders.

Don’t expect anyone else to support you.

Maybe you have a trust fund.

Maybe you’ll have a wealthy spouse.

But you never know when either one might run out.

Don’t mess too much with your hair or by the time you’re 40 it will look 85.

Be careful whose advice you buy,

but be patient with those who supply it.

Advice is a form of nostalgia.

Dispensing it is a way of fishing the past from the disposal,

wiping it off, painting over the ugly parts and recycling it for more than it’s worth.

But trust me on the sunscreen.

“Brother and sister together we’ll make it through,
Someday a spirit will take you and guide you there
I know that you’re hurting but I’ve been waiting there for you
and I’ll be there just helping you out
whenever I can…”

Everybody’s Free, Everybody’s Free

To Feel Good!