Category Archives: Πολιτικά

(Μικρό) χρονικό μιας προαναγγελθείσας κρίσης

Εισαγωγή

Η πτώση της δικτατορίας των στρατιωτικών το 1974 σηματοδοτεί για την Ελλάδα το πέρασμα στη σύγχρονη εποχή. Η περίοδος της μεταπολίτευσης χαρακτηρίστηκε από μια σειρά προκλήσεων σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, καθώς αφενός η ελληνική κοινωνία για πρώτη φορά στη νεότερη ιστορία της εισήλθε σε μια περίοδο ειρηνικής ανάπτυξης κι αφετέρου το ελληνικό κράτος κλήθηκε να αποκτήσει μια δομή αντίστοιχη των δυτικών φιλελεύθερων δημοκρατιών. Για τις επόμενες τρεις δεκαετίες το αίτημα του «εκσυγχρονισμού» κατέχει πρωταγωνιστικό ρόλο στον πολιτικό λόγο. Στην πράξη ωστόσο, δεν αντιλαμβάνονται τον εκσυγχρονισμό όλοι με τον ίδιο τρόπο στην ελληνική κοινωνία, ενώ η διαχρονικότητα του αιτήματος αποδεικνύει πως στην πραγματικότητα αυτό ποτέ δεν επετεύχθη πλήρως.

Το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης κατά την δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα τόνισε με τον πιο γλαφυρό τρόπο την αδυναμία της ελληνικής κοινωνίας να ανταποκριθεί στο αίτημα του εκσυγχρονισμού, ενώ ταυτοχρόνως σήμανε με δραματικό τρόπο το τέλος της μεταπολιτευτικής περιόδου. Αυτό που εκδηλώθηκε αρχικά ως μια χρηματοπιστωτική κυρίως κρίση, σύντομα ανέδειξε μια σειρά από αδιέξοδα σε πληθώρα κοινωνικών συμπεριφορών και αντιλήψεων. Μάλιστα, το γεγονός πως οι λύσεις που εφαρμόζονται για το ξεπέρασμα της κρίσης γίνονται αντιληπτές από το κοινωνικό σύνολο ως έξωθεν επιβληθείσες, αναδεικνύει κάτι περισσότερο από μια αδυναμία προσαρμογής της ελληνικής κοινωνίας στη σύγχρονη νεοφιλελεύθερη πραγματικότητα – μοιάζει να φέρνει στην επιφάνεια έναν τρόπο προσέγγισης της πραγματικότητας από πλευράς των Ελλήνων ριζικά διαφορετικό με τις δυτικές κοινωνίες, ο οποίος μέχρι να επέλθει η οικονομική στενότητα δεν είχε γίνει ευρύτερα αντιληπτός.

Πρόκειται για κάποια ιδιόρρυθμη ελληνική ιδιαιτερότητα; Μήπως οι Έλληνες υπήρξαν απλώς άτυχοι, όντας τα θύματα μιας γενικότερης οικονομικής κρίσης του δυτικού καπιταλισμού; Κι όμως, για κάποιους τα σημάδια της κατάστασης αυτής δεν ήρθαν ως κεραυνός εν αιθρία. Η συστηματική μελέτη των συλλογικών ιδεωδών της ελληνικής κοινωνίας και του τρόπου αναπαραγωγής τους ανέδειξαν ήδη από τη δεκαετία του 1980 ορισμένες βαθιά προβληματικές όψεις του τρόπου με τον οποίο η ελληνική κοινωνία εξελισσόταν. Παρόλο που πολλοί επιστήμονες και πολιτικοί έκρουσαν τον κώδωνα του κινδύνου, πριν το ξέσπασμα της κρίσης κανείς δεν έμοιαζε να τους παίρνει πραγματικά στα σοβαρά. Ωστόσο, μετά τις δραματικές προσαρμογές που επέφεραν επτά και πλέον έτη οικονομικής υπανάπτυξης και κοινωνικών ανατροπών, η ελληνική κοινωνία απέκτησε μια εναργέστερη εικόνα ορισμένων πτυχών της που με δομικό τρόπο συνδέονται με την σημερινή κατάσταση.

Στην παρούσα εργασία θα επιχειρήσουμε μια προσέγγιση της ελληνικής μεταπολιτευτικής εμπειρίας σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, στοχεύοντας στην ανάδειξη όψεων που συνδέονται δομικά με την πρόσφατη κοινωνικοοικονομική κρίση. Προς το σκοπό αυτό αρχικά θα αναφερθούμε συνοπτικά σε κάποια χαρακτηριστικά της μεταπολιτευτικής πολιτικής και κοινωνικής εμπειρίας, ενώ έπειτα θα σκιαγραφήσουμε τους τρόπους με τους οποίους αυτά δόμησαν την κατάσταση που οδήγησε τελικά στην ελληνική κρίση.

Η ελληνική μεταπολιτευτική εμπειρία

Με την πτώση της δικτατορίας τα αιτήματα για εκδημοκρατισμό και εκσυγχρονισμό εκφράζονται συνολικά από την ελληνική κοινωνία, η οποία από το μεσοπόλεμο και μέχρι το 1974 διανύει μια περίοδο έντονων κοινωνικών διαμαχών και αυταρχικής επιβολής. Ωστόσο, τα δύο αυτά αιτήματα δεν διατυπώνονται μέσα σε ένα πλαίσιο οριστικής επίλυσης των κοινωνικών διχοτομήσεων, αλλά υπό το βάρος μιας οπτικής η οποία επιθυμεί τη λήθη του πρόσφατου παρελθόντος μέσω της αύξησης του βιοτικού επιπέδου. Έτσι, ο εκσυγχρονισμός κατανοείται ως προσέγγιση του βιοτικού επιπέδου των υπόλοιπων ευρωπαϊκών κρατών, ενώ ο εκδημοκρατισμός γίνεται αντιληπτός ως διεύρυνση της κοινωνικής προστασίας από το κράτος. Μάλιστα, η διεύρυνση αυτού του δικτύου προστασίας γίνεται με αυξημένο κόστος, καθώς πραγματοποιείται σε μια περίοδο που ο υπόλοιπος δυτικός κόσμος δονείται από το βάρος της οικονομικής κρίσης που σημάδεψε το πέρασμα από τη νεωτερικότητα στη μετανεωτερικότητα (Τσουκαλάς, 2008:244, Παναγιωτοπούλου, 2008:251).

Ως προς την «παρανόηση» αυτή σημαντικό ρόλο έπαιξε το βαθιά εντυπωμένο στο ελληνικό συλλογικό υποσυνείδητο ιδεώδες της διαρκούς βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου. Η ελληνική κοινωνία έχει μονίμως το βλέμμα της στραμμένο «προς τα πάνω», καθώς διέπεται από μια διαχρονική πεποίθηση κοινωνικής ανόδου: οι επόμενες γενιές οφείλουν να ζήσουν καλύτερα από τις προηγούμενες, και η οπτική αυτή διαποτίζει πλήρως τις ατομικές και οικογενειακές στρατηγικές σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο (Τσουκαλάς, 2005). Μάλιστα, καθώς οι στρατηγικές επιβίωσης διαχρονικά χαράσσονται σε οικογενειακό επίπεδο, αυτό καθιστά την οικογένεια κυρίαρχη οντότητα στην ελληνική κοινωνία. Η ελληνική οικογένεια, λόγω και της συστηματικής απουσίας κρατικών φορέων και δράσεων σε επίπεδο μικροκοινωνίας, αποτελεί τη σημαντικότερη μονάδα κοινωνικής αναπαραγωγής, συνοχής και ένταξης (Παναγιωτοπούλου, 2008:259). Η οικογένεια δεν φέρνει απλώς τα άτομα στον κόσμο, αλλά τα υποστηρίζει υπαρξιακά και τα ορίζει συνειδησιακά – επομένως, προσανατολίζει σταθερά τη σχέση τους με το συλλογικό. Ο Έλληνας είναι πρωτίστως μέλος της οικογένειάς του και δευτερευόντως οτιδήποτε άλλο (πχ πολίτης)· η οικογενειακή αλληλεγγύη λοιπόν αποτελεί την πυξίδα που προσανατολίζει τις ατομικές στρατηγικές και τη δράση σε κοινωνικό επίπεδο, κάτι που αναπόδραστα οδηγεί σε μια κατανόηση του συλλογικού γίγνεσθαι με όρους «εμείς» και οι «άλλοι» (Παναγιωτοπούλου, 2008:258). Μεταπολεμικά, καθώς η άνοδος του βιοτικού επιπέδου οδήγησε σε ανάπτυξη των μεσαίων στρωμάτων και, συνεπώς, σε ενίσχυση των ιδεωδών της μέσης ελληνικής οικογένειας γενικά στην κοινωνία, η ιδιότυπη σχέση ανταγωνισμού μεταξύ οικογένειας – συνόλου γενικεύθηκε και εντάθηκε. Η ελληνική κοινωνία δεν αποτελεί μια συσσωμάτωση ανώτερου επιπέδου, αλλά το πεδίο στο οποίο λαμβάνει χώρα ο αδυσώπητος ανταγωνισμός μεταξύ αυτόνομων κοινωνικά οντοτήτων για την ιδιοποίηση πόρων από το συνολικό διαθέσιμο. Επομένως, η αντίληψη της διϋποκειμενικότητας με μη-θεσμισμένους, μη-ορθολογικούς τρόπους δεν είναι ένα ιστορικό απολίθωμα, αλλά ίσως η μόνη ρεαλιστική επιλογή σε αυτό το ανταγωνιστικό παιχνίδι (Τσουκαλάς, 2008).

Αναπόδραστα, η μορφή και η λειτουργία του κράτους επηρεάζονται δομικά από την κατάσταση αυτή. Στην ελληνική περίπτωση το κράτος δεν δομήθηκε επί τη βάσει ενός κοινωνικού συμβιβασμού «συμβολαιικού» τύπου· μεταπολιτευτικά, το κράτος δεν αποτέλεσε ούτε καν το επίτευγμα κοινωνικών αγώνων, αφού η εξουσία απλώς παραχωρήθηκε στον πολιτικό κόσμο από την καταρρέουσα δικτατορία.1 Παρά την αναστήλωση της δημοκρατίας και την επέκτασή της, το ελληνικό κράτος δεν είναι νομιμοποιημένο στις ατομικές συνειδήσεις και, συνεπώς, έχει διαρκώς ανάγκη από νομιμοποίηση της εξουσίας του. Το κράτος λοιπόν στράφηκε στον ισχυρότερο πυλώνα της ελληνικής κοινωνίας, την οικογένεια, επιβεβαίωσε την εξουσία της σε ατομικό μα και συλλογικό επίπεδο, την ενίσχυσε και πήρε ως αντάλλαγμα την ανοχή της, τουλάχιστον στον βαθμό που της εξασφάλιζε πόρους προς οικειοποίηση. Αυτή η κοινωνική συναίνεση πάνω σε εξωθεσμική βάση αποδυνάμωσε εκ των προτέρων οποιαδήποτε προσπάθεια εκσυγχρονισμού της θέσμισης στην Ελλάδα, ενώ οδήγησε στο θόλωμα (ενίοτε μέχρι πλήρους κατάργησης) του διαχωρισμού δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας, στην διαιώνιση των πελατειακών σχέσεων, στην υπερίσχυση του οικογενειακού – ατομικού συμφέροντος έναντι του συλλογικού και, τελικά, στην αντίληψη του συλλογικού ως προέκταση του «εγώ» κι όχι ως υπέρβασή του (Παναγιωτοπούλου 2008:253, 259-260).

Δεν αποτελεί έκπληξη επομένως το γεγονός πως στην Ελλάδα, όλοι αυτοί οι μηχανισμοί ένταξης και εκπροσώπησης που αποτελούν δομικά συστατικά των φιλελεύθερων δημοκρατιών (κοινωνία των πολιτών, συνδικαλιστικό κίνημα, εκπαίδευση, μηχανισμοί οριζόντιας ένταξης κλπ) σπάνια λειτούργησαν ορθολογικά και θεσμικά. Αντιθέτως, εντάχθηκαν στο δίπολο οικογένεια – κράτος και, διαστρεβλωμένοι ως έννοιες και σε περιεχόμενο, ενίσχυσαν τις παραμορφώσεις της ελληνικής κοινωνίας. Η εκπαίδευση αποστεώθηκε από το μορφωτικό της περιεχόμενο κι από τη λειτουργία της ως προς τη δόμιση πολιτών και κατέληξε να αποτελεί καθολικά δικαιούμενο τυπικό προσόν που απλώς εξασφαλίζει άνοδο στη δημοσιοϋπαλληλική ιεραρχία· το συνδικαλιστικό κίνημα αποτέλεσε συχνότερα μέσο ανέλιξης στην πολιτική εξουσία, παρά μηχανισμό ιδεολογικής συσπείρωσης των εργαζομένων· ο κρατικός μηχανισμός και η δημόσια διοίκηση κατέστησαν κυρίως τομείς παροχής κοινωνικής ασφάλειας διά της εξασφάλισης χαμηλά αμειβόμενης μα σταθερής απασχόλησης, παρά εκσυγχρονισμένες μορφές υπηρέτησης του δημόσιου συμφέροντος· τα πολιτικά κόμματα (κυρίως τα δύο μεγάλα κόμματα που μεταπολιτευτικά εναλλάσσονταν στην εξουσία) αντί για ιδεολογικά οσμωμένοι σχηματισμοί εκπροσώπησης συμφερόντων, λειτούργησαν κυρίως ως αρχηγοκεντρικοί μηχανισμοί οικονομικής πατρωνίας, νομιμοποιημένοι πάνω σε μια λαϊκίστικη ηθική εξύψωση του ατομικού συμφέροντος.

Θα περίμενε κανείς πως η είσοδος στην Ε.Ο.Κ. στις αρχές της δεκαετίας του 1980 θα λειτουργούσε ως μοχλός εκσυγχρονισμού και σύγκλισης της ελληνικής κοινωνίας προς τη δυτική νεωτερικότητα. Πράγματι, σε κάποιο βαθμό υπήρξαν κάποιες ρήξεις με το παρελθόν και τις κατεστημένες νοοτροπίες, λόγω των υποχρεώσεων της χώρας ως πλήρες μέλος της Ε.Ε. (Αλεξάκης 2008:115). Ωστόσο, τα σημαντικά κονδύλια που εισέρρευσαν στην Ελλάδα μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990 από τα προγράμματα σύγκλισης και, ακόμη περισσότερο, η πρόσβαση σε εξαιρετικά φθηνό δανεισμό που εξασφάλισε η ένταξη στην ΟΝΕ στις αρχές της δεκαετίας του 2000, συνολικά ενέτειναν τις υφιστάμενες ανορθολογικές τάσεις παρά τις διόρθωσαν. Κι αυτό διότι η διαχείριση αυτών των χρηματοδοτήσεων στράφηκε στην ενίσχυση αντιπαραγωγικών, μικρών επιχειρήσεων και της κοινωνικής προστασίας μέσω της αύξησης των απολαβών, χωρίς όμως τη δημιουργία μακροπρόθεσμων προϋποθέσεων οικονομικής αναπαραγωγής αυτού του συστήματος ή, έστω, μετριασμού των επιπτώσεών του. Η αλματώδης άνοδος του βιοτικού επιπέδου από τη δεκαετία του 1980 και μετά δεν βασίστηκε σε μια αντίστοιχη παραγωγική ανασυγκρότηση, αλλά σε εξωτερικό δανεισμό και στην μεγέθυνση πρακτικών όπως οι άτυπες μορφές οικονομίας, η φοροδιαφυγή, η εξασφάλιση πολιτικών ρυθμίσεων προς ίδιον οικονομικό όφελος κλπ. Η ελληνική κοινωνία κατέληξε έτσι να παρουσιάζει οικονομική μεγέθυνση χωρίς όμως αντίστοιχη οικονομική ανάπτυξη (Τσουκαλάς, 2008:230).

Μια προαναγγελθείσα κρίση αναπαραγωγής

Σε πολλές από τις πτυχές της μεταπολίτευσης μπορεί να εντοπίσει κανείς βαρύνοντα ρόλο ως προς την πορεία που οδήγησε στην κρίση της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας. Το ζήτημα όμως που φαίνεται να ενυπάρχει περισσότερο από οποιαδήποτε άλλο στο υπόβαθρο πολλών από τις κοινωνικές κακοδαιμονίες της μεταπολίτευσης, είναι αυτό της σχέσης κράτους – οικογένειας. Αυτό το δισυπόστατο της ελληνικής κοινωνίας είναι πανταχού παρόν, οδηγώντας σε συμπεριφορές και συνθήκες με έντονο διπολισμό: δίπλα σε κάθε θεσμική μορφή, στην πράξη λειτουργεί και μια άτυπη ενώ, πολύ συχνά, για κάθε τι που εκφέρεται στον δημόσιο διάλογο, αναπτύσσονται παράλληλα νοήματα εντελώς διαφορετικά. Έτσι, ενώ υπάρχει πχ δημόσια και δωρεάν παιδεία, κανείς δεν μπορεί να εκπαιδευτεί με αξιώσεις χωρίς να απευθυνθεί στην ενισχυτική «παραπαιδεία»· αν και η επίσημη οικονομία μοιάζει καχεκτική, το οικογενειακό καταναλωτικό υπόβαθρο αναδεικνύει μια ανθούσα παραοικονομία· η θεσμική εξουσία διαρκώς νομοθετεί για την χρηστή διοίκηση και την αντιμετώπιση της διαφθοράς, όμως η παραδιοίκηση και οι διαπροσωπικές αλληλοεξυπηρετήσεις αποτελούν περισσότερο τον κανόνα παρά την εξαίρεση… Παρουσιάζεται έτσι το οξύμωρο η κοινωνική πρακτική να ρυθμίζεται άτυπα και σε διαπροσωπικό επίπεδο, παρά την ύπαρξη τυπικών μορφών εξουσίας και θεσμισμένων κανόνων λειτουργίας (Αλεξάκης, 2008:120).

Το συγκεκριμένο ζήτημα ιχνηλατείται μάλλον από τις καταβολές του ελληνικού κράτους. Όμως, ειδικά στην περίοδο της μεταπολίτευσης, γιγαντώθηκε αφενός λόγω της αύξησης των οικονομικών μεγεθών (που δημιούργησαν μεγαλύτερο ανταγωνισμό για την πρόσβαση στο κράτος – πάτρωνα) κι αφετέρου λόγω της απώλειας σημαντικών ευκαιριών εκσυγχρονισμού που παρουσιάστηκαν μέσα από την εγγύτερη αλληλεπίδραση της Ελλάδας με τον στενό πυρήνα της ανεπτυγμένης Ευρώπης. Θα μπορούσαμε λοιπόν να κάνουμε λόγο για ημιτελές πέρασμα της Ελλάδας στη νεωτερικότητα, το οποίο δημιουργεί παραμορφώσεις στην κοινωνική πραγματικότητα. Η ελληνική κοινωνία ουδέποτε πέρασε τα στάδια που, με αφορμή τον Διαφωτισμό, οδήγησαν τις δυτικές κοινωνίες στην εσωτερίκευση των νεωτερικών κοινωνικών συμβολαίων, επί τη βάσει των οποίων δομήθηκαν τα σύγχρονα δυτικά κράτη (Αλεξάκης, 2008:116-118). Αντίθετα, στην Ελλάδα έχουν επιβληθεί τυπικά μεν φιλελεύθερες κοινωνικές δομές, οι οποίες όμως δεν βασίζονται σε (ούτε και προέκυψαν αυθόρμητα από) ανάλογους ηθικούς και κοινωνικούς μετασχηματισμούς. Παρά την ύπαρξη ενός φιλελεύθερου κράτους δυτικού τύπου, «ο πρακτικός Λόγος παραμένει ριζωμένος σε παραδοσιακές μορφές» (Τσουκαλάς, 2008:224). Αντί της εσωτερίκευσης μορφών συλλογικής πειθάρχησης, στην ελληνική κοινωνία κυριαρχεί ένα «οικογενειοκεντρικό» σύστημα αξιών, το οποίο δεν ευνοεί την αποτελεσματικότητα των αφηρημένων κανονιστικών κανόνων που απαιτεί η λειτουργία ενός σύγχρονου κράτους (Τσουκαλάς, 2008:242). Ο συνδυασμός αυτός δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα ανταγωνισμού και έλλειψης συλλογικών δεσμεύσεων, το οποίο τελικά λειτουργεί εις βάρος όλων. Έτσι, ο «φιλελεύθερος ατομικισμός» της καπιταλιστικής Δύσης, στην Ελλάδα ερμηνεύτηκε ως «ατομικιστικός αμοραλισμός» που υπακούει όχι σε συλλογικούς κανόνες, αλλά σε μορφές οικογενειακής αλληλεγγύης (Παναγιωτοπούλου, 2008:257 – 258, Αλεξάκης, 2008:111).2

Το πρόβλημα που δημιουργείται ξεπερνά τόσο την οικονομική διάσταση, όσο και τις αμιγώς ανομικές όψεις της ελληνικής πραγματικότητας (διαφθορά κλπ). Στην ουσία του ζητήματος, φαίνεται πως η ελληνική κοινωνία βρίσκεται πλέον χωρίς διαθέσιμους τρόπους αντιμετώπισης μιας ρευστής και διαρκώς μεταβαλλόμενης παγκόσμιας πραγματικότητας. Οι επενδεδυμένες με μανδύα φιλελευθερισμού σχέσεις αλληλοεξυπηρέτησης κράτους – οικογένειας της μεταπολίτευσης, δημιούργησαν ένα πλαίσιο κοινωνικών πρακτικών το οποίο συχνά στερείται νοήματος – κι αυτό φάνηκε καθαρά με την αδυναμία της μεγάλης μάζας των λαϊκών στρωμάτων να καταστρώσουν μια αποδοτική στρατηγική αντίδρασης στην κρίση. Για παράδειγμα, τι μπορεί να σημαίνει στην πράξη μια απεργία ιδιοκτητών ταξί, από τη στιγμή που οι «απεργοί» είναι οι ίδιοι ιδιοκτήτες των μέσων βιοπορισμού τους και όχι εργαζόμενοι; Πώς μπορεί να παρέμβει στην πράξη ένα συνδικαλιστικό κίνημα που επί δεκαετίες αντί να δημιουργήσει στα μέλη του συνδικαλιστικές συνειδήσεις, τους έχει εντυπώσει την πεποίθηση πως η απεργία -θεωρητικά το έσχατο όπλο των εργαζομένων- αφενός είναι μια λύση σε όλα τα ζητήματα κι αφετέρου θα οδηγήσει αναπόδραστα σε βελτίωση των απολαβών; Οι φαινομενικά ανορθολογικές αυτές πρακτικές (και πλείστες άλλες), αποκτούν νόημα υπό την οπτική της κατανόησης της κοινωνίας ως πεδίο ανταγωνισμού μικρότερων συμφερόντων (κλαδικών ή ατομικών), αφού στην πράξη περισσότερο διευρύνουν συλλογικά το όποιο πρόβλημα, παρά οδηγούν στην επίλυσή του.

Η μη ύπαρξη κοινωνικής συνεννόησης οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στην απούσα (ή υπολειτουργούσα) μεταπολιτευτικά κοινωνία των πολιτών. Το ισχυρό αλλά μη θεσμισμένο κράτος και τα προσωπολατρικά κόμματα εξουσίας που ευνοούν την κάθετη και εξαρτημένη πολιτική ένταξη των μαζών δεν επέτρεψαν τη δημιουργία εδάφους στο οποίο να αναπτυχθεί μια ανεξάρτητη κοινωνία των πολιτών (Σωτηρόπουλος, 2014:14). Ακόμη όμως κι όταν αυτή άρχισε να υφίσταται, το φτωχό σε «κοινωνικό κεφάλαιο» εμπιστοσύνης και συνεργασίας κοινωνικό πλαίσιο την κατέστησε ατροφική και αδύναμη απέναντι σε αυθαίρετες ατομικές συμπεριφορές (Αλεξάκης, 2008:110, 116). Τελικά, η ισχνή κοινωνία πολιτών δημιουργεί πολιτικό έλλειμμα και υποβαθμίζει την ποιότητα της δημοκρατίας (Αλεξάκης, 2008:120, Σωτηρόπουλος, 2014:16). Παρά την σταδιακή ωρίμανση αιτημάτων πολιτικού εκσυγχρονισμού και κοινωνικής σύγκλισης με τα σύγχρονα δημοκρατικά κράτη, η οποία εκφράστηκε με την εμφάνιση μιας «μεταρρυθμιστικής» τάσης σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, την κατάσταση δεν ευνοεί η ταυτόχρονη παρουσία μιας «παρωχημένης πολιτισμικής παράδοσης» η οποία δρα ανταγωνιστικά ως προς την πρώτη (στον βαθμό μάλιστα που αυτή η δεύτερη δεν απειλεί το συλλογικό όραμα της ανόδου του βιοτικού επιπέδου, σε αντίθεση με την πρώτη) (Αλεξάκης, 2008:112–113). Όταν λοιπόν, με το ξέσπασμα της κρίσης , η κοινωνία βρέθηκε σε πλήρη αναντιστοιχία με την πολιτική της εκπροσώπηση, η κοινωνία των πολιτών αναγκάστηκε μεν να αναπτυχθεί, αλλά -εκφράζοντας ταυτόχρονα τις δύο αυτές τάσεις- οδηγήθηκε τόσο σε δημοκρατικές (συλλογικότητες αλληλεγγύης, κοινωνικά ιατρεία κλπ) όσο και σε αντιπολιτικές (ρατσιστικές, ξενοφοβικές δράσεις κ.ά.) κατευθύνσεις (Σωτηρόπουλος, 2014:32–33), ενώ ταυτόχρονα εντάθηκε ο πολιτικός κυνισμός και η κομματική απαξίωση. Έτσι, η αρχικά οικονομική κρίση, οδήγησε σε μια γενικευμένη κρίση εκπροσώπησης.

Συμπεράσματα

Στην παρούσα εργασία επιχειρήθηκε μια αδρομερής παρουσίαση των όψεων της μεταπολιτευτικής πολιτικής και κοινωνικής εμπειρίας που συνδέονται δομικά με την κρίση που ξέσπασε από το 2010 στην Ελλάδα. Αν και η οικονομική όψη είναι πρωτίστως ορατή, αποτελεί πλέον κοινό τόπο πως η κρίση είναι κυρίως αξιακή – κοινωνική. Το βασικό χαρακτηριστικό της είναι πως ο κυρίαρχος μεταπολιτευτικά τρόπος κοινωνικής αναπαραγωγής εξάντλησε τα όριά του. Μάλιστα, καθώς οι κοινωνικά κυρίαρχες σήμερα γενιές (που γεννήθηκαν από το 1974 και μετά) δεν έχουν βιώματα μεγάλων οικονομικών ρήξεων και κατακλυσμιαίων κοινωνικών μεταβολών (Αλεξάκης, 2008:115), στερούνται κοινωνικού και πολιτισμικού υποβάθρου ώστε να πορευτούν μέσα στο περιβάλλον της κρίσης και αναγκάζονται να επανεφεύρουν τον «τροχό» της επιβίωσης. Προς το παρόν τα υποκείμενα δεν έχουν αναπτύξει ακόμη νέες στρατηγικές κοινωνικής επιβίωσης και αναπαραγωγής, ενώ ταυτόχρονα (κι αυτό καθιστά το κοινωνικό παρόν ακόμη πιο προβληματικό) στερούνται των απαραίτητων πολιτικών και κοινωνικών εργαλείων που θα επέτρεπαν μια ομαλότερη και αμεσότερη προσαρμογή.

Η κατάσταση αυτή έχει βαθιές ρίζες στην διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας, μερικές από τις οποίες εντοπίζονται πολύ πριν την πτώση της δικτατορίας. Παράγοντες όπως ο κεντρικός ρόλος της οικογένειας, η ελλιπής θέσμιση του δημόσιου χώρου, οι πελατειακές σχέσεις και η προσέγγιση του κράτους ως πάτρωνα, ο ανταγωνισμός για την απομύζηση πόρων από το συλλογικό διαθέσιμο κ.ά. δεν αποτελούν απλώς προβληματικά στοιχεία, αλλά αναδεικνύουν το γεγονός πως στην πραγματικότητα η Ελλάδα ποτέ δεν πέρασε ολοκληρωτικά στη νεωτερικότητα. Για το διάστημα που οι οικονομικές συνθήκες επέτρεπαν την κοινωνική ανέλιξη και τη βελτίωση των όρων διαβίωσης, η Ελλάδα παρουσίαζε την εικόνα «χώρας των θαυμάτων», παρά τα άλυτα κοινωνικά της ζητήματα. Όταν όμως οι «τζαμπατζήδες» αποστερήθηκαν του συλλογικού τους οράματος, τα διαχρονικά άλυτα κοινωνικά ζητήματα αναδύθηκαν εκρηκτικά στην επιφάνεια. Η αρχική συλλογική αντίδραση ήταν η γενικευμένη απαξίωση της πολιτικής και του κράτους, αφού αυτά πλέον έπαψαν να λειτουργούν ως πάτρωνες που μπορούν να αποφέρουν οφέλη (Παναγιωτοπούλου, 2008:256). Η αναζήτηση κοινωνικών εναλλακτικών μέσω κοινωνικών αγώνων φαντάζει προς το παρόν ανέφικτη, αφού κάτι τέτοιο απαιτεί μαζικές ιδεολογικές ζυμώσεις, κάτι που με τη σειρά του μπορεί να αναπτυχθεί όταν έχει ήδη διανυθεί ένα πλήρες στάδιο καπιταλιστικής εξέλιξης (κάτι που στην ελληνική περίπτωση δεν ισχύει). Μένει λοιπόν να φανεί σε ευρύτερο χρονικό ορίζοντα προς ποιά κατεύθυνση θα εξελιχθεί η ελληνική κοινωνική πραγματικότητα.

Βιβλιογραφία

  • Αλεξάκης, Μ., «Καθένας για το Εαυτό του και Όλοι Εναντίων Όλων: Θέσμιση του δημόσιου χώρου, πολιτική κουλτούρα και κοινωνικές συγκρούσεις στην Ελλάδα», στο Κονιόρδος, Σ. (επιμ), Ειδικά θέματα του Ευρωπαϊκού πολιτισμού – Όψεις της σύγχρονης ελληνικής και ευρωπαϊκής κοινωνίας, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα, 2008, σσ. 91-129.

  • Παναγιωτοπούλου, Ρ., «Ορθολογικές Ατομοκεντρικές Πρακτικές στα Πλαίσια ενός ‘Ανορθολογικού’ Πολιτικού Συστήματος» στο Κονιόρδος, Σ. (επιμ), Ειδικά θέματα του Ευρωπαϊκού πολιτισμού – Όψεις της σύγχρονης ελληνικής και ευρωπαϊκής κοινωνίας, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα, 2008, σσ. 249-263.

  • Ραφαηλίδης, Β., Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους 1830 – 1974, εκδ Του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα, 2010.

  • Σωτηρόπουλος, Δ.Α., «Το Διπρόσωπο Κεφάλι του Ιανού: Η Κοινωνία Πολιτών στην Ελλάδα πριν και μετά την έναρξη της οικονομικής κρίσης», στην Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, τευχ. 42, 2014, σσ. 11-35.

  • Τσουκαλάς, Κ., «‘Τζαμπατζήδες’ στη Χώρα των Θαυμάτων: Περί Ελλήνων στην Ελλάδα», στο Κονιόρδος, Σ. (επιμ), Ειδικά θέματα του Ευρωπαϊκού πολιτισμού – Όψεις της σύγχρονης ελληνικής και ευρωπαϊκής κοινωνίας, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα, 2008, σσ. 217 – 248.

  • Τσουκαλάς, Κ., Κράτος, κοινωνία, εργασία στη μεταπολεμική Ελλάδα, εκδ Θεμέλιο, Αθήνα, 2005.

  1. Για την μη-αντίσταση στη χούντα, γλαφυρή είναι η περιγραφή στο Ραφαηλίδης, 2010. []
  2. Με αυτά τα δεδομένα, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός πως στην Ελλάδα ακόμη και η πλουτοκρατία (παρά το μέγεθος του πλούτου της) δεν συγκροτεί μια γνήσια αστική τάξη, υπό τους όρους του δυτικού κεφαλαίου. []

“Δεδομενου πως τα κοινωνικα συγκροτημενα ταξινομικα σχηματα, μεσω των οποιων τα ατομα κατασκευαζουν ενεργα τον κοινωνικο τους κοσμο, τεινουν να αναπαριστουν τις δομες απο τις οποιες παραγονται, […] η τυχη της γενικευμενης και αναγνωρισμενης ως νομιμης και αναγκαιας επιβολης ενος συστηματος άθλιων, απανθρωπων συνθηκων υπαρξης, που θα προσφερει, σταδιακα και αντικειμενικα, μερος των ορων δυνατοτητας μιας διαδικασιας παραγωγης ατομων ικανων να τις υφιστανται και να τις αντιλαμβανονται ως φυσικες, δεδομενες και, αρα, αναποφευκτες, αποτελει ενα απο τα μειζονα πολιτικα και κοινωνικα διακυβευματα του καιρου μας”

Ν. Παναγιωτοπουλος, Κοινωνικές Επιστήμες, τ. 2 – 3, 2013

Όψεις του νεοφιλελευθερισμού: Το πέρασμα από τη νεωτερικότητα στη μετανεωτερικότητα. Παραδείγματα από τον χώρο των πόλεων

Εισαγωγή

Οι αλλαγές που επήλθαν στις δυτικές κοινωνίες ως απόρροια της Γαλλικής όσο και, κυρίως, της Βιομηχανικής Επανάστασης, ήταν τόσο ευρείες και σημαντικές που σηματοδότησαν την αλλαγή μιας εποχής. Αν και στα κοινωνικά ζητήματα η περιοδολόγηση ποτέ δεν είναι απόλυτη ούτε εύκολη, ο νεωτερικός χαρακτήρας των δυτικών κοινωνιών σχηματοποιήθηκε πλήρως στις αρχές του 20ού αιώνα. Μία από τις εξέχουσες πλευρές του χαρακτήρα αυτού είναι η έμφαση στην οικονομική διάσταση του κοινωνικού φαινομένου, γεγονός που είχε ιδιαίτερες επιπτώσεις στην ανάπτυξη του αστικού χώρου.

Από τη δεκαετία του 1970 και μετά, συνεπεία μιας σημαντικής οικονομικής κρίσης, επήλθαν σημαντικές αλλαγές στο επί 70 χρόνια κυρίαρχο στον δυτικό κόσμο παράδειγμα οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης. Ως αποτέλεσμα αναδύθηκαν πολύπλευρες κριτικές απέναντι στο προηγούμενο παράδειγμα, η ένταση και ευρύτητα των οποίων οδήγησε στη διατύπωση της άποψης πως ίσως πρόκειται για ακόμα μία αλλαγή εποχής. Η εποχή της μετανεωτερικότητας, όπως αποκλήθηκε, συνεχίζει να δίνει έμφαση στην οικονομική διάσταση, αλλά με έναν διαφοροποιημένο τρόπο που, στον αστικό χώρο, αποτυπώθηκε με νέες μορφές.

Αντικείμενο της παρούσας εργασίας αποτελεί η συνοπτική παρουσίαση των χαρακτηριστικών της νεωτερικόττηας και της μετανεωτερικότητας και η επίδραση στον αστικό χώρο λόγω της μετάβασης από τη μία θεώρηση στην άλλη. Προς το σκοπό αυτό αρχικά θα επιχειρήσουμε μια αδρομερή περιγραφή της εποχής της νεωτερικότητας μέσω της επιγραμματικής αναφοράς στα χαρακτηριστικά του μοντερνισμού και του τρόπου που αυτός επέδρασε στη διαμόρφωση των πόλεων. Έπειτα από μια σύντομη αναφορά στον χαρακτήρα της κρίσης του 1970, θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε τον τρόπο με τον οποίο επήλθε η μετάβαση στη μετανεωτερικότητα και πώς οι αρχές του μεταμοντερνισμού επηρρέασαν την ανάπτυξη και τον κοινωνικό χαρακτήρα των πόλεων.

Η ανάδυση των νεωτερικών πόλεων

Με τον όρο νεωτερικότητα περιγράφεται η εποχή της ανάδυσης του σύγχρονου καπιταλιστικού κόσμου, όψεις του οποίου διακρίνονται από την εποχή του Διαφωτισμού (Gregory, 2009: 471). Ωστόσο, ως διακριτή ιστορική οντότητα, η νεωτερικότητα διαμορφώθηκε κυρίως κατά τα πρώτα τριάντα χρόνια του 20ού αιώνα (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 224), υπό το βάρος της επίδρασης οικονομικών και τεχνολογικών παραγόντων, οι οποίοι οδήγησαν σε συνακόλουθες κοινωνικές και πνευματικές μεταβολές. Από τις σημαντικότερες μεταβολές της περιόδου υπήρξε η συμπίεση χρόνου – χώρου, η μεταβολή δηλαδή της αίσθησης του ανθρώπου για τον χρόνο και τον χώρο ως αποτέλεσμα τόσο νέων τεχνολογιών στις επικοινωνίες και στις μεταφορές, όσο και των αναγκών του καπιταλισμού για αύξηση της συσσώρευσης κεφαλαίου (Harvey, 2009).

Χαρακτηριστικές όψεις της νεωτερικότητας αποτελούν οι αστικές, ταξικές κοινωνίες και η βιομηχανική παραγωγή. Τα ιδανικά της νεωτερικότητας εκφράστηκαν στον μοντερνισμό, το κίνημα που διαπέρασε όλες τις εκφάνσεις της πνευματικής δραστηριότητας στον δυτικό κόσμο για τα πρώτα τρία τέταρτα του 20ού αιώνα. Ο μοντερνισμός υιοθετεί τα πνευματικά ιδανικά του Διαφωτισμού, αναζητώντας την τάξη στον κόσμο μέσω του ορθολογισμού και δίνοντας έμφαση στην εύρεση των οικουμενικών, μεγάλων αληθειών (Harvey, 2009: 34, Gregory, 2009: 471). Μέσω της λειτουργικότητας προσπαθεί να απελευθερώσει τον άνθρωπο από την φυσική αναγκαιότητα και να τον οδηγήσει σε διαρκή πρόοδο. Ως αποτέλεσμα της πίστης του στην πρόοδο, ο μοντερνισμός διατηρεί το βλέμμα του στραμμένο στο μέλλον και ως εκ τούτου έρχεται σε ρήξη με την παράδοση και την ιστορικότητα, κάτι που τον οδηγεί στην δημιουργία διπολικών σχημάτων ως προς την κατανόηση του κόσμου (Gregory, 2009: 472).

Η εδραίωση των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών της νεωτερικότητας επέδρασε στην δομή και οργάνωση των πόλεων ήδη από τον 19ο αιώνα. Οι νεωτερικές πόλεις σχηματοποιήθηκαν καθώς η αυξανόμενη εμφάνιση των εργοστασίων, μέσω των διαδοχικών κυμάτων της βιομηχανικής επανάστασης, και η ένταση των ταξικών ανταγωνισμών μετασχημάτισαν ριζικά το μεσαιωνικό αστικό τοπίο των ευρωπαϊκών πόλεων ή οδήγησαν στην εμφάνιση εντελώς νέων, πολυπληθών –μα εξαθλιωμένων- αστικών κέντρων (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 215 – 216).1 Με αφορμή τον εξευγενισμό των πόλεων και την αντιμετώπιση των τοπίων εξαθλίωσης που συνόδευσαν την βιομηχανική επέκταση, στα τέλη του 19ου αιώνα παρατηρούνται οι πρώτες πολεοδομικές παρεμβάσεις ευρείας κλίμακας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της αναμόρφωσης του Παρισιού από τον Haussmann, όπου η «επιβολή της ευθείας» των μεγάλων λεωφόρων παρουσιάστηκε ως εξορθολογισμός της πόλης, στοχεύοντας όμως ουσιαστικά στον οικονομικό (μέσω της αύξησης της υπεραξίας της γης), οπτικό αλλά και αστυνομικό (μετά την εμπειρία των οδοφραγμάτων στα στενά του Παρισιού ) έλεγχο του αστικού τοπίου από τα ανώτερα στρώματα (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 84 – 86, Hobsbawm, 2008: 249). Καθώς σταδιακά η όραση καθίσταται σημαντικό στοιχείο στην εμπειρία του αστικού τοπίου, με τη χρήση νέων τεχνολογιών (μεταλλικές κατασκευές, γυάλινες επιφάνειες, σκυρόδεμα) επιχειρείται η όραση διαμέσω των κτιρίων (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 88), ενώ στην οργάνωση του τοπίου αναζητείται η οπτική τάξη της ευθείας (μεγάλες λεωφόροι κλπ) (Gregory, 2009: 473).

Από τις αρχές του 20ού αιώνα ωστόσο σχηματοποιήθηκε ένα συνολικότερο πλαίσιο μοντερνιστικής αντιμετώπισης των πόλεων. Η εδραίωση του φορντισμού ως κυρίαρχου βιομηχανικού παραδείγματος οδήγησε στην εμφάνιση μεγαλύτερων βιομηχανικών μονάδων, καθώς η στόχευση σε μαζική παραγωγή τεραστίων ποσοτήτων απαιτούσε την συγκέντρωση των επιμέρους παραγωγικών διαδικασιών στον ίδιο χώρο και συνακόλουθα οδήγησε στη συσσώρευση μαζικού εργατικού δυναμικού γύρω από τα υπερμεγέθη εργοστάσια (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 220). Υπό τις επιταγές του φορντισμού σχηματοποιήθηκαν οι μεγάλες βιομηχανικές πόλεις της βορειοδυτικής Ευρώπης με τις κεντρικά χωροθετημένες βιομηχανικές μονάδες. Μέσα σε αυτό το κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον ο μοντερνισμός στοχεύει σε συγκροτημένες και ολιστικές προσπάθειες απάντησης στα ζητήματα αστικού χώρου μέσω του σχεδιασμού (Gregory, 2009: 471). Αναπτύσσονται η πολεοδομία και η αστική αρχιτεκτονική και, μέσω διεθνών συνεδρίων, εξετάζονται τα ζητήματα της σχέσης των κτιρίων με τον κοινωνικό και οικονομικό τους περίγυρο (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 278) Οι ορθολογιστικές αρχές του φορντισμού και ο προσανατολισμός του αποκλειστικά στην οικονομική ανάπτυξη επηρέασαν την μοντερνιστική πολεοδομία, οδηγώντας στην αντιμετώπιση του αστικού χώρου με βάση τις βασικές λειτουργίες της πόλης (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 280 – 281). Η «φορντική πόλη» διακρίνεται από την εφαρμογή ζωνών αποκλειστικών χρήσεων (εργασίας, κατοικίας, βιομηχανίας κλπ) και από την έμφαση στην βελτίωση της κυκλοφορίας μεταξύ των ζωνών (Harvey, 2009: 102).

Οι ανάγκες ανοικοδόμησης και αντιμετώπισης των μαζικών κοινωνικών προβλημάτων που προέκυψαν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έδωσαν περεταίρω ώθηση στην εφαρμογή των μοντερνιστικών επιταγών αστικού σχεδιασμού και ενέτειναν τον κοινωνικό προσανατολισμό τους. Ως συνέπεια η μορφή προκύπτει με βάση τις ανάγκες της λειτουργίας (Harvey, 2009: 101)· η λειτουργία όμως δεν συνίσταται στην απλή πρακτικότητα, αλλά είναι προσανατολισμένη στην πραγμάτωση των ιδανικών ενός εναλλακτικού, καλύτερου κοινωνικά κόσμου (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 296). Είναι ενδεικτικός ο τρόπου που επιχειρήθηκε να αντιμετωπιστεί το επιτακτικό ζήτημα της μαζικής στέγασης από τον Λε Κορμπυζιέ και άλλους μοντερνιστές αρχιτέκτονες. Προτάθηκε (και σε ορισμένες περιπτώσεις υλοποιήθηκε)2 η δημιουργία «πύργων κατοικίας», μεγάλων συγκροτημάτων διαμερισμάτων (που σε ορισμένες περιπτώσεις έφταναν τους χιλιάδες ενοίκους και ενσωμάτωναν δραστηριότητες αναψυχής) με χρήση προκατασκευασμένων τμημάτων που θα ελαχιστοποιούσαν το κόστος κατασκευής. Οι πύργοι κατοικίας, που ήταν αποτέλεσμα τόσο των μοντερνιστικών αρχιτεκτονικών ιδεών όσο και των κερδοσκοπικών πιέσεων του κεφαλαίου στη γη (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 279-280), έδωσαν τη δυνατότητα άμεσης πρόσβασης σε λειτουργικές κατοικίες σε χιλιάδες οικογένειες, όμως ο ομογενοποιητικός τους χαρακτήρας ενίοτε δημιούργησε μη ανθρώπινα περιβάλλοντα διαβίωσης (Harvey, 2009: 69).3

Κρίση και μετανεωτερικότητα

Τη δεκαετία του 1970 ο δυτικός καπιταλισμός εισήλθε σε μία παρατεταμένη περίοδο οικονομικής κρίσης, από την οποία προέκυψε ένα ρεύμα κριτικής των μοντερνιστικών αξιών και, συνακόλουθα, διαφορετικές προσεγγίσεις στον αστικό χώρο. Η οικονομική κρίση αποτελούσε μια χαρακτηριστική κρίση καπιταλιστικής υπερσυσσώρευσης και οφειλόταν στην εξάντληση των δυνατοτήτων αναπαραγωγής του τρέχοντος συστήματος κεϋνσιανισμού – μαζικής παραγωγής / κατανάλωσης, εντός των πλαισίων ανταγωνισμού της εντεινόμενης παγκοσμιοποίησης (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 222). Η κρίση εκφράστηκε με άνοδο στις τιμές του πετρελαίου, κατακόρυφη πτώση της βιομηχανικής παραγωγής και στροφή στη ζήτηση μη τυποποιημένων προϊόντων, ενώ την ίδια περίοδο αναδύθηκαν πλείστα κινήματα (οικολογικά, εναλλακτικής διαβίωσης κ.ά.) που ασκούσαν κριτική στο τρέχον μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής οργάνωσης. Σημαντική ήταν η επίδραση εξελίξεων όπως η αποϋλοποίηση του χρήματος (κάτι που προσέδωσε μεγαλύτερη ευελιξία στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο), ενώ η ευρεία διάδοση των media και οι νέες τεχνολογίες άμεσης διάδοσης πληροφοριών (ειδικά από τη δεκαετία του 1980 κι έπειτα) οδήγησαν σε έναν νέο γύρο συμπίεσης χώρου – χρόνου (Harvey, 2009: 114).

Η κρίση τελικά δεν έφερε την κατάρρευση του καπιταλισμού αλλά την αντικατάσταση του φορντισμού από την ευέλικτη συσσώρευση, ένα νέο καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής το οποίο στοχεύει στην παραγωγή για όταν ζητηθεί. Με την ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών και καινοτόμων μεθόδων, εγκαταλείφθηκαν οι φορντικές βιομηχανίες μεγάλης κλίμακας και η παραγωγική διαδικασία οργανώθηκε σε υπεργολαβίες. Απαραίτητες προϋποθέσεις της ευέλικτης συσσώρευσης είναι η ευελιξία στην εργασία και η αποστέωση του συνδικαλισμού, ενώ ως μοντέλο παραγωγής οδήγησε τελικά στην παγκόσμια άνοδο του τομέα υπηρεσιών (με έμφαση στις υπηρεσίες παραγωγού –νομικά, πληροφόρηση, έρευνα και ανάπτυξη, χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες κ.ά.) (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 223 – 225). Καθώς ο πυρήνας της καπιταλιστικής οικονομίας δεν είναι πλέον η δευτερογενής παραγωγή αλλά ο τεταρτογενής τομέας, το νέο αυτό στάδιο καπιταλισμού χαρακτηρίζεται συχνά ως «οικονομία της γνώσης» (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 320). Σε ιδεολογικό επίπεδο, η πτώση του κεϋνσιανισμού ακολουθήθηκε από την κατακόρυφη άνοδο της επιρροής του νεοφιλελευθερισμού, ο οποίος γενικά υπερασπίζεται τις ελεύθερες αγορές και ροές κεφαλαίου, αλλά απαιτεί σφραγισμένα σύνορα για την εργασία μαζί με εξαφάνιση του κρατικού παρεμβατισμού σε όλα τα επίπεδα (Gregory, 2009: 570).

Ο μετασχηματισμός του οικονομικού παραδείγματος συνοδεύτηκε από συστηματική κριτική στις αξίες του μοντερνισμού, σε βαθμό που άρχισε να γίνεται λόγος για αλλαγή εποχής.4 Η νέα εποχή χαρακτηρίστηκε ως «μετανεωτερικότητα» και το πνευματικό κίνημα που εκφράζει τις αρχές της «μεταμοντερνισμός». Χαρακτηριστικά του μεταμοντερνισμού είναι η απόρριψη των μεγάλων αφηγήσεων και ο μεταπαραδειγματικός του χαρακτήρας (Λεοντίδου, 2011: 217).5 Δίνει έμφαση στο επιμέρους, στην τοπική ταυτότητα, στην ετερότητα, στην επικοινωνία, ενώ αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα ως πολυσήμαντο μωσαϊκό (Λεοντίδου, 2011: 215). Ουσιαστικό ρόλο στην μεταμοντερνιστική πρόσληψη της πραγματικότητας παίζει η φαντασία, η εικόνα και η αισθητική λειτουργία (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 327, Λεοντίδου, 2011: 214),6 τάσεις που σχετίζονται με την ταυτόχρονη άνοδο των media και την τηλεοπτική επέκταση (Gregory, 2009: 567), οι οποίες εξάλλου ευνοούνται από την επιφανειακή προσέγγιση του μεταμοντερνισμού (Harvey, 2009: 96).

Οι διαδικασίες που συνόδευσαν την μετάβαση στην ευέλικτη συσσώρευση είχαν σημαντικές προεκτάσεις στον χώρο και στο τόπο, αφού παγκοσμίως σημειώθηκε ανακατανομή παραγωγικών και οικονομικών δραστηριοτήτων (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 223).7 Η θεώρηση του μεταμοντερνισμού για τον χώρο αναγκαστικά επηρεάστηκε από τη νέα οικονομική οργάνωση και οδήγησε στην πρωτοκαθεδρία του χώρου έναντι του χρόνου και στην ανασημασιοδότηση των χωρικών κλιμάκων σε κάθε επίπεδο, ευνοώντας τη νέα χωρική διάρθρωση των καπιταλιστικών παραγωγικών δραστηριοτήτων (Λεοντίδου, 2011: 213, Λεοντίδου κ.ά., 2013: 334).8

Στον αστικό χώρο ειδικότερα, συνειδητοποιήθηκε πως η «μητροπολιτική κουλτούρα» του μοντερνισμού (Gregory, 2009: 470) ήταν υπεύθυνη για τη δημιουργία ποικίλλων προβλημάτων, όπως η περιβαλλοντική υποβάθμιση, τα κυκλοφοριακά προβλήματα,9 η αποξένωση, η αίσθηση του ανοίκειου, το αίσθημα απειλής, ο κατακερματισμός του χώρου λόγω των ζωνών αποκλειστικών χρήσεων (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 291-294, Λεοντίδου, 2011: 224), ενώ η ομογενοποιητική επίδραση του μοντερνιστικού πολεοδομικού σχεδιασμού και αρχιτεκτονικής δημιούργησε «καταπιεσμένες επιθυμίες» στα ανερχόμενα μεσοαστικά στρώματα (Harvey, 2009: 120). Για τον μεταμοντερνισμό οι πόλεις δεν αποτελούν πεδία εφαρμογής κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, αλλά «ετεροτοπίες», δηλαδή χώροι όπου συνυπάρχουν πολλαπλές νοηματοδοτήσεις και πραγματικότητες (Harvey, 2009: 82). Με την οπτική αυτή το διαφορετικό δεν συνιστά λ.χ. ταξικό πρόβλημα, αλλά απεναντίας ενισχύει τον πλουραλισμό.

Ο μεταμοντερνισμός πράγματι εξυμνεί την ιδιαιτερότητα και διαφορετικότητα ως θετικούς κοινωνικούς και χωρικούς παράγοντες. Ως απότοκο αυτής της θεώρησης, μεταμοντερνιστές εξυμνούν την κιτς αισθητική του Λας Βέγκας ή δυσφημισμένων προαστίων, επειδή αυτήν την αισθητική φαίνεται να επιλέγουν τα μεσοαστικά στρώματα, ανεξαρτήτως φύλου, χρώματος κλπ. Κατά την άποψη αυτή «η Disneyland φαίνεται να βρίσκεται πιο κοντά σε αυτούς τους ανθρώπους (σσ: και γι’ αυτό είναι πιο αληθινή), απ’ οτιδήποτε κατάφεραν ποτέ να τους δώσουν οι αρχιτέκτονες» (Harvey, 2009: 94). Τέτοιες θεωρήσεις ωστόσο αναδεικνύουν τον κοινωνικό μυωπισμό του μεταμοντερνισμού, καθώς στην προσπάθειά τους να εστιάσουν στην μικρή κοινωνική κλίμακα, αγνοούν τις μεγαλύτερες, καθιστώντας τα μεταμοντερνιστικά επιχειρήματα εκ των υστέρων εκλογικεύσεις. Οι υπερασπιστές της «Disneyland» λ.χ. δεν εξετάζουν από πού αντλούν τα μεσοαστικά στρώματα αυτές τις συγκεκριμένες αισθητικές προτιμήσεις και τον ρόλο των κυρίαρχων επικοινωνιακών, καταναλωτικών και οικονομικών προτύπων στην διαμόρφωσή τους.

Πάντως, οι προσεγγίσεις του μεταμοντερνισμού στον αστικό χώρο εντάσσονται στο γενικότερο πλαίσιο που προέκυψε από τον καπιταλιστικό μετασχηματισμό. Καθώς η οικονομική κρίση του 1970 ενέτεινε το ενδιαφέρον για μη χρηματικό κεφάλαιο υπήρξε μία γενικότερη στροφή -μεταξύ άλλων- στη γη ως επενδυτική δραστηριότητα. Η αύξηση της υπεραξίας της ενέτεινε την κερδοσκοπία στη γη και δημιούργησε μεγάλο ενδιαφέρον για την ανοικοδόμηση στον αστικό χώρο (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 286). Ως αποτέλεσμα της διαδικασίας αυτής αναδύθηκαν τα διάφορα σχέδια επαναστικοποίησης και εξευγενισμού του κέντρου των αποβιομηχανοποιημένων πόλεων. Εξάλλου οι παγκοσμιουπόλεις, πλανητικοί επιχειρηματικοί κόμβοι που δημιουργήθηκαν μέσα στα πλαίσια της «οικονομίας της πληροφορίας», έχουν ανάγκη από εντοπισμένα χωρικά και επικοινωνούντα δίκτυα συναφών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, καθώς και από μεγάλους γραφειακούς χώρους που να στεγάζουν τις λειτουργίες αυτές. Πράγματι, σε μεγάλο ποσοστό δράσεων εξευγενισμού τα εγκαταλελειμμένα βιομηχανικά κτίρια στα κέντρα ευρωπαϊκών πόλεων μετατράπηκαν σε γραφειακά συγκροτήματα.

Οι μετανεωτερικές πόλεις αλλάζουν αναγκαστικά χαρακτήρα: η πόλη δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως κοινωνικός σχηματισμός με σκοπό την εξυπηρέτηση των κατοίκων της, αλλά ως επιχειρηματική μονάδα με στόχο την προσέλκυση διεθνούς επενδυτικού κεφαλαίου εντός ενός πλαισίου παγκόσμιου ανταγωνισμού και κεφαλαιακής ευελιξίας (Λεοντίδου, 2011: 217, 226, 227). Στην επιχειρηματική πόλη ο κοινωνικός προσανατολισμός της αρχιτεκτονικής είναι επιζήμιος· πλέον η μορφή δεν ακολουθεί τη λειτουργία, αλλά τη χρηματοδότηση και τον εντυπωσιασμό (Harvey, 2009: 115). Η μεταμοντέρνα αρχιτεκτονική υιοθετεί πιο αισθητική κι εκλεκτικιστική αντιμετώπιση του σχεδιασμού με ανάμιξη κομματιών από το παρελθόν κατά βούληση και επιζητά τη μνημειακότητα, τη θεατρικότητα και την οργάνωση του χώρου ως θεάματος, την ψευδαίσθηση του υψηλού στα όρια του κιτς (Λεοντίδου, 2011: 216, Harvey, 2009: 89, 135).10 Αντί του πολεοδομικού προγραμματισμού προτιμώνται οι καινοτόμες σημειακές αναπλάσεις, οι οποίες μέσω της βελτίωσης της ορατότητας του αστικού τοπίου στοχεύουν στην προσέλκυση εφήμερων γεγονότων (Ολυμπιακοί αγώνες, πολιτιστικές πρωτεύουσες κλπ) και κεφαλαίου (Λεοντίδου, 2011: 227-228).

Μέσα σε αυτό το μετανεωτερικό εμπορευματικό πλαίσιο δεν εκπλήσσει το ενδιαφέρον του μεταμοντερνισμού για την ιστορία: για να αυξηθεί η επενδυτική ανταγωνιστικότητα του τόπου θα πρέπει να διακρίνεται για την ταυτότητά του. Ο χώρος προσεγγίζεται ως τόπος με μνήμη (Λεοντίδου, 2011: 219 – 221)· ο μεταμοντερνισμός θεωρητικά αναζητά την τάξη στον μεταβαλλόμενο κόσμο μέσω της συνέχειας παρελθόντος και παρόντος (Harvey, 2009: 123), παρέχοντας όμως ταυτόχρονα στο επενδυτικό κεφάλαιο ένα πλαίσιο δημιουργίας υπεραξιών πάνω στη γη. Το ενδιαφέρον του μεταμοντερνισμού για την ιστορικότητα συνδέεται επίσης με την ανάγκη του ύστερου εμπορικού καπιταλισμού να δημιουργεί και να διατηρεί ζήτηση σε νέες αγορές υπηρεσιών (Harvey, 2009: 98-99). Η κατεύθυνση αυτή εξηγεί τη γενικότερη μετανεωτερική προσέγγιση της πολιτισμικής κληρονομιάς ως μαζικό καταναλωτικό προϊόν (πολιτισμική βιομηχανία), η οποία όμως έχει ως αποτέλεσμα την επιφανειακή και εμπορική ανάγνωση της ιστορίας (Harvey, 2009: 98).11

Η αστική οπτική του μεταμοντερνισμού και η στροφή στην επιχειρηματική πόλη προσέδωσαν ένα αναπάντεχο συγκριτικό πλεονέκτημα στις μεσογειακές πόλεις (Λεοντίδου, 2011: 230), οι οποίες εξάλλου ποτέ δεν χώρεσαν στα ερμηνευτικά σχήματα του μοντερνισμού. Η προσθετική τους ανάπτυξη, που αποκαλούσε πονοκέφαλο για τους μοντερνιστές πολεοδόμους, καθιστά τις μεσογειακές πόλεις την ιδανική «κουρελού» διαφορετικότητας για τους μεταμοντερνιστές (Λεοντίδου, 2011: 226). Λόγω των μικτών χρήσεων γης οι πόλεις της Μεσογείου είναι ζωντανές καθ’ όλο το εικοσιτετράωρο ενώ η μακραίωνη ιστορία και η διαρκής κατοίκησή τους είναι εμφανής μέσα στον ιστό τους (Λεοντίδου, 2011: 224). Ταυτόχρονα, το εύκρατο μεσογειακό κλίμα τις καθιστά ιδανικές για διοργάνωση μεγάλων γεγονότων ανοικτού χώρου καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.

Τελικά όμως, η μεταμοντερνιστική προσέγγιση στον αστικό χώρο δημιούργησε και σοβαρά προβλήματα. Λόγω των σημειακών παρεμβάσεων και της έμφασης στην διαφορετικότητα κατακερματίζεται ο ιστός των πόλεων (Harvey, 2009: 101). Ο προσανατολισμός του μεταμοντερνισμού στην αγορά τον ωθεί στη δημιουργία μονότονων τοπίων, κάτι για το οποίο οι μεταμοντερνιστές ασκούσαν κριτική στον ιδεαλισμό του μοντερνισμού (Harvey, 2009: 116). Επίσης, ο μεταμοντερνιστικός εκλεκτικισμός εντείνει τις ταξικές διαφορές στον αστικό χώρο και επιπλέον, καθώς η μετατροπή των πόλεων σε τουριστικούς προορισμούς γίνεται με απομύζηση των πόρων των κατοίκων, το οικιστικό περιβάλλον καταλήγει να υπεξαιρείται από τους κατοίκους προς όφελος μιας παγκόσμιας άρχουσας τάξης (Λεοντίδου, 2011: 231). Μάλιστα, καθώς η προσέλκυση του διεθνούς κεφαλαίου γίνεται με τρόπους που δεν εγγυώνται αειφορία (Λεοντίδου, 2011: 231), τελικά το μέλλον των πόλεων υποθηκεύεται με τρόπο που δεν αποκλείει την εμφάνιση «μετανεωτερικών Ντιτρόιτ» όταν τα ενδιαφέροντα του κεφαλαίου προσανατολιστούν αλλού.

Καταλήγοντας, είναι ενδιαφέρον να δούμε επιγραμματικά πώς εξασφαλίζεται η συναίνεση των τοπικών κοινωνιών στον μεταμοντέρνο σχεδιασμό των επιχειρηματικών πόλεων. Στο κοινωνικό πεδίο το πέρασμα στη μετανεωτερικότητα χαρακτηρίστηκε από την παρακμή των ταξικών αγώνων, την απόρριψη της σκληρής εργασίας και την έμφαση στον αισθησιακό καταναλωτισμό και τον ευδαιμονισμό αντί της τεϋλορικής εργασιακής πειθαρχίας και της συμβατικής ζωής της τυπικής προαστιακής οικογένειας. Η επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού μαζί με την μεταμοντερνιστική απόρριψη των μεγάλων αφηγήσεων καλλιέργησαν ειρωνική διάθεση απέναντι στην αριστερά και στην καθαρότητα του στυλ (Λεοντίδου. 2011: 233). Σε αυτό το πλαίσιο, και μέσω ενός ευφυούς συστημικού ελιγμού, η ανασφάλεια που νιώθουν τα κατώτερα στρώματα από την ανταγωνιστική αγορά εργασίας και τον μετασχηματισμό του τόπου κατοικίας, ωθείται στην αναζήτηση ασφάλειας μέσω της δόμησης ταυτότητας, μακριά από τον ορίζοντα των ταξικών αγώνων. Όσο οι ταξικές διαφορές εντείνονται, η αναζήτηση της «κοινότητας» μες στην πόλη στρέφεται σε άλλες κατευθύνσεις. Σε αυτή την περίπτωση το διαφορετικό μπορεί να λειτουργεί εσκεμμένα ως συνδετικό: λ.χ. σε μια πόλη με πολλές μειονότητες η εθνοτική διαφοροποίηση μπορεί να εκληφθεί ως «κοινό πολυπολιτισμικό υπόστρωμα» της κοινότητας της πόλης – αρκεί να κατευνάζει τις ταξικές εντάσεις και να μπορεί να πωληθεί από τη νεοφιλελεύθερη πολιτισμική βιομηχανία.12

Επίλογος

Αν κάτι έμεινε αναλλοίωτο κατά τη μετάβαση των πόλεων από τη νεωτερικότητα στη μετανεωτερικότητα ήταν η κατεξοχήν οικονομική τους διάσταση: από τη φορντική στην επιχειρηματική πόλη, ο αστικός χώρος οργανώνεται με μια οπτική κατά βάση οικονομική. Ωστόσο ο μοντερνισμός, στην προσπάθειά του να απελευθερώσει τον άνθρωπο από τις αναγκαιότητες της επιβίωσης, τον σκλάβωσε στα δεσμά μιας ορθολογιστικής γραφειοκρατίας που εστίαζε μόνο στις μεγάλες ποσότητες, αγνοώντας τις ποιότητες. Από αυτή τη χροιά της μοντερνιστικής σκέψης εκίνησε η μεταμοντερνιστική κριτική.

Πράγματι, ο μεταμοντερνισμός κατάφερε να δημιουργήσει έναν ανοιχτό χαρακτήρα που του επέτρεψε να κατανοήσει την ετερότητα. Με την εστίαση στην τοπικότητα και στη διαφορά προσέφερε απελευθερωτική δυναμική σε ποικίλα κοινωνικά κινήματα. (Harvey, 2009: 81, 160-162). Ωστόσο, η σύνδεση του μεταμοντερνισμού με τους κανόνες της αγοράς και το νεοφιλελευθερισμό οδήγησαν σε κατακερματισμό του χώρου, μηδενιστική αποδόμηση και στην ενίσχυση της εξουσίας (Harvey, 2009: 165-166). Η μεταμοντερνιστική απόρριψη των μεγάλων αφηγήσεων και η εστίαση στην τοπικότητα δεν καταργούν τα συνολικά ιδεολογικά σχήματα από τον προγραμματισμό των παγκόσμιων οργανισμών που ρυθμίζουν τις ζωές μας σε υπερτοπικό επίπεδο.13

Ακόμα χειρότερα όμως, η ρητορική του μεταμοντερνισμού είναι επικίνδυνη επειδή αποφεύγει να αντιπαρατεθεί με τις πραγματικότητες της πολιτικής οικονομίας και τις συνθήκες της παγκόσμιας εξουσίας (Harvey, 2009: 166). Η αποστροφή του μεταμοντερνισμού για τις μεγάλες αφηγήσεις ταυτόχρονα με την έμφασή του στη φαντασία και στην ετερότητα (όλα είναι διαφορετικά, αλλά με ίση αξία) λειτουργεί τελικά υπέρ του λαϊκισμού, της εύκολης πειθούς και του εντυπωσιασμού του επιχειρήματος έναντι του ίδιου του επιχειρήματος. Χωρίς το συνεκτικό πλαίσιο της μεγάλης αφήγησης, κάθε επιμέρους επιχείρημα μπορεί να παρουσιαστεί πειστικά ως μεγάλη αλήθεια – αφού δεν έχει ανάγκη από ένα συστηματικό πλαίσιο εξήγησης από το οποίο να αντλεί την εγκυρότητά του. Μια τέτοια στάση ευνοεί τελικά τις συντηρητικές και λαϊκίστικες πολιτικές, στρέφοντας την κοινωνία σε μια κατεύθυνση υπέρ του νεοφιλελευθερισμού και διασφαλίζοντάς του τα μέσα κοινωνικής αναπαραγωγής του, αφού ακόμα και οι καταπιεζόμενοι του συστήματος το βλέπουν με την δική του οπτική.14

Βιβλιογραφία

  • Λεοντίδου, Λ., κ.ά. (2013), Γενική Γεωγραφία, Ανθρωπογεωγραφία και υλικός πολιτισμός της Ευρώπης – Ευρωπαϊκές Γεωγραφίες, Τεχνολογία και Υλικός Πολιτισμός. Πάτρα: ΕΑΠ.
  • Λεοντίδου, Λ. 2011, Αγεωγράφητος χώρα – Ελληνικά είδωλα στους επιστημολογικούς αναστοχασμούς της ευρωπαϊκής Γεωγραφίας, Αθήνα: Προπομπός.
  • Gregory κ.ά. (2009), The dictionary of Human Geography, Chichester: Wiley – Blackwell.
  • Harvey, D. 2009, Η κατάσταση της μετανεωτερικότητας – Διερεύνηση των απαρχών της πολιτισμικής μεταβολλής, μτφρ. Ε. Αστερίου, Μεταίχμιο, Αθήνα.
  • Hobsbawm, E. 2008, Επαναστάτες, μτφρ. Π. Μπουρλάκης, Θεμέλιο, Αθήνα.
  • «Unité d’ Habitation», Wikipedia, http://en.wikipedia.org/wiki/Unit%C3%A9_d%27Habitation , 10 Απριλίου 2015.
  • «Resurgence of the Traditional Wet Shaving Technique Drives the Global Non-Electric Shavers Market, According to a New Report by Global Industry Analysts, Inc.», Prweb, http://www.prweb.com/releases/cartridge_razors_market/injector_razor_market/prweb12636250.htm , 23 Απριλίου 2015.

  1. Η δημιουργία ενός εργοστασίου συνοδευόταν από την συρροή –και προσωρινή εγκατάσταση- μεγάλων εργατικών πληθυσμών γύρω του. Οι παραγκουπόλεις των χιλιάδων εργατών και των ανύπαρκτων συνθηκών υγιεινής συνόδευαν την εμφάνιση κάθε εργοστασίου. []
  2. Χαρακτηριστικά είναι τα κτίρια «Unité d’Habitation» (μονάδων κατοικίας) που ο Λε Κορμπυζιέ σχεδίασε σε Γαλλία και Γερμανία, βλ. σχετ. «Unité d’Habitation», Wikipedia, http://en.wikipedia.org/wiki/Unit%C3%A9_d%27Habitation , 10 Απριλίου 2015. []
  3. Δεν προκαλεί εντύπωση το γεγονός πως η ιδέα των μαζικών εργατικών κατοικιών βρήκε ιδιαίτερη απήχηση στο ανατολικό μπλοκ, καθώς συνδύαζε την μαζική στέγαση με την εφαρμογή των σοσιαλιστικών ιδανικών για αταξική συνύπαρξη []
  4. Η τάση αυτή εντάσσεται στη γενικότερη αίσθηση κλεισίματος ενός κύκλου που εκπήγασε από τις κοσμογονικές αλλαγές που συνόδευσαν την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού και που οδήγησε σε διατυπώσεις για το «τέλος της ιστορίας», το «τέλος της ιδεολογίας» κλπ. Ωστόσο, το κατά πόσο πρόκειται για όντως νέα εποχή ή όχι αποτελεί αντικείμενο διαφωνίας σε πολλούς επιστημολογικούς κύκλους. Στην παρούσα ανάλυση υιοθετούμε την προσέγγιση όσων (με εξέχοντα τον Harvey) υποστηρίζουν πως πρόκειται για μετασχηματισμό εντός του καπιταλισμού κι όχι για ριζική αλλαγή παραδείγματος. []
  5. Για τον μεταμοντερνισμό δεν έχει νόημα η αναζήτηση των καθολικών αληθειών, διότι τα πάντα μεταβάλλονται ραγδαία (Λεοντίδου, 2011: 217). Ακόμη όμως κι αν υπάρχουν καθολικές αλήθειες, δεν μπορούν να συγκεκριμενοποιηθούν (Ηarvey, 2009: 77). []
  6. Η εικόνα τόσο ως στιγμιαία εντύπωση, όσο και ως έκφραση κοινωνικής θέσης (συμβολικό κεφάλαιο). Το επάγγελμα του image maker (διαμορφωτή εικόνας) μετουσιώνει, στα πλαίσια του μεταμοντερνισμού, την εικόνα από μέσο σε σκοπό.. []
  7. Ολόκληρες βιομηχανικές πόλεις ερήμωσαν, με τα κουφάρια των εργοστασίων να αιωρούνται πάνω από τους άνεργους εργατικούς πληθυσμούς. Χαρακτηριστικότερη όλων η περίπτωση του Ντιτρόιτ, της πάλαι ποτέ παγκόσμιας πρωτεύουσας της αυτοκινητοβιομηχανίας που ακόμα και σήμερα δεν έχει ανακάμψει. []
  8. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τάσης αποτελεί η αναδιάρθρωση του αυτοδιοικητικού χάρτη της Ελλάδας («Καποδίστριας» και «Καλλικράτης») με στόχο όχι τόσο τη συνένωση ομοειδών κοινοτήτων αλλά τη δημιουργία ικανού μεγέθους αυτοδιοικητικών μονάδων ώστε να αποτελούν συμφέρουσες επιλογές για επιχειρηματικές δραστηριότητες. []
  9. Ως αποτέλεσμα του διαχωρισμού τόπου εργασίας – κατοικίας (λόγω των ζωνών αποκλειστικής χρήσης) και της συνεπακόλουθης μαζικής χρήσης Ι.Χ., όσο και της χωροθέτησης των βιομηχανιών στα αστικά κέντρα (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 279). []
  10. Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της Piazza d’ Italia στη Νέα Ορλεάνη (Ηarvey, 2009: 138). []
  11. Η τάση αυτή ισχυροποιείται τα τελευταία χρόνια, ισχυροποιώντας ως καταναλωτικά πρότυπά το ρετρό, το vintage κλπ. Η επαναφορά του παρελθόντος, ειδικά μέσα σε περιόδους κοινωνικών κρίσεων, αφενός προσφέρει ένα αίσθημα οικειότητας και ασφάλειας κι αφετέρου ανοίγει μεγάλες νέες αγορές. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η βιομηχανία ειδών συναφών με την ανδρική περιποίηση: μέχρι και τη δεκαετία του 1990 η αγορά πρόβαλε τις ηλεκτρικές ξυριστικές μηχανές και τα προϊόντα μίας χρήσης (έτοιμοι αφροί ξυρίσματος, ξυραφάκια μιας χρήσης κλπ) ως την επιτομή της ευχρηστίας και του μοντέρνου άνδρα. Τα τελευταία χρόνια όμως παρατηρείται παγκοσμίως μια εντυπωσιακή εμπορική αναβίωση των προϊόντων παραδοσιακού ξυρίσματος (πινέλα, ξυράφια διπλής κόψης κ.ά, που, ως τρόπος περιποίησης έχει τις ρίζες του στις αρχές του 20ού αιώνα) και μάλιστα πρόσφατες έρευνες αγοράς διακρίνουν σημαντικές τάσεις ανόδου, βλ. σχετ. την συνοπτική παρουσίαση έρευνας αγοράς της Global Industry Analysis στο prweb, διαθέσιμο στο http://www.prweb.com/releases/cartridge_razors_market/injector_razor_market/prweb12636250.htm , 23 Απριλίου 2015. []
  12. Κάτι τέτοιο ωστόσο δύσκολα μπορεί να λειτουργήσει στις μεσογειακές πόλεις, λόγω του έντονου εθνικού χαρακτήρα τους και των ιστορικών αντιπαλοτήτων με τις γειτονικές χώρες (απ’ όπου συχνά προέρχονται οι μειονότητες) που έχουν εγγραφεί στην επίσημη ανάγνωση της ιστορίας. []
  13. Για τις Η.Π.Α., για παράδειγμα, η Κούβα παραμένει μία σημαντική απειλή και συμπεριλαμβάνεται ακόμη στους επίσημους καταλόγους των «τρομοκρατικών χωρών». Δεδομένης της ανύπαρκτης στρατιωτικής ισχύος της χώρας και της οικονομικής καταστροφής από το 50ετές εμπάργκο, η θεώρηση αυτή βασίζεται αποκλειστικά σε ιδεολογικά κριτήρια. Παρόμοια, η ιδεολογική εμμονή των νεοφιλελεύθερων πιστωτών της Ελλάδας στην εφαρμογή νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων, παρόλο που αυτές τελικά υπονομεύουν την δυνατότητά της χώρας να αποπληρώσει τα χρέη της στους πιστωτές της. []
  14. Αυτό εξηγεί το γιατί π.χ. ο σύγχρονος μικροαστός απεχθάνεται την ομοιογένεια που συνεπάγεται μια αταξική κοινωνία, την στιγμή που χρωστάει το σπίτι του για την αποπληρωμή της υποθήκης του και δυσκολεύεται να ταΐσει το παιδί του, βλ. σχετ. Harvey, 2009: 29. []

Η είδηση: «Πόλεμος Μπαλτά με τον Στέφανο Κασιμάτη της Καθημερινής»

Ποιός είναι αυτός ο Κασιμάτης όμως;

Ξεκινάς να διαβάσεις το άρθρο του, ώστε να κατανοήσεις τη σύγκρουση που έχει προκύψει· τι αντιπροσωπεύει η κάθε πλευρά; Τι είναι ο “δημοσιογράφος” και τι ο Υπουργός; Αν μη τι άλλο, έχεις μια ιδέα για τη νοητική κατάσταση του υπουργού, με βάση την πανεπιστημιακή συγγραφική παραγωγή του και έρευνα στα πεδία της επιστημολογίας και της φιλοσοφίας των επιστημών.
Πιάνεις το άρθρο του δημοσιογράφου. Πρώτη πρόταση, διαβάζεις:

«Έπειτα από πέντε χρόνια προσπάθειας να αντιμετωπίσουμε την κρίση, ίσως το μόνο για το οποίο θα άξιζε να είμαστε περήφανοι ήταν ο νόμος Διαμαντοπούλου για τα πανεπιστήμια.»

Στοπ. Το κλείνεις. Έχεις όση πληροφόρηση χρειάζεται. Κατάλαβες ακριβώς όλο το ιδεολογικό υπόβαθρο του “Φαληρέα” και όλα τα συμφέροντα τα οποία υποστηρίζει και τον υποστηρίζουν. Δε χρειάζεται καμία άλλη πληροφόρηση.

Για όσους δεν γνωρίζουν, το έκτρωμα που ονομάστηκε “νόμος Διαμαντοπούλου” αποτελεί την κορωνίδα των προσπαθειών νεοφιλελεύθερου μετασχηματισμού της παιδείας (και πλήρους απαξίωσής της), με βάση τις επιταγές της πανευρωπαϊκής νεοφιλελεύθερης στροφής στο χώρο, όπως καταγράφεται στη συνθήκη της Μπολώνια κι έπειτα. Βασικά χαρακτηριστικά, η απόλυτη ιδιωτικοποίηση της παιδείας, ο αποκλεισμός όλων των μεσαίων – χαμηλότερων στρωμάτων (ή το σπρώξιμό τους σε απαξιωμένες δομές), ο κατακερματισμός της γνώσης και η έμφαση στην εργαλειακότητά της έναντι της ουσίας της, η κατάργηση χαρακτηριστικών με διάκρεια ζωής πάνω από 5 αιώνες (πανεπιστημιακό άσυλο και αυτοδιοίκητο κλπ) και πολλα άλλα τέτοια χαριτωμένα…

Υπακούστε

Η είδηση: επεισόδια για ακόμα μια φορά ταράζουν αμερικανικές πόλεις, συνεπεία ακραίας αστυνομικής βίας. Στο πλαίσιό τους, ένας άνδρας συλλαμβάνεται από τις αστυνομικές δυνάμεις. Για τα αμερικανικά, συστημικά ΜΜΕ το γεγονός συνοδεύεται από ενδελεχή σχολιασμό ο οποίος προσπαθεί να εντυπώσει στο ακροατήριο την αίσθηση ότι ο άνδρας συλλαμβάνεται -προφανώς δικαιολογημένα- στο πλαίσιο ταραχών. Το μη σχολιασμένο όμως βίντεο που προέρχεται από εξω-αμερικανικό ΜΜΕ, δείχνει μια διαφορετική εικόνα:1

vlcsnap-2015-05-04-13h25m52s41

Φαίνεται εδώ ξεκάθαρα πως δεν υπάρχει κάποια παραβατική συμπεριφορά που πραγματικά να απειλεί (τους αστυνομικούς ή την κοινωνία). Αντίθετα, υπάρχει ένα καταφανώς πολιτικό μήνυμα, το οποίο εκφράζεται μέσω της υιοθέτησης από τον άνθρωπο μιας ακτιβιστικής στάσης ανοχής.

Η στάση αυτή, καταφανώς μη παραβατική και μη επικίνδυνη για τις αστυνομικές δυνάμεις και για την κοινωνία, φανερώνει φωναχτά και με τρόπο ευκρινή το πρακτικά αναίτιο και την πολιτική στόχευση της επιβολής ενός μέτρου τόσο ακραίου, όσο η απαγόρευση κυκλοφορίας κατοίκων μες στην ίδια τους την πόλη.

Δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος για την κοινωνία που πρέπει να αποσοβηθεί· πρέπει απλά να επανατυπωθεί, να εσωτερικευτεί ξανά στις μάζες η έννοια της κρατικής εξουσίας. Το μέτρο της απαγόρευσης κυκλοφορίας φαίνεται ξεκάθαρα πως δεν μπορεί να τεκμηριωθεί λογικά, ως αποτέλεσμα των γεγονότων· ο στόχος του είναι αποκλειστικά ψυχολογικός: απευθύνεται στο υποσυνείδητο φωνάζοντας «ΥΠΑΚΟΥΣΤΕ» (παρατηρήστε στην παρακάτω εικόνα ποιανού η στάση μοιάζει πιο παθιασμένη και απειλιτική: όχι του διαδηλωτή, όχι των αστυνομικών, αλλά του… καμεραμάν: γεμάτος έξαψη, μαζεύει άπληστα την τροφή που βρήκε για να ταΐσει τα θηρία της τηλεθέασης…).vlcsnap-2015-05-04-13h26m27s26

Γι’ αυτό και οποιαδήποτε αντίδραση μη-υπακοής, όσο ειρηνική κι αν είναι, θα πρεπει να κατασταλεί άμεσα και αποτελεσματικά. Ο κίνδυνος δεν προέρχεται από παραβατικές συμπεριφορές ή από τις υπερβολικές αντιδράσεις – δεν επιχειρήται η διαφύλαξη της ιδιωτικής περιουσίας από τους πλιατσικολόγους. Εξάλλου, αν κάποιος αντιδρά σπασμωδικά ως ταραχοποιός, δεν προβάλει κάποια απαίτηση που να θίγει τα κεκτημένα του συστήματος εξουσίας.

Ο πραγματικός κίνδυνος είναι από την άλλη το πολιτικό μήνυμα που οι ειρηνικές αντιδράσεις κουβαλούν. Αν κάποιος προβάλλει μια πολιτική στάση, δια της απαίτησης μιας διαφορετικής κοινωνικής ισορροπίας που η στάση αυτή εκφράζει, κινδυνεύει η καθεστηκυία τάξη πραγμάτων. Μάλιστα, όσο πιο ξεκάθαρα πολιτική είναι η στάση του διαμαρτυρόμενου, τόσο πιο έντονα και άμεσα πρέπει να κατασταλεί. Η μανιώδης υπεραντίδραση απέναντι στον όρθιο άνθρωπο που, διά της στάσης του και του συμβόλου στην μπλούζα του αμφισβητεί πολιτικά την αιτιακή αναγκαιότητα της κρατικής βίας, κραυγάζει απλά «ΥΠΑΚΟΥΣΤΕ».

vlcsnap-2015-05-04-13h26m37s142

Γι’ αυτό και, παρόλο που ο άνθρωπος δεν αντιδρά στην επίθεση που δέχεται, πρέπει να ριχτεί βίαια στο έδαφος: η υπακοή που ο εξουσιαστικός μηχανισμός ζητά, δεν σημαίνει απλώς συμμόρφωση (με την έννοια της αποδοχής από το άτομο), διότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε πως στο άτομο αναγνωρίζεται η ελευθερία στην επιλογή του, πράξη κατεξοχήν πολιτική· αντίθετα, η υπακοή που επιζητάται είναι αυτή της άνευ όρων υποταγής στην υπάρχουσα κατάσταση.

  1. πηγή: TVXS.gr []

Αδιέξοδα;

Ένα σχόλιο πάνω στην (παρα-)φιλολογία σχετικά με το πόσο ρεαλιστική είναι η δυνατότητα διαπραγμάτευσης για το ζήτημα του ελληνικού χρέους και κατά πόσον υπάρχουν περιθώρια ελιγμών.

Δεν υπάρχουν μονόδρομοι στις κοινωνίες. Πάντα κάτι χάνεις και κάτι κερδίζεις – η βαρύτητα του ισοζυγίου είναι ζήτημα οπτικής. Ναι, μπορεί να τιναχτούνε όλα στον αέρα (αν και εν προκειμένω δεν το νομίζω καθόλου αυτό, αλλά ας το αποδεχτούμε ως άσκηση). Μέχρι τώρα όμως ποιές ήταν οι προοπτικές που διαγράφονταν για την κοινωνία; Ας πούμε, πόσο “ακριβότερη” θα ήταν μια έξοδος από το ευρώ, σε σχέση με το κόστος που θα είχε για την κοινωνία η συνεχιζόμενη παραμονή εντός ευρώ αλλά υπό το καθεστώς νεοφιλελεύθερης λιτότητας;

Δεν είναι ούτε ζήτημα ανθελληνικού πολέμου, ούτε μονόδρομων κλπ. Άπλα, έτσι πορεύεται η πολιτική: αντίρροπες δυνάμεις πιέζουν τις κοινωνίες προς κάθε κατεύθυνση· τελικά η κοινωνική κατάσταση που θα δημιουργηθεί θα είναι αποτέλεσμα των συμβιβασμών και των ισορροπιών που θα δημιουργηθούν. Οι «πολιτικές της Ευρώπης» ποτέ δεν ήταν απόλυτα προδιαγεγραμμένες. Πάντα καθορίζονταν στα πλαίσια τέτοιων διαδικασιών και συσχετισμών. Και οι πολιτικές διεργασίες εμπεριέχουν κινητήριες δυνάμεις που οι επιπτώσεις τους δεν μπορούν να προεξοφλούνται…

Υπό την οπτική αυτή, και μόνο το γεγονός ότι επανέρχεται στο προσκήνιο η έμφαση στην παραγωγή και διακίνηση πολιτικού προβληματισμού -και συνεπώς η τοποθέτηση του ελληνικού ζητήματος εντός ενός τέτοιου προβληματισμού- είναι ένα βήμα προόδου.

Το Δόγμα του Σοκ – Μια ανάγνωση

Είναι το Δόγμα του Σοκ της Ναόμι Κλάιν1  μια συνομωσιολογική ανάγνωση της ιστορίας του νεοφιλελευθερισμού;

Προσωπικά δεν ειμαι υπερμαχος των θεωριων συνωμοσιας, με την εννοια οτι δεν προκυπτει απο πουθενα οτι αυτες καθοριζουν την ιστορικη πραγματικοτητα (αυτο δε σημαινει βεβαια οτι δεν υπαρχουν κυκλοι γυρω απο τις εξουσιες οι οποιοι προσπαθουν να δρασουν με τετοιον τροπο).

Ωστοσο η Κλαιν δεν διατυπωνει μια αναλυση ιστοριων συνομωσιας. Με αναλυση ιστορικων παραδειγματων αποτομης προσαρμογης κοινωνιων στον νεοφιλελευθερισμο, καταληγει στο οτι η παραδοχή του Φριντμαν, ό,τι οι θέσεις του απαιτούν για την εφαρμογή τους αυταρχικά καθεστώτα ή περιστολή των δημοκρατικών ελευθεριών,  δεν ειναι απλως μια ακραια ακαδημαϊκη διατυπωση, αλλα ενα δογμα το οποιο κατα καιρους εχει εφαρμοστει στην πράξη απο τους υποστηρικτες του νεοφιλελευθερισμου.

Αυτο από μόνο του δεν ειναι ουτε καμια ριζοσπαστικη διαπιστωση, ουτε και κατι παραλογο: καθε δογμα για να επιβληθει θα χρησιμοποιησει ολα τα μεσα που ειναι συμβατα με τις επιταγες του. Οταν ενα συστημα λοιπον οπως ο νεοφιλελευθερισμος αντιμετωπιζει τις κοινωνιες ως εμποδιο στην οικονομικη δραστηριοτητα,2 λογικο ειναι να προσπαθει να τους επιβληθει εξωθεν, με καθε μεσο.

Το καινουργιο και ενδιαφερον που κανει η Κλαιν ειναι πως παραθετει μαζεμενα και διεξοδικα αναλυμενα πολλα παραδειγματα, οποτε μας φανερωνει πιο αναγλυφα μια πραγματικοτητα που δεν την συνειδητοποιουμε οσο την προσεγγιζουμε μεσα απο τη χρονικη ροη των δελτιων ειδησεων. Εξαλλου, αυτος ειναι ενας γενικοτερος ρολος της ιστοριας: οι αλλαγες απλωνονται στο χρονο και στην χρονική διάρκεια της ζωσας πραγματικοτητας ειναι δυσκολος ο εντοπισμος τοσο των χαρακτηριστικων τους οσο και των αιτιων και συνεπειων τους (μερικες φορες ειναι δυσκολο να συνειδητοποιησει μια κοινωνια ακομα και το οτι γινονται αλλαγες…). Η ιστορια ερχεται να κοιταξει εκ των υστερων ενα μεγαλο σωμα δεδομενων, οποτε της ειναι πιο ευκολο να διατυπωσει συμπερασματα. Το γεγονος οτι το υλικο της ιστοριας ειναι το παρελθον δεν αφαιρει κατι απο την επιστημονικοτητα της ή απο την αξια του ρολου που εχει να πραγματοποιησει, αφου «το παρελθον βρισκεται ενσωματομενο στο παρον, το οποιο περιεχει μεσα του εν σπερματι το μελλον…

Σε κάθε περίπτωση, ειναι απαραιτητο η ενασχοληση με την οικονομια να περιλαμβανει ενεργη γνωση τοσο ιστοριας οσο και κοινωνιολογιας. Δεν ειναι τυχαιο που εδω και παρα πολλα χρονια η κοινωνικη και η οικονομικη ιστορια εξεταζονται μαζι – η αλληλεπιδραση τους ειναι δομικού τύπου, δεν μπορει να διαχωριστει το ενα απο το αλλο. Ουτε καν στην εποχη μας οπου οι τεχνολογικες δυνατοτητες εχουν επιτρεψει σε πολυ μεγαλο βαθμο στην οικονομια να αυτονομηθει και να κινειται σε εναν δικο της, αϋλο ηλεκτρονικο χωρο, εξω απο την κοινωνια. Ακομα κι ετσι ομως, τα αποτελεσματα της ειναι αμεσα ορατα στην κοινωνια (ειτε σαν συγκεντρωση πλουτου, ειτε σαν συγκεντρωση φτωχειας), και επιπλέον οι συνθηκες που γεννησαν και επιτρεπουν την τεχνολογικη και ηθικη αυτονομηση της ειναι κατα βαση κοινωνικες…

  1. Κλάιν, Ν., Το δόγμα του σοκ, Η άνοδος του καπιταλισμού της καταστροφής, μτφρ: Άγγελος Φιλιππάτος, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα, 2010 []
  2. αυτή την ανάδυση της οικονομίας ως ξεχωριστή οντότητα και τελικα την αυτονομηση της απο της κοινωνια εντοπιζει πολυ αναγλυφα στην εξελιξη του καπιταλισμου από τη Βιομηχανική Επανάσταση κι έπειτα, ο Karl Polanyi στον Μεγαλο μετασχηματισμο []

Φόβος

Τώρα που τέλειωσε και επίσημα η προεκλογική εκστρατεία, σαν γενικότερη διαπίστωση, μου προξενεί πολύ μεγάλη εντύπωση ό,τι εν έτει 2015 άνθρωποι με πρόσβαση στην πληροφορία και με λειτουργικό νου εκφράζουν φόβους πως είναι δυνατόν από τις εκλογές εντός των πλαισίων μιας αστικής δημοκρατίας, να προκύψουν αναρχικές η ρεβανσιστικές ή κομμουνιστικές κυβερνήσεις (άσχετα από τη στάση που υιοθετεί ο καθένας απέναντί τους, αν δηλαδή τις εκτιμά ή τις αποστρέφεται)! Αυτό ιστορικά δεν έχει συμβεί ποτέ σε εκλογές σε εθνικό επίπεδο, ούτε εντός ούτε εκτός Ελλάδος.1 Και ο λόγος που δεν έχει συμβεί αυτό είναι πολύ απλός και ισχύει σε όλα τα διπολικά πολιτικά συστήματα του δυτικού κόσμου: για να συγκεντρώσει κανείς κυβερνητική πλειοψηφία είναι αναγκασμένος να προσεταιριστεί το λεγόμενο «μεσαίο χώρο», ο οποίος -αν δεν είναι απολιτίκ- διατηρεί συντηρητικά αντανακλαστικά, στην υποψία και μόνο ριζοσπαστικών πολιτικών προτάσεων. Συνεπώς, αν μια πολιτική παράταξη είναι πραγματικά ριζοσπαστική τελικώς δεν καταφέρνει να εκλεγεί, ή αν εκλεγεί τότε κατά συνέπεια δεν είναι ριζοσπαστική. Με λίγα λόγια οι επαναστάσεις γίνονται εκτός κάλπης – αν κάτι γίνει μέσω κάλπης δεν είναι επανάσταση κι ούτε μπορεί να λειτουργήσει ως τέτοια…

Ο παραπάνω ισχυρισμός θα καταστεί αυταπόδεικτα προφανής από Δευτέρα, όταν θα διαπιστώσουμε σταδιακά πως ούτε επανάσταση πρόκειται να γίνει, ούτε και καμία τρομερή αδικία θα αποκατασταθεί, τουλάχιστον με ριζοσπαστικό τρόπο… Μετά βεβαιότητος μπορώ να πληροφορήσω τους ανησυχούντες, εντός και εντός Ελλάδος, ότι στην ελληνική κοινωνία καμία ριζοσπαστική – επαναστατική διάθεση δεν έχει ωριμάσει, επομένως να μην περιμένυν δραματικές αλλαγές από την κάλπη της Κυριακής. Για μένα (και αυτό είναι καθαρά προσωπική ελπίδα, που δεν θεμελιώνεται σε ιστορική – κοινωνιολογική έρευνα) θα ήταν ευχής έργον αν τουλάχιστον από Δευτέρα γινόταν έστω ένα μικρό βήμα προόδου ως προς τον τομέα της δικαιοσύνης: απλά να αποκαθίστατο στο συλλογικό μας υποσυνείδητο η έννοιά της και το ότι αυτή είναι διατεθειμένη να λειτουργήσει…

Ωστόσο, διατηρεί το ενδιαφέρον της η διερεύνηση της πηγής του φόβου ορισμένων, όχι απαραίτητα μεγαλοαστών, ότι μια εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ θα ισοδυναμούσε με την άνοδο αναρχικών – κομμουνιστών – ρεβανσιστών στην εξουσία ή με την βενεζουελοποίηση (ή αργεντινοποίηση αν σας βολεύει) της Ελλάδας. Από πού αντλεί την υπόστασή του ένας τέτοιος φόβος, που στον ψύχραιμο παρατηρητή είναι προφανής η χαώδης απόστασή του από την πραγματικότητα;

Οι μόνες πειστικές απαντήσεις που κατάφερα να σχηματοποιήσω κινούντια σε δύο άξονες. Είτε κάποιοι θεωρούν πως έχουν πολλά να χάσουν από μια αλλαγή εξουσίας τέτοιου τύπου, η οποία θα φέρει στην επιφάνεια έναν μηχανισμό με τον οποίο δεν έχουν προλάβει ακόμη να διαπλακούν. Αν όντως ισχύει κάτι τέτοιο, αυτό θα ήταν ένα θετικό στοιχείο για την ειλικρίνεια των προθέσεων του ΣΥΡΙΖΑ. Μένει να αποδειχτεί στην πράξη, κάτι το οποίο είναι εύκολο (και θα συμβεί σχετικά σύντομα).

Είτε κάποιοι από την αστική τάξη διατηρούν τέτοια απόσταση από την καθημερινότητα της Ελλάδας της κρίσης, που τους είναι αδύνατο να θέσουν την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα στις ρεαλιστικές τους διαστάσεις. Από την προσωπική μου εμπειρία έχω τέτοια παραδείγματα, ακόμα και από άτομα όχι απαραίτητα υψηλότατων εισοδημάτων· όμως σε κάθε περίπτωση πρόκειται για άτομα είτε προκατειλημμένου, είτε ανύπαρκτου κοινωνικού και πολιτικού προβληματισμού. Δεν αποτελούν απαραίτητα το γραφικό ακροατήριο της επιχειρηματολογίας τύπου Γεωργιάδη, ωστόσο διακατέχονται από έναν εγγενή φόβο έναντι της προοδευτικότητας και από συντηρητικά αντανακλαστικά.2

Η περίπτωσή τους δείχνει πως παρά το ότι ζούμε στην εποχή της πληροφορίας και της Εικόνας, φύεται ακόμη το φαινόμενο «Μαρία Αντουανέτα», δηλαδή της εντελώς παραμορφωμένης εικόνας της κοινωνίας. Κάποιοι άνθρωποι, απασχολημένοι και χορτασμένοι καθώς είναι στον κόσμο τους, αδυνατούν να φανταστούν το επίπεδο ανέχειας στο οποίο έχουν φτάσει σημαντικά τμήματα της κοινωνίας μας. Αυτό θα πρέπει να το έχουν πολύ καλά στο μυαλό τους τα κατώτερα στρώματα, όταν πολλές φορές βιάζονται να υιοθετήσουν ή να στηρίξουν αιτήματα και νουθεσίες της ανώτατης – άρχουσας τάξης.

Για να το θέσω πιο ωμά, ο χορτάτος δικαιολογείται να μην καταλαβαίνει τον πεινασμένο, γιατί έχει απωλέσει προ πολλού (ή ίσως δεν έχει αισθανθεί ποτέ) το αίσθημα της πείνας. Ο πεινασμένος όμως, δικαιολογείται να ακολουθεί τις συνταγές του χορτάτου, κόντρα στην πείνα του;

  1. Ακόμα και την εκλογή Αλιέντε στη Χιλή ή την ανάδειξη του Τσάβες, ούτε οι ΗΠΑ δεν τις χαρακτήρισαν με τόσο καταστροφολογικά επίθετα όσο αυτά που έχει υιοθετήσει μέρος της ελληνικής αστικής τάξης εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ []
  2. Εδώ εντάσσονται και άτομα κοντά στον σημερινό κύκλο εξουσίας που τελικά πιστεύουν την προπαγάνδα περί αναρχοΣΥΡΙΖαίων που οι ίδιοι ενσυνείδητα έχουν καλλιεργήσει… []