Category Archives: Τέχνη

Koudelka

Κάτι με έπιασε σήμερα και ήθελα να δω Koudelka. Όχι να δω φωτογραφίες γενικά, όχι να ξεφυλλίσω λευκώματα· ήθελα να δω συγκεκριμένα Koudelka. Πήγα στη βιβλιοθήκη και τράβηξα κατευθείαν το βιβλίο του.
Προσπέρασα τα μινιμάλ του, θυμόμουν τα πανοραμικά του μα δεν ένιωθα να με ενδιαφέρουν… Σαν το υποσυνείδητό μου να αναζητούσε κάτι συγκεκριμένο.

Είδα τους τσιγγάνους του… Κάτι άρχισα να αισθάνομαι στα πλευρά μου, σαν το ρίγος μια φωτιάς που έπαιρνε να ζωηρεύει. Συνέχισα με την εισβολή στην Πράγα και μπήκα στις “Εξορίες”. Εδώ η μικρή φωτιά στα πλευρά έγινε κάψιμο, ένταση μεγάλη. Με συνεπήρε. Και κατέληξα σε αυτή τη φωτογραφία:

Η φωτιά ξαφνικά ζωήρεψε δραματικά και εκεί που πήγε να με κάψει ολόκληρο, μέσα σε μια περιδίνηση, έσβησε εντελώς. Ηρεμία και αγαλλίαση..

Ναι.
Αυτή τη φωτογραφία μάλλον αναζητούσα.

Ευχαριστώ.

Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’ αλλού φερμένο
Δεν τ’ αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου

Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ’ ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ’ ακούς

Οδ. Ελύτης, 1971

Πριν τους αλλάξει ο χρόνος

www.yiannakos.grΛυπηθηκαν μεγαλως στον αποχωρισμο των.
Δεν τοθελαν αυτοι, ηταν η περιστασεις.
Βιοτικες αναγκες εκαμνανε τον ενα
να φυγει μακρυα-Νεα Υορκη ή Καναδα.
Η αγαπη των βεβαιως δεν ηταν ιδια ως πριν·
είχεν ελαττωθει η ελξις βαθμηδον,
ειχεν ελαττωθει η ελξις της πολυ.
Ομως να χωρισθουν, δεν τοθελαν αυτοι.
Ηταν η περιστασεις. -ή μηπως καλλιτεχνις
εφανηκεν η Τυχη χωριζοντας τους τωρα
πριν σβυσει το αισθημα των, πριν τους αλλαξει ο Χρονος·
ο ενας για τον αλλον θα ειναι ως να μενει παντα
των εικοσι τεσσαρων ετων τ’ωραιο παιδι.

K. Π. Καβάφης, 1924

Ένα δυνατό κομμάτι (σε έναν από τους πιο μεστούς πολιτικά και υπαρξιακά δίσκους των PF) και ένα βίντεο κλιπ εξαιρετικής κινηματογραφικής αισθητικής, έμπλεο υπαρξιακών συμβολισμών και της μυσταγωγικής ατμόσφαιρας που περιβάλλει τη σκέψη όταν φτάνει στον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης.
Βαθιά αγαπημένο…

Θεοί μεν γαρ μελλόντων, άνθρωποι δε γινομένων,
σοφοί δε προσιόντων αισθάνονται
Φιλόστρατος, Τα ες τον Τυανέα Απολλώνιον, VIII, 7.

Οι άνθρωποι γνωρίζουν τα γενόμενα.
Τα μέλλοντα γνωρίζουν οι θεοί,
πλήρεις και μόνοι κάτοχοι πάντων των φώτων.
Εκ των μελλόντων, οι σοφοί τα προσερχόμενα
αντιλαμβάνονται. Η ακοή

αυτών κάποτε εν ώραις σοβαρών σπουδών
ταράττεται. Η μυστικη βοή
τους έρχεται των πλησιαζόντων γεγονότων.
Και την προσέχουν ευλαβείς. Ενώ εις την οδών
έξω, ουδέν ακούουν οι λαοί.

Κ.Π. Καβάφης, 1915

Αποσπάσματα από άρθρο της Λουκίας Μητσάκου

Αν σήμερα θεωρούμε την ποιητική αξία του Κωνσταντίνου Καβάφη κάτι το δεδομένο, αυτό δεν ίσχυε πάντα. Τον κατέκριναν, τον χλεύασαν σε μεγάλο βαθμό, τον παρώδησαν και πολλοί προσπάθησαν να αποδείξουν πως όσα έγραφε «δεν συνιστούσαν ποίηση». Και αυτό συνέβαινε όχι μόνο όσο ζούσε αλλά και μετά το θάνατό του.

Δεν έχει υπάρξει και ελπίζω να μην υπάρξει πιο «κακοποιημένος» από τους αναγνώστες και κάποιους εκπαιδευτικούς – εξεταστές ποιητής από τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Είναι ο ποιητής που έχει διαβαστεί αποσπασματικά όσο κανένας άλλος, που έχει αναλυθεί κατά λέξη όσο κανένας άλλος- σε τέτοιο βαθμό που χάνεται ολότελα το νόημά του, σε τέτοιο βαθμό που οτιδήποτε ζωντανό μέσα του ασφυκτιά και πεθαίνει. Είναι αυτός που όλοι έχουμε διαβάσει δίστιχά του χωρίς να γνωρίζουμε το συγκείμενο (το context) και –όπως είναι μαθηματικά λογικό και αναμενόμενο- βγάλαμε βεβιασμένα συμπεράσματα. Το «τι θέλει να πει ο ποιητής», κυρίες και κύριοι, δεν είναι ποτέ ο αυτοσκοπός και –ευτυχώς- δεν υπάρχει σωστή απάντηση.

Πρώτον, κανείς δεν μπορεί να ξέρει τι θέλει να πει ο ποιητής γιατί δεν τον έχεις μπροστά σου να τον ρωτήσεις και να σου απαντήσει. Το να μαντεύει ο καθένας τι μπορεί να είχε στο μυαλό του ο Καβάφης και να θέτει την εικασία του ως δεδομένο και απαράβατο κανόνα, είναι ακριβώς το αντίθετο από τον ίδιο τον σκοπό της Ποίησης.Το να ζητείται από τον κάθε μαθητή- σπουδαστή- φοιτητή να μάθει απ’έξω την προσωπική θεωρία του οποιουδήποτε -κατά τ’άλλα πολυδιαβασμένου και μορφωμένου ερευνητή- και να είναι σε θέση να την αναπαράγει κατά λέξη, είναι, για μένα, έγκλημα.

Επίσης, ένα ποίημα είναι –ευτυχώς και πάλι– κάτι πολύ προσωπικό και εξατομικευμένο και λέει άλλα πράγματα στον καθένα ανάλογα με την ηλικία του, το χαρακτήρα του, τα βιώματά του, τα όνειρά του, τους εφιάλτες του, τις εμμονές του, το βλέμμα του, τον τρόπο που αγγίζει, τον τρόπο που μυρίζει. Ένα ποίημα μού λέει άλλα πράγματα από αυτά που λέει σε σένα και λέει άλλα πράγματα σε μένα στα 20 και άλλα στα 30 μου. Ακριβώς εκεί έγκειται και η ομορφιά του.

Ας μάθουμε επιτέλους στους ανθρώπους να σκέφτονται και όχι τι να σκέφτονται.

7 πράγματα που μου έμαθε ο Καβάφης για τη ζωή

1. Τον φόβο σου μόνο εσύ μπορείς να τον θρέψεις και μόνο εσύ μπορείς να τον καταστρέψεις. Τα τέρατα ζουν μέσα σου και στο χέρι σου είναι μόνο αν θα τα αφήσεις να μεγαλώσουν ή όχι. Ή, όπως λέει και ο Καβάφης, «Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου».

2. Οι άνθρωποι που έχεις δίπλα σου να είναι λίγοι και καλοί. Μην αναλώνεσαι με ανθρώπους που σε κάνουν να νιώθεις άσχημα, που σε μειώνουν, που δεν θέλουν το καλό σου, που δεν ξέρουν να δίνουν. Μην εξαντλείσαι «μέσα στην πολλή συνάφεια του κόσμου».

3. Αυτά που δεν λες, αυτά που δεν ζεις, αυτά που δεν θες να παραδεχθείς ούτε στον εαυτό σου, τα απωθημένα και τα καταπιεσμένα σου ένστικτα είναι αυτά που θα έρθουν μια μέρα και θα σε εκδικηθούν, θα σε πνίξουν.Μην καταπιέζεις τον εαυτό σου, μην δημιουργείς αδιέξοδα εκεί που δεν υπάρχουν. Ζήσε.

4. Πόθος. Έρωτας. Σεξ. Αγάπη. Οι μεγαλύτερες κινητήριες δυνάμεις. Απόλαυσέ τες.

5. Δεν έχουν σημασία μόνο αυτά που ζήσαμε. Ίσως μεγαλύτερη σημασία έχουν αυτά που δεν ζήσαμε. Οι έρωτες οι ανεκπλήρωτοι, όλα τα «σ αγαπώ» που τσιγκουνευτήκαμε, όλα τα σώματα που αγγίξαμε μόνο νοητά, όλα τα χείλη που ονειρευτήκαμε αλλά φοβηθήκαμε να φιλήσουμε. Ίσως τα «όχι» μας μας έκαναν αυτό που είμαστε, όχι τα «ναι» μας. Ίσως.

6. Ό,τι αρχίζει, θα τελειώσει. Ό,τι δεν αρχίσει δεν θα τελειώσει και ποτέ. Έρωτας δεν είναι μόνο ό,τι εκπληρώθηκε- είναι και ό,τι πόθησες. Ίσως γι’ αυτό μας τρώνε για πάντα οι ανεκπλήρωτοι έρωτες. Δεν πεθαίνουν γιατί δεν κατάφεραν να γεννηθούν.

7. Το να παραδεχθούμε ότι κάτι πέθανε, ότι έκανε τον κύκλο του, ότι δεν είναι πια ό,τι ήταν, ότι το χάσαμε για πάντα, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Η μόνη λύση είναι, όμως, να αποχαιρετήσεις αυτό που φεύγει «σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος». Τουλάχιστον «σαν». Μέχρι να γίνεις θαρραλέος

Η ζωή και το έργο του Κωνσταντίνου Καβάφη σε 16 γεγονότα

1. O Κωνσταντίνος Πέτρου Καβάφης γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου στις 29/4/1863 και πέθανε στα γενέθλιά του, στις 29/4/1933, σε ηλικία 70 ετών στην γενέτειρά του, αφού είχε νοσήσει από καρκίνο του λάρυγγα.

2. Δούλεψε ως δημόσιος υπάλληλος, ως Γραφέας στην αγγλική υπηρεσία Αρδεύσεων του Υπουργείου Δημοσίων Έργων και παρέμεινε 33 χρόνια στο ίδιο γραφείο.

3. Ήταν ασυμβίβαστος στην ποίησή του, στα όνειρά του, στα ιδανικά του αλλά στην προσωπική του ζωή ο ίδιος δήλωνε «δειλός» και πάντα έβλεπε εμπόδια σε ό,τι ήθελε να κάνει.

4. Ήταν τελειομανής όσον αφορά στην ποίησή του και διακατεχόταν από ένα γόνιμο πείσμα. Επεξεργαζόταν τον κάθε στίχο με σεβασμό και πολλή προσοχή και, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, για ολόκληρα χρόνια προτού τα δημοσιεύσει.

5. Ο ίδιος θεωρούσε πως η γλώσσα είναι μία και ενιαία και δεν διάλεξε στρατόπεδο στη μάχη καθαρεύουσας- δημοτικής.

6. Οι θεματικοί κύκλοι της καβαφικής ποίησης.Ο ίδιος ο Καβάφης είχε κατατάξει τα ποιήματά του σε τρεις κατηγορίες: τα ιστορικά, τα φιλοσοφικά και τα ηδονικά ή αισθησιακά.

7. Η μορφή των ποιημάτων του: ιδιότυπη γλώσσα (μείγμα καθαρεύουσας και δημοτικής, με ιδιωματικά στοιχεία της Κωνσταντινούπολης), λιτός λόγος (σπάνια χρήση επιθέτων, τα οποία, όταν υπάρχουν, έχουν λόγο να υπάρχουν και δεν είναι κοσμητικά), σχεδόν ολοκληρωτική απουσία ομοιοκαταληξίας, ιδιαίτερος τρόπος χρήσης των σημείων στίξης (για να εκφράσουν π.χ. ειρωνεία).

8. Φύλαξε μυστική την προσωπική του ζωή και τις σεξουαλικές του προτιμήσεις και ζούσε μια διπλή ζωή. Συχνά στα ερωτικά του ποιήματα δεν προσδιορίζεται το φύλο των προσώπων ενώ σε άλλα βλέπουμε μια αποστασιοποιημένη αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο. Όσο περνούν τα χρόνια, όμως, η ομοφυλοφιλία γίνεται εμφανής στην διήγησή του και χωρίς πια ενοχές.

n

9. Τα ποιήματά του χαρακτηρίζονται από έναν διάχυτο ερωτισμό. Η Marguerite Yourcenar είχε σχολιάσει πως «τα ερωτικά ποιήματα του Καβάφη είναι περισσότερο ποιήματα περί έρωτος παρά προς το ερωτικό αντικείμενο».

10. Ο ίδιος προτιμούσε να δημοσιεύει τα ποιήματά του σε περιοδικά και εφημερίδες. Η πρώτη συλλογή με 154 ποιήματά του εκδόθηκε μετά το θάνατό του.

11. Στο τελευταίο του διαβατήριο σημείωσε ως επάγγελμα τη λέξη «ποιητής».

12. Πριν πεθάνει είχε υποβληθεί σε εγχείρηση στην Αθήνα, στην οποία έχασε τη φωνή του και αναγκαζόταν να επικοινωνεί με σημειώματα.

13. Η καβαφική ποίηση σήμερα έχει μεταφραστεί σε πάρα πολλές γλώσσες και εκτιμάται παγκοσμίως.

14. Το σπίτι όπου έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην Αλεξάνδρεια έγινε μουσείο το 1992 και βρίσκεται στον αριθμό 4 της οδού Κ. Καβάφη, όπως μετονομάστηκε προς τιμήν του ποιητή.

15. Τη μέρα που πέθανε, αδυνατώντας να μιλήσει, ζωγράφισε μια τελεία και έναν κύκλο γύρω από αυτήν.

16. Δεν πήρε ποτέ Νόμπελ Λογοτεχνίας. Τελικά, όμως, αυτό δεν έπαιξε ρόλο στην παγκόσμια αναγνώριση του έργου του.

Η διάσταση του χρόνου στην κατανόηση του έργου τέχνης

Οι παρακάτω σκέψεις διατυπώθηκαν στο πλαίσιο της συζήτησης με νεαρό φίλο, τον οποίο δεν άγγιξε -όπως περίμενε- μια ταινία του Μπέργκμαν.

Η τέχνη είναι επικοινωνία. Κάθε έργο τέχνης είναι η προσωπική (και άρα επιμέρους) απάντηση του δημιουργού πάνω σε κάποιο ζήτημα που τον απασχολεί (ας το ονομάσουμε χάριν συντομίας «ερώτημα») την συγκεκριμένη στιγμή. Η στιγμή αυτή όμως, ορίζεται από δύο χρόνους: αφενός από τον προσωπικό χρόνο του δημιουργού, από τον βιολογικό και πνευματικό του χρόνο: το πόση εμπειρία έχει συσσωρεύσει από τη ζωή, το πόσο έχει μεγαλώσει (άρα το πόσο κοντά είναι στον θάνατό του) κλπ. Αφετέρου, η στιγμή αυτή ορίζεται και από τον ιστορικό χρόνο: από την ιστορική συγκυρία, τις συνθήκες, τις εξελίξεις της εποχής κλπ. Γι’ αυτό και μπορεί παρόμοια ζητήματα να απασχόλησαν διαχρονικά τους δημιουργούς, η απάντηση που έδωσε όμως ο καθένας διαφοροποιείται… Ο κάθε δημιουργός ελπίζει η δική του, επιμέρους, «απάντηση» (το δικό του δημιούργημα) να βρει ανταπόκριση στο καθολικό, στην υπόλοιπη ανθρωπότητα, η οποία όμως αποτελείται από επιμέρους (διαφορετικούς ανθρώπους).

Για να γίνει αντιληπτή σε κάποιον η τέχνη, θα πρέπει το δικό του επιμέρους να συντονιστεί με το επιμέρους του δημιουργού. Μια πρώτη λοιπόν παρατήρηση είναι ότι για να κατανοήσει κανείς κάποιο έργο τέχνης, θα πρέπει τουλάχιστον να του έχουν δημιουργηθεί ερωτήματα αντίστοιχα με εκείνα που δημιουργήθηκαν στον δημιουργό και πυροδότησαν μέσα του τη δημιουργική διαδικασία (κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με την ενασχόληση με τη φιλοσοφία). Το να δει κανείς μια ταινία που μιλά για τη μοναξιά του ανθρώπου απέναντι στο θάνατο όταν ακόμη δεν έχει αισθανθεί στο είναι του τη σημασία του θανάτου, την ψυχρότητα μπροστά στην άβυσο του τίποτα, είναι σα να προσπαθεί να κατανοήσει την απάντηση σε ένα ερώτημα που για αυτόν δεν υπάρχει: στην καλύτερη περίπτωση δεν αντιλαμβάνεται γιατί του λέει κανείς αυτά που του λέει, στη χειρότερη θα του φανούν κενολογίες (φιλοσοφικά, κάτι αντίστοιχο θα συμβεί αν ας πούμε προσπαθήσει να κατανοήσει κανείς τον Καρτέσιο χωρίς να έχει προηγουμένως αναρωτηθεί για τη φύση του εαυτού του και του τρόπου λειτουργίας της νόησης). Ακόμη κι αν ίσως θεωρούμε ότι μας έχουν ήδη δημιουργηθεί ερωτήματα αντίστοιχα με αυτά του δημιουργού, αυτό ίσως να μην ισχύει απόλυτα, καθώς διαφορετικά αντιλαμβάνεται κανείς το θάνατο στη ηλικία των 20 (ακόμη κι αν τον απασχολεί το ζήτημα) και διαφορετικά πχ ο ώριμος Μπέργκμαν.

Επιπλέον, για να γίνει πλήρως αντιληπτό ένα δημιούργημα, θα πρέπει τουλάχιστον να έχει κανείς μια ιδέα της ιστορικής συγκυρίας που ορίζει τη στιγμή της δημιουργίας του (γι’ αυτό και η αρχαία τραγωδία είναι αντικείμενο εξέτασης κυρίως ιστορικών και φιλοσόφων, παρά τεχνοκριτικών…). Θα ανταπαντήσει κανείς εύστοχα: δηλαδή αν δεν ξέρω ιστορία δεν μπορώ να δω Μπέργκμαν; Κι αν πάλι είναι έτσι, τι σόι έργο τέχνης είναι αυτό που αντλει την αξία του από την ιστορική του διάσταση;

Η απάντηση και στα δύο αυτά ερωτήματα είναι σαφής: και ναι και όχι!

Όχι, διότι πράγματι μπορεί κανείς να δει Μπέργκμαν (και γενικά να προσεγγίσει την τέχνη) χωρίς να ξέρει ιστορία και επιπλέον το πραγματικό έργο τέχνης ξεπερνά την ιστορική συγκυρία του και απευθύνεται στον “αόριστο χρόνο” της ανθρωπότητας.
Ναι, διότι χωρίς μια στοιχειώδη γνώση του ιστορικού υποβάθρου, ίσως να μην είναι εφικτή η απόλαυση του έργου στην ολότητά του ή να μας διαφεύγουν κάποιες πτυχές του, επουδενί όμως ο πυρήνας του. Μάλιστα, στην περίπτωση που κανείς δεν είναι συναισθηματικά και νοητικά ώριμος τόσο όσο “χρειάζεται” (μεγάλη κουβέντα αυτή, αλλάς προς το παρόν ας την αφήσουμε) για να κατανοήσει ένα έργο τέχνης, η γνώση του ιστορικού υποβάθρου του δημιουργήματος είναι ίσως η μόνη άκρη από την οποία μπορεί να ξετυλίξει το δημιούργημα αυτό. Σε κάθε περίπτωση πάντως, το ιστορικό υπόβαθρο από μόνο του δεν αρκεί για να μας αγγίξει το δημιούργημα, ούτε διασφαλίζει την άντληση πραγματικής απόλαυσης…

Συνεπώς, αυτό που πρακτικά μπορεί να κάνει κανείς προσεγγίζοντας το έργο τέχνης, είναι να μη σταματά να προσπαθεί και να μοιράζεται τους προβληματισμούς του. Η τέχνη ως επικοινωνία εμπεριέχει αναγκαστικά μορφές του υποκειμενικού: το ότι κάτι είναι κλασικό, δε σημαίνει ότι θα πρέπει αναγκαστικά να αρέσει στον καθένα. Σε κάθε επαφή μας όμως με ένα έργο τέχνης (κλασσικό ή μη) ας αφήνουμε πάντα ανοιχτό ένα περιθώριο στην τελική μας κρίση: μπορεί να μην μας άρεσε ή να μην μας άγγιξε μια ταινία που είδαμε, μια μουσική που ακούσαμε, διότι η στιγμή μας δεν τέμνεται με τη στιγμή του δημιουργού, διότι η δική μας αισθητική στρέφεται προς διαφορετική κατεύθυνση κλπ. Σε κάθε περίπτωση όμως, ας μην αποκλείουμε το ενδεχόμενο να απολαύσουμε το δημιούργημα που τώρα απορρίπτουμε ή δεν κατανοούμε σε κάποια διαφορετική στιγμή μας – ειδάλλως στερούμε από το πνεύμα μας πιθανή απόλαυση…

Το έργο του Θόδωρου Αγγελόπουλου, μεγάλο και σε όγκο και σε αξία, έχει πολλούς ερμηνευτές και πολλές ερμηνείες. Έχουν γραφτεί πάμπολλα σχετικά και έχει εστιαστεί η προσοχή και η αξιολόγηση σε διάφορες όψεις, ανάλογες με το βλέμμα του εκτιμητή και ερμηνευτή, πολύ ενδιαφέροντα και κάποια πολύ σπουδαία. Το ταξίδι, η σιωπή, η προσφυγιά, η εξορία κλπ. Είναι ωστόσο όλα ή σχεδόν όλα οι επί μέρους πλευρές ενός έργου και ενός δημιουργού που επεδίωξε και πέτυχε να αποτυπώσει έναν κόσμο ως ΟΛΟΝ. Το έργο αυτό παλεύει με την Ιστορία, όχι ως παρελθόν αλλά και ως παρόν και μέλλον, ως ενιαίο και σπαρασσόμενο σώμα.  Όλα τα άλλα εντάσσονται σε αυτόν τον βασικό καμβά, ως πολύ σημαντικά, ως συστατικά στοιχεία, χωρίς αυτά το έργο εκμηδενίζεται, αλλά πάντως δεν είναι αυτά όλο το έργο. Στην διαπραγμάτευση της Ιστορίας από τον Αγγελόπουλο, πρωταγωνιστής είναι η Αριστερά. Με κάθε τρόπο, από την πρώτη ως την τελευταία ταινία. Ως υπόρρητη δήλωση και αντίληψη στην «Αναπαράσταση», ως προσδοκία στη «Σκόνη του χρόνου». Αν όλα αυτά είναι σωστά, μόνο μια ερμηνεία του αγγελοπουλικού έργου από τη σκοπιά της Ιστορίας και της Αριστεράς θα μπορούσε να το προσεγγίσει με μεγαλύτερη πληρότητα. Αυτή είναι και η ουσιαστική αιτία που το δικό μας ιστορικό ρεύμα συνδέεται στενά με τις αναζητήσεις του Θ. Αγγελόπουλου και όχι τόσο οι δηλώσεις του πως υποστηρίζει το ΝΑΡ.
Ουσιαστικά ο Αγγελόπουλος συνδέεται, με την ριζοσπαστική αναζήτηση της δικτατορικής περιόδου. Απέναντι σε ένα ρεύμα που ερχόταν από τα παλιά, διαμορφωμένο από μια Αριστερά που δεν μπορούσε να απαλλαγεί από τα σύνδρομα της ήττας, που θρηνούσε για την προδομένη δημοκρατία και  αναζητούσε, εκλιπαρούσε συχνά, έναν «ευρωπαϊκό δημοκρατικό εκσυγχρονισμό», αναπτύχθηκε ένα ρεύμα που αναζήτησε και άρχισε να διατυπώνει μια νέα επαναστατική εξαγγελία. Πάνω σ’ αυτό το ρεύμα, με όλες τις αντιφάσεις, τις αφέλειες και τις ολιγωρίες του διαμορφώθηκε το φοιτητικό αντιδικτατορικό κίνημα. Το ρεύμα αυτό αποτύπωσε τα δικά του χαρακτηριστικά στην μεταπολιτευτική εποχή, απαλλαγμένο από τα συμπλέγματα και τα στερεότυπα της παλιάς εν πολλοίς ενσωματωμένης Αριστεράς. Δεν διεκδικεί, δεν εκλιπαρεί για έναν χάρισμα ευρωπαϊκό εκσυγχρονισμό. Έχει συνείδηση πως η Αριστερά για να υπάρχει χρειάζεται να διεκδικεί και να οργανώνει μια συνολική, ως το βάθος επαναστατική ανατροπή. Αυτή την ίδια ιδέα εξέφρασε ποικιλοτρόπως και ο Θ. Αγγελόπουλος στο έργο του. Έλεγε ο ίδιος:
«Και τι μπορεί να κάνει ένας ποιητής; Να τραγουδήσει την επανάσταση. Να κλάψει τους νεκρούς. Να ανακαλέσει το χαμένο πρόσωπο της ελευθερίας».
Έτσι συναντήθηκε με την αναζήτηση του δικού μας ιδεολογικού και πολιτικού ρεύματος. Τουτέστιν, με το αδύναμο αλλά ορατό, ασαφές και αβέβαιο, αλλά φλεγόμενο, σχέδιο μιας νέας επαναστατικής Αριστεράς. Κι όπως εμείς αυτά τα χρόνια κινούμασταν στην αβεβαιότητα και την αναζήτηση, ύστερα και από τις τόσες καταρρεύσεις, έτσι και ο Αγγελόπουλος στις ταινίες του διαχωρίζεται από το πριν αλλά συναντά την ομίχλη. Όμως πάντα στο τέλος κάθε ταινίας υπάρχει μια ελπίδα. Όχι μια ανιστόρητη αισιοδοξία.
Έλεγε ο ίδιος, το 1991, ακόμα, λίγο μετά το τέλος των γυρισμάτων της ταινίας «Το μετέωρο βήμα του πελαργού»:
«Έχω την εντύπωση ότι περνάμε μια περίοδο αλεξανδρινή, σε σχέση με την προηγούμενη που θα τη λέγαμε κλασική. Αν η κλασική εποχή χαρακτηρίζεται από δημιουργία, η αλεξανδρινή χαρακτηρίζεται από συντήρηση, βιβλιογραφίες, σκέψη πάνω σ’ αυτό που έχει γίνει. Όμως, είναι μια περίοδος σιωπής, μυστικών αναζητήσεων, οι οποίες ακόμα δεν έχουν βρει το όνομα τους. Δεν θα μπορούσε να ονομάσει κανείς την αναζήτηση συγκεκριμένα, υπάρχει όμως ένα ρεύμα, μια ανάγκη. Κανείς δεν μπορεί να παραδεχτεί αυτόν τον κόσμο όπως είναι και να τον προτείνει. Είχα πει αρκετές φορές ότι αυτό το αίσθημα σιωπής με διακατέχει από μια εποχή και μετά. Σαν κάπου να σωπαίνουν σιγά-σιγά όλα. Ας το πω καλύτερα με παράδειγμα. Όταν έφτασα στο Παρίσι να σπουδάσω, δεν προλάβαινα να δω πράγματα που ήθελα να δω και ν’ ακούσω πράγματα που ήθελα ν’ ακούσω. Τόσα πολλά ήταν. Τόσες πολλές ήταν οι προτάσεις – αισθητικές, πολιτικές, κοινωνικές, φιλοσοφικές. Όταν μετά το ’80 ξαναγύρισα, έμοιαζε ο χώρος αυτός να έχει σωπάσει. Η εντύπωση ότι σώπασαν κάποια πράγματα δεν είναι δική μου, είναι εντύπωση που έβγαινε από τον ίδιο εκείνο χώρο, από διαφορετικές πλευρές, από διαφορετικές ομάδες, από διαφορετικές γενιές και ηλικίες. Η σιωπή δεν είναι τυχαία. Απουσιάζουν οι νέες προτάσεις σ’ όλα τα επίπεδα. Μπορεί να θέλουμε να πιστέψουμε κάτι, να θέλουμε να υπάρξει αυτό το κάτι και χωρίς αυτό το όνειρο, αυτήν την ελπίδα θα αισθανόμαστε συρρικνωμένοι και ασήμαντοι και χωρίς όπλα για το μέλλον. Αλλά η εποχή που λέγαμε «καβάλα πάμε στον καιρό» πέρασε. Η εντύπωσή μου είναι, λοιπόν, ότι περνάμε ένα διάστημα, μια καμπύλη σιωπής. Θα μπορούσε να ονομαστεί περίοδος αναμονής, σαν να πρόκειται να γεννηθεί κάτι καινούργιο, που δεν ξέρουμε ακόμα, όμως, τα ακριβή του χαρακτηριστικά. Ας το πούμε ένα καινούργιο όνειρο ή όραμα. Αυτό που πρόκειται να αντικαταστήσει, αυτό που πρόκειται να γεμίσει τη σιωπή που υπάρχει αυτή τη στιγμή. Αισθάνομαι πρώτη φορά τόσο έντονα σαν να είμαι σε αίθουσα αναμονής, μια μακριά αίθουσα αναμονής, και στο βάθος υπάρχει μια πόρτα που περιμένω να ανοίξει. Δεν ξέρω ούτε πότε θα ανοίξει ούτε τι θα φανεί».
Στην ουσία ο δημιουργός αναζητεί βοήθεια. Καλεί τις δυνάμεις της κοινωνίας, της σκέψης, της πολιτικής, τη νεολαία, τους συνανθρώπους και τους συντρόφους του, να του προσφέρουν τη νέα τους ψυχή. Για να μπορέσει να δει. Τι πιο σαφές για την αγωνία και την αναζήτηση ενός δημιουργού, που δεν «πειθαρχεί» στον μικρομεσαίο καιρό του; Κοντολογίς, ψάχνει να μας βρει αλλά δεν μας βλέπει.
Έτσι πορεύεται κι εκείνος με τις δικές του αβεβαιότητες. Μερικές φορές πιο σαφής και ξεκάθαρος, ώστε να γίνεται παρεξηγήσιμος, με τα μέσα και τα εργαλεία μιας κουτσής πολιτικής προσέγγισης. Μερικές άλλες πιο μακριά από το δικό μας σχέδιο. Μερικές πιο κοντά ή και ταυτιζόμενος. Προφανές. Η δική μας αμηχανία για τον καιρό και οι αμφισημία μας, δεν είναι σε θέση να αποτυπώσουν ισχυρό σημάδι στην κοινωνική ζωή, πολύ περισσότερο να δώσουν στον δημιουργό μια ισχυρή εντύπωση. Τα δυο ποτάμια μας, του δημιουργού και το δικό μας, συναντιούνται, απομακρύνονται, ξανασυναντιούνται κοκ. Ως παράλληλες και αλληλοεπηρεαζόμενες αναζητήσεις.
Ο Αγγελόπουλος συχνά βρίσκεται πιο μπροστά, από τις αναζητήσεις των επαναστατικών ρευμάτων. Στέκεται αμήχανος αρχικά αλλά εκεί που σύσσωμη η Αριστερά παρατείνει την αμηχανία της εκείνος τολμά να προτείνει, να διατυπώσει απαντήσεις ή έστω διερευνά. Μην το ξεχνάμε, είναι η εποχή των καταρρεύσεων και τα παλιά είδωλα έχουν γκρεμιστεί με πάταγο, οι πεποιθήσεις δεκαετιών έχουν κλονιστεί βαθειά, προκαλώντας κλονισμούς ακόμα και σε εκείνους που είχαν ήδη απορρίψει την πίστη των ειδώλων.
Εκεί ο Αγγελόπουλος εισβάλει κινηματογραφικά στο σκοτάδι και ψάχνει την παλιά και τη νέα πραγματικότητα. Με αυτή την βαθύτερη κατανόηση μπορούμε να «διαβάσουμε» καλύτερα σήμερα το έργο του εμείς, με τη δική μας ματιά.
Περιέχει αποκλίσεις, λάθη, αστοχίες, αν το κρίνουμε από τυπική πολιτική σκοπιά, αλλά είναι ιδιοφυές, διεισδυτικό και επαναστατικό, αν το κρίνουμε στη διαλεκτική του σχέση με την πραγματικότητα της εποχής του, με τα επαναστατικά ιδεολογικά ρεύματα και με τις αισθητικές αναζητήσεις στο τέλος του 20ου αιώνα των διαψεύσεων και στην ανατολή του 21ου  που κουβαλάει περισσότερα ερωτήματα από απαντήσεις.
Έλεγε, ακόμα από το 1991:
«Μιλάμε για μια εποχή που η σύγχυση είναι πάρα πολύ μεγάλη. Έχουν τεθεί μια σειρά προβλήματα που θα μπορούσαν να γίνουν εκρηκτικές ύλες για το αύριο. Δεν πιστεύω ότι το τέλος κάποιου ονείρου σχεδόν ενός αιώνα, που το ζέστανε μυστικά ο προηγούμενος, μπορεί να τελειώσει και οι επιπτώσεις της κατάρρευσης να εξαλειφθούν μέσα σε λίγα χρόνια. Θα κρατήσουν αρκετά. Μια Ευρώπη των προσφύγων είναι μια Ευρώπη ανθρώπων σ’ αναζήτηση ονείρου».
Από την άλλη πλευρά ο Αγγελόπουλος εκφράζει μια ιστορική συνέχεια της αναζήτησης. Το έργο του αλλά και ο ίδιος ως προσωπικότητα εμπεριέχει ολόκληρο τον 20ο αιώνα, τις ιστορικές συγκρούσεις του,  την   κουλτούρα του και τις εν γένει προσπάθειές του. Δεν μπορεί να φανταστεί κανείς πως θα ήταν το έργο του χωρίς την ποίηση του Γ. Σεφέρη. Εν πολλοίς, στις ταινίες του ανακαλύπτεις μια ελεύθερη κινηματογραφική-εικαστική μεταφορά στίχων του ποιητή. Ενσωματώνει επίσης την πνευματική αναζήτηση και τις πνευματικές κατακτήσεις από την κλασική ελληνική αρχαιότητα. Υπογραμμίζει και με αυτόν τον τρόπο σε μας την ανάγκη να ενοποιούμε αδιάκοπα τον κατακερματισμένο κόσμο, με μια προσέγγιση που θα αφομοιώνει και θα εξελίσσει διαλεκτικά τις πνευματικές και ιστορικές κατακτήσεις,  σε μια εποχή που η κοινωνική ζωή αποσυντίθεται, όπου οι άνθρωποι μετατρέπονται σε απομονωμένες προσωπικότητες, κομματιασμένες κι αυτές. Το μόνο που ενώνει τους ανθρώπους πια είναι το πιο διχαστικό: Η τηλεόραση.
Λένε κάποιοι πως ο Αγγελόπουλος δεν είναι λαϊκός, δεν είναι κατανοητός. Ο λαϊκός πολιτισμός, ο Τσιτσάνης, ας πούμε, υπήρξε και αναπτυσσόταν στη βάση μιας κοινωνίας με ενιαίες εκφράσεις, συλλογική ζωή και συμπεριφορά. Η «Δραπετσώνα» έγινε ένας λαϊκός ύμνος, γιατί στην Ελλάδα παντού υπήρχαν Δραπετσώνες. Όμως, σήμερα τα στοιχεία που ενοποιούν τους ανθρώπους αποσυντίθενται. Ποια είναι, ας πούμε η εργατική τάξη; Σκορπισμένη στη δουλειά, στην κατοικία, στην κοινωνική ζωή και στην πολιτική. Οι πολιτικές δυνάμεις δεν συνενώνουν. Οι ιδεολογικές αναζητήσεις δεν πείθουν. Τα μεταμοντέρνα ρεύματα υποσκάπτουν. Μόνο η θρησκεία και η τηλεόραση συγκροτούν ενότητες. Πόσο δραματική γίνεται η θέση του καλλιτέχνη σε ένα τέτοιο πεδίο γίνεται αντιληπτό.
Οι  ταινίες του Θ. Αγγελόπουλου από αυτή την πλευρά συνιστούν την πιο εμπνευσμένη και εκκωφαντική κραυγή αντίστασης και απόγνωσης μαζί. Αν του καταμαρτυρήσουμε ασυνέπεια, ασάφεια ή ελιτισμό, πόσο πιο αυστηροί πρέπει να γίνουμε με τους εαυτούς μας, που ενώ υποσχόμαστε και επιθυμούμε μια πολιτική, ιδεολογική και επαναστατική πρωτοπορία,  ουσιαστικά αναπαράγουμε το κομμάτιασμα του αστικού κόσμου, αρνούμαστε, αδιαφορούμε ή αδυνατούμε να ενσωματώσουμε, στη συμπεριφορά και την πολιτική μας τον πνευματικό πολιτισμό.  Κι όμως μια επαναστατική αντίληψη δεν ολοκληρώνεται αν δεν ενοποιεί τον κόσμο, αν δεν διεκδικεί και δεν κατακτά ολόκληρη τη γνώση, στη διαλεκτική και κριτική της πρόσληψη, αυτό που είναι δικό μας και ενοποιεί τον κόσμο μας. Τον Τσιτσάνη, τον Χατζιδάκι, τον Αγγελόπουλο, τον Σεφέρη, το Ρίτσο –όχι γιατί ή κυρίως γιατί, ήταν μέλος του κόμματος…
 *Το κείμενο αποτελεί εισήγηση του Θανάση Σκαμνάκη στην εκδήλωση της Λέσχης νεολαίας, θεωρίας και πολιτισμού “Αναιρέσεις” στις 22 Ιανουαρίου με τίτλο “Θόδωρος Αγγελόπουλος. Κόντρα στη σκόνη του χρόνου.” Ο Θανάσης Σκαμνάκης είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. πηγή Κοίτα τον ουρανό