Category Archives: Τέχνη

Γράμμα σε έναν φωτογράφο

Να κάνω φωτογραφία επειδή γουστάρω. Να ασχολούμαι ατελείωτα επειδή γουστάρω. Να είμαι κλεισμένος σπίτι μου και να βλέπω τις φωτογραφίες μου. Να ζώ λιτά. Ποιο το όφελος αν δεν μοιραστώ αυτό που έχω; Και αν δεν το μοιραστώ ως πότε θα το έχω; Να αφιερώσω τη ζωή μου στην φωτογραφία, και ας μοιράζομαι το έργο μου; Μπορεί αυτό το έργο να παράξει κάτι σημαντικό;
Αυτό που σκέφτομαι καιρό είναι πως δεν αξίζει να δώσεις τόσο χρόνο από τη ζωή σου για κάτι που απλά σου αρέσει αλλά βλέπεις πως δεν μπορεί να προσφέρει πολλά. Δεν μπορεί να προσφέρει τόσα όσα μπορεί να προσφέρει η θυσία αυτού του ατελείωτου χρόνου(ενασχόλησεις με την φωτογραφία) σε πράγματα πιο ουσιώδη.

Αυτό που υπάρχει στον πυρήνα αυτού του προβληματισμού, και το οποίο είναι εξαιρετικό, είναι ουσιαστικά μια κραυγή για υπαρξιακή αυτογνωσία. Και σε τελική ανάλυση, όλοι οι προβληματισμοί που τίθενται με πραγματική διάθεση γνώσης, είναι συγκαλυμμένοι υπαρξιακοί προβληματισμοί. Το αισθάνομαι απόλυτα (και φωτογραφικά και γνωσιακά), πέρασα -και περνώ- αυτό το στάδιο. Όπως όλοι μας.

Αν επέλεγα ένα πρώτο σημείο αγκύρωσης της σκέψης, αυτό θα ήταν οτι είναι πάρα πολυ σημαντικό το να θέτεις ερωτήματα. Μην το προσπερνάμε σαν κάτι κοινότοπο. Σπάνια αντιλαμβανόμαστε ότι το σημαντικότερο στην εξελικτική διαδικασία, η οποία μάλλον αποτελεί έμφυτη ανάγκη του ανθρώπου -ή, με άλλα λόγια, στο να μην ξοδεύουμε την πεπερασμένη ζωή μας απλά υπάρχοντας- είναι η έγερση του ερωτήματος. Ο Καρτέσιος στήριξε ολόκληρη τη σκέψη του (η οποία έμελλε να αλλάξει τον τρόπο που σκεφτόμαστε και υπάρχουμε, οδηγώντας στον σημερινό ορθολογισμό) απλά στη διαπίστωση ότι το να διερωτώμαστε, το να αμφιβάλλουμε, σημαίνει ότι όντως υπάρχουμε, ως «πράγματα σκεπτόμενα».1 Με λίγα λόγια, αν καμιά φορά τα πολλά ερωτήματα καταλήγουν στη βασανιστική αίσθηση ότι δεν οδηγούν πουθενά, στάσου, πάρε μια ανάσα και συνειδητοποίησε ότι αυτό από μόνο του σε φέρνει σε επαφή με την πραγματικότητά σου. Από αυτό και μόνο έχεις μάθει κάτι παραπάνω. Μπορεί να μην καταλήγεις κάπου, αλλά ένα πράγμα είναι αδιαμφισβήτητο: την στιγμή που τα ερωτήματα σε έχουν πνίξει, την ίδια ακριβώς στιγμή είσαι λιγάκι καλύτερος απ’ ότι ήσουν πριν…

Καλά όλα αυτά. Παρακάτω όμως; Αρκεί το ερώτημα;
Το ερώτημα είναι η φιτιλιά που ανάβει το μπαρούτι μέσα μας. Από την έναρξή της, μπορεί να καταλήξουμε σε έκρηξη (καλλιτεχνική, διανοητική, επαναστατική ή ότι άλλο), μπορεί και όχι (ανάλογα με τις προσωπικές συνθήκες του καθενός). Και μόνο όμως η κάψα που αισθάνεται κανείς στην ύπαρξή του από αυτή τη φιτιλιά, αξίζει. Σε επανατοποθετεί υπαρξιακά.

Σε επόμενο επίπεδο, θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε το εξής (κάτι που αναδεικνύεται ποιητικά στο γράμμα του Ράινερ Μαρία Ρίλκε προς το νέο ποιητή)2 : άπαξ και τεθεί το ερώτημα, απαντήσεις θα προκύψουν κι εξαρτώνται κυρίως από το σημείο το οποίο θα χρησιμοποιήσεις -συνειδητά ή υποσυνείδητα- ως «υπομόχλιο» στη σκέψη σου. Αξίζει πχ να καταναλώνω τον χρόνο μου φωτογραφίζοντας, αφού είναι μάλλον απίθανο3 να γίνω «μεγάλος φωτογράφος» αφήνοντας το στίγμα μου στην ιστορία της τέχνης; Ή να στραφώ πχ στο να βοηθήσω τους ανθρώπους γύρω μου, ή να ψάξω μια καλύτερη δουλειά; Εφόσον η διατύπωση και μόνο του ερωτήματος σημαίνει επιλογή μεταξύ εναλλακτικών δρόμων, εκ των πραγμάτων θα υπάρξει απάντηση. Στις μικρές εκείνες στιγμές μετά την αμφιβολία που τελικά θα δράσουμε (εν προκειμένω, πηγαίνωντας να φωτογραφίσεις ή θα επιλέξεις να το ρίξεις στο διάβασμα, στην εθελοντική δράση ή ότι άλλο), έχει ήδη αρχίσει να δομείται η προαωπική απάντηση, η οποία είναι άμεσα συνδεδεμένη με τις προτεραιότητες που -ίσως υποσυνείδητα- θέτει κανείς στη ζωή του, και άρα με την ηθική που κουβαλά (και, μέσω της ηθικής, συνδέεται και με την ίδια την αισθητική του ατόμου…)4
Αυτό όμως που εγώ συμπεραίνω από τα παραπάνω είναι το εξής: δεδομένου ότι απαντήσεις θα υπάρξουν σίγουρα και ότι η απάντηση του καθενός είναι συνδεδεμένη με αυτόν τον ίδιο, ίσως είναι σημαντικότερο όχι να παρέχουμε στους άλλους απαντήσεις, αλλά να τους βοηθήσουμε ώστε να διερωτώνται καλύτερα.

Ας φανταστούμε τώρα όλο αυτό το πλαίσιο προβληματισμών να μην είναι μόνο θεωρητικό, υπαρξιακής φύσεως, αλλά να πιέζεται και από τις ανάγκες τις καθημερινότητας, από την αλληλεπίδρασή μας με τους άλλους, από αυτά που περιμένουμε (ή νομίζουμε πως περιμένουμε) από τον εαυτό μας και τους άλλους, ή οι άλλοι από εμάς κ.ο.κ. Το ερώτημα «Να κάνω φωτογραφία επειδή γουστάρω. Να ασχολούμαι ατελείωτα επειδή γουστάρω. Να είμαι κλεισμένος σπίτι μου και να βλέπω τις φωτογραφίες μου. Να ζώ λιτά. Ποιο το όφελος αν δεν μοιραστώ αυτό που έχω; Και αν δεν το μοιραστώ ως πότε θα το έχω; Να αφιερώσω τη ζωή μου στην φωτογραφία, και ας μοιράζομαι το έργο μου; Μπορεί αυτό το έργο να παράξει κάτι σημαντικό;» είναι αρκούντως σημαντικό από μόνο του. Τώρα όμως, οι πιθανές απαντήσεις που θα του δώσουμμε, θα πρέπει να συμπεριλαμβάνουν και απαντήσεις σε χιλιάδες άλλα ερωτήματα όπως Να ακολουθήσω το όνειρό μου; Πώς θα το χρηματοδοτήσω; Δεν πρέπει να έχω μια δουλειά; Ποιά; Η σύντροφός μου θα με ακολουθήσει; Να παντρευτώ; Πώς θα ανταπεξέλθω; Να κάνω παιδί; Πώς θα το μεγαλώσω; Σε δυο χρόνια θα έχω δουλειά; Ξεκινάς να αναρωτιέσαι όλα αυτά στα 17 και, σε μια αποστροφή της σκέψης σου, συνειδητοποιείς ότι είσαι ήδη 30… Και, ενώ ακόμα δεν έχεις σαφείς απαντήσεις, ούτε καν κατευθύνσεις, η καθημερινότητα, η ζωή η ίδια, σε έχει ήδη αναγκάσει να προχωρήσεις προς κάποια κατεύθυνση!

Όταν κάποια στιγμή αισθάνθηκα έτσι, προσπαθώντας αφενός να εξακριβώσω τη σχέση μου με την φωτογραφία και αφετέρου να προσδιορίσω την κατεύθυνση που έπαιρνε η ζωή μου, συνειδητοποίησα ότι θα έπρεπε πρώτα να οργανώσω τη σκέψη μου. Από τη μία η ιδιοσυγκρασία μου και η άποψη που είχα αρχίσει να σκιαγραφώ και από την άλλη η κουβέντα με κάποιους ανθρώπους, με έσπρωξαν στις ανθρωπιστικές σπουδές. Ελλείψει χρόνου, έβαλα σε δεύτερη μοίρα τη φωτογραφία και στράφηκα στην ιστορία (των κοινωνιών, των ιδεών, των γεγονότων, της επιστήμης, της τέχνης), τη φιλοσοφία, την έρευνα. Όλα αυτά με ενθουσίασαν και, ανοίγοντας νέους ορίζοντες στη σκέψη μου, με βοήθησαν πρακτικά: μπορεί πλέον -ελέω χρόνου- να φωτογραφίζω λιγότερο, απολαμβάνω όμως τη φωτογραφία με τρόπο βαθύτερο (και πέρα από τη φωτογραφία, απολαμβάνω κι ένα σωρό άλλα πράγματα τα οποία μέσα σε αυτή την πορεία ανακάλυψα). Μπορεί να έχω καιρό να βγάλω κάτι σημαντικό ή οργανωμένο, κοιτάζω όμως παραπίσω στο παρελθόν μου και ανακαλύπτω πως οι μεμονωμένες φωτογραφίες μου, αυτά που τότε θεωρούσα ασύνδετες λέξεις από το υποσυνείδητο και που δεν τις καταλάβαινα πάντα πλήρως,5 μου φανερώνουν τώρα τον εαυτό μου και, αφού το παρελθόν μου είμαι εγώ, μου εξηγούν εμένα σήμερα. Μάλιστα, έχοντας καλύτερη επίγνωση του χθες και του τώρα του εαυτό μου, αισθάνομαι πως μπορώ να με κατανοήσω (και, σε δεύτερο βαθμό, να κατανοήσω και τον κόσμο) μέσα από μια πορεία.

Ας κρατήσουμε αυτή τη λέξη: πορεία. Αν κάτι αρχίζω να καταλαβαίνω με όλη του τη σημαντικότητα, είναι πως σημασία δεν έχει το τι θα γίνει τελικά (αν και το «εντελώς τελικά» είναι δεδομένο και κοινό για όλους!). Σημασία έχει τι γίνεται κάθε μέρα, σε κάθε επαφή μας με τους άλλους και τον εαυτό μας. Ζούμε; Ή ” ξοδεύουμε την πεπερασμένη ζωή μας απλά υπάρχοντας”; Το να θέτουμε ερωτήματα καθορίζει το πού θα γείρει το δίπολο αυτό, και συνεπώς καθορίζει και το αν τελικά θα μείνει κάτι πίσω μας όταν εμείς θα έχουμε αναχωρήσει…

  1. Αυτό είναι το περιβόητο “σκέπτομαι, άρα υπάρχω” του Καρτέσιου, το οποίο όμως με αυτή τη μορφή ουδέποτε διατυπώθηκε από τον Καρτέσιο. Σε κάθε περίπτωση, το σημαντικό που αναδείχθηκε από τον Καρτέσιο είναι η σύνδεση για τον άνθρωπο ύπαρξης και ερώτησης, δηλαδή σκέψης / διανόησης… []
  2. «Ρωτάτε αν είναι καλοί οι στίχοι σας. Ρωτάτε εμέναν. Ρωτήσατε, βέβαια, κι άλλους πριν. Τους στέλνετε στα περιοδικά. Τους συγκρίνετε μ’ άλλα ποιήματα, αναστατωνόσαστε όταν κάποιοι αρχισυντάχτες σάς γυρνάνε πίσω τα ποιητικά σας δοκίμια. Από δω κι εμπρός (μια και μου επιτρέψατε να σας δίνω συμβουλές) σας παρακαλώ να τ’ απαρνηθείτε όλ’ αυτά. Η ματιά σας είναι γυρισμένη προς τα έξω˙ αυτό, προπάντων, δεν πρέπει να κάνετε τώρα πια. Κανένας δε μπορεί να σας συμβουλέψει ή να σας βοηθήσει, κανένας. Ένας μονάχα δρόμος υπάρχει: βυθιστείτε μέσα στον εαυτό σας, αναζητήστε την αιτία που σας αναγκάζει να γράφετε, δοκιμάστε αν οι ρίζες της φυτρώνουν απ’ τις πιο βαθιές γωνιές τής καρδιάς σας. Εξομολογηθείτε στον εαυτό σας: θα πεθαίνατε τάχα, αν σας απαγόρευαν να γράφετε; Τούτο, πρώτ’ απ’ όλα: αναρωτηθείτε, την πιο σιγηλή ώρα τής νύχτας σας: Πρέπει να γράφω; Σκαλίστε βαθιά μέσα σας, να βρείτε την απόκριση. Κι αν η απόκριση τούτη αντηχήσει καταφατικά, αν απέναντι στο βαθυσήμαντο τούτο ρώτημα μπορείτε να υψώσετε ένα στέρεο κι απλό Πρέπει, τότε πλάσετε τη ζωή σας σύμφωνα μ’ αυτή την ανάγκη. Η ζωή σας, ακόμα και στην πιο αδιάφορη, την πιο άδειαν ώρα της, πρέπει να γίνει σημάδι και μάρτυρας αυτής της ορμής. Ζυγώστε, τότε, τη φύση. Πασχίστε, τότε, να πείτε, σα να ‘σαστε ο πρώτος άνθρωπος πάνω στη γη, τι βλέπετε, τι ζείτε, τι αγαπάτε, τι χάνετε.» []
  3. Απίθανο με την έννοια ότι, ανεξαρτήτως ποιότητας του καθενός, πόσοι θα μείνουν στην ιστορία από κάθε γενιά; Μερικές μονάδες, άντε δεκάδες, σε μια εποχή που καθημερινά κατακλυζόμαστε από εκατομμύρια επίδοξους καλλιτέχνες… []
  4. Το ζήτημα της σύνδεσης ηθικής και αισθητικής πρώτος ανέδειξε ο Πλάτωνας με την κριτική που άσκησε στην ποίηση (δλδ γενικότερα στην τέχνη) κατά την διαπραγμάτευση της «Ιδεώδους Πολιτείας» του, από την οποία μάλιστα εξόρισε κάθε τέχνη! Από τότε πολλά έχουν γραφτεί, παραμένει όμως αδιαμφισβήτητο πως ηθική και αισθητική συνδέονται άμεσα, αποτελώντας όψεις του ίδιου νομίσματος. Γι’ αυτό και κάθε φορά που επιλέγουμε να ακούσουμε μία μουσική κι όχι κάποια άλλη, που επιλέγουμε να δουμε μία ταινία ή να ντυθούμε με έναν τρόπο, δεν κάνουμε απλά μια αισθητική επιλογή, αλλά δομούμε και την ηθική μας. []
  5. Πολλές φορές κοίταζα τις «καλές» (για μένα) φωτογραφίες μου κι αναρωτιόμουν τι διάολο σημαίνουν για μένα. Γιατί μου αρέσουν; Τι αναγνωρίζω πάνω τους; Γιατί κάποιες δεν αρέσουν σε άλλους ενώ εγώ δεν μπορώ να τις αποχωριστώ; Τώρα, κοιτώντας προς τα πίσω, καταλαβαίνω. Και αρχίζω να μπορώ να τις βάλω σε μια σειρά… []

Χειρότερο από το να μην γνωρίζεις ένα σημαντικό ή κλασσικό έργο, είναι να έρθεις σε επαφή μαζί του νωρίτερα απ’ ότι πρέπει.
Ο χρόνος θα σου δημιουργήσει ερωτήματα· άσε αυτά να σε καθοδηγήσουν. Έτσι θα καταλάβεις όλη την εικόνα: όχι μόνο το έργο, αλλά και τις συνθήκες που το γέννησαν…

Η εκδοχή του Μπράουνινγκ

Ένας μεσόκοπος καθηγητής μέσης επαίδευσης φεύγει από το σχολείο που δίδασκε, για να αναλάβει κάπου αλλού μια χειρότερη θέση. Παρά τη μεθοδικότητά του και τον ποταμό της γνώσης του, μάλλον δεν θα λείψει σε κανέναν καθώς είναι συναισθηματικά απρόσιτος και αυστηρός. Ωστόσο, αυτή η αλύγιστη επικάλυψη στον χαρακτήρα του υποκρύπτει ένα πνεύμα σπινθηροβόλο και ευγενικό. Το φαινομενικά απομακρο του χαρακτήρα του είναι η άμυνά του, ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζεται την ευθύνη του απέναντι στις λάθος επιλογές του – στον αδιαφορο γάμο του, στην αδυναμία του να κοινωνήσει ως καθηγητής στους μαθητές του τη μαγεία της επιστήμης του. Περνά έτσι το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας του, μέχρι που μια τυχαία ευγενική πράξη ενός μαθητή του, του μοναδικού που τον αποχαιρετά, δρα καταλυτικά για να εκραγεί το καταπιεσμένο συναίσθημα μέσα του.

Αυτή είναι εν ολίγοις η υπόθεση της «Eκδοχής του Μπράουνινγκ» που ανεβαίνει στο Θέατρο Εμπορικόν από τις 20 Δεκεμβρίου. Το έργο αποτελεί έναν στοχασμό πάνω στα αδιέξοδα που μπορεί να υποβόσκουν κάτω από μια φαινομενικά τακτοποιημένη και ελεγχόμενη ζωή. O πρωταγωνιστής, ο κύριος Κρόκερ-Χάρις, έχει πλήρη συναίσθηση της καθοδικής πορείας της ζωής του και της ευθύνης του λόγω των επιλογών του. Και αυτό τον συμπιέζει ψυχολογικά. Η γυναίκα του τον κατηγορεί για συναισθηματική νέκρωση -και εν μέρει το παραδέχεται κι ο ίδιος- ωστόσο εντός του υφίσταται ένα δαιδαλώδες συναισθηματικό πλαίσιο. Ίσως το βασικότερο πρόβλημα του «γερό Κροκ» -όπως τον αποκαλούν κοροϊδευτικά οι μαθητές- δεν είναι το τέλμα στο οποίο πέφτει η ζωή του αλλά ο αυξημένος βαθμός αυτοσυνείδησής του: έχοντας πλήρη επίγνωση των λαθών του και της καταστάσεώς του -σε αντίθεση με τους τριγύρω του- αναλαμβάνει πλήρως όχι μόνο την ευθύνη που του αναλογεί αλλά και μέρος της ευθυνης των άλλων. Γι’ αυτό και δεν αντιμετωπίζει εχθρικά την γυναίκα του που τον απατά – μια τυπική μεσοαστή έρμαιη των απωθημένων της, η οποία αντιλαμβάνεται την καθημερινότητά της ως ένα πλέγμα «γεγονότων τα οποία δεν την προετοίμασε η ανατροφή της να αντιμετωπίσει». Αντιθέτως αναγνωρίζει  σε αυτήν, όπως και στον εαυτό του, την τραγικότητα (με την αρχαιοελληνική έννοια) της λάνθασμένης επιλογής συντρόφου για τη ζωή: και οι δύο δημιουργούν αλλά και υφίστανται συναισθηματικό πόνο, για τον οποίο όμως δεν είναι ενεργητικά υπεύθυνοι. Ο πόνος τους πηγάζει από την αδυναμία συνεννόησής του επάνω στην έννοια της αγάπης, ο ένας δεν μπορεί να δώσει στον άλλο την αγάπη που ζητά. Γι’ αυτό και ο Κρόκερ-Χάρις δεν έχει χωρίσει τη γυναίκα του, αλλά υπομένει στωικά τις ταπεινώσεις της και τις ερωτικές της περιπέτειες…

Το έργο αποτελεί επίσης την εξαιρετική περιγραφή της μοναξιάς ενός ευαίσθητου κι ευγενικού πνεύματος – του κ Κρόκερ-Χάρις, μέσα από τον οποίο αναλογιζόμαστε για την αξία των ανθρώπινων σχέσεων στις σύγχρονες κοινωνίες. Πόσες λάθος επιλογές χρειαζονται για να μας κλείσουν στον εαυτό μας; Αποτελεί η συναισθηματική αποκοπή άμυνα απέναντι στη φθορά που επιφέρουν καθημερινά αυτές οι λάθος επιλογές μας; Από πιο σημείο και μετά  οι καθημερινές μικρές υποχωρήσεις μας συσσωρεύωονται σε βαθμό που να μας αποκόπτουν από την αλήθεια των ανθρώπινων σχέσεων; Πότε χάνεται ο έλεγχος; Πώς μπορούμε να διαχειριστούμε τα απωθημένα; Μέσα σε όλα αυτά, η αυτογνωσία αποτελεί όπλο ή βάρος – οδηγώντας στην κατάθλιψη;

Η παράσταση είναι πολύ υψηλού επιπέδου. Ξεχωρίζει η ερμηνεία του Δ. Καταλειφού, ο οποίος για μια ακόμη φορά (μετά την Ολεάνννα) αποδίδει εξαιρετικά τις εσωτερικες διαμάχες και τα αδιέξοδα ενός χαρακτήρα που ακροβατεί συναισθηματικά παρά τη φαινομενική του ισορροπία. Οι υπόλοιποι ηθοποιοί στέκονται επάξια στο ύψος των απαιτήσεων της διανομής. Εξαιρετικοί οι φωτισμοί και η μουσική επένδυση, που σε συνδυασμό με το προσεγμένο σκηνικό δομούν την απαραίτητη ατμόσφαιρα και μεταδίδουν τον αυστηρά δομημένο κόσμο των χαρακτήρων του έργου. Μια παράσταση – πηγή στοχασμού, με έναν Καταλειφό που αξίζει να δει κανείς.

Αυτογνωσία: είμαστε «εκεί»;

Ένα αγόρι περιορισμένης νοημοσύνης, ο Chance μεγαλώνει έγκλειστο για όλη του τη ζωή στο σπίτι ενός πλούσιου. Απασχολείται στο σπίτι ως κηπουρός και ταυτόχρονα του αρέσει να παρακολουθεί τηλεόραση, σχεδόν σε βαθμό μονομανίας. Όταν κάποτε ο πλούσιος ιδιοκτήτης πεθαίνει, το αγόρι, μεσήλικας πια, αναγκάζεται να βγει από το σπίτι στον αληθινό κόσμο, έχοντας μόνο δυο γνωσιολογικά εφόδια: τις γνώσεις κηπουρικής και όσα έχει δει στην τηλεόραση.

Μετά από μια πρώτη περιπλάνηση του Chance στην πόλη, μια σειρά από διόλου απίθανες συμπτώσεις, τον φέρνουν στο σπίτι ενός ετοιμοθάνατου πλούσιου, ο οποίος ασκεί σημαντική επιρροή στο πολιτικό σύστημα εξουσίας. Οι άνθρωποι αυτού του νέου -για τον Chance-  κόσμου, όντας βυθισμένοι στην δική τους έντονη πραγματικότητα (ασθένεια, πολιτική και οικονομική κρίση, προσωπικά τους αδιέξοδα) αντιλαμβάνονται τον Chance όχι ως ηλίθιο, αλλά μάλλον ως αινιγματικό εμβριθή και ισορροπημένο άνθρωπο! Καταλήγει έτσι ο Chance να δίνει συμβουλές οικονομικής πολιτικής στον Πρόεδρο των ΗΠΑ, να κληρονομεί μια τεράστια οικονομική αυτοκρατορία και να προτείνεται από ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες ως υποψήφιος για την προεδρεία!

Η ιστορία του «Being There», ταινία του Hal Ashby με πρωταγωνιστή τον Peter Sellers, γυρισμένη το 1979, αποτελεί έναν στοχασμό πάνω στον ρόλο που παίζει η «γνώση» στη θεμελίωση του δυτικού πολιτισμού. Πόση σχέση με την «πραγματικότητα» έχει αυτό που νομίζουμε πως γνωρίζουμε; Τι βλέπουμε κοιτάζοντας (τους άλλους, τη φύση, τον κόσμο);

Οι χαρακτήρες της ταινίας βλέπουν στον Chance (το όνομα του οποίου σημαίνει τύχη, σύμπτωση…) όχι έναν ηλίθιο ή έστω περίεργο τύπο, αλλά ότι ο καθένας είναι προδιατεθειμένος να δει. Οι ισχυροί, μα ψυχολογικά πιεσμένοι, βλέπουν έναν ισοροπημένο, ήρεμο και ήπιων τόνων άνθρωπο. Οι αργοί ρυθμοί του Chance δεν τους βάζουν σε σκέψεις για τη νοημοσύνη του, αλλά τους τραβούν την προσοχή διότι οι ίδιοι λειτουργούν υπό την ένταση της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας που ενέχει η θέση τους. Εξάλλου, όπως υποστηρίζεται με πολλαπλά παραδείγματα σε ολόκληρη την ταινία, γνωρίζουμε τον ξένο προβάλλοντας επάνω του τον εαυτό μας. Η ανθρώπινη νόηση πρωτίστως αναγνωρίζει τι δεν υπάρχει, και με βάση αυτό προσπαθεί να εξηγήσει αυτό που υπάρχει.Ψάχνοντας λοιπόν να βρούμε επάνω στον ξένο γνωστά σε εμάς χαρακτηριστικά ώστε συγκρίνοντάς τα με τη γνώση μας να αρχίσουμε να δομούμε με τη λογική μια εικόνα του ξένου, αναπόφευκτα καταλήγουμε να προβάλουμε τα χαρακτηριστικά αυτά που έχουμε οικεία από τον ίδιο μας τον εαυτό. Κανείς από όσους συναναστρέφονται τον Chance δεν θεωρεί τον εαυτό του ηλίθιο, οπότε και κανείς δεν τον περνά για ηλίθιο! Αντιθέτως, η καταπιεσμένη μαύρη βλέπει στην πορεία του Chance τις φυλετικές διακρίσεις, ο ομοφυλόφυλος διακρίνει ομοφυλοφυλικές τάσεις, ο ετοιμοθάνατος βρίσκει την πνευματική ισορροπία που του λείπει και η παραμελημένη σύζυγος ερωτεύεται έναν πνευματώδη άντρα!

Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται είναι: Γνωρίζουμε τον εαυτό μας; Η απάντηση είναι πολύ σημαντική, διότι τελικά ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο γύρω μας εξαρτάται από την αυτογνωσία που διαθέτουμε.

Καρτέσιος
Καρτέσιος

Το ερώτημα αυτό απασχολεί την ανθρώπινη σκέψη από τότε που το άτομο απέκτησε συναίσθηση της ατομικότητάς του, χρονικά κάπου στον ύστερο μεσαίωνα. Η δημιουργία της ατομικής αυτοσυνείδησης άλλαξε ουσιαστικά την ανθρώπινη σκέψη και επανατοποθέτησε τον άνθρωπο ως «υποκείμενο» στον κόσμο. Σημείο σταθμό αποτελεί η σκέψη του Καρτέσιου, ο οποίος συνειδητοποίησε πως η αντίληψή μας για την πραγματικότητα ειναι γεμάτη από «κενα», δηλαδή αντιλαμβανόμαστε αυτό που δεν υπάρχει και με αυτό ορίζουμε τις επιθυμίες μας και το στόχο της νόησής μας. Ο Καρτέσιος τονίζει την αλληλεπίδραση αυτογνωσίας και περιβάλλοντος κόσμου, λέγοντάς μας οτι δεν μπορούμε να έχουμε αίσθηση του εαυτού μας αν δεν καταλαβαίνουμε πρωτίστως οτι δεν έχουμε τα πάντα, οτι δεν είμαστε όλος ο κόσμος. Η αυτογνωσία μας δεν μπορεί να υπάρξει αν δεν αποκτήσουμε συναίσθηση των ορίων μας.

Paul Feyerabend
Paul Feyerabend

Μια ακόμη σημαντική συνεισφορά στο ζήτημα της αυτογνωσίας αποτελεί η σκέψη του Paul Feyerabend1, ο οποίος -αναφερόμενος αρχικά στην επιστημονική διαδικασία, αλλά κάνοντας τελικά μια γενική διαπίστωση για τη λειτουργία της γνώσης- συνειδητοποιεί ότι ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα και την εμπειρία μας, εξαρτάται κυρίως από αυτό που προηγουμένως έχουμε στο μυαλό μας. Δεν είναι μόνο η εμπειρία που στέλνει δεδομένα στη σκέψη μας και αυτή με τη σειρά της τα εξηγεί. Αντιθέτως, μας λέει ο Feyerabend, εμπειρία και νόηση αλληλοτροφοδοτούνται συνεχώς. Αφού έχουμε δομήσει (με οποιοδήποτε τρόπο: με βάση τις προκαταλήψεις μας, τις γνώσεις μας, την ηθική μας, την επιρροή της κοινωνικής ψυχολογίας επάνω μας κλπ) κάποια εξηγητικά σχήματα στο μυαλό μας, κάθε παρατήρηση που κάνουμε πλέον είναι «εμποτισμένη» από την εξήγηση που ήδη έχουμε στο μυαλό μας! Ας πούμε στις ανθρώπινες συναναστροφές μας, για να επανέλθουμε στην προβληματική της ταινίας, η τυχαία συνάντηση πχ με έναν μελαμψό άνθρωπο σε κάποιους μπορεί να ξυπνά ερμηνευτικά σχήματα που να τονίζουν την πολυπολυτισμικότητα, κάποιοι μπορεί να βλέπουν έναν λαθρομετανάστη, κάποιοι άλλοι έναν ισλαμιστή τρομοκράτη και κάποιοι άλλοι έναν απόγονο των αράβων σχολιαστών του Αριστοτέλη!

Αυτό έχει δύο σημαντικότατες επιπτώσεις, σε συνάφεια και με τη σκέψη του Καρτέσιου. Πρώτον, μας τονίζει το πεπερασμένο των ορίων μας – ποτέ δεν μπορούμε να είμαστε απόλυτα σίγουροι για την «αντικειμενικότητα» μιας παρατήρησης2. Δεύτερον, μας υπενθυμίζει ότι είναι απολύτως πιθανό -και λογικό- διαφορετικοί άνθρωποι (ακόμη και με παρόμοιο νοητικό επίπεδο) να «βλέπουν» διαφορετικά την πραγματικότητα, να αντιλαμβάνονται άλλα οι μεν και άλλα οι δε! Συμβαίνει μάλιστα αυτό, μας λέει ο Feyerabend, ακόμη και στην επιστήμη, όπου μπροστά σε ένα νέο φαινόμενο οι προτεινόμενες εξηγήσεις από διαφορετικούς επιστήμονες μπορεί να απέχουν παρασάγγας η μία από την άλλη, αναφορικά με το πώς αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα!

Peter Sellers, Being There

Σήμερα, στον κόσμο της άπλετης πληροφορίας, της τηλεόρασης και του ίντερνετ, τι σημασία έχουν όλα αυτά; Πλέον πρόσβαση στην πληροφορία έχουν οι πάντες. Ο μέσος άνθρωπος των ημερών μας έχει στη διάθεσή του περισσότερη πληροφόρηση από όση μπορεί να είχαν όλοι οι άνθρωποι αθροιστικά τα προηγούμενα 2000 χρόνια. Όμως, όλη αυτή η αστείρευτη πληροφορία μας βοηθάει πραγματικά να γνωρίζουμε περισσότερα; Μας κάνει καλύτερους ανθρώπους;

H «εποχή της πληροφορίας» ήρθε μαζί με το τίμημα της αποκοπής του ανθρώπου από τον φυσικό εξελικτικό του χώρο, την φύση. Η τεχνολογική και βιομηχανική ανάπτυξη, η αστικοποίηση και ο αστικός τρόπος ζωής, πέρα από τις όποιες περιβαλλοντικές επιπτώσεις, έχουν συνέπειες στη νόησή μας. Και μάλιστα, δεδομένου ότι η ανθρώπινη νόηση είναι αποτέλεσμα μακροχρόνιας εξέλιξης του είδους μας εντός του φυσικού περιβάλλοντος, οι συνέπειες αυτές μπορεί να είναι σχεδόν σουεραλιστικές. Η «ψυχολογική επαγωγή» που συμβαίνει υποσυνείδητα στη λογική μας (το φυσικό συμπέρασμα ότι θα ξημερώσει και αύριο, αφού ξημέρωσε και σήμερα) μπορεί να δημιουργήσει παράλογες γενικεύσεις όταν ασκηθεί υποσυνείδητα εντός των πλαισίων ζωής του σύγχρονου ανθρώπου. Μπορεί όντως να οδηγήσει σε διαλόγους σαν αυτούς του «Being there», όπου όταν προτείνεται στον Chance η συγγραφή ενός βιβλίου με τη «θεωρία» του αυτός απαντά πως «δεν ξέρει να γράφει», και ο εκδότης υπερθεματίζει πως «πράγματι, ποιός ξέρει να γράφει στις μέρες μας;»!

Ο ωκεανός πληροφορίας χωρίς ανάπτυξη της αυτογνωσίας μπορεί να οδηγήσει μόνο σε παρανοήσεις – ή παραπληροφόρηση. Ταυτόχρονα, η έλλειψη αυτογνωσίας δεν μας επιτρέπει να συνειδητοποιήσουμε όλους αυτούς τους καταπλητικούς τρόπους με τους οποίους η ζωή μπορεί να μας εκπλήξει – όπως οι βαριεστημένοι παριστάμενοι στην κηδεία του Ben δεν βλέπουν τον Chance να περπατά πάνω στην παρακείμενη λίμνη!

  1. Paul Feyerabend, «Ενάντια στη μέθοδο – για μια αναρχική θεωρία της γνώσης», Εκδ. Σύγχρονα Θέματα, Αθήνα, 2006 []
  2. με εξαιρετικά ενδιαφέροντα τρόπο μας το υπενθύμισε αυτό και η φύση, με την «Αρχή της Απροσδιοριστίας» στην παρατήρηση στοιχειωδών σωματιδίων []

Μικρά Αγγλία

Μικρά Αγγλία, του Παντελή ΒούλγαρηΗ «Μικρά Αγγλία», η νέα ταινία του Παντελή Βούλγαρη, είναι μια ιστορία επιβίωσης. Συναισθηματικής επιβίωσης. Και εδώ, όπως εξάλλου και στο υπόλοιπο έργο του, ο Βούλγαρης ενδιαφέρεται για τον άνθρωπο. Στρέφει όμως το βλέμμα του στον άνθρωπο όχι ενδοσκοπικά, δεν διερευνά τις μύχιες σκέψεις του ατόμου, αλλά από την πλευρά της κοινωνίας και της μοίρας του. Τον ενδιαφέρει η κατάσταση ισορροπίας του ατομικού με το κοινωνικό, πώς το άτομο αντιδρά απέναντι σε μια πραγματικότητα που δεν ορίζει και που όμως το διαμορφώνει.

Ως αποτέλεσμα αυτής της οπτικής, ο Βούλγαρης διαμορφώνει δωρικούς χαρακτήρες, ανθρώπους που υπομένουν τις καταστάσεις με ήθος και υπομονή. Αυτό τους το χαρακτηριστικό όμως είναι και η πηγή της τραγικότητάς τους, διότι μεταθέτουν τα θέλω τους σε ένα άλλο νοητικό και ψυχολογικό επίπεδο, πέρα από το πραγματικό. Προκύπτει έτσι ένας κόσμος όπου η καθημερινότητα ορίζεται από δύο πλευρές, μία ρεαλιστική, προσανατολισμένη στο πρακτικό και άμεσα αναγκαίο, και μία απόκρυφη ονειρική, όπου κατοικούν οι ανεκπλήρωτες ατομικές επιθυμίες του ανθρώπου-έρμαιο.

Η ισορροπία ανάμεσα σε αυτές τις δύο πλευρές εξασφαλίζει στον άνθρωπο του κόσμου που δημιουργεί ο Βούλγαρης την επιβίωση. Το εύθραυστο όμως αυτής της ισορροπίας είναι πηγή τραγικής ειρωνίας. Κι όταν η ισορροπία διαρραγεί, το άτομο εκρήγνυται σε μία θύελλα όπου το «πρέπει» με το «θέλω» ανακατεύονται με την πραγματικότητα και τα απωθημένα όνειρα. Αυτή η κατακλυσμιαία αντίδραση αντικατοπρίζει έναν κόσμο που στην πρακτική καθημερινότητά του είναι υποσυνείδητα συμφιλιωμένος με το παράλογο που ενυπάρχει μέσα του.

-Κι αν ζούσε; Τι θα γινόμασταν εμείς οι δυο;
-Ας ζούσε…

Η ταινία του Βούλγαρη μοιάζει με δημοτικό τραγούδι σύγχρονης κινηματογραφικής αισθητικής. Τα βασικά δομικά της υλικά είναι ταυτόχρονα πανανθρώπινα αλλά και κομμάτια από το ιστορικό υπέδαφος της ελληνικής κοινωνίας. Τοποθετώντας τη ναυτική καθημερινότητα και το τοπίο της Άνδρου ως υπόβαθρο και αποσπώντας σημαντικές ερμηνείες από όλο το καστ, δημιουργεί μια εικόνα άχρονη, συνεπώς σύγχρονα ανθρώπινη. Καταφέρνει έτσι να αναδείξει πως «για την πνευματική εμπειρία ενός ανθρώπου αυτό που συνέβη χτες μπορεί να σημαίνει το ίδιο με εκείνο που συνέβη στην ανθρωπότητα εκατό χρόνια πριν»1 ή σήμερα. Ο Βούλγαρης τελικά χτίζει χωρίς υπερβολές, μελοδραματισμούς ή εύκολα αισθητικά στοιχεία μια ταινία, η ποιητικότητα της οποίας φέρνει στο φως «ολόκληρο το σύμπαν»2 που ο άνθρωπος περικλείει.

http://mikraaggliafilm.gr/

  1. Αντρέι Ταρκόφσκι, Σμιλεύοντας το χρόνο, Εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1987, σ. 265 []
  2. Ταρκόφσκι, ό.π., σ. 280 []
Ποίηση είναι ένας ξεχωριστός τρόπος να συνειδητοποιείς τον κόσμο, να συνδέεσαι με την πραγματικότητα. Η ποίηση λοιπόν γίνεται φιλοσοφία που καθοδηγεί τον άνθρωπο όλη του τη ζωή.
A. Tarkovsky

Η γνώση ως απάντηση στον συλλογικό παραλογισμό

Ρώμη, δύο χρόνια πριν το ξέσπασμα του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Μαρσέλο (Ζαν Λουί Τρεντινιάν) ζει μια απόλυτα συμβατική ζωή. Δουλεύει για το φασιστικό καθεστώς του Μουσολίνι, είναι παντρεμένος με μία μικροαστή αλλά κοινωνικά αποδεκτή γυναίκα και πηγαίνει στην εκκλησία σε τακτά διαστήματα. Ο Μαρσέλο θα βρεθεί όμως αντιμέτωπος με τις… συνέπειες των πράξεών του όταν θα του ζητήσει το αφεντικό του να σκοτώσει έναν πρώην καθηγητή του.
SevenArt

Ο Κομφορμίστας – Bertolucci

Ο Bertolucci καταπιάνεται με ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον θέμα εδώ: πώς η ψυχολογία και οι επιλογές του ατόμου καταλήγουν να έχουν σημαντικό κοινωνικό αντίκτυπο. Προσεγγίζει μάλιστα το θέμα με έναν πηγαίο, υπαρξιακό και γνωσιολογικό προβληματισμό.

Ο Κονφορμιστής δεν είναι απλώς ένας άνθρωπος που θέλει να μοιάζει με όλους τους άλλους. Επιδιώκει την ένταξή του στο κοινωνικό σύνολο, μέσα από ένα δρόμο που διαλύει το εγώ του στη συλλογική υπόσταση. Ένας τέτοιος προσανατολισμός φανερώνει σημαντικά προβλήματα στο ίδιο το «εγώ» (για να γίνει αυτό εμφανές, ο Bertolucci βάζει το νεαρό Μαρσέλο να εχει πρωταγωνιστήσει σε μια τραυματική εμπειρία, που περιλαμβάνει σεξουαλική κακοποίηση, όπλα και βία). Στην πραγματική ζωή όμως, αυτά τα προβλήματα του «εγώ» δεν είναι απαραίτητο να είναι τόσο δραματικά ή ολοκληρωτικά. Κονφορμιστής, θα μπορούσαμε να πούμε, γίνεται κατά διαστήματα κάθε άνθρωπος που ενστερνίζεται το κοινά αποδεκτό πρότυπο, όχι επειδή έχει καταλήξει σε αυτό μέσα από μια διαδικασία σκέψης, αλλά γιατί θέλει να γίνει αρεστός, να πάει με το ρεύμα, ή απλά βαριέται να σκεφτεί την πραγματικότητα που τον περιβάλλει.

Όπως γίνεται εμφανές, υπάρχουν σημαντικές γνωσιολογικές διαστάσεις στο ζήτημα του κονφορμισμού. Κάποιος που βάζει το μυαλό του να δουλέψει, που στοχάζεται έστω και απλοϊκά, δεν μπορεί να καταλήξει κονφορμιστής. Η δραματική ιστορία της επικράτησης του φασισμού και του ναζισμού δείχνει αναμφίβολα πως οι κοινωνίες -τουλάχιστον σε κάποιες περιόδους- υιοθέτησαν κονφορμιστική στάση απέναντί τους. Μια στοιχειωδώς δομημένη σκέψη όμως, θα αρκούσε για να καταδείξει το παράλογο της τροπής που οι κοινωνίες αυτές έπαιρναν.

Ο Bertolucci έχει συναίσθηση αυτής της γνωσιολογικής προέκτασης. «Ο Κονφορμιστής» εξάλλου θεωρείται από μερικους ως μια κοινωνική ανάγνωση πάνω στη γνωσιολογία του Πλάτωνα.1 Και πράγματι, ο σκηνοθέτης αναδεικνύει τις γνωσιολογικές προεκτάσεις των προτύπων που κυριαρχούν στην ταυτότητα της κοινωνίας που περιγράφει: ο μικροαστικός τρόπος σκέψης, που βασίζεται σε μια επιφανειακή ανάνγωση της κοινωνικής πραγματικότητας με επίκεντρο το επίσης επιφανειακά ορισμένο ατομικό συμφέρον οδηγεί σε μια αντίστοιχα ανάλαφρη αντιμετώπιση των εν εξελίξει διεργασιών εκφασισμού. Ο μικροαστός «γνωρίζει» επιφανειακά και συνεπώς οδηγείται σε επιφανειακές ερμηνείες, που τις καθιστά «απόλυτες αλήθειες» στον βαθμό που ικανοποιούνται τα ατομικά μικροσυμφέροντά του.2 Καταλήγει μάλιστα ο Bertolucci να μας χαρίζει στην ταινία αυτή μια αισθητικά εξαίρετη απόδοση της εικόνας του σπηλαίου του Πλάτωνα, την οποία προβάλει πάνω στην κοινωνική πραγματικότητα που παρουσιάζει.

Ο Μαρσέλο τελικά δεν καταφέρνει τελικά να εκπληρώσει την αποστολή του: ο καθηγητής (σύμβολο της Γνώσης, που αναπόδραστα θα οδηγούσε στην κριτική καταπολέμηση του καθεστώτος) δεν πέφτει νεκρός από τα χέρια του, αλλά από τους «αναπληρωματικούς» δολοφόνους που το φασιστικό καθεστώς είχε προνοήσει να τον ακολουθούν. Ο συνεργάτης του μάλιστα τον θεωρεί «δειλό, ισάξιο με τους ομοφυλόφιλους».

Ο πραγματικός λόγος όμως του δισταγμού του Μαρσέλο δεν είναι η δειλία του, αλλά οι γνωσιολογικές συνέπειες της επαφής του με τον καθηγητή πριν τη δολοφονία. Η γνωσιακή «διαφώτισή» του που έρχεται με την σκηνή της περιγραφής του σπηλαίου, αναθερμαίνει την ανθρώπινη σπίθα στο λογικό και την ψυχή του. Δεν ταράσσεται ο κονφορμισμός του απλώς και μόνο από τη διανοητική αναταραχή που του επέφερε η επαφή του με τη γνώση. Η γνώση ξύπνησε τον ανθρωπισμό που κάθε άνθρωπος έχει στον πυρήνα του και που ο παραλογισμός των ολοκληρωτικών καθεστώτων πάντα προσπαθεί να εξαλείψει.

Η αληθινή γνώση (είτε ποιητική, είτε φιλοσοφική) δεν μπορεί παρά να αποκαταστήσει την ισορροπία του ανθρώπου με τον άνθρωπο στο εσωτερικό του…

  1. Julia Annas, Εισαγωγή στην Πολιτεία του Πλάτωνα, Εκδ. Καλέντης, Αθήνα, 2006, σσ. 322 – 324 []
  2. Μας θυμίζει μήπως αυτό κάτι; Ποιά ήταν η μόνιμη επωδός της νεοελληνικής κοινωνίας όποτε καταφερόταν κανείς ενάντια στην μαζική κουλτούρα του σκυλάδικου και ανάλαφρου; Και ποιά τα αποτελέσματα αυτής της μαζικής κουλτούρας στον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται ο μέσος μικροαστός νεοέλληνας σήμερα, μέσα στον πάταγο με τον οποίο γκρεμίζεται το κοσμοείδωλό του; []

Το τελευταίο αντίο στην μικροαστική αθωότητα

  • (Η μικροαστή νοικοκυρά) προσαρμόζεται, υπακούοντας σε ένα φυσικό νόμο, όπως τα ζώα που μεγαλώνει το τρίχωμά τους το χειμώνα. Χιλιάδες άνθρωποι σαν αυτή προσαρμόζονται. Στο κάτω – κάτω, όποια κυβέρνηση κι αν βρίσκεται στην εξουσία, είναι καταδικασμένοι να ζουν στην πόλη αυτή.
  • Για τα παιδιά της περιοχής το μηχανουργείο και η φυλακή ήταν οι μόνες προοπτικές. Και το μηχανουργείο την επόμενη εβδομάδα κλείνει.
  • Μερικές στιγμές με πιάνει απελπισία. Είναι σα να υπάρχει ένα είδος αρρώστιας, το μικρόβιο του κακού, που εξαπλώνεται σήμερα στον κόσμο.
  • Οι ναζί μπορεί να γράφουν σα σχολιαρόπαιδα, είναι όμως ικανοί για τα πάντα. Κι αυτό είναι που τους κάνει τόσο επικίνδυνους. Γελάει κανείς μαζί τους μέχρι την τελευταία στιγμή…

Αντίο ΒερολίνοΣτις αρχές της δεκαετίας του 1930 ο Κρίστοφερ Ίσεργουντ πηγαίνει στο Βερολίνο. Εκεί ζει σχετικά μποέμικα, παραδίδωντας μαθήματα Αγγλικών σε γόννους μεγαλοαστικών οικογεννειών, σε κρατικούς αξιωματούχους, επίδοξους καλλιτέχνες κ.ά. Ταυτόχρονα, ο κοινοβουλευτισμός της Γερμανίας, μη μπορώντας να αποσβέσει τους κλυδωνισμούς της Μεγάλης Ύφεσης σε μια χώρα που προσπαθεί να διαχειριστεί την βαριά ήττα του μεγαλοϊδεατισμού της στον Α Παγκόσμιο Πόλεμο, τρεκλίζει και ετοιμάζεται να καταρρεύσει.

Ο Ίσεργουντ, μέσα από τις λογοτεχνικές περιγραφές του ημερολογίου του, μας δίνει μια ακτινογραφία της μεσοαστικής βερολινέζικης κοινωνίας, στα πρόθυρα της ανόδου του ναζισμού. Η περιγραφή του, εστιάζοντας στην καθημερινότητα των ανθρώπων που ερωτεύονται, δουλεύουν και προσπαθουν να τα φέρουν βόλτα, αναδεικνύει τη δραματικότητα μιας κοινωνίας που σε λίγο πρόκειται να υποστηρίξει ενθέρμως τα μεγαλύτερα εγκλήματα του 20ου αιώνα.

Στα πρώτα τρία κεφάλαια ο Ίσεργουντ στρέφεται περισσότερο στην ανάδειξη μιας κοινωνίας που προσπαθεί να ζήσει στη σκιά της οικονομικής κρίσης. Η πολιτική δεν εμφανίζεται στο προσκήνιο, παρά μόνο περιστασιακά. Εξάλλου, ο μέσος μικροαστός Γερμανός ζει εκφυλιζόμενα, στη σκιά της εικόνας του για τη Μεγάλη Γερμανία. Στρέφεται λοιπόν σε φαντάσματα όπως ο Κάιζερ για να βρει πολιτικές λύσεις.

Στα επόμενα τρία κεφάλαια ο εθνικοσοσιαλισμός του Χίτλερ έχει ήδη αρχίσει να διαπερνά τη γερμανική κοινωνία. Ο Ίσεργουντ μας παρουσιάζει την εικόνα  μιας κοινωνίας που ενώ έχει κουραστεί από τη βία (τη βία της καθημερινά επιδεινούμενης οικονομίας, τη βία των ανερχόμενων ναζιστών, τη βία που θυμάται από τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο) ταυτοχρόνως στηρίζει τον βίαιο μεταφυσικό παραλογισμό των ναζιστών. Το “αρκετά πια” απέναντι στην κλιμακούμενη ναζιστική βία συνυπάρχει με το “χρειάζεται να τους δείξουν αυτοί”, μερικές μάλιστα φορές συνυπάρχουν εντός του ίδιου ατόμου!1 Μας εμφανίζεται λοιπόν η μαζική ψυχολογία μιας κοινωνίας που από τη μία  η μνησικακία και από την άλλη η ηθική της την στρέφουν στην υποστήριξη ενός εξόφθαλμου παραλογισμού. Η εσωτερική αυτή αντίφαση φωτίζει τη διαδικασία της πολιτικής επιλογής.

Χωρίς να το δηλώνει ευθέως ως σκοπό του, ο συγγραφέας μέσω του ημερολογίου του καταλήγει να μας δίνει ένα κοινωνικό ψυχογράφημα. Το οποίο τυγχάνει εξαιρετικού ενδιαφέροντος, για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, αφορά σε μια κοινωνία που ανέδειξε και υποστήριξε αυτό που θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε στην πραγματικότητα ως τον πιο κοντινό συγγενή του «απόλυτου κακού». Και δεύτερον, η κοινωνία αυτή ταλανίζεται από συνθήκες σχετικά παρόμοιες με τις τωρινές δικές μας, διαποτισμένη από παρόμοια  ψυχολογία (ο μεγαλοϊδεατισμός των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 συνετρίβη ξαφνικά στο διάγγελμα του Καστελόριζου, το οποίο σκόρπισε το πάτωμα από τα πόδια μιας καταναλωτικά παραζαλισμένης κοινωνίας). Δυστυχώς, τηρουμένων των αναλογιών, τα βήματα της δικής μας περίπτωσης ακολουθούν τον παραλογισμό μνησικακίας των Γερμανών μικροαστών του 1930 σαν πατημασιες πάνω στο χιόνι…

Isherwood, Cristopher, 1904-1986. Αντίο Βερολίνο / Κρίστοφερ Ίσεργουντ · μετάφραση Ανδρέας Αποστολίδης. – 2η έκδ. – Αθήνα : Μέδουσα, 1989

  1. Χαρακτηριστικό είναι το επεισόδιο με τον Εβραίο Ράφτη στο 4ο κεφάλαιο []

Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων

Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξωνGuenassia, Jean – Michel. Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων, μτφρ. Φωτεινή Βλαχοπούλου. – 1η έκδ. – Αθήνα : Πόλις, 2011.

Ο Γκενασιά βρίσκει τον σωστό τόνο, ταυτοχρόνως τρυφερό και πειραχτικό, για να περιγράψει τη γαλλική νεολαία της δεκαετίας του ’60. Τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, η εξέγερση κατά των γονέων, η ανακάλυψη του ροκ-εν-ρολ, το πάθος για το ποδοσφαιράκι… Αριστουργηματικές σελίδες, που
κάνουν επί μακρόν απολαυστική την ανάγνωση αυτού του ογκώδους μυθιστορήματος.

…και θα προσέθετα ότι δίνει ακριβώς το μείγμα λογικών και συναισθηματικών απαντήσεων σε υπαρξιακά ερωτήματα που ο καθένας βάζει σε διάφορες φάσεις της ζωής του. Από τα πιο συναρπαστικά μυθιστορήματα που διάβασα στη ζωή μου. Εκπληκτική ροή, γλώσσα ανθρώπινη και δυνατή, προβληματισμός πηγαίος. Σκέτη ζωή…

Ένα βιβλίο που είναι πολύ πιο εσωτερικό απ’ ότι αρχικά φαίνεται…

Μια εξαιρετική αναφορά στο βιβλίο έχει κάνει το Πανδοχείο. Αποτυπώνει με τον πιο εύγλωττο τρόπο την ατμόσφαιρα που χτίζει ο Guenassia.