Tag Archives: αριστερά

21 Απριλίου 1967: η ταφόπλακα της “χαμένης άνοιξης”

Πραξικοποιματίες

«Ξημερώματα της 21ης Απριλίου 1967 ο ταξίαρχος Στυλιανός Παττακός και οι συνταγματάρχες Γεώργιος Παπαδόπουλος και Νικόλαος Μακαρέζος καταλύουν το δημοκρατικό πολίτευμα και επιβάλλουν στρατιωτική δικτατορία.»

2014. H πλειοψηφία των κατοίκων αυτής της χώρας αγνοούν σε μεγάλο βαθμό τα ιστορικά γεγονότα και βασίζουν την κρίση τους σε αστικούς μύθους, θρύλους, μυθεύματα και συναισθηματικά φορτία. Εξάλλου, πότε τα πηγαίναμε καλά με την ιστορία για να τα πάμε στο ζήτημα της χούντας;

Ακολουθεί η σκιαγράφηση των γεγονότων της ημέρας, από άρθρο του tvxs:


  Η χώρα βρισκόταν ουσιαστικά σε προεκλογική περίοδο με τις εκλογές να έχουν προκηρυχθεί για τις 28 Μαΐου. Στην κυβέρνηση μόλις για 20 μέρες βρισκόταν η ΕΡΕ, με πρωθυπουργό τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Καθώς οι εκλογές του Μαΐου 1967 πλησιάζουν, η ΚΥΠ προειδοποιεί ότι η Ένωση Κέντρου και ο Γεώργιος Παπανδρέου θα κερδίσουν τις εκλογές.

«Θα αφήναμε τον Ανδρέα να κάνει επανάσταση;» θα πει αργότερα ο Στυλιανός Παττακός ο οποίος προετοίμαζε το πραξικόπημα καιρό. Οι συνταγματάρχες ουσιαστικά περίμεναν την έγκριση του βασιλιά, ο οποίος, όπως αποκαλύπτουν Αμερικανοί διπλωμάτες, περιμένει το «πράσινο φως» από την Ουάσιγκτον προκειμένου να πραγματοποιηθεί το πραξικόπημα. Οι δύο πλευρές τελικώς συμφωνούν αρχικά να μη προχωρήσουν σε καμία κίνηση τουλάχιστον μέχρι το αποτέλεσμα των εκλογών της 28 Μαΐου.

 O Παπαδόπουλος και οι συνταγματάρχες σχεδιάζουν από καιρό την κατάληψη της εξουσίας με ή χωρίς την έγκριση του βασιλιά. Όπως αποκαλύπτει ο πρώην βουλευτής Νίκος Φαρμάκης, ο Παπαδόπουλος του αναθέτει ήδη από τον Ιούνιο του 1966 να επιβλέψει ένα σχέδιο για την κατάληψη της Αθήνας. Την ίδια στιγμή η συμφωνία βασιλιά-Αμερικάνων έχει διαρρεύσει. Η Ένωση Κέντρου αποφεύγει τις συνεχείς αναφορές στον κίνδυνο της δικτατορίας καθώς φοβάται πως μπροστά σε μία τέτοια απειλή οι ψηφοφόροι μπορεί να κινηθούν προς την ΕΡΕ, ωστόσο, δεν εφησυχάζει εντελώς.

Ο Νίκος Οικονομάκος με εντολή του Χαρίλαου Φλωράκη έχει στήσει ένα μηχανισμό συλλογής πληροφοριών, που θα τους προειδοποιούσε για το πραξικόπημα. Ο πληροφοριοδότης ζητά 50.000 δρχ για δώσει στον Οικονομάκο μία σημαντική πληροφορία. Τα ταμεία της ΕΔΑ είναι άδεια καθώς τα χρήματα έχουν επενδυθεί στα γραφεία της οργάνωσης. Η πληροφορία εδόθη κατόπιν εορτής και απεδείχθη ιστορική. Σε μυστική σύσκεψη οι συνταγματάρχες παίρνουν την απόφαση. Ο κύβος ερρίφθη. Θα προχωρούσαν σε πραξικόπημα.

Μία εβδομάδα πριν το πραξικόπημα ο Παττακός επισκέπτεται τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων, Γρηγόρη Σπαντιδάκη, τονίζοντάς του ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου στις 22 του μηνός ξεκινά την προεκλογική του εκστρατεία. «Θα αφήσουμε να γίνουν εκλογές και να παραλάβει ο Ανδρέας;» ρώτησε ο Στυλιανός Παττακός για να λάβει την απάντηση «μετά τις εκλογές βλέπουμε».

Τρεις μέρες μετά ακολούθησε η συνάντηση των συνωμοτών και αποφάσισαν ότι αν σε λίγες ημέρες δεν αποφασίσουν οι στρατηγοί να επέμβουν θα το κάνουν οι ίδιοι. Την ίδια ώρα οι στρατηγοί τους πιέζουν να περιμένουν μέχρι να πάρουν το «πράσινο φως» από το παλάτι. Ο Παττακός όμως ήταν αποφασισμένος να προχωρήσει.

Tα πρώτα τανκς θα εμφανιστούν στους δρόμους στις 2 τα ξημερώματα, για να καταλάβουν όλα τα στρατηγικά σημεία της πρωτεύουσας (Βουλή, Υπουργεία, ΕΙΡ, ΟΤΕ, Ανάκτορα). Την ίδια ώρα, ο συνταγματάρχης Ιωάννης Λαδάς εξαπέλυε δυνάμεις υπό τις εντολές του για να συλλάβουν το σύνολο της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. Οι πραξικοπηματίες έβαλαν σε εφαρμογή το σχέδιο «Προμηθεύς», για την αντιμετώπιση του κομμουνιστικού κινδύνου, με αποτέλεσμα να κινηθούν όλες οι στρατιωτικές μονάδες της Αττικής.

Ο διοικητής της Σχολής Ευελπίδων, Δημήτρης Ιωαννίδης, κινητοποίησε το τάγμα της σχολής και την ΕΣΑ, ενώ ο Σπαντιδάκης συνελήφθη και αντικαταστάθηκε από τον Οδυσσέα Αγγέλη. Παρά τις προσπάθειες του υπουργού Δημόσιας Τάξης, Γεώργιου Ράλλη, να κινητοποιήσει στρατεύματα στη Βόρεια Ελλάδα. Δεν πρόλαβε, όμως, καθώς το σχέδιο «Προμηθεύς» είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή.

Στις 3:30 τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου το στρατιωτικό κίνημα είχε επικρατήσει χωρίς καμία δυσκολία. Το ραδιόφωνο άρχιζε να παίζει τα πρώτα εμβατήρια ενώ κατά τη διάρκεια τις ημέρας με συντακτική πράξη ματαιώθηκαν οι εκλογές της 28ης Μαΐου και ανεστάλησαν οι διατάξεις του Συντάγματος. Η ηγεσία των πραξικοπηματιών επισκέφτηκε τα Ανάκτορα και ζήτησε από το Βασιλιά Κωνσταντίνο να ορκίσει την κυβέρνηση τους.

Αργά το απόγευμα, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνος Κόλλιας, ορκίστηκε πρωθυπουργός της κυβέρνησης των συνταγματαρχών. Την ίδια μέρα ξεκινούν οι συλλήψεις αλλά και δολοφονίες πολιτών στην συντριπτική τους πλειονότητα αριστερών πεποιθήσεων. «Η Ελλάδα μπαίνει «στο γύψο» του Γεώργιου Παπαδόπουλου…. Μία επταετία θα περάσει μέχρι «να κάνει ξαστεριά».

Πηγή: Η Συνωμoσία των Συνταγματαρχών, tvxs

Το κλίμα της εποχής, η τρομοκρατία του δεξιού συστήματος, οι αγωνίες των σκεπτόμενων αριστερών, μαζί με μια διεισδυτική πολιτική σκέψη που ξεπερνά την επιφάνεια της καθημερινότητας κι αγγίζει τον πυρήνα ιστορικής συγκυρίας, περιγράφονται ανάγλυφα στο μυθιστόρημα του Τσίρκα «Η χαμένη άνοιξη»1. Σταχυολογώ μερικά αποσπάσματα:

    • (σσ αναφορικά με τις εκλογικές μάχες της αριστεράς μετά τον εμφύλιο) Δεν ήταν η πραγματική τους δύναμη: ήταν μόνο το βαρόμετρο που έδειχνε το κλίμα της τρομοκρατίας της δεξιάς. (σ 11)
    • Η δολοφονία του Λαμπράκη και η πάνδημη κηδεία του κάνουν να τρίζουν τα θεμέλια της παντοκρατορίας της δεξιάς. (σ 11)
    • Ο καλός μαρξιστής, για να μην πέφτει έξω, πρέπει να συνδυάζει την απαισιοδοξία της γνώσης με την αισιοδοξία της βούλησης. (σ 26)
    • Παλιά δουλειά να βγάζουμε τον άλλο τρελό… Γράφουμε μια συνταγή: πλύση εγκεφάλου, και ξεμπερδεύουμε… Μήτε το κεφάλι μας να σπάμε για να καταλάβουμε, μήτε και τραβολογήματα να χουμε με τη συνείδησή μας. (σ 27)
    • Ας την ανεβάζει κάθε τόσο την κοτρόνα ο λαός ως την κορυφή. Την τελευταία στιγμή, πάρ’ την κάτω. Από κάτω θα τον βάλουμε πάλι το λαό. (σ 28 – 29)
    • Ο εργολάβος που χτίζει τη διπλανή πολυκατοικία …, και τρώει ένα – ένα τα χαμόσπιτα και τα οικόπεδα εδώ γύρω, (…) που σε λίγο θα τα σκεπάσει όλα με πολυκατοικίες … στην Κατοχή κυκλοφορούσε με περίστροφο και πάσο της Γερμανικής Κομαντατούρας. (σ 99)
    • Το πολιτικό έγκλημα ήταν το πιο πρόχειρο και το πιο αποτελεσματικό μέσο των φανατισμένων κύκλων της ανωμαλίας. Αφού ο Παπανδρέου είχε υιοθετήσει την αναμνηστική τελετή στον Γοργοπόταμο … που έμμεσα σήμαινε αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης και προσέγγιση του Κέντρου με την Αριστερά, έπρεπε να χυθεί αίμα … και ν’ ανακοπεί ο εκδημοκρατισμός της πολιτικής ζωής, να γυρίσουμε πίσω στο αντικομμουνιστικό κράτος. (σ 100)
    • Η πόλη είχε αλλόκοτη όψη, ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη σα να είμαστε σε παραμονές επιστράτευσης… (σ 105)
    • Πτώση του Παπανδρέου σήμερα (σσ λίγο πριν το πραξικόπημα) σήμαινε νίκη της άκρας Δεξιάς, της παλατιανής καμαρίλας. (σ 107)
    • Ο τόπος διψούσε για δημοκρατική αλλαγή, μέσα σε δέκα δεκαπέντε χρόνια ο λαός είχε χωνέψει την ήττα, τεράστιες μάζες από την αγροτιά, τους διανοούμενους και τη νεολαία, είχαν έρθει στο πολιτικό προσκήνιο κι αγωνίζονταν με νέους τρόπους. Αυτοί όμως (σσ η εσωτερική ηγεσία του ΚΚΕ) αναχαίτιζαν κάθε πρωτοβουλία, δεν προσάρμοζαν τη γραμμή τους στις νέες συνθήκες, μόνο θέλαν το βέτο να το έχει πάντα το “επιτελείο της πρωτοπορίας του προλεταριάτου”, δηλαδή οι ίδιοι. Κι επειδή ο διορισμός τους και η γραμμή ερχόταν από μια ηγεσία εξόριστη, που δε ζούσε μέρα με τη μέρα την πραγματικότητα, γι αυτό κι ο τόπος δε θα βλεπε προκοπή. (σ 108)
    • Παραλογισμοί και φτηνές συκοφαντίες αποθηριώνουν τους πιο αντιδραστικούς και σκοταδιάζουν το μυαλό τους. (σ 118)
    • Θέλουν την Ελλάδα πόρνη να τους ανοίγει τα σκέλια στην ποδιά της Ακρόπολης να προμηθεύει μισοτιμής το ρίγος της αμαρτίας στις μαραγκιασμένες από τον πουριτανισμό ψυχές τους. Μας θέλουν γκαρσόνια, ταβερνάρηδες, μαστροπούς … και Ζόρμπα δη Γκρήκ κι αυτοί να αρμέγουν τον τόπο … … καταντήσαμε κάθε πολιτικός και κόκκινο φαναράκι στην πόρτα του... (σ 148)
    • Μια διεφθαρμένη, βασικά ξενόδουλη, άρχουσα κάστα βίαζε ξετσίπωτα την εκφρασμένη θέλησή του (σσ λαού) να κυβερνηθεί επιτέλους δημοκρατικά, πάσχιζε μ’ όλους τους σκοτεινούς μηχανισμούς της να κρατήσει αυτόν τον τόπο εκατό χρόνια πίσω, στον απολυταρχισμό και την ξενοκρατία του Όθωνα. (σ 163)
    • Όλα για το Κυπριακό… Γι αυτό ρίξαν τον Παπανδρέου. (σ 169)
    • Φρακάρισε το Κολωνάκι στο γιωταχί. Να πού πηγαίνει ο ιδρώτας του λαού. (σ 170)
    • Όσο για τους Αμερικάνους, αυτοί καρφί δεν τους καίγεται για κοινοβουλευτικές ελευθερίες και δημοκρατία, μήτε ακόμη και για τη Μοναρχία. Αυτοί θέλουν να εχουν εδώ τις βάσεις τους, τις διευκολύνσεις τους, και μια κυβέρνηση ανδρείκελων, για να υπακούει σε κάθε νεύμα τους… (σ 201)
    • Ενώ το δημοκρατικό κίνημα πιέζει για μια φιλελευθεροποίηση των θεσμών, τα συμφέροντα της οικονομικής ολιγαρχίας πιέζουν για γενικότερη αναπροσαρμογή, με πιο αυταρχικό χαρακτήρα. (σ 202)
    • Γιατί τώρα τι έχουμε; ρώτησε ο Βάρναλης. Έχουμε διχτατορία των δωσιλόγων με φερετζέ. Την παρουσιάζουνε για «αληθινή δημοκρατία». Και η δουλειά τους – δηλαδή η προδοσία του λαού- γίνεται. Καμαρώστε καθεστώς: πατημένο Σύνταγμα, κυβέρνηση της μειοψηφίας, χιτλερική νομοθεσία, αστυνομοκρατία, παρακρατικοί δολοφόνοι, γερμανοντυμένοι «πατριώτες» και τα λοιπά. (σ 217)
    • …τα αστικά κόμματα είναι ανίκανα να αποτρέψουν το πραξικόπημα δίχως ν’ αλλάξουν ριζικά τη στάση τους απέναντι στην Αριστερά μα τότε αυτό θα σήμαινε και την αυτοκατάργησή τους… (σ 225)
Σωτήρης Πέτρουλας - δολοφονήθηκε σε διαδήλωση κατά της αποστασίας την 21/7/1965
Σωτήρης Πέτρουλας – δολοφονήθηκε σε διαδήλωση κατά της αποστασίας την 21/7/1965
  • …ε πια εδώ (…) δεν είναι μόνο κεντρώοι κι αριστεροί, εδώ ένας ολόκληρος λαός κατέβηκε στο δρόμο για τη Δημοκρατία… (σ 226)
  • …είχαμε μπει στον αστερισμό του παρακράτους και της τρομοκρατίας, το ίδιο που πριν από δυο χρόνια είχε δολοφονήσει το Λαμπράκη. (σ 236)
  • (σσ Πέτρουλας, ο πρώτος νεκρός της καινούργιας γενιάς). Τούτη η γενιά μπορεί να ξεπεράσει και τη δική μας. … Ίσως γιατί διαβάζει περισσότερο, ίσως γιατί έμαθε να σκέφτεται μόνη της και να κρίνει . (σ 255)

  1. Στρατής Τσίρκας, Η χαμένη άνοιξη , Κέδρος, Αθήνα, 2011 (38) []
Το έργο του Θόδωρου Αγγελόπουλου, μεγάλο και σε όγκο και σε αξία, έχει πολλούς ερμηνευτές και πολλές ερμηνείες. Έχουν γραφτεί πάμπολλα σχετικά και έχει εστιαστεί η προσοχή και η αξιολόγηση σε διάφορες όψεις, ανάλογες με το βλέμμα του εκτιμητή και ερμηνευτή, πολύ ενδιαφέροντα και κάποια πολύ σπουδαία. Το ταξίδι, η σιωπή, η προσφυγιά, η εξορία κλπ. Είναι ωστόσο όλα ή σχεδόν όλα οι επί μέρους πλευρές ενός έργου και ενός δημιουργού που επεδίωξε και πέτυχε να αποτυπώσει έναν κόσμο ως ΟΛΟΝ. Το έργο αυτό παλεύει με την Ιστορία, όχι ως παρελθόν αλλά και ως παρόν και μέλλον, ως ενιαίο και σπαρασσόμενο σώμα.  Όλα τα άλλα εντάσσονται σε αυτόν τον βασικό καμβά, ως πολύ σημαντικά, ως συστατικά στοιχεία, χωρίς αυτά το έργο εκμηδενίζεται, αλλά πάντως δεν είναι αυτά όλο το έργο. Στην διαπραγμάτευση της Ιστορίας από τον Αγγελόπουλο, πρωταγωνιστής είναι η Αριστερά. Με κάθε τρόπο, από την πρώτη ως την τελευταία ταινία. Ως υπόρρητη δήλωση και αντίληψη στην «Αναπαράσταση», ως προσδοκία στη «Σκόνη του χρόνου». Αν όλα αυτά είναι σωστά, μόνο μια ερμηνεία του αγγελοπουλικού έργου από τη σκοπιά της Ιστορίας και της Αριστεράς θα μπορούσε να το προσεγγίσει με μεγαλύτερη πληρότητα. Αυτή είναι και η ουσιαστική αιτία που το δικό μας ιστορικό ρεύμα συνδέεται στενά με τις αναζητήσεις του Θ. Αγγελόπουλου και όχι τόσο οι δηλώσεις του πως υποστηρίζει το ΝΑΡ.
Ουσιαστικά ο Αγγελόπουλος συνδέεται, με την ριζοσπαστική αναζήτηση της δικτατορικής περιόδου. Απέναντι σε ένα ρεύμα που ερχόταν από τα παλιά, διαμορφωμένο από μια Αριστερά που δεν μπορούσε να απαλλαγεί από τα σύνδρομα της ήττας, που θρηνούσε για την προδομένη δημοκρατία και  αναζητούσε, εκλιπαρούσε συχνά, έναν «ευρωπαϊκό δημοκρατικό εκσυγχρονισμό», αναπτύχθηκε ένα ρεύμα που αναζήτησε και άρχισε να διατυπώνει μια νέα επαναστατική εξαγγελία. Πάνω σ’ αυτό το ρεύμα, με όλες τις αντιφάσεις, τις αφέλειες και τις ολιγωρίες του διαμορφώθηκε το φοιτητικό αντιδικτατορικό κίνημα. Το ρεύμα αυτό αποτύπωσε τα δικά του χαρακτηριστικά στην μεταπολιτευτική εποχή, απαλλαγμένο από τα συμπλέγματα και τα στερεότυπα της παλιάς εν πολλοίς ενσωματωμένης Αριστεράς. Δεν διεκδικεί, δεν εκλιπαρεί για έναν χάρισμα ευρωπαϊκό εκσυγχρονισμό. Έχει συνείδηση πως η Αριστερά για να υπάρχει χρειάζεται να διεκδικεί και να οργανώνει μια συνολική, ως το βάθος επαναστατική ανατροπή. Αυτή την ίδια ιδέα εξέφρασε ποικιλοτρόπως και ο Θ. Αγγελόπουλος στο έργο του. Έλεγε ο ίδιος:
«Και τι μπορεί να κάνει ένας ποιητής; Να τραγουδήσει την επανάσταση. Να κλάψει τους νεκρούς. Να ανακαλέσει το χαμένο πρόσωπο της ελευθερίας».
Έτσι συναντήθηκε με την αναζήτηση του δικού μας ιδεολογικού και πολιτικού ρεύματος. Τουτέστιν, με το αδύναμο αλλά ορατό, ασαφές και αβέβαιο, αλλά φλεγόμενο, σχέδιο μιας νέας επαναστατικής Αριστεράς. Κι όπως εμείς αυτά τα χρόνια κινούμασταν στην αβεβαιότητα και την αναζήτηση, ύστερα και από τις τόσες καταρρεύσεις, έτσι και ο Αγγελόπουλος στις ταινίες του διαχωρίζεται από το πριν αλλά συναντά την ομίχλη. Όμως πάντα στο τέλος κάθε ταινίας υπάρχει μια ελπίδα. Όχι μια ανιστόρητη αισιοδοξία.
Έλεγε ο ίδιος, το 1991, ακόμα, λίγο μετά το τέλος των γυρισμάτων της ταινίας «Το μετέωρο βήμα του πελαργού»:
«Έχω την εντύπωση ότι περνάμε μια περίοδο αλεξανδρινή, σε σχέση με την προηγούμενη που θα τη λέγαμε κλασική. Αν η κλασική εποχή χαρακτηρίζεται από δημιουργία, η αλεξανδρινή χαρακτηρίζεται από συντήρηση, βιβλιογραφίες, σκέψη πάνω σ’ αυτό που έχει γίνει. Όμως, είναι μια περίοδος σιωπής, μυστικών αναζητήσεων, οι οποίες ακόμα δεν έχουν βρει το όνομα τους. Δεν θα μπορούσε να ονομάσει κανείς την αναζήτηση συγκεκριμένα, υπάρχει όμως ένα ρεύμα, μια ανάγκη. Κανείς δεν μπορεί να παραδεχτεί αυτόν τον κόσμο όπως είναι και να τον προτείνει. Είχα πει αρκετές φορές ότι αυτό το αίσθημα σιωπής με διακατέχει από μια εποχή και μετά. Σαν κάπου να σωπαίνουν σιγά-σιγά όλα. Ας το πω καλύτερα με παράδειγμα. Όταν έφτασα στο Παρίσι να σπουδάσω, δεν προλάβαινα να δω πράγματα που ήθελα να δω και ν’ ακούσω πράγματα που ήθελα ν’ ακούσω. Τόσα πολλά ήταν. Τόσες πολλές ήταν οι προτάσεις – αισθητικές, πολιτικές, κοινωνικές, φιλοσοφικές. Όταν μετά το ’80 ξαναγύρισα, έμοιαζε ο χώρος αυτός να έχει σωπάσει. Η εντύπωση ότι σώπασαν κάποια πράγματα δεν είναι δική μου, είναι εντύπωση που έβγαινε από τον ίδιο εκείνο χώρο, από διαφορετικές πλευρές, από διαφορετικές ομάδες, από διαφορετικές γενιές και ηλικίες. Η σιωπή δεν είναι τυχαία. Απουσιάζουν οι νέες προτάσεις σ’ όλα τα επίπεδα. Μπορεί να θέλουμε να πιστέψουμε κάτι, να θέλουμε να υπάρξει αυτό το κάτι και χωρίς αυτό το όνειρο, αυτήν την ελπίδα θα αισθανόμαστε συρρικνωμένοι και ασήμαντοι και χωρίς όπλα για το μέλλον. Αλλά η εποχή που λέγαμε «καβάλα πάμε στον καιρό» πέρασε. Η εντύπωσή μου είναι, λοιπόν, ότι περνάμε ένα διάστημα, μια καμπύλη σιωπής. Θα μπορούσε να ονομαστεί περίοδος αναμονής, σαν να πρόκειται να γεννηθεί κάτι καινούργιο, που δεν ξέρουμε ακόμα, όμως, τα ακριβή του χαρακτηριστικά. Ας το πούμε ένα καινούργιο όνειρο ή όραμα. Αυτό που πρόκειται να αντικαταστήσει, αυτό που πρόκειται να γεμίσει τη σιωπή που υπάρχει αυτή τη στιγμή. Αισθάνομαι πρώτη φορά τόσο έντονα σαν να είμαι σε αίθουσα αναμονής, μια μακριά αίθουσα αναμονής, και στο βάθος υπάρχει μια πόρτα που περιμένω να ανοίξει. Δεν ξέρω ούτε πότε θα ανοίξει ούτε τι θα φανεί».
Στην ουσία ο δημιουργός αναζητεί βοήθεια. Καλεί τις δυνάμεις της κοινωνίας, της σκέψης, της πολιτικής, τη νεολαία, τους συνανθρώπους και τους συντρόφους του, να του προσφέρουν τη νέα τους ψυχή. Για να μπορέσει να δει. Τι πιο σαφές για την αγωνία και την αναζήτηση ενός δημιουργού, που δεν «πειθαρχεί» στον μικρομεσαίο καιρό του; Κοντολογίς, ψάχνει να μας βρει αλλά δεν μας βλέπει.
Έτσι πορεύεται κι εκείνος με τις δικές του αβεβαιότητες. Μερικές φορές πιο σαφής και ξεκάθαρος, ώστε να γίνεται παρεξηγήσιμος, με τα μέσα και τα εργαλεία μιας κουτσής πολιτικής προσέγγισης. Μερικές άλλες πιο μακριά από το δικό μας σχέδιο. Μερικές πιο κοντά ή και ταυτιζόμενος. Προφανές. Η δική μας αμηχανία για τον καιρό και οι αμφισημία μας, δεν είναι σε θέση να αποτυπώσουν ισχυρό σημάδι στην κοινωνική ζωή, πολύ περισσότερο να δώσουν στον δημιουργό μια ισχυρή εντύπωση. Τα δυο ποτάμια μας, του δημιουργού και το δικό μας, συναντιούνται, απομακρύνονται, ξανασυναντιούνται κοκ. Ως παράλληλες και αλληλοεπηρεαζόμενες αναζητήσεις.
Ο Αγγελόπουλος συχνά βρίσκεται πιο μπροστά, από τις αναζητήσεις των επαναστατικών ρευμάτων. Στέκεται αμήχανος αρχικά αλλά εκεί που σύσσωμη η Αριστερά παρατείνει την αμηχανία της εκείνος τολμά να προτείνει, να διατυπώσει απαντήσεις ή έστω διερευνά. Μην το ξεχνάμε, είναι η εποχή των καταρρεύσεων και τα παλιά είδωλα έχουν γκρεμιστεί με πάταγο, οι πεποιθήσεις δεκαετιών έχουν κλονιστεί βαθειά, προκαλώντας κλονισμούς ακόμα και σε εκείνους που είχαν ήδη απορρίψει την πίστη των ειδώλων.
Εκεί ο Αγγελόπουλος εισβάλει κινηματογραφικά στο σκοτάδι και ψάχνει την παλιά και τη νέα πραγματικότητα. Με αυτή την βαθύτερη κατανόηση μπορούμε να «διαβάσουμε» καλύτερα σήμερα το έργο του εμείς, με τη δική μας ματιά.
Περιέχει αποκλίσεις, λάθη, αστοχίες, αν το κρίνουμε από τυπική πολιτική σκοπιά, αλλά είναι ιδιοφυές, διεισδυτικό και επαναστατικό, αν το κρίνουμε στη διαλεκτική του σχέση με την πραγματικότητα της εποχής του, με τα επαναστατικά ιδεολογικά ρεύματα και με τις αισθητικές αναζητήσεις στο τέλος του 20ου αιώνα των διαψεύσεων και στην ανατολή του 21ου  που κουβαλάει περισσότερα ερωτήματα από απαντήσεις.
Έλεγε, ακόμα από το 1991:
«Μιλάμε για μια εποχή που η σύγχυση είναι πάρα πολύ μεγάλη. Έχουν τεθεί μια σειρά προβλήματα που θα μπορούσαν να γίνουν εκρηκτικές ύλες για το αύριο. Δεν πιστεύω ότι το τέλος κάποιου ονείρου σχεδόν ενός αιώνα, που το ζέστανε μυστικά ο προηγούμενος, μπορεί να τελειώσει και οι επιπτώσεις της κατάρρευσης να εξαλειφθούν μέσα σε λίγα χρόνια. Θα κρατήσουν αρκετά. Μια Ευρώπη των προσφύγων είναι μια Ευρώπη ανθρώπων σ’ αναζήτηση ονείρου».
Από την άλλη πλευρά ο Αγγελόπουλος εκφράζει μια ιστορική συνέχεια της αναζήτησης. Το έργο του αλλά και ο ίδιος ως προσωπικότητα εμπεριέχει ολόκληρο τον 20ο αιώνα, τις ιστορικές συγκρούσεις του,  την   κουλτούρα του και τις εν γένει προσπάθειές του. Δεν μπορεί να φανταστεί κανείς πως θα ήταν το έργο του χωρίς την ποίηση του Γ. Σεφέρη. Εν πολλοίς, στις ταινίες του ανακαλύπτεις μια ελεύθερη κινηματογραφική-εικαστική μεταφορά στίχων του ποιητή. Ενσωματώνει επίσης την πνευματική αναζήτηση και τις πνευματικές κατακτήσεις από την κλασική ελληνική αρχαιότητα. Υπογραμμίζει και με αυτόν τον τρόπο σε μας την ανάγκη να ενοποιούμε αδιάκοπα τον κατακερματισμένο κόσμο, με μια προσέγγιση που θα αφομοιώνει και θα εξελίσσει διαλεκτικά τις πνευματικές και ιστορικές κατακτήσεις,  σε μια εποχή που η κοινωνική ζωή αποσυντίθεται, όπου οι άνθρωποι μετατρέπονται σε απομονωμένες προσωπικότητες, κομματιασμένες κι αυτές. Το μόνο που ενώνει τους ανθρώπους πια είναι το πιο διχαστικό: Η τηλεόραση.
Λένε κάποιοι πως ο Αγγελόπουλος δεν είναι λαϊκός, δεν είναι κατανοητός. Ο λαϊκός πολιτισμός, ο Τσιτσάνης, ας πούμε, υπήρξε και αναπτυσσόταν στη βάση μιας κοινωνίας με ενιαίες εκφράσεις, συλλογική ζωή και συμπεριφορά. Η «Δραπετσώνα» έγινε ένας λαϊκός ύμνος, γιατί στην Ελλάδα παντού υπήρχαν Δραπετσώνες. Όμως, σήμερα τα στοιχεία που ενοποιούν τους ανθρώπους αποσυντίθενται. Ποια είναι, ας πούμε η εργατική τάξη; Σκορπισμένη στη δουλειά, στην κατοικία, στην κοινωνική ζωή και στην πολιτική. Οι πολιτικές δυνάμεις δεν συνενώνουν. Οι ιδεολογικές αναζητήσεις δεν πείθουν. Τα μεταμοντέρνα ρεύματα υποσκάπτουν. Μόνο η θρησκεία και η τηλεόραση συγκροτούν ενότητες. Πόσο δραματική γίνεται η θέση του καλλιτέχνη σε ένα τέτοιο πεδίο γίνεται αντιληπτό.
Οι  ταινίες του Θ. Αγγελόπουλου από αυτή την πλευρά συνιστούν την πιο εμπνευσμένη και εκκωφαντική κραυγή αντίστασης και απόγνωσης μαζί. Αν του καταμαρτυρήσουμε ασυνέπεια, ασάφεια ή ελιτισμό, πόσο πιο αυστηροί πρέπει να γίνουμε με τους εαυτούς μας, που ενώ υποσχόμαστε και επιθυμούμε μια πολιτική, ιδεολογική και επαναστατική πρωτοπορία,  ουσιαστικά αναπαράγουμε το κομμάτιασμα του αστικού κόσμου, αρνούμαστε, αδιαφορούμε ή αδυνατούμε να ενσωματώσουμε, στη συμπεριφορά και την πολιτική μας τον πνευματικό πολιτισμό.  Κι όμως μια επαναστατική αντίληψη δεν ολοκληρώνεται αν δεν ενοποιεί τον κόσμο, αν δεν διεκδικεί και δεν κατακτά ολόκληρη τη γνώση, στη διαλεκτική και κριτική της πρόσληψη, αυτό που είναι δικό μας και ενοποιεί τον κόσμο μας. Τον Τσιτσάνη, τον Χατζιδάκι, τον Αγγελόπουλο, τον Σεφέρη, το Ρίτσο –όχι γιατί ή κυρίως γιατί, ήταν μέλος του κόμματος…
 *Το κείμενο αποτελεί εισήγηση του Θανάση Σκαμνάκη στην εκδήλωση της Λέσχης νεολαίας, θεωρίας και πολιτισμού “Αναιρέσεις” στις 22 Ιανουαρίου με τίτλο “Θόδωρος Αγγελόπουλος. Κόντρα στη σκόνη του χρόνου.” Ο Θανάσης Σκαμνάκης είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. πηγή Κοίτα τον ουρανό