Category Archives: Ιστορία

Βιομηχανική επανάσταση & εργασία: η γέννηση του σύγχρονου καπιταλισμού

Charlie Chaplin, Modern Times, 1936
Charlie Chaplin, Modern Times, 1936

«”Modern Times”: a story of industry, of individual enterprise – humanity crusading in the pursuit of happiness»
Charlie Chaplin – Modern Times, 1936

 Εισαγωγή

Με τον όρο «βιομηχανική επανάσταση»1 περιγράφονται οι κατακλυσμιαίες αλλαγές που έλαβαν χώρα στην παραγωγική διαδικασία της Αγγλίας στο τέλος του 18ου αιώνα και, από τα μέσα του 19ου, σε όλον τον ανεπτυγμένο κόσμο: κατακόρυφη αύξηση της παραγωγής, πτώση του κόστους, κινητοποίηση τεράστιων ποσοτήτων κεφαλαίων και εργατικού δυναμικού.2 Η βιομηχανική επανάσταση δεν παραπέμπει απλώς στην εισαγωγή μηχανών στην παραγωγή, αλλά στην πλήρη μεταστροφή της φυσιογνωμίας της οικονομίας από αγροτική σε βιομηχανική, προσανατολισμένη στην αγορά.3

Αν και αρχικά η βιομηχανική επανάσταση υπήρξε βρετανικό φαινόμενο, λόγω των επιπτώσεων και της επέκτασής της κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα, απέκτησε οικουμενικό χαρακτήρα. Οι ρίζες της ανιχνεύονται σε διεργασίες που λάμβαναν χώρα από τον ύστερο μεσαίωνα, ωστόσο οι επιμέρους αλλαγές σε διάφορους κοινωνικούς και οικονομικούς τομείς από το 1780 κι έπειτα συντονίστηκαν, οδηγώντας στην ολοκληρωτική μετάβαση σε ένα νέο οικονομικό και κοινωνικό σύστημα, τον βιομηχανικό καπιταλισμό.4

Στην παρούσα ανάρτηση θα αναφερθούμε στα εγγενή αγγλικά κοινωνικοοικονομικά στοιχεία που συντέλεσαν στο ξέσπασμα της βιομηχανικής επανάστασης στη χώρα αυτή. Έπειτα θα σκιαγραφήσουμε τα βασικά χαρακτηριστικά της βιομηχανικής επανάστασης και της νέας οικονομίας της αγοράς που δομήθηκε πάνω σε αυτήν, εντοπίζοντας τις κυριότερες αλλαγές που επήλθαν στις εργασιακές σχέσεις.

Αγγλία: έτοιμη από καιρό

Κατά κοινή ομολογία η βιομηχανική επανάσταση υπήρξε γεγονός ρηξικέλευθο και, παρά τις συσσωρευόμενες αλλαγές σε πολλούς τομείς, τίποτε δεν προεξοφλούσε το ξέσπασμά της.5 Ωστόσο, ορισμένα χαρακτηριστικά της βρετανικής κοινωνίας και οικονομίας δημιούργησαν το υπόστρωμα πάνω στο οποίο εξελίχθηκε η βιομηχανική επανάσταση, προσδίδοντας ταυτόχρονα ένα εγγενές προβάδισμα της Βρετανίας έναντι των άλλων ανεπτυγμένων χωρών.

Εικόνα 1: Η ανάπτυξη της βρετανικής εξόρυξης κάρβουνου αναπτύχθηκε πάνω σε απάνθρωπες συνθήκες εργασίας. Εικόνα γυμνού χειρονάκτη ανθρακωρύχου, περ. 1842.
Εικόνα 1: Η ανάπτυξη της βρετανικής εξόρυξης κάρβουνου αναπτύχθηκε πάνω σε απάνθρωπες συνθήκες εργασίας. Εικόνα γυμνού χειρονάκτη ανθρακωρύχου, περ. 1842.

Την εποχή που η Γαλλία συγκλονιζόταν από τη Γαλλική Επανάσταση, η Βρετανία είχε ήδη επιλύσει τα ζητήματα που προέκυψαν από την κοινωνική άνοδο των αστών και την αποδιάρθρωση του παλαιού καθεστώτος.6 Η βρετανική κοινωνία ήταν εξοικειωμένη με την λειτουργία της αγοράς και απέδιδε σημαίνοντα ρόλο στο ιδιωτικό κέρδος στο πλαίσιο της οικονομικής ανάπτυξης.7 Εξάλλου, η Βρετανία είχε δομήσει μέσω του αποικιακού της εμπορίου τον 18ο αιώνα μια τεράστια μονοπωλιακή αγορά από όπου αντλούσε σημαντικά εμπορικά κεφάλαια.8

Με το κίνημα των περιφράξεων επιλύθηκε το αγροτικό πρόβλημα και αυξήθηκε η αγροτική παραγωγή, γεγονός που αφενός υποβοήθησε την δημογραφική επέκταση και τη συνεπακόλουθη διεύρυνση της εγχώριας αγοράς, αφετέρου οδήγησε στη συγκέντρωση αγροτικού κεφαλαίου.9 Από τον καπιταλιστικό μετασχηματισμό του αγροτικού τομέα αναδύθηκε ο «γεωργός – επιχειρηματίας»10 που αργότερα θα επενδύσει στη βιομηχανική παραγωγή και επιπλέον δημιουργήθηκαν μεγάλα τμήματα άνεργων αγροτικών πληθυσμών. Από αυτά, κάποια στράφηκαν στην οικοτεχνική παραγωγή δίνοντας ώθηση στην υφαντουργία,11 τομέας που πρωτοστάτησε στον βιομηχανικό μετασχηματισμό, και κάποια μετανάστευσαν στις πόλεις, δημιουργώντας ένα πολυπληθές και φθηνό εργατικό δυναμικό.12

Επιπροσθέτως, στην Αγγλία υπήρχε ήδη από τον 17ο αιώνα ένα ανεπτυγμένο σύστημα ορυχείων για την εξόρυξη γαιάνθρακα, ο οποίος αποτέλεσε το κατεξοχήν καύσιμο της πρώτης φάσης της βιομηχανικής επανάστασης και ευνόησε την έκρηξη των σιδηροδρόμων. Η αλματώδης αύξηση στην εξόρυξη άνθρακα προσέδωσε στη Βρετανία ενεργειακή αυτάρκεια, την οποία συνδύασε με την συστηματική αξιοποίηση των νέων τεχνολογικών επιτευγμάτων (υψικάμινοι, υδραυλικές αντλίες, ατμομηχανή κλπ) προς όφελος της βιομηχανικής παραγωγής.13

Ταυτότητα της βιομηχανικής επανάστασης

Το πρώτο ξέσπασμα της βιομηχανικής επανάστασης συμβαίνει στην Αγγλία και είναι το πιο δριμύ. Μέσα στην εικοσαετία 1780 – 1800 λαμβάνουν χώρα ραγδαίες αλλαγές στην παραγωγική διαδικασία, με βαρυσήμαντο αντίκτυπο στην οικονομία και την κοινωνία. Οι πρότεροι βραδείς ρυθμοί της ημιφεουδαλικής οικονομικής δραστηριότητας αντικαθίστανται από τον φρενήρη επενδυτικό καλπασμό της βιομηχανικής παραγωγής.

Πρωταγωνιστικός κλάδος την περίοδο αυτή είναι αδιαμφισβήτητα η υφαντουργία: το ήδη ανεπτυγμένο οικοτεχνικό σύστημα παραγωγής υφασμάτων εργοστασιοποιείται υπό το βάρος μιας ολοένα αυξανόμενης ζήτησης. Η υφαντουργική βιομηχανία δημιουργεί με τη σειρά της ζήτηση σε άλλους βιομηχανικούς τομείς (ενέργειας, οικοδόμησης, πρώτων υλών, μεταφορών κλπ), με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός αλληλοτροφοδοτούμενου και συνεχώς διογκούμενου βιομηχανικού κύκλου.14 Για να ανταπεξέλθει η βιομηχανία στην κατάσταση που δημιουργείται, κινητοποιεί κεφάλαια και εργατικό δυναμικό σε πρωτόγνωρα μεγέθη.

Εικόνα 2: Βρετανικό βιομηχανικό τοπίο της πρώτης φάσης της βιομηχανικής επανάστασης.
Εικόνα 2: Βρετανικό βιομηχανικό τοπίο της πρώτης φάσης της βιομηχανικής επανάστασης.

Η υπάρχουσα δεξαμενή πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού προσφέρει τις απαιτούμενες τεράστιες μάζες εργατών, οι οποίες επιδίδονται σε μια πρωτοφανή κινητικότητα, ανάλογα με την περιοχή που παρουσιάζει αυξημένες ευκαιρίες απασχόλησης.15 Στην πρώτη βιομηχανική περίοδο η εκμετάλλευση των εργατών είναι αδυσώπητη και, για όσο διάστημα απαιτείται χαμηλή εξειδίκευση και προσφέρεται φθηνή εργασία, η εκμηχάνιση παραμένει σε χαμηλά επίπεδα.16 Σταδιακά όμως, λόγω και της ευμενούς κρατικής πολιτικής, οι μηχανές αναλαμβάνουν ολοένα μεγαλύτερο ρόλο στην παραγωγή.17 Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα η Αγγλία αποτελούσε το «εργαστήρι του κόσμου», μακράν προπορευόμενη στην παγκόσμια βιομηχανική παραγωγή.18

Η πρώτη αυτή φάση εκβιομηχάνισης, άναρχη και σχετικά χαοτική, απέφερε τεράστια συσσώρευση κεφαλαίου στις μεσαίες τάξεις. Όταν η βρετανική βιομηχανία άρχισε να εμφανίζει σημάδια επενδυτικού κορεσμού, τα κεφάλαια αυτά αναζήτησαν νέες επενδυτικές ευκαιρίες. Στρεφόμενα στον εξωτερικό δανεισμό εξήγαγαν σε κάποιο βαθμό την εκβιομηχάνιση στην ευρωπαϊκή περιφέρεια·19 ο δε «πυρετός των σιδηροδρόμων» κινητοποίησε εκ νέου τη βιομηχανία και άλλαξε άρδην τον τομέα των παγκόσμιων μεταφορών.20

Την περίοδο 1850 – 1870 παρατηρείται μια νέα φάση στην πορεία της βιομηχανικής επανάστασης. Η τεχνολογική πρόοδος που έχει συντελεστεί, σε συνδυασμό με την αδυναμία περεταίρω μείωσης του εργατικού κόστους (το οποίο έχει συμπιεστεί στον μέγιστο βαθμό), καθιστούν πλέον συμφερότερη την εκμηχάνιση της παραγωγής. Έτσι περιορίστηκαν οι βιομηχανικές ανάγκες σε ανθρώπινο δυναμικό και επιπλέον μειώθηκε περεταίρω το κόστος παραγωγής.21 Ταυτόχρονα, η ανακάλυψη μεγάλων κοιτασμάτων πετρελαίου (κυρίως στις ΗΠΑ), το καθιστούν τη νέα φθηνή ενέργεια, η οποία αντικαθιστά σταδιακά τον άνθρακα. Ο ηλεκτρισμός διαδίδεται και χρησιμοποιείται ευρέως στη βιομηχανία, η οποία πλέον οργανώνεται υπό το μοντέλο της «γραμμής παραγωγής».22

Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από την υπεροχή των τομέων που σχετίζονται με τα κεφαλαιουχικά αγαθά (σιδηρόδρομος, ορυχεία, μεταλλουργία), η παραγωγή των οποίων πλέον υπερέχει έναντι του αγροτικού προϊόντος.23 Η τεχνολογική εξέλιξη επέδρασε θετικά στην άνοδο της χημικής βιομηχανίας, καινοφανούς τομέα που θα παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στον σύγχρονο κόσμο. Λόγω της διάχυσης της μηχανικής στον υπόλοιπο ανεπτυγμένο κόσμο, η Αγγλία παύει πλέον να αποτελεί το βιομηχανικό κέντρο του κόσμου και μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα χάνει το δυναμισμό της.24 Ταυτοχρόνως, εισέρχονται δυναμικά στο βιομηχανικό προσκήνιο νέα κράτη, όπως η Γερμανία, οι ΗΠΑ και οι μικρές χώρες της βορειοδυτικής Ευρώπης (πχ Βέλγιο).25 Καθώς πλέον έχει εδραιωθεί μια ενοποιημένη παγκόσμια αγορά, οι ανακατατάξεις αυτές δημιουργούν μια έντονα ανταγωνιστική πραγματικότητα η οποία δίνει το στίγμα της εποχής των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.26

Εικόνα 3: Ο σιδηρόδρομος, παιδί της βιομηχανικής επανάστασης, άλλαξε άρδην το τοπίο και τις μεταφορές του σύγχρονου κόσμου. Εδώ, κατασκευή σιδηροτροχιών στη Νεβάδα των ΗΠΑ το 1868
Εικόνα 3: Ο σιδηρόδρομος, παιδί της βιομηχανικής επανάστασης, άλλαξε άρδην το τοπίο και τις μεταφορές του σύγχρονου κόσμου. Εδώ, κατασκευή σιδηροτροχιών στη Νεβάδα των ΗΠΑ το 1868

Ο βιομηχανικός καπιταλισμός αυτής της περιόδου είναι πιο οργανωμένος. Χαρακτηρίστηκε από αλλαγές στη μορφή του πιστωτικού συστήματος (δημιουργία μετοχικών τραπεζών, ευρεία χρήση μεσοαστικών κεφαλαίων, σύσταση εταιριών περιορισμένης ευθύνης), το οποίο κατέστη έτσι πιο επιθετικό επενδυτικά και θεμελίωσε την θέση υπεροχής που κατέχει στον σύγχρονο καπιταλισμό.27 Αλλαγές επίσης επήλθαν και στον χαρακτήρα των βιομηχανικών επιχειρήσεων, οι οποίες σταδιακά έπαψαν να είναι αυτοχρηματοδοτούμενες, διαχώρισαν την παραγωγή από τη διοίκηση και προσπάθησαν με οργανωμένο τρόπο να τοποθετηθούν στο ανταγωνιστικό πλαίσιο, συγκροτώντας καρτέλ και τραστ.28

Το σημαντικότερο ίσως νέο στοιχείο που εγκαθίδρυσε η βιομηχανική επανάσταση ήταν πως πλέον τόσο η οικονομία, όσο και η κοινωνία λειτουργούν υπό το πλαίσιο των κανόνων της αγοράς. Ο «οικονομικός άνθρωπος»29 οργανώνει την παραγωγή στη βάση αγοραπωλησίας και αντιμετωπίζει τη γη, την εργασία και το χρήμα ως ουσιαστικά στοιχεία της βιομηχανίας.30 Για να το επιτύχει όμως αυτό υποτάσσει την κοινωνία στις απαιτήσεις της καπιταλιστικής οικονομίας.31 Λόγω του χαρακτήρα του νέου συστήματος και των αναστατώσεων που αυτό εισάγει, έγιναν κοινή πραγματικότητα οι περιοδικές καπιταλιστικές κρίσεις,32οι οποίες κάθε φορά εντείνουν την καταπίεση των κατώτερων τάξεων προς όφελος της άρχουσας βιομηχανικής αστικής τάξης.

Η εργασία στον βιομηχανικό καπιταλισμό

Εικόνα 4: Η παιδική εργασία υπήρξε σύμφυτη με τη βιομηχανική επανάσταση, ιδιαίτερα στην υφαντουργία. Εδώ, εργαζόμενα παιδιά σε υφαντουργία της Καρολίνα το 1908.
Εικόνα 4: Η παιδική εργασία υπήρξε σύμφυτη με τη βιομηχανική επανάσταση, ιδιαίτερα στην υφαντουργία. Εδώ, εργαζόμενα παιδιά σε υφαντουργία της Καρολίνα το 1908.

Η οικονομική μεγέθυνση και η τεχνική ώθηση που επήλθε από τη βιομηχανική επανάσταση επιτεύχθηκαν εις βάρος των εργαζομένων, η σκληρή καταπίεση των οποίων οδήγησε τεράστιες μάζες στην εξαθλίωση.33 Ο εμπορικός χαρακτήρας της εργασίας και το νέο κοινωνικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε στη βιομηχανική εποχή βρήκαν τόσο τους εργοδότες όσο και τους εργάτες απροετοίμαστους. Μέσα σε μικρό διάστημα διαμορφώθηκε ένα εντελώς νέο, απάνθρωπο τοπίο: τεράστιοι πληθυσμοί προλεταριοποιήθηκαν, η εργασία άλλαξε χαρακτήρα και εμπορευματοποιήθηκε, οι εργάτες αποκόπηκαν από το παραγόμενο προϊόν, η μετανάστευση γιγαντώθηκε, διαλύθηκαν οι συντεχνίες.34

Η πρώτη περίοδος της βιομηχανικής επανάστασης (μέχρι το 1830 περίπου) χαρακτηρίζεται από σημαντική πτώση του βιοτικού επιπέδου των εργατών λόγω της ασταθούς απασχόλησης.35 Η αρχική αντίδρασή τους απέναντι στη νέα πραγματικότητα ήταν σπασμωδική και ανοργάνωτη: στρέφεται μεν εναντίον της εργοδοσίας, αλλά περιορίζεται στο χτύπημα των μέσων παραγωγής (καταστροφή των μηχανών) και δεν προβάλει ένα συγκροτημένο διεκδικητικό πλαίσιο.36 Η εκμηχάνιση, σε βάθος χρόνου, όντως δημιούργησε εργατικό πλεόνασμα και έριξε τα ημερομίσθια.37 Σημαντικότερη ωστόσο ήταν η απουσία ανεπτυγμένης ταξικής συνείδησης στους εργάτες, γεγονός που τους εμπόδιζε να εντοπίσουν την πηγή των προβλημάτων τους και να τα αντιμετωπίσουν οργανωμένα. Η ευρύτατα διαδεδομένη παιδική και γυναικεία εργασία38 λειτούργησε ανασχετικά ως προς αυτό, καθώς η διαφοροποίηση των αμοιβών παιδιών – γυναικών – ανδρών και ο έμφυλος διαχωρισμός των εργασιών συσκότιζαν την κοινή εργατική πραγματικότητα.39

Ταυτόχρονα, το αγγλικό κράτος επίσης αδυνατούσε να κατανοήσει τα χαρακτηριστικά της νέας πραγματικότητας. Για να αντιμετωπίσει την εντεινόμενη εργατική φτώχεια υιοθέτησε πατερναλιστικές παρεμβατικές μεθόδους με την εισαγωγή επιδομάτων επιβίωσης (νόμος Speenhamland40, 1795 – 1834). Αν και σκόπευαν στην ενίσχυση των κατώτερων στρωμάτων, οι αναχρονιστικές πολιτικές της speenhamland τελικά τα επιβάρυναν χειρότερα.41 Κατέστη σαφές πως ο κρατικός προστατευτισμός δεν απέδιδε στο νέο εργασιακό τοπίο και επιπλέον εμπόδιζε τη διαμόρφωση της απαραίτητης αγοράς εργασίας. Η μεταρρύθμιση της «Κοινωνικής Πρόνοιας» (1834 και μια δεκαετία μετά) κατάργησε τα επιδόματα «επιβίωσης» και λειτούργησε μεταβατικά προς την κατεύθυνση αυτή. Η έλλειψη ωστόσο φορέων προστασίας των εργαζομένων συνέτεινε στην εξαθλίωση, η οποία ενίοτε οδηγούσε σε βίαιες συγκρούσεις.42

Νομοθετικά η αντιμετώπιση αλλάζει πλήρως κατά τη δεύτερη περίοδο εκβιομηχάνισης (1834 – 1870), όπου αίρονται όλοι οι προηγούμενοι προστατευτισμοί και εδραιώνεται μία ανταγωνιστική αγορά εργασίας. Η εργασιακή καταπίεση βεβαίως εντείνεται, όμως ταυτόχρονα ισχυροποιείται το πολιτικό και συνδικαλιστικό κίνημα της εργατικής τάξης.43

Από το 1860, υπό την επίδραση της κομμουνιστικής και σοσιαλιστικής σκέψης, δομείται η εργατική ταξική συνείδηση, η οποία δίνει στις μάζες την αίσθηση του συνανήκειν και συνεπώς των κοινών προβλημάτων. Οι εργάτες αυτοοργανώνονται44 σε εθνική και, με τις σοσιαλιστικές διεθνείς, σε υπερεθνική κλίμακα, διεκδικώντας όχι απλώς καλύτερες συνθήκες εργασίας αλλά έναν άλλο κόσμο.45 Η ραγδαία εξάπλωση του «κομμουνιστικού φαντάσματος»46 ενέτεινε μεν την καταστολή αλλά εξανάγκασε τις άρχουσες τάξεις στην υιοθέτηση μεταρρυθμίσεων πρόνοιας.47

Προς το τέλος του 19ου αιώνα, η ανάπτυξη του τριτογενούς τομέα μετέβαλε τη ταξική συνοχή των εργατών, καθώς σταδιακά δημιουργήθηκε μια εργατική αριστοκρατία «χαρτογιακάδων» («white collars»).48 Καθώς οι απαιτήσεις του τριτογενούς τομέα αύξησαν τις ανάγκες για μορφωμένο εργατικό δυναμικό καθιερώθηκε, και με τους εργατικούς αγώνες διαχύθηκε σε μεγαλύτερα τμήματα, η υποχρεωτική εκπαίδευση.49

Η βιομηχανική επανάσταση μετέβαλε δραστικά τον χαρακτήρα ολόκληρης της κοινωνίας. Από τη φεουδαλική κοινωνία που, από θρησκευτική υπευθυνότητα, ισχυριζόταν πως «στους κόλπους της είχε θέση για όλους τους χριστιανούς»50 οι νέες, βασισμένες στην καπιταλιστική αγορά εργασίας κοινωνίες, απάλλασσαν τους πλούσιους από κάθε ευθύνη έναντι των αδυνάτων. Ο καθένας πρέπει πλέον να κερδίσει την επιβίωσή του.

Επίλογος

Στην παρούσα ανάρτηση έγινε μία στοιχειώδης προσέγγιση στη βιομηχανική επανάσταση. Αρχικά παρατέθηκαν τα εγγενή βρετανικά πλεονεκτήματα, τα οποία εξηγούν το ξέσπασμα της βιομηχανικής επανάστασης στην Αγγλία και τον ευρωπαϊκά μη ενιαίο χαρακτήρα της. Έπειτα, μέσα από την περιγραφή της ταυτότητας της βιομηχανικής επανάστασης, σκιαγραφήθηκαν τα βασικά χαρακτηριστικά και οι ραγδαίες αλλαγές που επέφερε, γενικά σε κοινωνικοοικονομικό επίπεδο και ειδικότερα στην εργασία.

Η βιομηχανική επανάσταση απελευθέρωσε πρωτοφανείς παραγωγικές δυνάμεις και επέφερε πρωτόγνωρη οικονομική ανάπτυξη. Δημιούργησε την σημερινή μορφή του καπιταλισμού, καθώς δόμησε κοινωνίες όπου «ο ανήκουστος πλούτος είναι αδιαχώριστος από την ανήκουστη φτώχεια»51 και εγκαθίδρυσε το εργασιακό εκμεταλλευτικό πλαίσιο που ισχύει μέχρι τις μέρες μας.52 σηματοδοτώντας το οριστικό πέρασμα στο σύγχρονο κόσμο.

Καθώς ο βιομηχανικός καπιταλισμός αξίωσε από τις μάζες να κερδίσουν την επιβίωσή τους, αυτές το προσπάθησαν αναπτύσσοντας ταξική συνείδηση και αγωνιστικό πνεύμα, βγαίνοντας έτσι στο προσκήνιο της πολιτικής και της ιστορίας. Οι φωνές που σήμερα αξιώνουν το τέλος των τάξεων, διαψεύδονται στο βαθμό που παραμένουν εν δράσει οι καπιταλιστικοί μηχανισμοί που γέννησαν αυτόν τον κοινωνικό χαρακτήρα.

Βιβλιογραφία

  • Γαγανάκης, Κ., Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Πάτρα, ΕΑΠ, 1999.
  • Κρεμμύδας, Β., Εισαγωγή στην οικονομική ιστορία της Ευρώπης (16ος – 20ος αιώνας), Αθήνα, Εκδ. Γνώση, 31996
  • Παπαθανασίου Μαρία, «Παιδική εργασία στην Ευρώπη», στο Μ. Δρίτσα (επιμ.) Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης – Θέματα Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας της Ευρώπης, Πάτρα, Ε.Α.Π., 2008, σσ. 149 – 180.
  • Χαντζαρούλα Ποθητή, «Γυναικεία εργασία, ταυτότητα και σχετική νομοθεσία στην Ευρώπη, 19ος αιώνας», στο Μ. Δρίτσα (επιμ.) Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης – Θέματα Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας της Ευρώπης, Πάτρα, Ε.Α.Π., 2008, σσ. 181 – 222.
  • Hobsbawm, E., Η Εποχή των Επαναστάσεων, 1789 – 1848, Αθήνα, Μ.Ι.Ε.Τ., 1990.
  • Mikulάš Teich, «Η βιομηχανική επανάσταση και η κοινωνία στην Ευρώπη κατά το 19ο αιώνα», μτρφ. – εισαγωγη Μανόλης Αρκολάκης, στο Μ. Δρίτσα (επιμ.) Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης – Θέματα Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας της Ευρώπης, Πάτρα, Ε.Α.Π., 2008, σσ. 79 – 84.
  • Polanyi, K., Ο μεγάλος μετασχηματισμός – Οι πολιτικές και κοινωνικές απαρχές του καιρού μας, μτφρ. Κώστας Γαγανάκης, Θεσσαλονίκη, Νησίδες, 2007
  • Karl Marx – Friedrich Engels, Μανιφεστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, διαθέσιμο διαδικτυακά στο http://www.marxists.org/ellinika/archive /marx/works/1848/com-man/intro.htm , 6 Μαρτίου 2014, 12:00.
  • Thomas Frank, «Η κατάρρευση του μύθου των φαστ-φουντ», Le Monde Diplomatique, μτφρ. Κορίνα Βασιλοπούλου, διαθέσιμο διαδικτυακά στο http://www.monde-diplomatique.gr/spip.php?article524 , 6 Μαρτίου 2014, 12:00.
  • «Speenhamland system», Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/ Speenhamland_system , 6 Μαρτίου 2014, 12:00

Πηγές εικόνων

  • Εικόνα εξωφύλλου: Charlie Chaplin, Modern Times, 1936, http://dearcinema.s3.amazonaws.com/wp-content/uploads/charlie_chaplin02.jpg , 6 Μαρτίου 2014, 12:00
  • Εικόνα 1: Esther M. Zimmer Lederberg Memorial Website, Stanford University archive, http://www.estherlederberg.com/EImages/ Extracurricular/Coal/Naked%20hewer%20without%20boots.html , 6 Μαρ- τίου 2014, 12:00
  • Εικόνα 2: Mount Holyoke college https://www.mtholyoke.edu/ courses/rschwart/ind_rev/images/ir351x1.jpg , 6 Μαρτίου 2014, 12:00
  • Εικόνα 3: Lessons from History, http://lessons-from-history.com/ history-project-management/first-industrial-revolution-phase-2-menu/first-industrial-revolution-phas , 6 Μαρτίου 2014, 12:00
  • Εικόνα 4: http://www.ceskybratr.cz/wp-content/uploads/2014/01/Hine -Child-in-Carolina-Cotton-Mill-1908.jpg , 6 Μαρτίου 2014, 12:00
  1. Ο όρος επινοήθηκε από Άγγλους και Γάλλους σοσιαλιστές τη δεκαετία του 1820, Eric Hobsbawm, Η Εποχή των Επαναστάσεων, 1789 – 1848, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 1990, σ. 47. []
  2. Στο ίδιο, σσ. 47, 53. []
  3. Mikulάš Teich, «Η βιομηχανική επανάσταση και η κοινωνία στην Ευρώπη κατά το 19ο αιώνα», μτρφ. – εισαγωγη Μανόλης Αρκολάκης, στο Μ. Δρίτσα (επιμ.) Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης- Θέματα Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας της Ευρώπης, Πάτρα, Ε.Α.Π., 2008, σσ. 75 – 76. []
  4. Κώστας Γαγανάκης, Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Πάτρα, ΕΑΠ, 1999, σ. 245 και Teich, ό.π., σ. 83. []
  5. Karl Polanyi, Ο μεγάλος μετασχηματισμός – Οι πολιτικές και κοινωνικές απαρχές του καιρού μας, μτφρ. Κώστας Γαγανάκης, Θεσσαλονίκη, Νησίδες, 2007, σσ. 89 – 90. []
  6. Οι ρυθμίσεις που εισήγαγε η Γαλλική Επανάσταση στον αγροτικό τομέα ευνόησαν τη μικροϊδιοκτησία και επέδρασαν επιβραδυντικά στη γαλλική βιομηχανική επανάσταση, Γαγανάκης, ό.π., σ. 249. []
  7. Hobsbawm, ό.π., σ. 51. []
  8. Γαγανάκης, ό.π., σσ. 244 – 245 και Hobsbawm, ό.π., σ. 55. []
  9. Γαγανάκης, ό.π., σ. 241 και Hobsbawm, ό.π., σ. 52. []
  10. Γαγανάκης, ό.π., σ. 241. []
  11. Την περίοδο αυτή στην Αγγλία «η υφαντουργία, υπό τον έλεγχο του υφασματέμπορου, προσέλαβε σχεδόν εθνικές διαστάσεις» Polanyi, ό.π., σ. 75. []
  12. Γαγανάκης, ό.π., σ. 248. []
  13. Γαγανάκης, ό.π., σ. 238. []
  14. Hobsbawm, ό.π., σσ. 58, 60. []
  15. Polanyi, ό.π., σ. 92. []
  16. Teich, ό.π., σ. 77, Παπαθανασίου Μαρία, «Παιδική εργασία στην Ευρώπη», στο Μ. Δρίτσα (επιμ.) Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης – Θέματα Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας της Ευρώπης, Πάτρα, Ε.Α.Π., 2008, σ. 161, Χαντζαρούλα Ποθητή, «Γυναικεία εργασία, ταυτότητα και σχετική νομοθεσία στην Ευρώπη, 19ος αιώνας», στο Μ. Δρίτσα (επιμ.) Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης – Θέματα Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας της Ευρώπης, Πάτρα, Ε.Α.Π., 2008, σ. 202. []
  17. Γαγανάκης, ό.π., σ. 252. []
  18. Γαγανάκης, ό.π., σ. 247. []
  19. Η εισροή ξένου επενδυτικού κεφαλαίου ήταν μονόδρομος στις περιπτώσεις των υπανάπτυκτων περιφερειακών χωρών. Ωστόσο, η προοπτική συρρίκνωσης του κέρδους οδηγούσε στη μαζική αποχώρηση του ξένου κεφαλαίου, καταδικάζοντας τις χώρες στην παρακμή, σε περίπτωση που δεν ακολουθούσε κρατική παρέμβαση. Οι περιπτώσεις Ρωσίας – Ισπανίας είναι ενδεικτικές, στο ίδιο, σσ. 266, 269. []
  20. Hobsbawm, ό.π., σσ. 72 – 75. []
  21. Βασίλης Κρεμμύδας, Εισαγωγή στην οικονομική ιστορία της Ευρώπης (16ος – 20ος αιώνας), Αθήνα, Εκδ. Γνώση, 31996, σ. 331. []
  22. Αυτός ο τρόπος βιομηχανοποιημένης και τυποποιημένης μαζικής παραγωγής που αργότερα επικράτησε, αποκαλείται «φορντισμός» από τον Henry Ford ο οποίος πρώτος εφάρμοσε τη μέθοδο στα εργοστάσιά του., Γαγανάκης, ό.π., σσ. 267 – 268. []
  23. Στο ίδιο, ό.π., σ. 265 []
  24. Γαγανάκης, ό.π., σ. 267, Κρεμμύδας, ό.π., σ. 352. []
  25. Κρεμμύδας, ό.π., σ. 353. []
  26. Γαγανάκης, ό.π., σσ. 262 – 263. []
  27. Στο ίδιο, σσ. 265 – 266. []
  28. Στο ίδιο, σ. 268 και Κρεμμύδας, ό.π., σ. 337. Τραστ: γιγαντιαία εταιρεία ή ενώσεις συναφών εταιριών, που ελέγχουν σχεδόν το σύνολο της παραγωγής ενός κλάδου. Καρτέλ: συμφωνίες εταιριών ενός κλάδου για τη χειραγώγηση των τιμών, Κρεμμύδας, ό.π., σ. 354 και Γαγανάκης, ό.π., σ. 269. []
  29. Polanyi, ό.π., σ. 79. []
  30. Στο ίδιο, σ. 73. []
  31. «Καθώς η οργάνωση της εργασίας είναι απλώς μια άλλη περιγραφή του τρόπου ζωής των απλών ανθρώπων, αυτό σημαίνει πως η ανάπτυξη του συστήματος της αγοράς θα συνοδευόταν από μια αλλαγή στην οργάνωση της κοινωνίας. Τελικά η ανθρώπινη κοινωνία είχε καταστεί εξάρτημα του οικονομικού συστήματος», Polanyi, ό.π., σσ. 72, 76. []
  32. Βλ σχετικά Κρεμμύδας, ό.π., σσ. 303 – 305. []
  33. Polanyi, ό.π., σ. 76 και Κρεμμύδας, ό.π., σ. 245. «Κοινωνικό ζήτημα» της περιόδου Teich, ό.π., σ. 77. []
  34. Γαγανάκης, ό.π., σ. 251. Ο Polanyi αναφέρεται περεταίρω στις ψυχολογικές επιπτώσεις της βιομηχανικής επανάστασης στα άτομα του προλεταριάτου, περιγράφοντας τις νέες βιομηχανικές πόλεις ως «πολιτισμικές ερήμους», Polanyi, ό.π., σ. 99. []
  35. Γαγανάκης, ό.π., σσ. 253 – 255, Polanyi, ό.π., σ. 93. []
  36. Γαγανάκης, ό.π., σ. 251. []
  37. Στο ίδιο, σ. 253. []
  38. Η παιδική και η γυναικεία εργασία ήταν κεφαλαιώδους σημασίας στην υφαντουργία και γενικότερα στον δευτερογενή τομέα, βλ. σχετικά Παπαθανασίου, ό.π., σσ. 155 – 156. []
  39. Για τις αμοιβές βλ. σχετικά Παπαθανασίου, ό.π., σσ. 157 – 158 και Χαντζαρούλα, ό.π., σσ. 184, 194. Για τον έμφυλο διαχωρισμό της εργασίας βλ. σχετικά Χαντζαρούλα, ό.π., σ. 207. []
  40. Με την Speenhamland καθιερώθηκε η χορήγηση επιδομάτων στους φτωχούς πληθυσμούς, ώστε αυτοί να φτάσουν ένα οριακό επίπεδο διαβίωσης. Στις συνθήκες της εποχής όμως, αυτό τελικά επέφερε πτώση της παραγωγικότητας, βλ. σχετικά «Speenhamland system», Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/Speenhamland_system , 6 Μαρτίου 2014, 12:00 []
  41. Polanyi, ό.π., σ. 82. []
  42. Στο ίδιο, σσ. 82 – 84. []
  43. «Αν η speenhamland έφερνε τη σήψη δια της ακινησίας [εννοείται η μείωση της παραγωγικότητας], ο κίνδυνος τώρα ήταν ο θάνατος δια μέσου της κοινωνικής έκθεσης.» Polanyi, ό.π., σ. 84. []
  44. Εργατικές ενώσεις ιδρύθηκαν στη Βρετανία από το 1824, αλλά είτε ελέγχονταν από την εργοδοσία είτε δεν ήταν διαδεδομένες στον εργατικό πληθυσμό. Από το 1860 οι εργατικές οργανώσεις απομακρύνονται από την αστική πατρωνία και ταξικοποιούνται, Γαγανάκης, ό.π., σ. 273. []
  45. Στο ίδιο, σσ. 272 – 273. []
  46. «Ένα φάντασμα πλανιέται στην Ευρώπη: το φάντασμα του κομμουνισμού. Όλες οι δυνάμεις της γερασμένης Ευρώπης ενώθηκαν σε μια ιερή συμμαχία για να κυνηγήσουν αυτό το φάντασμα…», Karl Marx – Friedrich Engels, Μανιφεστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, διαθέσιμο διαδικτυακά στο http://www.marxists.org/ellinika/archive/marx/works/1848/com-man/intro.htm , 6 Μαρτίου 2014, 12:00. []
  47. Γαγανάκης, ό.π., σ. 278 και Teich, ό.π., σ. 78. []
  48. Γαγανάκης, ό.π., σ. 273. []
  49. Στο ίδιο, σσ. 276 – 277. Η ανώτατη εκπαίδευση ωστόσο παρέμενε ακόμη σχεδόν αποκλειστικό προνόμιο των αστών. []
  50. Polanyi, ό.π., σ. 88. []
  51. Polanyi, ό.π., σ. 102. []
  52. Οι συνθήκες εκμετάλλευσης της εργασίας στο πλαίσιο του σύγχρονου καπιταλισμού βιομηχανικής κλίμακας, περιγράφονται συνοπτικά στο ενδιαφέρον άρθρο του Thomas Frank, «Η κατάρρευση του μύθου των φαστ-φουντ», Le Monde Diplomatique, μτφρ. Κορίνα Βασιλοπούλου, διαθέσιμο διαδικτυακά στο http://www.monde-diplomatique.gr/spip.php?article524 , 6 Μαρτίου 2014, 12:00. []

Σεξουαλικότητα και αντεπανάσταση

Robert Doisneau, The sidelong glance, 1948
Robert Doisneau, The sidelong glance, 1948

Το φαινόμενο του ναζισμού και, ακόμη περισσότερο του νεο-ναζισμού, δεν μπορεί να γίνει κατανοητό αν δίπλα στην πολιτική ανάλυση δεν προστεθεί και η ψυχολογική προσέγγιση του δρώντος ατόμου. Η πρώτη (πολιτική ανάλυση) μπορεί να αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο δημιουργείται το πολιτικό υπόστρωμα πάνω στο οποίο φύεται ο ναζισμός, δεν μπορεί όμως να εξηγήσει πλήρως τον μηχανισμό ο οποίος θέτει σε κίνηση το άτομο αυτό καθ’ αυτό. Πώς μπορεί να εξηγηθεί η δράση του ατόμου «κόντρα σε κάθε λογική, ακόμη και στα ίδια τα συμφέροντά του»1, όταν αυτό εντάσσεται σε μια παραστρατιωτική νεοναζιστική οργάνωση και δρα εμφανώς παράλογα και παράνομα; Τι είναι αυτό που καταστέλλει στην συνείδησή του τον ενδοιασμό και το απελευθερώνει στη διάπραξη νεοναζιστικών εγκλημάτων (συμπλοκές, επιθέσεις σε όσους στοχοποιούνται, παράνομη δράση κλπ);

Η ψυχολογική προσέγγιση από την άλλη, δεν μας λέει πολλά για την κοινωνική κατάσταση στην οποία αναδεικνύονται και ισχυροποιούνται τα φασιστικά μορφώματα, μπορεί όμως να αναδείξει καλύτερα τους μηχανισμούς που θέτουν σε δράση το νεοναζιστικό υποκείμενο. Αφού διαγνωσθεί το, κατά γενική βάση, προβληματικό ψυχολογικό υπόβαθρο, ειδικά των ηγετικών στελεχών των φασιστικών μορφωμάτων (χαμηλή αυτοεκτίμηση και ατομικές ανασφάλειες είναι τα πιο προφανή συμπτώματα), το προφανές και πιο εύκολο συμπέρασμα είναι πως το άτομο αποκτά αναγνώριση, «αίσθηση του συνανήκειν» από τη δράση του μέσα στο πλαίσιο ενός τέτοιου μηχανισμού. Απομένει όμως η αναγνώριση ενός ακόμη συμπλέγματος, ιδιάζοντος και αρκούντος σημαντικού, το οποίο εξηγεί ακόμη περισσότερο την θηριώδη ορμή που φαίνεται να απελευθερώνεται στις δράσεις των φασιστικών / νεοναζιστικών μορφωμάτων: υπάρχει μία υποβόσκουσα, υπόγεια σύνδεση μεταξύ των ιδανικών που προσπαθούν να δηλώσουν οι φασιστικές πρακτικές και η (προβληματική) σεξουαλικότητα των δρώντων υποκειμένων τους. Η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών των ηγετικών στελεχών της Χρυσής Αυγής σήμερα επιβεβαίωσε την ιστορική έρευνα του φαινομένου «φασισμός» και σε αυτό το σημείο. Οι πρόσφατα αποκαλυφθείσες συνομιλίες του Λαγού με την -προφανώς- ερωτική του σύντροφο, είναι απόλυτα διαφωτιστικές:

«Ετοιμάζομαι να κοιμηθώ, πρόστυχη ναζιστούλα», εμφανίζεται να λέει ο Λαγός σε μία γυναίκα ονόματι Νικόλ, όπως προκύπτει από την άρση του απορρήτου του κινητού του τηλεφώνου. Η ίδια, αναφερόμενη σε επίθεση χρυσαυγιτών σε κοινωνικό χώρο στην Ηλιούπολη, αναφέρει: «Ο άντρακλάς μου δέρνει… Λα, λα, λα! Γουστάρω! Εξιτάρομαι κάθε φορά που το κάνεις….»2

Η αναφορά και περιγραφή της βίαιης δράσης του Λαγού στη σύντροφό του ξεπερνά το ενδιαφέρον που μπορεί η «Νικόλ» να είχε λόγω ιδεολογικής ταύτισης. Ο Λαγός επιζητά σεξουαλική, και συνεπώς έμφυλη, αναγνώριση από τη Νικόλ. Κι αυτή του την παρέχει. Η αναζήτηση αναγνώρισης του αρσενικού από το θηλυκό είναι μέχρις ενός σημείου μηχανισμός φυσιολογικός, εγγεγραμμένος στο DNA του είδους μας από την εποχή του κυνηγιού και των σπηλαίων. Ωστόσο, όσο πιο ακραίες πράξεις μεταχειρίζεται το αρσενικό για να αποκτήσει την αναγνώριση αυτή, τόσο μεγαλύτερο κενό αναδεικνύεται στην σεξουαλική και συνειδησιακή του αυτοεκτίμηση. Ένα άτομο με ουσιώδη αυτοεκτίμηση συνειδητοποιεί πως δεν χρειάζεται να σκοτώσει έναν άνθρωπο για να αναγνωριστεί από τον άλλο ή από την ερωτική του σύντροφο. Στα υγιή ψυχολογικά άτομα, μέρος της αναγνώρισης που απαιτεί το εγώ έρχεται από το ίδιο το άτομο μέσω της φυσιολογικής αυτοεκτίμησης. Όσο χαμηλότερη όμως είναι η αυτοεκτίμηση, τόσο μεγαλύτερο είναι το κενό αναγνώρισης που προκύπτει. Το κενό αυτό αναγνωρίζεται από τα υγιή άτομα κατά τη συναναστροφή τους με το «πάσχον» ψυχολογικά άτομο, οπότε και η πλήρωσή του από το κοινωνικό του περιβάλλον καθίσταται δύσκολη. Στο σημείο αυτό, η ένταξη και δράση στα πλαίσια μιας ναζιστικής οργάνωσης, στην οποία κυβερνά ο παραλογισμός, το μεταφυσικό και ο μυστικισμός, μεταθέτει το ζήτημα της ψυχολογικής αναγνώρισης από το επίπεδο του έλλογου σε αυτό του μεταφυσικού ή του παράλογου. Ο φασίστας δολοφόνος όχι απλώς δικαιολογεί τη δράση του στο υποσυνείδητό του, αλλά από το καθρέφτισμα της πράξης του στα μάτια του ερωτικού του συντρόφου επιβεβαιώνεται στον εαυτό του. Καθώς πλέον η συμπεριφορά έχει αφελκυσθεί από το επίπεδο της λογικής, η δράση εξελίσσεται σε ολοένα αυξανόμενους βαθμούς κτηνωδίας: μια προβληματική αυτοεκτίμηση η οποία δεν έχει έλλογη συναίσθηση της κατάστασής της θα αναζητά όλο και μεγαλύτερες «δόσεις» πλήρωσης.

Την σχέση αυτή είχε εντοπίσει και περιγράψει ολιστικά ο Βίλχελμ Ράιχ3, δίνοντας μια ανάγλυφη εικόνα της σημασίας του σεξουαλικού υποσυνείδητου στην πολιτική διαμόρφωση. Όσο κι αν από ένα σημείο κι έπειτα το έργο του αποτελεί σημείο αντιπαράθεσης ως προς την εγκυρότητά του4, οι βασικές γραμμές της σκέψης του που αφορούν στη σύνδεση ψυχολογίας, κοινωνικής πραγματικότητας και πολιτικής, παραμένουν πειστικές και ευφυείς. Το συμπέρασμά του πως «η αυταρχική διάπλαση του ανθρώπου συντελείται […] κυρίως με το ρίζωμα της ανάσχεσης και του άγχους μέσα στο ζωντανό υλικό του γενετήσιου ορμέμφυτου»5 δεν αποδίδει απλώς το σημείο εκκίνησης του φασιστικού υποκειμένου, αλλά και την γενικότερη μικροαστική πραγματικότητα (ηθική και πολιτική) πάνω στην οποία καλλιεργήθηκαν τα χειρότερα προϊόντα του περασμένου αιώνα (ολοκληρωτισμοί, υπερνεοφιλευθέρες οικονομικές πραγματικότητες, εθνικοί πόλεμοι κλπ, όλα αυτά τα ιστορικά γεγονότα που εκ πρώτης όψεως φαντάζουν παράλογα, καθώς οι μαζικές συνειδήσεις τα στήριξαν ενάντια στα ίδια τα οικονομικά και κοινωνικά τους συμφέροντα).

Μάλιστα ο Ράιχ προχωρά περαιτέρω την διεισδυτική ματιά του και διαπιστώνει πως «η απώθηση της γενετήσιας επιθυμίας ενισχύει την πολιτική αντίδραση, όχι μόνο επειδή κάνει το αγελαίο άτομο παθητικό, αδιάφορο και απολίτικο· αλλά γιατί δημιουργεί μέσα στη δομή του μια δεύτερη δύναμη, ένα τεχνητό συμφέρον, που στηρίζει ενεργά το αυταρχικό σύστημα. Όταν η ερωτική επιθυμία εμποδίζεται από τη γενετήσια απώθηση και δεν μπορεί να βρει τη φυσιολογική της πλήρωση, τότε καταφεύγει σε κάθε λογής υποκατάστατα6 Αυτά τα «κάθε λογής υποκατάστατα» όμως, έχουν σαφέστατο προσανατολισμό. Ο «απολίτικος» και «παθητικός» χαρακτήρας τους, την πηγή του οποίου εύστοχα ο Ράιχ αποδίδει στην προβληματική σεξουαλικότητα,  τα ωθεί να στρέφονται πάντα προς την  αντεπαναστατική κατεύθυνση, ενισχύοντας το στρατόπεδο του συντηρητισμού, της καπιταλιστικής εδραίωσης και, στην χειρότερη έκφανσή τους, τους κάθε φύσεως ολοκληρωτισμούς ή φασισμούς. Καθίσταται σαφές για ακόμη μία φορά πως η «ταύτιση των ιδεολογικών άκρων» όχι απλώς είναι θέση ανιστόρητη, αλλά και πρακτικά αδύνατη: η επαναστατική (ή έστω πολιτικά ενεργή) κατεύθυνση που εκφράζει αυτό που ιστορικά θα αποκαλούσαμε αριστερή πολιτική, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εδραιωθεί μέσω «απολίτικων» και «παθητικών» υποκειμένων. Η ανάγκη δικαιοσύνης και κοινωνικής αλλαγής που η αριστερή σκέψη εκφράζει, απαιτεί -τόσο για την ιδεολογική της εδραίωσης, όσο και για την πρακτική της εφαρμογή- άτομα συνειδητοποιημένα και πολιτικά ενεργά. Το ιδανικό επαναστατικό υποκείμενο είναι άνθρωπος με αυξημένο βαθμό αυτοσυνειδησία και σίγουρα χωρίς καταπιεσμένη σεξουαλικότητα.

  1. Βλ. σχετικά την εργασία «Φασισμός: μια ιστορική προσέγγιση», homo hominus, 8/3/2014 []
  2. Λαγός για αντεξουσιαστές: Θα τους μακελεύω όπου τους βρίσκω, tvxs.gr []
  3. Βλ. Βίλχελμ Ράιχ, Η μαζική ψυχολογία του φασισμού, Εκδ Μπουκουμάνη, Αθήνα, 1974 []
  4. …κυρίως τα τμήματά του που αφορούν στην ύπαρξη της «οργόνης», καθώς και η πλήρης προσήλωσή του στην περιγραφή των κοινωνικών πραγματικοτήτων μέσα από το πρίσμα της καταπιεσμένης ατομικής σεξουαλικότητας. Για την εικόνα από την πλευρά του Ράιχ βλ. σχετικά Βίλχελμ Ράιχ, Άκου ανθρωπάκο, Εκδ. Γνώση, Αθήνα, 2012 []
  5. Ράιχ, Η μαζική ψυχολογία του φασισμού, ό.π., σ. 71 []
  6. Ράιχ, Η μαζική ψυχολογία του φασισμού, ό.π., σ. 72 []

Φασισμός: μια ιστορική προσέγγιση

Φασισμός

Το τέλος του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου δημιούργησε στην ανθρωπότητα την αίσθηση πως παρόμοια καταστροφή δεν πρέπει να ξανασυμβεί. Σχεδόν 20 χρόνια αργότερα, ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ξεπέρασε σε αγριότητα τον πρώτο και αποτέλεσε τη μεγαλύτερη σύγκρουση στην ιστορία. Τι ήταν αυτό που σε τόσο μικρό διάστημα οδήγησε την ανθρωπότητα στην επανάληψη τέτοιων θηριωδιών;

Ο φασισμός, που αναδύθηκε και ισχυροποιήθηκε πολιτικά στο διάστημα του μεσοπολέμου συνεπεία και της μεγάλης οικονομικής κρίσης της εποχής, συνέτεινε στον μέγιστο βαθμό προς την κατεύθυνση αυτή. Κι ενώ τα φασιστικά κινήματα εξαρχής έδειξαν τα αποκρουστικά πρόσωπά τους, υποστηρίχτηκαν μαζικά από ευρωπαϊκές κοινωνίες, κόντρα σε κάθε λογική, ακόμη και στα ίδια τα συμφέροντά τους. Στις μέρες μας, που ακόμα μια σοβαρή καπιταλιστική κρίση αλλάζει τη φυσιογνωμία των ευρωπαϊκών κοινωνιών, ακροδεξιές φωνές επανεμφανίζονται και μάλιστα αποκτούν σημαντικό ακροατήριο.1 Καθώς λοιπόν η παρούσα ιστορική συγκυρία αναπόφευκτα φέρνει τις κοινωνίες μας αντιμέτωπες με το φαινόμενο του φασισμού, είναι απαραίτητη αφενός η διαλεύκανση των σχετικών εννοιών (φασισμός, ναζισμός, εθνικοσοσιαλισμός κλπ) και αφετέρου η επαναφορά της ιστορίας στις πραγματικές της διαστάσεις. Υπό την οπτική αυτή, η παρούσα δημοσίευση αποτελεί μία προσπάθεια διερεύνησης των αιτιών και της ιστορίας του φασισμού, εξετάζοντας τον ιταλικό φασισμό και τον γερμανικό εθνικοσοσιαλισμό.

Η προσέγγισή μας ξεκινά με την περιγραφή των κοινωνικών συνθηκών της μεσοπολεμικής περιόδου σε Γερμανία και Ιταλία και την ανάδειξη των προβλημάτων που τις ταλάνιζαν. Έπειτα περιγράφεται το πώς οι αντιδημοκρατικές δυνάμεις που αναδύθηκαν, εξελίχθηκαν σε φασιστικά κινήματα, ποιά ιδεολογικά χαρακτηριστικά απέκτησαν και ποιές πρακτικές μεταχειρίστηκαν. Τέλος, δίνονται συνοπτικά οι αιτίες που οδήγησαν στην επικράτηση της φασιστικής ιδεολογίας στις κοινωνίες των δύο χωρών.

Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο

Πλήθη ανέργων στην Σκωτία του 1930
Πλήθη ανέργων στην Σκωτία του 1930

Το τέλος του Α’ Παγκόσμιου Πόλεμου οδήγησε στην διαμόρφωση μίας εντελώς διαφορετικής κατάστασης στην Ευρώπη από αυτή που υπήρχε πριν την έναρξή του. Οι παλιές αυτοκρατορίες εντός της Ευρώπης κατέρρευσαν και στην θέση τους αναδύθηκαν μικρότερα εθνικά κράτη, στο πνεύμα των εθνικισμών του 19ου αιώνα.. Ο φιλελευθερισμός φαινόταν να επικρατεί καθολικά ως πολιτικό σύστημα, με την επιβολή των συνθηκών ειρήνευσης. Ωστόσο, οι οικονομικές συνέπειες του πολέμου ήταν εκτεταμένες: προκάλεσε σοβαρότατο κύμα πληθωρισμού, η δε επιστροφή των στρατιωτών επέφερε πλεόνασμα εργατικού δυναμικού και, ως επακόλουθο, την πτώση των ημερομισθίων.2

Επιπλέον, η σαρωτική οικονομική κρίση του 1929 – 1930, εντεινόμενη και από την αυτοτροφοδότηση του δημόσιου χρέους μεταξύ Ευρώπης και Αμερικής3 , μείωσε στα μάτια των λαών την αξιοπιστία της φιλελεύθερης καπιταλιστικής δημοκρατίας. Ευνοήθηκαν έτσι η εσωστρέφεια των χωρών και αναζωπυρώθηκαν προβλήματα και εντάσεις που προϋπήρχαν.4

Ανάπηρος Γερμανός αξιωματικός ζητιανεύει  μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο φορώντας  τη στολή του
Ανάπηρος Γερμανός αξιωματικός ζητιανεύει μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο φορώντας τη στολή του

Στη συλλογική συνείδηση, ο πόλεμος οδήγησε σε «ριζική μεταβολή της ευαισθησίας, εγκαινιάζοντας την “ευρωπαϊκή βία” του 20ου αιώνα».5 Στους βετεράνους της πρώτης γραμμής των μετώπων, για τους οποίους η συμμετοχή στον πόλεμο αποτελούσε τον σημαντικότερο σταθμό της μέχρι τότε ζωής τους, δημιουργήθηκε μία «μη επικοινωνήσιμη αίσθηση ανωτερότητας» απέναντι σε όσους δεν είχαν πολεμήσει.6 Τα οικονομικά προβλήματα και οι κοινωνικές απογοητεύσεις του μεσοπολέμου δυσαρέστησαν πρώην στρατιώτες, εργάτες και ακτήμονες που, ενώ θυσίασαν πολλά στον πόλεμο, δεν αισθάνονταν να τους περιμένει ένα καλύτερο μέλλον.7 Οι κοινωνικές ομάδες αυτές έγιναν οι πρώτοι θιασώτες της μεταπολεμικής άκρας δεξιάς.8

Το κοινωνικό πλαίσιο αυτό οδήγησε στην ενδυνάμωση δυνάμεων στα αριστερά και στα άκρα δεξιά· δυνάμεις που υπήρχαν και πριν τον πόλεμο, αλλά οι συνέπειές του τις ριζοσπαστικοποίησαν δημιουργώντας κρίσεις στις δημοκρατίες κατά τη δεκαετία του 1920.9

Στην Ιταλία, το τέλος του Α’ Παγκόσμιου Πόλεμου βρήκε το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού σε συνθήκες ανέχειας. Η μαξιμαλιστική εθνικιστική προπαγάνδα της πολεμικής περιόδου οδήγησε στο παράδοξο η πλειοψηφία του λαού να αισθάνεται απογοητευμένη για τα κέρδη που η Ιταλία αποκόμισε από τον πόλεμο, παρόλο που η χώρα ήταν από τους νικητές του. Δημιουργήθηκαν αισθήματα εθνικής ταπείνωσης και ντροπής ιδιαίτερα στους νέους, οι οποίοι υιοθέτησαν στάση περιφρόνησης προς το υπάρχον πολιτικό σύστημα, θεωρώντας το διεφθαρμένο και κυνικό. Τα αισθήματα αυτά δεν στερούνταν λογικής βάσης, καθόσον η Ιταλία κατέβαλε μεγάλο τίμημα στον πόλεμο αναλογικά με το μέγεθός της, τόσο οικονομικό όσο και σε ανθρώπινες απώλειες 10

Ως απότοκο των κοινωνικών συνθηκών προκλήθηκε μακρά περίοδος αναταραχής, ευνοώντας τις δυνάμεις που μάχονταν υπέρ μιας σοσιαλιστικής επανάστασης.11 Η κυβέρνηση, μη μπορώντας να θέσει υπό έλεγχο την κατάσταση, χρησιμοποίησε τα αναδυόμενα παραστρατιωτικά φασιστικά τάγματα, τα οποία εξοπλισμένα από την αστυνομία και το στρατό βοήθησαν σημαντικά στην κατάπνιξη των σοσιαλιστικών πυρήνων.12

Στην Γερμανία, το πολιτικοοικονομικό κατεστημένο υποστήριξε την παράδοση της χώρας στους νικητές του πολέμου.13 Στη συλλογική συνείδηση των Γερμανών όμως οι συνθήκες του Παρισιού καταγράφηκαν ως ταπεινωτικές και άδικες, λόγω και των υπέρογκων πολεμικών αποζη- μιώσεων που επιβλήθηκαν στην Γερμανία. Επιπροσθέτως, η οικονομική κρίση του 1930 επηρέασε και στη Γερμανία όλο το φάσμα του πληθυσμού, οδηγώντας σε ενίσχυση των πολιτικών άκρων. Τα αποτελέσματα της κρίσης εντάθηκαν από την τεχνητή δημιουργία πληθωρισμού από την γερμανική κυβέρνηση, στην προσπάθειά της να αποδείξει πως δεν μπορούσε να αποπληρώσει τις πολεμικές  αποζημιώσεις.14

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ, ηγετική μορφή των Γερμανών Κομμουνιστών, απευθύνεται σε συγκέντρωση εργατών.
Η Ρόζα Λούξεμπουργκ, ηγετική μορφή των Γερμανών Κομμουνιστών, απευθύνεται σε συγκέντρωση εργατών.

Αρχικά οι Γερμανοί στράφηκαν προς τα αριστερά, ενδυναμώνοντας το επαναστατικό κίνημα των Σπαρτακιστών. Παρόμοια με την Ιταλία, η κυβέρνηση αντιμετώπισε την κομμουνιστική άνοδο χρησιμοποιώντας πολιτοφυλακές με επικεφαλής πρώην αξιωματικούς του πολέμου, κάτι που πρακτικά οδήγησε στην ενδυνάμωση των ακροδεξιών ιδεών.15 Η πολιτική αναταραχή έδειξε να ομαλοποιείται με την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Η σοσιαλδημοκρατική της κυβέρνηση προσπάθησε να εφαρμόσει κοινωνικές μεταρρυθμίσεις. Όμως οι κατεστημένες δυνάμεις αντιτάχθηκαν σε αυτές και, καθώς διατηρούσαν υπό την ισχύ τους τα μέσα παραγωγής και ενημέρωσης, τελικά συνέτειναν στην αποσταθεροποίηση της ίδιας της δημοκρατίας.16 Υπό την επίδραση της Μεγάλης Ύφεσης κατέστη αδύνατη η διατήρηση της σιωπηρής συναίνεσης μεταξύ κράτους, εργοδοτών και εργατών, η οποία στήριζε την δημοκρατία.17 Τελικώς προκλήθηκε δημοκρατικό αδιέξοδο το 1932, λόγω και της στρατηγικής των ανερχόμενων ναζιστών18 αλλά και της κόντρας κομμουνιστών και σοσιαλιστών.19 Υπό τις συνθήκες αυτές, οι εκφραστές του μεγάλου κεφαλαίου εκμαίευσαν τον διορισμό του Χίτλερ στην πρωθυπουργία το 1933, θεωρώντας τον ως λύση στην ακυβερνησία, σκεπτόμενοι ότι θα μπορούσαν να τον καθυποτάξουν στα συμφέροντά τους.20

Γίνεται σαφές πως οι κοινωνικές συνθήκες του μεσοπολέμου ήταν τέτοιες που ευνοούσαν την ανάπτυξη εντάσεων και αντιδημοκρατικού κλίματος. Οι κυρίαρχες τάξεις αρνούνταν να υποχωρήσουν στο ελάχιστο, συνεισφέροντας στην ανακούφιση των δοκιμαζόμενων κατώτερων στρωμάτων. Με αυτό τον τρόπο οι ταξικές συγκρούσεις εντάθηκαν.21 Επιπροσθέτως, η Γερμανία και η Ιταλία αποτελούσαν προβληματικούς κρίκους στη διεθνή αλυσίδα της ιμπεριαλιστικής μετάβασης του καπιταλισμού.22 Το οικονομικό αδιέξοδο οδήγησε σε βαθιά ιδεολογική κρίση της εργατικής τάξης και της φτωχής αγροτιάς.23 Αυτό, σε συνδυασμό με τη γενικότερη κρίση των επαναστατικών οργανώσεων24 αύξησε την επιρροή των μικροαστών25, οι οποίοι όμως επίσης περνούσαν βαθιά οικονομική κρίση στο σύνολό τους.26

Ανάπτυξη αντιδημοκρατικών δυνάμεων

Όπως φάνηκε, το διάστημα του μεσοπολέμου αποτέλεσε μία περίοδο ιδιαίτερης πολιτικής κρίσης. Χαρακτηριζόταν από επιδείνωση των αντιφάσεων ανάμεσα στις άρχουσες τάξεις, από διαρκή μεταβολή και κρίση της ηγεμονίας, από προβλήματα πολιτικής εκπροσώπησης, από βαθιά κρίση της επικρατούσας ιδεολογίας και, τέλος, από επίθεση του μεγάλου κεφαλαίου και των άρχουσων τάξεων.27 Οι συνθήκες αυτές αποτέλεσαν γόνιμο έδαφος για την ανάπτυξη και εμπέδωση από τους λαούς αντιδημοκρατικών δυνάμεων. Στην αρχή, κυριότερη απειλή για το υφιστάμενο κοινωνικό καθεστώς έμοιαζε να αποτελεί η επαναστατική ρητορική και πρακτική της αριστεράς. Από την δεκαετία του 1920 κι έπειτα όμως, η απειλή για τον φιλελευθερισμό πήγαζε αποκλειστικά από την πολιτική δεξιά.28

Ο καπιταλιστικός μετασχηματισμός των κοινωνιών και η ξενοφοβία που προκλήθηκε από την μαζική μετανάστευση του 19ου αιώνα, συνέτειναν στην δημιουργία ριζοσπαστικών δεξιών κινημάτων ήδη από την περίοδο εκείνη. Οι ιδεολογίες αυτές ενδυναμώνονταν από την «πικρία που ένιωθαν οι μικροί άνθρωποι μέσα σε μια κοινωνία που τους συνέθλιβε μεταξύ των μεγάλων επιχειρήσεων και των ανερχόμενων μαζικών εργατικών κινημάτων»29. Κατά τον μεσοπόλεμο ωστόσο, τα κινήματα αυτά μεγεθύνθηκαν σημαντικά σε επιρροή, καθώς τα κοινωνικά προβλήματα οξύνθηκαν. Η θεσμική δυσλειτουργία των παλαιών κρατών και η επαναστατική εντύπωση που δημιουργούσαν ισχυρά σοσιαλιστικά κινήματα, δημιούργησαν μάζες απογοητευμένων ατόμων που δεν ήξεραν πού να στραφούν. Οι μάζες αυτές, κυρίως προερχόμενες από τα μεσαία και κατώτερα μεσαία (μικροαστικά) στρώματα, αποτέλεσαν τα πιο ευήκοα ώτα προς τις ριζοσπαστικές δυνάμεις της δεξιάς.30

Τα κυριότερα χαρακτηριστικά αυτών των ρευμάτων ήταν η εναντίωσή τους στην ενδεχόμενη σοσιαλιστική επανάσταση (κάτι που μεταφράστηκε σε φανατικό αντικομουνισμό), η εχθρική στάση τους απέναντι στους φιλελεύθερους πολιτικούς θεσμούς, ο μιλιταρισμός και η συνεπακόλουθη ενίσχυση των σωμάτων καταστολής, ο ακραίος εθνικισμός, η οργανική αντίληψη της φύσης της κοινωνίας31 και η εξύψωση των παραδοσιακών αξιών της θρησκείας, της έννομης τάξης και της οικογένειας.32

Υπό τις επικρατούσες συνθήκες του μεσοπολέμου, οι δυνάμεις αυτές σταδιακά μετατράπηκαν σε φασιστικά κινήματα, πρώτα στην Ιταλία και έπειτα στην Γερμανία. Η φασιστική ιδεολογία δεν ήταν ιδιαίτερα θεωρητικοποιημένη ούτε είχε στιβαρή φιλοσοφική υποστήριξη. Έδινε έμφαση στην ανεπάρκεια του ορθολογισμού και πρόκρινε την ανωτερότητα του ενστίκτου και της βούλησης, καταλήγοντας σε έναν συγκερασμό αντιφατικών στοιχείων.33 Ωστόσο,  οι πρωτόγονες δυνάμεις που την διαπερνούσαν, αφύπνιζαν τα στοιχειώδη συναισθήματα  οδηγώντας «στην έκρηξη μιας άθλιας φρασεολογίας».34

Χαρακτηριστικά των φασισμών

Χίτλερ και Μουσολίνι σε κοινή τους εμφάνιση.
Χίτλερ και Μουσολίνι σε κοινή τους εμφάνιση.

Ο ιταλικός φασισμός εμφανίστηκε ιστορικά πρώτος και έδωσε το ιδεολογικό παράδειγμα. Το «φασιστικό κόμμα» του Μουσολίνι αρχικά παρουσιάστηκε ως αντικαπιταλιστικό, ενσωματώνοντας σχετικές προσδοκίες τόσο των μικροαστών όσο και των εργατών. Η πολιτική του πλατφόρμα ήταν εξαιρετικά ριζοσπαστική, υιοθετώντας αιτήματα όπως την καθολική ψηφοφορία, την εφαρμογή φιλεργατικών ρυθμίσεων, τη βαριά φορολογία του κεφαλαίου και την αντίθεση σε κάθε ιμπεριαλισμό. Μετά τον Μάιο του 1920 όμως άλλαξε εντυπωσιακά την ρητορική του: αφαιρέθηκε κάθε αναφορά σε οικονομικές μεταρρυθμίσεις και σε σύγκρουση με το μεγάλο κεφάλαιο. Το φασιστικό κόμμα, ελλείψει οικονομικού προγράμματος, βασιζόταν σε συμβιβασμούς και συνδιαλλαγή με το κατεστημένο· μεταμορφώθηκε έτσι σταδιακά στον κύριο εγγυητή των συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου. 35

Παρόλο που ο ιταλικός φασισμός διατεινόταν πως συνιστούσε την ριζοσπαστική απάντηση στο διεφθαρμένο, κατεστημένο πολιτικοοικονομικό σύστημα της χώρας, συνέχισε να βασίζεται σε πρόσωπα της συντηρητικής ελίτ. Δεν αποτέλεσε ποτέ ουσιαστική απειλή για την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, ούτε για την Εκκλησία, η οποία εξάλλου προσέβλεπε στους φασίστες προστασία απέναντι στην «κομμουνιστική αθεΐα».36 Το κόμμα ταυτίστηκε πλήρως με τον διοικητικό μηχανισμό, δημιουργώντας ένα ολοκληρωτικό «κορπορατικό κράτος»37 προς όφελος των κομματικών στελεχών και των βιομηχάνων. Η κατεύθυνση αυτή ιδεολογικά προωθήθηκε στις μάζες με την άποψη πως το κράτος υπερισχύει των ατομικών συμφερόντων, ενσωματώνοντάς τα.

Η εμπέδωση της εξουσίας στο φασισμό γινόταν στη μορφή του «ανώτατου λαϊκιστή ηγέτη»38, τον Μουσολίνι, ο οποίος κατείχε υπερεξουσίες και πρακτικά έλεγχε τα πάντα. Η εξουσία στηριζόταν σε ένα πλαίσιο προπαγάνδας, βίαιης καταστολής και τρομοκρατίας, τόσο από  κρατικούς όσο και από παρακρατικούς μηχανισμούς. Αυτή η τακτική οδήγησε σε μία εικόνα σταθερότητας και «παθητικής δημοφιλίας» του φασισμού, αφού κάθε αντίθετη φωνή καταπνιγόταν εν τη γενέσει της. Ιδιαίτερη σπουδή επέδειξε ο φασισμός στην βίαιη καταστολή εργατικών και αγροτικών διεκδικήσεων, τάξεις οι οποίες ήταν ιδιαίτερα πληγμένες από την αποπληθωριστική του πολιτική.39

Βασικό εργαλείο μαζικής χειραγώγησης του φασισμού υπήρξε μία σχεδόν υστερική μορφή εθνικισμού, επενδεδυμένη με ένα πλαίσιο συντηρητικών αξιών.40 Μέσα από τον εθνικισμό νομιμοποιήθηκε το καθεστώς στη λαϊκή συνείδηση αλλά και εκφράστηκε η πικρία των Ιταλών για τα κέρδη από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το έθνος εξιδανικεύτηκε και απέκτησε μια υπερβατική θεώρηση, αν και αυτή στηρίχθηκε στην επίκληση ενός κατασκευασμένου παρελθόντος. Αυτό, σε συνδυασμό με την εξύμνηση του μιλιταρισμού και του ιμπεριαλισμού41, οδήγησε στην εμπέδωση της ιδέας πως υπάρχει αδυναμία αρμονικής συνύπαρξης των εθνών.42 Ο Μουσολίνι «εκσυγχρόνισε» τον εθνικισμό, μετατρέποντάς τον σε μαζική ιδεολογία με αντιφατικά χαρακτηριστικά, αφού μέσω αυτής εκφράζονταν πόθοι αντεπαναστατικοί και ταυτόχρονα επαναστατικοί, αντικομουνιστικοί και ταυτόχρονα αντικαπιταλιστικοί. Κάτι τέτοιο δεν θα ήταν εφικτό χωρίς την αυξημένη επιρροή της μικροαστικών φοβιών πάνω στην εργατική τάξη, γεγονός που ο φασισμός εκμεταλλεύτηκε απόλυτα.43

Αφίσα των εθνικοσοσιαλιστών «Εθνικοσοσιαλισμός: Η οργανωμένη θέληση του έθνους»
Αφίσα των εθνικοσοσιαλιστών «Εθνικοσοσιαλισμός: Η οργανωμένη θέληση του έθνους»

Στην Γερμανία, ο φασισμός αναπτύχθηκε από το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα, υπό τον Αδόλφο Χίτλερ, για τον οποίο ο Μουσολίνι υπήρξε το παράδειγμα. Ο εθνικοσοσιαλισμός ενσωμάτωσε όλα τα προηγούμενα στοιχεία του ιταλικού φασισμού, όμως τα εξέφρασε σε ιδιαίτερα ακραία μορφή και πρόσθεσε νέα στοιχεία τόσο ειδεχθή, ικανά να τον χαρακτηρίσουν ως μια «μαζική ψυχική αρρώστια που αναδύθηκε στην επιφάνεια» και ως «ανορθολογική επανάσταση».44

Αρχικά το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα -όπως και το ιταλικό φασιστικό- υποστήριξε στοιχεία ρήξης με το πολιτικοοικονομικό καθεστώς της Γερμανίας. Ωστόσο και αυτό μετασκεύασε την προπαγάνδα του αφαιρώντας τα αντικαπιταλιστικά του συνθήματα από το 1930 κι έπειτα.45 Διατήρησε έναν ορθολογικό πυρήνα, εκφρασμένο στην θεωρία του «κοινού αίματος και εδάφους», όμως κατέληξε σε έναν μυστικιστικό τρόπο λατρείας του κοινού αυτού αίματος.46 Η έννοια της «φυλής» αποτέλεσε κεντρική θεωρητική του θέση47, σε βαθμό που τελικά αφαιρέθηκε από τον άνθρωπο η δυνατότητα ιδεολογικού αυτοπροσδιορισμού του, αφού η ιδέα είναι συνυφασμένη με το «είναι» του ανθρώπου.48 Η θεώρηση αυτή βοήθησε στην δημιουργία ενός αποδιοπομπαίου τράγου, φορτωμένου με την ενοχή όλων των συμφορών του έθνους, τους Εβραίους49. Τα δραστικά μέτρα που έλαβε ο φασισμός εναντίον τους, οδήγησαν στην εκστρατεία ολοκληρωτικής εξόντωσής τους: το Ολοκαύτωμα.50 Αυτός ο λυσσαλέος ρατσισμός, υπήρξε η σημαντικότερη διαφορά του εθνικοσοσιαλισμού από τον ιταλικό φασισμό, καθώς ο Μουσολίνι δεν υιοθέτησε πρόθυμα τις διώξεις κατά των Εβραίων.

Εκπαίδευση της νεολαίας σε μιλιταριστικού τύπου οργανώσεις.
Εκπαίδευση της νεολαίας σε μιλιταριστικού τύπου οργανώσεις.

Στο κοινωνικό πεδίο, ο ναζισμός κατάργησε την διάκριση μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού.51  Εξύμνησε ιδιαίτερα την οικογένεια, την οποία χρησιμοποίησε ως ένα κοινωνικό κύτταρο προστατευμένο από την ταξική πάλη.52 Κήρυττε την ολοκληρωτική μεταρρύθμιση της κοινωνίας μέσω της δημιουργίας ενός «νέου τύπου ανθρώπου», αναμιγνύοντας ρομαντικά στοιχεία της γερμανικής παράδοσης με την τεχνολογική νεωτερικότητα. Αποθέωσε τους επίλεκτους και χρησιμοποίησε μιλιταριστικού τύπου οργανώσεις για να εντρυφήσει στη νεολαία το ιδανικό πως η ουσία του ανθρώπου δεν βρίσκεται πλέον στην ελευθερία, αλλά σε ένα είδος αλυσόδεσης.53 Το γερμανικό ιδανικό για τον άνθρωπο εμφανίστηκε σαν μια υπόσχεση ειλικρίνειας και αυθεντικότητας. Απέκτησε μαζική υποστήριξη σε μια κοινωνία που, όντας καταπιεσμένη από τις συνθήκες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου,  είχε μεν έντονη επιθυμία για ελευθερία, αλλά είχε χάσει την επαφή της με το πραγματικό της ιδανικό για την ουσία της ελευθερίας και επιπλέον φοβόταν να αναλάβει την ευθύνη που αυτή συνεπάγεται.54

Καταλήγοντας, ο δογματισμός, το τελετουργικό, η μισαλλοδοξία και ο επεκτατικός ζήλος του εθνικοσοσιαλισμού, τον καθιστούν συγκρίσιμο με μια νέα θρησκεία.55 Μια θρησκεία όμως, που πήρε την μορφή μιας ιδιότυπης μορφής καθεστώτος του καπιταλιστικού κράτους εκτάκτου ανάγκης, απαντώντας στην σοβαρή πολιτική κρίση της εποχής.56

Πρακτικές φασιστικών κινημάτων

Χαρακτηριστικό των φασιστικών πρακτικών αποτελεί η χαμαιλεόντεια προσαρμοστικότητά τους. Κατά την εξέλιξη του εκφασισμού της κοινωνίας, ο φασισμός δεν είχε πρόβλημα να υπηρετεί -στο επίπεδο της ρητορικής- αντικρουόμενα συμφέροντα. Στη διάρκεια της πρώτης φάσης του, ο φασισμός εκπροσώπησε τα συμφέροντα των μικροαστών· το πολιτικό του πρόγραμμα αποτέλεσε έναν «κατάλογο μνησικακιών της μικροαστικής τάξης»57. Από την μαζικοποίησή του κι έπειτα όμως, εξέφρασε τα συμφέροντα των μεγαλοαστών.58

Ο Μουσολίνι οδηγεί την «πορεία προς την Ρώμη».
Ο Μουσολίνι οδηγεί την «πορεία προς την Ρώμη».

Το σημαντικότερο εργαλείο για τον φασισμό αποτέλεσε η προπαγάνδα, η οποία αποσκοπούσε στην «κινητοποίηση των μαζών από τα κάτω»59. Τόσο ο Χίτλερ όσο και ο Μουσολίνι, βάσισαν την ρητορική τους στο πληγωμένο γόητρο Ιταλών και Γερμανών. Οι εξαγγελίες τους για την ανατροπή του υφιστάμενου διεθνούς πλαισίου, για επέκταση, για οικονομική ανόρθωση και κοινωνική εξασφάλιση κατεύνασαν την αγωνία των πολυπληθών μεσαίων στρωμάτων, απομα- κρύνοντάς την από τα προβλήματα της καθημερι- νότητας. Ο φασισμός όμως δεν αρκέστηκε στην επιδί- ωξη της μαζικοποίησης, αλλά προσχεδίασε τις ενέργειες αυτές που θα τον έφερναν στην εξουσία.

Στην Ιταλία, ο πρώην σοσιαλιστής Μουσολίνι προ- σέγγισε τις απογοητευμένες μάζες με ένα φιλολαϊκό πρόγραμμα αλλά γρήγορα, υπό την χρηματοδότηση των καπιταλιστών, πραγματοποίησε στροφή σε σαφώς πιο συντηρητικές, εθνικιστικές θέσεις που δεν περιλάμβαναν οικονομικές επιβαρύνσεις των κυρίαρχων στρωμάτων.60 Καθώς το υπάρχον σύστημα κατέρρεε, οι φασίστες ετοιμάζονταν επιθετικά για την ανάληψη της εξουσίας. Οι παραστρατιωτικές τους ομάδες κατέπνιξαν κάθε προοδευτικό στοιχείο και, στο κλίμα διάλυσης που δημιουργήθηκε,  εκμεταλλεύτηκαν την αναποφασιστικότητα των πολιτικών. Με την «πορεία προς την Ρώμη»61 τον Οκτώβριο του 1922 εκβίασαν την παραίτηση του πρωθυπουργού και την ανάθεση της εξουσίας στον Μουσολίνι. Μέχρι το 1925 είχε ήδη επιβληθεί ένα πλήρως δικτατορικό καθεστώς.62

Αφίσα των ναζιστών που υποστηρίζει την αδελφοσύνη των προλετάριων με τους «χαρτογιακάδες» τους εργαζόμενους στον τριτογενή τομέα, οι οποίοι συνήθως αποτελούσαν την «εργατική αριστοκρατία». Η αποδόμηση της ταξικής συνείδησης επιχιρείται ταυτίζοντάς την εργασιακή αδελφοσύνη με τα αισθήματα συντροφικότητας των στρατιωτών του Α' Π.Π.
Αφίσα των ναζιστών που υποστηρίζει την αδελφοσύνη των προλετάριων με τους «χαρτογιακάδες» τους εργαζόμενους στον τριτογενή τομέα, οι οποίοι συνήθως αποτελούσαν την «εργατική αριστοκρατία». Η αποδόμηση της ταξικής συνείδησης επιχιρείται ταυτίζοντάς την εργασιακή αδελφοσύνη με τα αισθήματα συντροφικότητας των στρατιωτών του Α’ Π.Π.

Στην Γερμανία, η εθνικιστική ρητορική του ναζιστικού κόμματος κατασκεύασε τη θεωρία της «πισώπλατης μαχαιριάς» από σοσιαλιστές πολιτικούς και Εβραίους, για να εκμεταλλευτεί την «μεταφυσική άρνηση της ήττας»63 στον Α’ Παγκόσμιο. Για να τονωθεί η αυτοεκτίμηση του μέσου Γερμανού, οι ναζιστές επιδόθηκαν σε καθημερινή ρατσιστική προπαγάνδα εναντίων των Εβραίων.64

Όντας αυστηρά οργανωμένο, το ναζιστικό κόμμα χρησιμοποίησε επίλεκτες ομάδες ένοπλης πολιτοφυλακής για να τρομοκρατήσει και να εξοντώσει του αντιπάλους του.65 Σειρά προσχεδιασμένων ενεργειών του Χίτλερ66 δημιούργησαν κλίμα κοινωνικής αναταραχής και πολιτικού αδιεξόδου, ώστε -υπό την πίεση και των ανώτατων οικονομικών στρωμάτων- να πιεσθεί ο πρόεδρος Χίντεμπουργκ στην κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Στις επακό- λουθες εκλογές η προπαγάνδα των ναζιστών έφερε τον Χίτλερ στην εξουσία. Με την ανάληψη της διακυβέρνησης, οι ναζιστές άρχισαν τον ολοκληρωτικό μετασχηματισμό του κράτους: ανέστειλαν τις πολιτικές ελευθερίες, εξαπέλυσαν κύμα συλλήψεων αντιπάλων, κατάργησαν τα συνδικάτα και τα κόμματα, ενεργοποίησαν τις μυστικές υπηρεσίες.67

Το Volkswagen υπήρξε ο ακρογωνιαίος λίθος της ναζιστικής προπαγάνδας σχετικά με το φιλολαϊκό του πρόγραμμα. Η αφίσα της εποχής διατείνεται πως «με 5 μάρκα την εβδομάδα μπορεί να το αποκτήσει ο καθένας».
Το Volkswagen υπήρξε ο ακρογωνιαίος λίθος της ναζιστικής προπαγάνδας σχετικά με το φιλολαϊκό του πρόγραμμα. Η αφίσα της εποχής διατείνεται πως «με 5 μάρκα την εβδομάδα μπορεί να το αποκτήσει ο καθένας».

Είναι χαρακτηριστικό και στις δύο περιπτώσεις (Ιταλία και Γερμανία) το γεγονός πως, σε αντίθεση με την επαναστατική ρητορική, ο φασισμός κατέλαβε την εξουσία με συνταγματικό τρόπο -διά της κοινοβουλευτικής οδού-, βοηθούμενος από τον κρατικό μηχανισμό καταστολής της ταξικής πάλης.68 Αμέσως μετά την ανάληψη της εξουσίας, η κύρια προσπάθεια του φασισμού στράφηκε στον έλεγχο των ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους και σε εκκαθαρίσεις αντιπάλων ακόμη και στις ίδιες του τις τάξεις. Αυτό τον απάλλαξε από ένα μέρος του ταξικού βάρους που τον πίεζε.69

Αιτίες επικράτησης του φασισμού

Μέχρι την έλευση του φασισμού οι άνθρωποι απλώς υπέμεναν την τυραννία. Στην εποχή του όμως, δρώντας εντελώς παράλογα, υποστήριξαν ενεργά την τυραννία. Για πρώτη φορά στην ιστορία αποκαλύφθηκε «η σημασία του ανορθολογισμού στην κοινωνική διαδικασία».70 Τι ήταν όμως αυτό που έστρεψε την γερμανική και ιταλική κοινωνία ενάντια στα ίδια τα συμφέροντά τους ;

Ο φασισμός βρήκε ιδιαίτερη απήχηση σε αυτούς που θεωρούσαν τους εαυτούς τους θύματα της κοινωνίας. Τον υποστήριξαν νέοι, φοιτητές, πρώην στρατιώτες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, αξιωματικοί της μεσαίας τάξης και ψηφοφόροι του αστικού Κέντρου και της Δεξιάς.71 Ο φασισμός συνδέθηκε με τη μικροαστική τάξη με ένα δεσμό αρκετά ισχυρό και πολύπλοκο.72 Ταυτόχρονα όμως, και ενώ υποστήριζε τις παραδοσιακές αξίες, δεν είχε την ίδια απήχηση στους ιστορικούς φύλακες της συντηρητικής τάξης πραγμάτων.73 Για να κατανοηθούν αυτές οι αντιφάσεις θα πρέπει να γίνει αντιληπτό πώς ο φασισμός πρόβαλε τα ιδεολογικά χαρακτηριστικά του ως απάντηση στα σοβαρά προβλήματα των κοινωνιών του μεσοπολέμου.

Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι ευρωπαϊκές κοινωνίες αντιμετώπιζαν σοβαρά πολιτικά, κοινωνικά74 και οικονομικά προβλήματα, τα οποία ήταν ιδιαίτερα έντονα σε Ιταλία και Γερμανία. Οι δύο αυτές χώρες μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα πέρασαν από την εθνική ενοποίηση στο τελευταίο στάδιο του ιμπεριαλιστικού επεκτατισμού, επιθυμώντας να ανδρωθούν ως αυτοκρατορίες σε μια εποχή που οι αυτοκρατορίες γενικά κατέρρεαν. Οι αστικές τάξεις Γερμανίας και Ιταλίας επιθυμούσαν την ιμπεριαλιστική οικονομική επέκταση, όμως η εποχή και τα κοινωνικά δεδομένα των χωρών δεν ευνοούσαν κάτι τέτοιο. Προέκυψε λοιπόν μια χαρακτηριστική κρίση του ιμπεριαλιστικού σταδίου στην οποία ο φασισμός εξέφρασε μία ιδιότυπη συγκυρία της πάλης των τάξεων.75 Επιπροσθέτως, η Μεγάλη Ύφεση του 1929 – 1930 δημιούργησε συνθήκες ευνοϊκές στην ανάπτυξη του φασισμού. Χωρίς αυτήν, ο φασισμός (ο οποίος υποστηρίχτηκε μαζικά ως αντίδραση στα τραύματα της Ύφεσης) δεν θα αποκτούσε τόσο σημαντικό ιστορικά ρόλο.76

Η κρίση προκάλεσε αισθήματα κοινωνικού φόβου και συνεπώς, μια μετατόπιση του λαού προς τα δεξιά. Ο μέσος άνθρωπος δεν μπορούσε να κατανοήσει τους περίπλοκους μηχανισμούς της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας, οι οποίοι επιδείνωσαν τα αποτελέσματα της κρίσης στην καθημερινότητά του. Ο φασισμός από την άλλη ανέπτυξε ένα πρόγραμμα απλοϊκό, ικανό να το κατανοήσει ο καθένας.77 Ταυτόχρονα, ο φόβος των ανώτατων και μεσαίων στρωμάτων για μια σοσιαλιστική επανάσταση, οδήγησε σε αύξηση της απήχησης του φασισμού, ως ένα κίνημα που υποσχόταν διατήρηση των ιδιοκτησιών.78  «Ο φασισμός υποσχέθηκε στους καπιταλιστές ότι θα διασφάλιζε τον έλεγχό τους στη βιομηχανία και ταυτοχρόνως στους εργάτες την πρόσβασή τους στον έλεγχο αυτό – και τον πίστεψαν και οι δύο»!79Έτσι, οι οικονομικές εξελίξεις ήρθαν σε άμεση αντίθεση με τις ιδεολογικές.80

Ειδικά όμως το μεγάλο κεφάλαιο, διείδε στον φασισμό σημαντικά πλεονεκτήματα, καθόσον αυτός υπήρξε το ισχυρότερο οχυρό απέναντι στην αριστερή κοινωνική επανάσταση, εξαφάνισε τα εργατικά δικαιώματα και διεκδικήσεις, έδωσε πλήρη ελευθερία στην εργοδοτική αυθαιρεσία και χειραγώγησε τους εργάτες.81 Ταυτοχρόνως όμως, ο φασισμός υποστήριξε στην ρητορική του, και στην Γερμανία το έκανε εν μέρει πράξη, ένα κοινωνικό πρόγραμμα για τις μάζες, χωρίς ωστόσο να κλονίσει την σταθερότητα της αστικής τάξης. Επιπλέον, ανέσχεσε την ύφεση,  μέσω  χρηματοδοτήσεων σε εξοπλιστικά προγράμματα και δημόσια έργα.82

Επιπροσθέτως, ο φασισμός αυτοσυστήθηκε ως η μοναδική δύναμη τάξης ενάντια στην κοινωνική αταξία. Οι Ευρωπαίοι συντηρητικοί έβλεπαν τις χώρες με φασιστικά καθεστώτα ως τις μόνες που αντιμετώπισαν αποτελεσματικά τους σοσιαλιστές επαναστάτες.83 Ακόμη, η μη επαναστατημένη μάζα ήταν διατεθειμένη να αποδεχτεί και να στηρίξει οποιαδήποτε κυβέρνηση φαινόταν να εξασφαλίζει κοινωνική ηρεμία.84 Εμφαίνεται πως οι μάζες ήθελαν μεν μια ριζοσπαστική αλλαγή, αλλά ταυτόχρονα φοβόντουσαν την επανάσταση. Ο φασισμός απάντησε στην ανάγκη αυτή, απαλλάσσοντάς τες από την ευθύνη για την ίδια τους τη μοίρα.85

Επίλογος

Από την ανάλυση των προβλημάτων που αντιμετώπιζαν η γερμανική και ιταλική κοινωνία του μεσοπολέμου και των χαρακτηριστικών της φασιστικής ιδεολογίας, προέκυψε το πώς ο φασισμός απέκτησε μαζική υποστήριξη, προβάλλοντας μια πειστική απάντηση στις αγωνίες του μέσου ανθρώπου της εποχής.

Γίνεται επίσης εμφανές πως η φασιστική ιδεολογία είναι διαποτισμένη από αντιφατικές θέσεις. Παρόλο που ο φασισμός προέβαλε τον ριζοσπαστικό και επαναστατικό του χαρακτήρα, ανέλαβε την εξουσία μέσω της δημοκρατικής οδού. Δεν αποτέλεσε ουσιαστικά ένα καινούργιο καθεστώς, αλλά στηρίχθηκε σε μία συμμαχία των μικροαστικών μαζών με το μεγάλο κεφάλαιο, εξυπηρετώντας πρακτικά τα συμφέροντα του δευτέρου. Η ανορθολογικότητα και η εξαχρείωση δεν ήταν αποκλειστικά αποτελέσματα παραφρόνων ηγετών (του Χίτλερ στη Γερμανία, του Μουσολίνι στην Ιταλία). Οι ηγεσίες αυτές δεν υπέταξαν με την βία τους λαούς τους, αλλά ανδρώθηκαν σε ένα έδαφος γόνιμο λόγω των καταπιεσμένων συλλογικών υποσυνείδητων. Αυτή η επικράτηση του καταπιεσμένου ανορθολογισμού οδήγησε τελικά στην κτηνωδία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Στην αυγή του 21ου αιώνα, οι δυτικές κοινωνίες αντιμετωπίζουν ξανά οικονομικά προβλήματα, τα οποία οδηγούν σε παρόμοια συλλογική καταπίεση. Η φασιστική ιδεολογία αποκτά και πάλι έδαφος, προβάλλοντας το ίδιο περιεχόμενο: μια θεωρία ελκυστική στα καταπιεσμένα συλλογικά υποσυνείδητα, στρέφοντας όμως την ενστικτώδη βίαιη αντίδραση των αδικημένων μαζών όχι προς τους αληθινούς υπαίτιους, αλλά προς τον εκάστοτε δαιμονοποιημένο, εύκολο στόχο (τον μετανάστη, τον διαφορετικό, τον αλοεθνή). Αυτή τη φορά θα διδαχτούμε από τις εμπειρίες της ιστορίας, ώστε να μην επαναληφθούν τα λάθη του παρελθόντος;

Βιβλιογραφία

  • Πουλαντζάς, Ν., Φασισμός και δικτατορία – Η 3η Διεθνής αντιμέτωπη στον φασισμό, Αθήνα, Εκδ. Θεμέλιο – Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, 2006

  • Ράπτης, Κ., Γενική Ιστορία της Ευρώπης, τ. Β’, Πάτρα, Ε.Α.Π., 2000

  • Κώστας Ράπτης, «Η Οικονομική Κρίση 1929-1932 στην Κεντρική Ευρώπη», Εισήγηση στη διήμερη επιστημονική συνάντηση του Τομέα Ιστορίας του ΕΚΠΑ στις 4-5 Νοεμβρίου του 2011 για τις Οικονομικές Κρίσεις και την αντιμετώπισή τους στον μακρό ιστορικό χρόνο, Αθήνα, 2011, διαθέσιμο στο http://www.arch.uoa.gr/fileadmin/arch.uoa.gr/uploads/drast_hist/krisi_ seminaria/krisi_raptis.pdf , 10 Απριλίου 2013

  • Agamben, G., «Εισαγωγή», στο Ε. Levinas, Μερικές σκέψεις για τη φιλοσοφία του χιτλερισμού, Αθήνα, Εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα, 2013, σ. 5 – 14

  • Burns, E. M., Ευρωπαϊκή Ιστορία – Εισαγωγή στην ιστορία και τον πολιτισμό της νεότερης Ευρώπης, τ. Β‘, Θεσσαλονίκη, Εκδ. Παρατηρητής, 1983

  • Frank, R., «Εμφύλιοι ευρωπαϊκοί πόλεμοι», στο E. Αρβελέρ – M. Aymard (επιμ.), Οι Ευρωπαίοι – Νεότερη και σύγχρονη εποχή, τ. Β’, Εκδ. Σαββάλας, Αθήνα, 2003, σ. 359422

  • Heywood, A., Πολιτικές Ιδεολογίες, Αθήνα, Εκδ. Επίκεντρο, 2005

  • Hobsbawm, E. J., Η εποχή των άκρων – Ο σύντομος εικοστός αιώνας 1914 – 1991, Αθήνα, Εκδ. Θεμέλιο, 2010

  • Levinas, E., Μερικές σκέψεις για τη φιλοσοφία του χιτλερισμού, Αθήνα, Εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα, 2013

  • Malatesta, E., Δημοκρατία, φασισμός, αναρχία, Αθήνα, Εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα, 2012

  • Preston, P., «Ο μεγάλος εμφύλιος πόλεμος: Πολιτική ιστορία της Ευρώπης, 1914 – 1945», στο T.C.W. Blanning (επιμ.), Ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης, Εκδ. Τουρίκη, Αθήνα, 2009, σ. 213256

  • Reich, W., Ο μαύρος και ο κόκκινος φασισμός, Αθήνα, Εκδ. Ελεύθερος Τύπος, 2012

  • Wikipedia, «Κορπορατισμός», διαθέσιμο στο http://el.wikipedia.org/wiki/Κορπορατισμός , 10 Απριλίου 2013.

  • Wikipedia, «Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα», διαθέσιμο στο http://el.wikipedia.org/wiki/Εθνικοσοσιαλιστικό_Γερμανικό_Εργατικό_Κόμμα , 10 Απριλίου 2013.

  • TVXS, «Ακροδεξιός ηγέτης χαστουκίζει εισαγγελέα στην Ουκρανία», http://www.tvxs.gr/node/149711
  • TVXS, «Ουκρανία: Η ακροδεξιά πνίγει το «Κίνημα της Ευρώπης»», http://www.tvxs.gr/node/147823
  • TVXS, «Πρώτος στόχος των ουκρανών νεοναζί οι κομμουνιστές», http://www.tvxs.gr/node/149519
  • TVXS, «Nέα κυβέρνηση στην Ουκρανία ενώ νεοναζί στήνουν πογκρόμ», http://www.tvxs.gr/node/149599
  • TVXS, «Το Ράιχσταγκ στις φλόγες, εξαπλώνεται ο ναζισμός», http://www.tvxs.gr/node/55447

 

Πηγές εικόνων

  1. Η Χρυσή Αυγή, αποδεδειγμένα ναζιστικό – φασιστικό κόμμα, έχει πλέον μπει στην ελληνική βουλή και η δύναμή της δημοσκοπικά κινείται σταθερά (μέχρι και τον Μάρτιο του 2014) σε επίπεδα τρίτου κόμματος. Στις δε πρόσφατες αναταραχές στην Ουκρανία, ναζιστικά μορφώματα έπαιξαν σημαντικότατο ρόλο και τελικά έλαβαν θέσει κλειδιά στη νέα, μεταβατική κυβέρνηση. Η σχετική δημοσιογραφία είναι αποκαλυπτική: Η ακροδεξιά πνίγει το «Κίνημα της Ευρώπης», Nέα κυβέρνηση στην Ουκρανία ενώ νεοναζί στήνουν πογκρόμ, Πρώτος στόχος των ουκρανών νεοναζί οι κομμουνιστές, Ακροδεξιός ηγέτης χαστουκίζει εισαγγελέα στην Ουκρανία. []
  2. Edward Burns, Ευρωπαϊκή Ιστορία – Εισαγωγή στην ιστορία και τον πολιτισμό της νεότερης Ευρώπης, τ. Β’, Θεσσαλονίκη, Εκδ. Παρατηρητής, 1983, σ. 324. []
  3. Για να αποπληρώσει τις υπέρογκες πολεμικές αποζημιώσεις του Α’ Π.Π. η Γερμανία δανείστηκε σε μεγάλο βαθμό από τις ΗΠΑ και την Μ. Βρετανία. «Ο συνεχής και υπέρογκος δανεισμός από τις ΗΠΑ και τη Μ. Βρετανία, ο οποίος δημιούργησε υψηλά και δύσκολα διαχειρίσιμα χρέη κατά τον μεσοπόλεμο, λειτούργησε ως ωρολογιακή βόμβα για την οικονομική – δημοσιονομική και όχι μόνο σταθερότητα των κεντροευρωπαϊκών κρατών». Αυτή η οικονομική αλληλεξάρτηση έκανε πιο έντονα τα αποτελέσματα του οικονομικού κραχ του 1929, Κώστας Ράπτης, «Η Οικονομική Κρίση 1929-1932 στην Κεντρική Ευρώπη», Εισήγηση στη διήμερη επιστημονική συνάντηση του Τομέα Ιστορίας του ΕΚΠΑ στις 4-5 Νοεμβρίου του 2011 για τις Οικονομικές Κρίσεις και την αντιμετώπισή τους στον μακρό ιστορικό χρόνο, Αθήνα, 2011, σ. 5, διαθέσιμο στο http://www.arch.uoa.gr/fileadmin/ arch.uoa.gr/uploads/drast_hist/krisi_seminaria/krisi_raptis.pdf  , 10 Απριλίου 2013 []
  4. Κώστας Ράπτης, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, τ. Β’, Πάτρα, Ε.Α.Π., 2000, σ. 188 και 201. []
  5. Λόγω της πρωτοφανούς βίας (σε είδος και ένταση) που χρησιμοποιήθηκε κατά τον Α’ Παγκόσμιο, οι ευρωπαϊκές κοινωνίες έγιναν πιο δεκτικές σε βίαιες και ανορθολογικές θεωρήσεις, Robert Frank, “Εμφύλιοι ευρωπαϊκοί πόλεμοι”, στο E. Αρβελέρ – M. Aymard (επιμ.), Οι Ευρωπαίοι – Νεότερη και σύγχρονη εποχή, τ. Β’, Εκδ. Σαββάλας, Αθήνα, 2003, σ. 367. []
  6. Eric Hobsbawm, Η εποχή των άκρων – Ο σύντομος εικοστός αιώνας 1914 – 1991, Αθήνα, Εκδ. Θεμέλιο, 2010, σ. 43 και σ. 161 – 162. []
  7. Frank, ό.π., σ. 390. []
  8. Hobsbawm, ό.π., σ. 43. []
  9. Frank, ό.π., σ. 390. []
  10. Burns, ό.π., σ. 324 και Ράπτης, ό.π., σ. 188. []
  11. Στο ίδιο, ό.π., σ. 188 []
  12. Paul Preston, “Ο μεγάλος εμφύλιος πόλεμος: Πολιτική ιστορία της Ευρώπης, 1914 – 1945”, στο T.C.W. Blanning (επιμ.), Ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης, Εκδ. Τουρίκη, Αθήνα, 2009, σ. 225. []
  13. Ράπτης, ό.π., σ. 191. []
  14. Preston, ό.π., σ. 227. []
  15. Burns, ό.π., σ. 329. []
  16. Preston, ό.π., σ. 232. []
  17. Hobsbawm, ό.π., σ. 180. []
  18. Είναι ενδεικτική η αύξηση των εκλογικών ποσοστών του ναζιστικού κόμματος: 1928 – 2,6%,1930 – 18,3%, 7/1932 – 37,3%, 11/1932 – 33,1%, 1933 – 43,9%, Wikipedia, «Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα», διαθέσιμο στο http://el.wikipedia.org/wiki/Εθνικοσοσιαλιστικό_Γερμανικό_Εργατικό_Κόμμα , 10 Απριλίου 2013. []
  19. Burns, ό.π., σ. 333. []
  20. Ράπτης, ό.π., σ. 192 και Burns, ό.π., σ. 334. []
  21. «Η διαδικασία εκφασισμού αντιστοιχεί σε μια κρίσιμη στιγμή επίθεσης της αστικής τάξης και άμυνας της εργατικής τάξης.», Νίκος Πουλαντζάς, Φασισμός και δικτατορία – Η 3η Διεθνής αντιμέτωπη στον φασισμό, Αθήνα, Εκδ. Θεμέλιο – Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, 2006, σ. 85 και Burns, ό.π., σ. 312. []
  22. Πουλαντζάς, ό.π., σ. 25 – 36. []
  23. Στο ίδιο, ό.π., σ. 305. []
  24. Ο Πουλαντζάς στηρίζει την άποψη αυτή αναφέροντας ως παράδειγμα την «αποκοπή του Γερμανικού και του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος από την εργατική τάξη,» Πουλαντζάς, ό.π., σ. 162 και την «λανθασμένη στρατηγική (αναφορικά με την αντιφασιστική πάλη και το ζήτημα των συνεργασιών) του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, της Διεθνούς και του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος», Στο ίδιο, ό.π., σ. 177. []
  25. Στο ίδιο, ό.π., σ. 163. []
  26. Στο ίδιο, ό.π., σ. 271. []
  27. Στο ίδιο, ό.π., σ. 77 – 91. []
  28. Hobsbawm, ό.π., σ. 148 και 162 και Ράπτης, ό.π., σ. 187. []
  29. Hobsbawm, ό.π., σ. 157. []
  30. Στο ίδιο, ό.π., σ. 160 – 161 και 167 και Πουλαντζάς, ό.π., σ. 274. []
  31. Η οργανική θεώρηση της κοινωνίας είναι μια συντηρητική αντίληψη, την οποία ο φασισμός ασπάστηκε πλήρως.  Η ύπαρξη του ατόμου είναι άνευ σημασίας, εκτός κι αν αυτό αφιερώνεται στο κοινό καλό. Ωστόσο, μέλος της κοινωνίας δεν μπορεί να γίνει κάθε άτομο, αλλά μόνο όσα πληρούν ορισμένα αυστηρά φυλετικά ή εθνικά κριτήρια., Andrew Heywood, Πολιτικές Ιδεολογίες, Αθήνα, Εκδ. Επίκεντρο, 2005, σ. 160 []
  32. Hobsbawm, ό.π., σ. 149 – 150 και Ράπτης, ό.π., σ. 187 []
  33. Στο ίδιο, ό.π., σ. 278 και Hobsbawm, ό.π., σ. 154  – 155. []
  34. Emmanuel Levinas, Μερικές σκέψεις για τη φιλοσοφία του χιτλερισμού, Αθήνα, Εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα, 2013, σ. 17. []
  35. Χαρακτηριστικά της προστασίας των συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου είναι η φορολογία των καταναλωτών προς όφελος των επιδοτήσεων της βιομηχανίας και ο προστατευτισμός (μετά το 1925) των μεγάλων βιομηχανιών, στη βάση μιας πρωτόγονης, αυτάρκους οικονομίας προσανατολισμένης στον πόλεμο Preston, ό.π., σ. 232 και Πουλαντζάς, ό.π., ιδιαίτερα σ. 187 – 188 και σ. 275 και σ. 283. []
  36. Ράπτης, ό.π., σ. 188 και Preston, ό.π., σ. 232. []
  37. «Η θεωρία του σωματειακού («κορπορατικού») κράτους βασίζεται στην οργάνωση οικονομικού συστήματος όπου τα μέλη μιας κοινωνίας – πολίτες συμμετέχουν σε αυτό “υποχρεωτικά” μέσα από σωματειακές ενώσεις, π.χ. γεωργικές, βιομηχανικές, στρατιωτικές, θρησκευτικές κ.λπ., οργανωμένες όμως από το κράτος και συνεπώς υποτελείς σε αυτό. Έτσι υπό το οικονομικό σύστημα αυτό καθίσταται περιττός κάθε άλλος θεσμός πολιτικής εκπροσώπησης των εργαζομένων», κάτι που ενίοτε οδηγεί σε αυταρχικά καθεστώτα, Wikipedia, «Κορπορατισμός», διαθέσιμο στο http://el.wikipedia.org/wiki/Κορπορατισμός , 10 Απριλίου 2013. []
  38. Ο όρος κατά τον Hobsbawm, ό.π., σ. 167. []
  39. Μετά το 1922 εφαρμόστηκε μείωση μισθών στην Ιταλία. Preston, ό.π., σ. 232. []
  40. Hobsbawm, ό.π., σ. 157. []
  41. Για τον ιμπεριαλισμό, αποτελεί δικαίωμα των εθνών η επέκτασή τους μέσω πολέμου. Heywood, ό.π., σ. 319 – 323 []
  42. Burns, ό.π., σ. 328. []
  43. Πουλαντζάς, ό.π., σ. 165 και Frank, ό.π., σ. 393. Είναι χαρακτηριστική η άποψη του Πουλαντζά πως «η φασιστική ιδεολογία ενστερνίζεται μία μορφή ιμπεριαλιστικής ιδεολογίας, προσαρμοσμένη στις ιδιαίτερες προσδοκίες των μικροαστών» Πουλαντζάς, ό.π., σ. 277. []
  44. Wilchelm Reich, Ο μαύρος και ο κόκκινος φασισμός, Αθήνα, Εκδ. Ελεύθερος Τύπος, 2012, σ. 55 και σ. 63. []
  45. Ράπτης, ό.π., σ. 192. []
  46. Reich, ό.π., σ. 52 – 53. []
  47. Ο γερμανικός εθνικισμός εξάλλου αντιλαμβανόταν την έννοια του έθνους στην βάση της κοινής καταγωγής των ατόμων («πολιτισμική θεώρηση»). Ο Agamben παρατηρεί πως «ο ναζισμός θεμελιώνεται σε μια ανεπιφύλακτη αποδοχή της ιστορικής και υλικής κατάστασης – αδιαχώριστη συνάφεια πνεύματος και σώματος, φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς», Giorgio Agamben, “Εισαγωγή”, στο Ε. Levinas, Μερικές σκέψεις για τη φιλοσοφία του χιτλερισμού, Αθήνα, Εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα, 2013, σ. 5 – 14, σ. 5. []
  48. «Ο άνθρωπος δεν βρίσκεται πλέον ενώπιον ενός κόσμου ιδεών από όπου μπορεί να επιλέξει, με μια απόφαση υπέρτερη του ελεύθερου λόγου του, την αλήθεια του – αυτός είναι ήδη συνδεδεμένος με κάποιες από αυτές τις αλήθειες, όπως είναι συνδεδεμένος από τη στιγμή της γέννησής του με όλους εκείνους που έχουν το ίδιο αίμα με αυτόν.» Levinas, ό.π., σ. 26 και σ. 27. []
  49. «Οι Εβραίοι ήταν σχεδόν πανταχού παρόντες και μπορούσαν εύκολα να συμβολίζουν όλα αυτά που ήταν μισητά μέσα σε έναν κόσμο άδικο», Hobsbawm, ό.π., σ.158. []
  50. Burns, ό.π., σ. 335 – 336. []
  51. Πουλαντζάς, ό.π., σ. 384. []
  52. Στο ίδιο, ό.π., σ. 280. []
  53. Levinas, ό.π., σ. 25 και Πουλαντζάς, ό.π., σ. 281. []
  54. Levinas, ό.π., σ. 26 και  Reich, ό.π., σ. 57. []
  55. Burns, ό.π., σ. 337 και Hobsbawm, ό.π., σ. 156. []
  56. Πουλαντζάς, ό.π., και ιδιαίτερα σ. 63, σ. 345 και σ. 399. []
  57. Στο ίδιο, ό.π., σ. 274. []
  58. Στο ίδιο, ό.π., σ. 274. []
  59. Hobsbawm, ό.π., σ. 155 και Πουλαντζάς, ό.π., σ. 369. []
  60. Ράπτης, ό.π., σ. 189. []
  61. Στις 28/10/1922 50.000 μελανοχίτωνες φασίστες από όλη την Ιταλία κατέλαβαν την Ρώμη, Burns, ό.π., σ. 327. []
  62. Στο ίδιο, ό.π., σ. 326 και Ράπτης, ό.π., σ. 189. []
  63. Burns, ό.π., σ. 330. []
  64. Reich, ό.π., σ. 43. []
  65. Στο ίδιο, ό.π., σ. 191 – 192. []
  66. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί ο εμπρησμός του του Ράιχσταγκ: αν και τα τελευταία χρόνια η ιστοριογραφία τείνει να αποδέχεται πως τελικά ο εμπρησμός του δεν ήταν έργο ναζιστικής προβοκάτσιας, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός πως ο Χίτλερ το εκμεταλλεύτηκε προπαγανδιστικά εναντίων των κομμουνιστών, βλ. σχετικά Το Ράιχσταγκ στις φλόγες, εξαπλώνεται ο ναζισμός. []
  67. Ράπτης, ό.π., σ. 193 και Burns, ό.π., σ. 335. []
  68. Πουλαντζάς, ό.π., σ. 372. []
  69. Στο ίδιο, ό.π., σ. 74 και σ. 380. []
  70. Reich, ό.π., σ. 50. []
  71. Hobsbawm, ό.π., σ. 155 και σ. 161 – 162. []
  72. Πουλαντζάς, ό.π., σ. 94. []
  73. Hobsbawm, ό.π., σ. 156. []
  74. Η άποψη του Reich πως «η καθαρότητα του αίματος που ο εθνικοσοσιαλισμός υποσχέθηκε, ταυτίζεται με την κοινωνική υστερία της εποχής έναντι της σύφιλης, κάτι που αποτελεί κληρονομιά του παιδικού γενετήσιου άγχους» αναδεικνύει τη θέση πως ο φασισμός ήρθε να απαντήσει συνολικά στις αγωνίες των ανθρώπων του μεσοπολέμου, κι όχι μόνο σε επιμέρους προβλήματα. Reich, ό.π., σ. 61. []
  75. Πουλαντζάς, ό.π., σ. 16 και σ. 63. []
  76. Hobsbawm, ό.π., σ. 169 – 170. []
  77. Reich, ό.π., σ. 36 και Frank, ό.π., σ. 371 – 372. []
  78. Burns, ό.π., σ. 325 και Ράπτης, ό.π., σ. 191. []
  79. Reich, ό.π., σ. 39. []
  80. Reich, ό.π., σ. 41 και Πουλαντζάς, ό.π. []
  81. Hobsbawm, ό.π., σ. 170. []
  82. Hobsbawm, ό.π., σ. 168 και Ράπτης, ό.π., σ. 193 και Πουλαντζάς, ό.π., σ. 190. []
  83. Hobsbawm, ό.π., σ. 163 και Preston, ό.π., σ. 230. []
  84. Errico Malatesta, Δημοκρατία, φασισμός, αναρχία, Αθήνα, Εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα, 2012, σ. 62. []
  85. Reich, ό.π., σ. 36. Απαντώντας στις ανάγκες των λαών της εποχής, το σημείο αυτό αποτελεί την χαρακτηριστικότερη διαφορά μεταξύ φασισμού και κομμουνισμού: ο κομμουνισμός καλεί το άτομο να αναλάβει την ευθύνη της μοίρας του. Αν το άτομο δεν δράσει, κανείς δεν θα το βοηθήσει προς το συμφέρον του. []

Μιας και πολύ λόγος γίνεται για τις “επενδύσεις που θα έρθουν” από έξω με τις φαστ-τρακ διαδικασίες, ένα μάθημα από το παρελθόν:

«Οι περιπτώσεις Ρωσίας – Ισπανίας (τον 19ο αιώνα) είναι ενδεικτικές για την τύχη των χωρών που βάσισαν τη βιομηχανική τους ανάπτυξη1 στο ξένο επενδυτικό κεφάλαιο. Η προοπτική συρρίκνωσης του κέρδους οδηγούσε στη μαζική αποχώρηση του ξένου επενδυτικού κεφαλαίου, καταδικάζοντας τις χώρες στην παρακμή, σε περίπτωση που δεν ακολουθούσε κρατική παρέμβαση.» Κ.Γαγανάκης, 2008

  1. σσ εδώ βάλτε απλά ανάπτυξη, κι έχετε την εικόνα του σήεμρα []

Μας αφορά;

Από το «δε με αφορά» μέχρι το Άουσβιτς η απόσταση μικραίνει όσο μεγαλώνει ο ατομιισμός μας και όσο μικραίνει το στοχαστικό μας πλαίσιο..

Ένα ντοκουμέντο του κατώτατου άκρου του ανθρώπου. Μας αφορά; Οι περιγραφόμενες συνθήκες έχουν περάσει ανεπιστρεπτί; Όχι όσο ξεχνάμε ή όσο επιμένουμε να κλεινόμαστε στον ατομισμό μας…

Το κείμενο της Julia Hobsbawm με τίτλο «Remembering Dad» δημοσιεύθηκε στους «Financial Times» στις 19.4.2013. Εδώ δημοσιεύονται αποσπάσματα.

O Eric Hobsbawm με την κόρη του Τζούλια, τη μέρα του γάμου της

Ο πατέρας μου ήταν ευχαριστημένος ξέροντας ότι θα καταλήξει στο Νεκροταφείο του Χαϊγκέιτ (λίγα μέτρα πέρα από τον τάφο του Μαρξ). Η ανατολική πτέρυγα του κοιμητηρίου είναι γεμάτη εικονοκλάστες διανοούμενους. Για κάποιον που πέρασε κάθε μέρα της ζωής του διαβάζοντας τόσα πολλά και τόσο διαφορετικά πράγματα (αγαπούσε την ποίηση του Γ. Χ. Ώντεν και τα μυθιστορήματα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες ή του Κάρλος Φουέντες εξίσου με την πολιτική οικονομία) κάναμε τη σκέψη ότι ήταν ταιριαστό να αναπαυθεί ανάμεσα σε συγγραφείς και αγωνιστές με τους οποίους είτε έκανε όντως παρέα όσο ζούσε είτε ευχαρίστως θα έκανε αν τους είχε γνωρίσει. Οι βραδινές μαζώξεις που οργάνωναν οι γονείς μου στο σπίτι μας στο Χάμπστεντ είχαν αφήσει εποχή: τα Χριστούγεννα της δεκαετίας του 1970 τα μοιραζόμασταν πάντα με ακαδημαϊκούς απ’ όλο τον κόσμο, οι οποίοι, όπως έλεγε η μητέρα μου, «δεν είχαν πού αλλού να πάνε μέχρι να ξανανοίξει το Βρετανικό Μουσείο». Τα επόμενα χρόνια οι γονείς μου οργάνωναν ετήσια μεσημεριανά πάρτυ στο όμορφο εξοχικό τους στο Μπρέκον Μπίκονς κατά τη διάρκεια του Φεστιβάλ του Χέι,1 στο οποίο ο πατέρας μου ήταν πρόεδρος, για τους περαστικούς από κει συγγραφείς που ήταν και παλιοί τους φίλοι: τον Αμάρτυα Σεν και την Έμμα Ρόθτσιλντ, την Κλαιρ Τόμαλιν και τον Μάικλ Φρέιν, τον αξέχαστο Σερ Τζων Μάντοξ και τη σύζυγό του, συγγραφέα Μπρέντα Μάντοξ. Και τον Τομ Στόπαρντ ο οποίος, απ’ ό,τι φαίνεται, βάσισε στον πατέρα μου τον χαρακτήρα τού κομμουνιστή καθηγητή του Κέμπριτζ, στο θεατρικό του έργο Ροκ εν Ρολ.2)

   Μια από τις αγαπημένες ιστορίες της μητέρας μου, που μου έχει διηγηθεί πάμπολλες φορές, είναι ότι όταν γεννήθηκα, το 1964, είπε στη νοσηλεύτρια, για να φωνάξει τον πατέρα μου: «Θα βγεις στο διάδρομο και θα ψάξεις να βρεις έναν κύριο που δεν πηγαινοέρχεται νευρικά πάνω-κάτω, αλλά θα κάθεται και διαβάζει». Μέχρι κι έναν τηλεφωνικό κατάλογο διάβασε κάποτε σ’ ένα ξενοδοχείο στη Σεβίλλη, αντί για τη Βίβλο, κι έφτασε μέχρι το «Η». Κατά βάθος, ήταν ανθρωπολόγος. Το μυαλό του το έτρεφε εκείνο το γνώρισμα που ευχόταν, όπως μου έλεγε, να χαρακτηρίζει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο τα εγγόνια του: η περιέργεια.

   [Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του] ένιωθε τρυφερότητα για τους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες του νοσοκομείου. Μας τους σύστηνε με θαυμασμό όταν τον επισκεπτόμασταν: κατάγονταν από τις Φιλιππίνες ή τη Νιγηρία, είχανε διδακτορικά. Νομίζω ότι έβλεπε στις γυναίκες και τους άντρες αυτούς εκείνο το οποίο εκτιμούσε περισσότερο από κάθε τι άλλο, καθώς κι ο ίδιος είχε ξεκινήσει φτωχός και ανέβηκε κοινωνικά με σκληρή δουλειά, με την περιέργειά του και με την ικανότητά του για μάθηση. Νομίζω επίσης ότι του θύμιζαν τους φοιτητές και τις φοιτήτριες που είχε αγαπήσει στα εξήντα πέντε χρόνια της θητείας του στο Κολλέγιο Μπέρμπεκ του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, το οποίο ειδικεύεται σε βραδινά προγράμματα σπουδών για εργαζόμενους φοιτητές. Αυτό που έβλεπε στο προσωπικό του νοσοκομείου ήταν η ζωή του μετανάστη, του εμιγκρέ, του φοιτητή, όλων όσων καταφέρνουν να ανασύρουν τον εαυτό τους από το τέλμα της απελπισίας μέσω της εκπαίδευσης. Οι νοσηλευτές κι οι νοσηλεύτριες της πτέρυγας και οι βοηθοί του το ανταπέδιδαν, πλησιάζοντας στο κρεβάτι για να τον χαιρετήσουν με χαμόγελο («Γεια σας, κύριε καθηγητά!»), και κάνοντας το καλύτερο όταν τον άλλαζαν ή τον σήκωναν από το κρεβάτι.

Σε κάθε δωμάτιο του σπιτιού στο Χάμπστεντ υπήρχε από ένα τραπέζι σκεπασμένο με βιβλία κάθε μεγέθους και είδους, χειρόγραφα και χαρτιά, τα οποία ο πατέρας μου μονίμως ψαχούλευε. Συνεχώς, μέχρι το τέλος, έγραφε κάτι καινούριο ή βελτίωνε κάτι παλιότερο. Παρότι μπορούσε να χρησιμοποιήσει e-mail και να σερφάρει στο ίντερνετ, ήταν άνθρωπος του βιβλίου. Ακόμα προσπαθούμε να βάλουμε τα βιβλία του σε μια σειρά. Όταν πέθανε, άρχισα να ξεδιαλέγω τα βιβλία που μου είχε δώσει σ’ όλη μου τη ζωή: μια συλλογή ποιημάτων του Μπέρτολτ Μπρεχτ, ένα μυθιστόρημα του Γιόσεφ Σκβορέτσκι, μια ιστορία του «ευρωπαϊκού κόσμου» και μια έκδοση της προ-γκλάσνοστ περιόδου, του 1983: Μόσχα, Λένινγκραντ, Κίεβο: ένας Οδηγός των εκδόσεων Progress. Σε πολλά από αυτά βρήκα ένα γλυκό καφετί ex libris που μου είχε δώσει, με το σχέδιο μιας μικρής καφέ κουκουβάγιας. Ίσως να θεωρούσε πως όλοι μπορούσαν να γίνουν σοφοί όπως αυτός. Μα αυτό ήταν μια υπερβολική απαίτηση, ειδικά για ένα παιδί — και βέβαια προτιμούσα σαφώς τα βιβλία της Ένιντ Μπλάιτον3) παρά τα βιβλία που μου χάριζε εκείνος.

Όταν ήμουν εννιά ετών, μου έδωσε ένα απίστευτα δύσκολο ακαδημαϊκό βιβλίο: μου αγόρασε τη Μαρία Θηρεσία του Κ. A. Roider, όταν αποφάσισε πως η εν λόγω αυτοκράτειρα θα ήταν τέλεια για τη σχολική μου εργασία με θέμα «Σημαντικές γυναίκες της Ιστορίας». Είχε εκδοθεί από τον Prentice Hall4) στη σειρά «Βιογραφίες Σημαντικών Ανθρώπων»: καμία σχέση με τα βιβλιαράκια του Puffin.5) Καθώς κρατώ το καλοπροαίρετο αυτό δώρο στα ενήλικα πια χέρια μου, θυμάμαι με ανατριχιαστική ακρίβεια το πόσο ηλίθια και άχρηστη ένιωσα τότε.

Δεν ήταν το είδος του γονιού που ταΐζει με το ζόρι τα παιδιά του με Μεγάλα Έργα: μας διάβαζε όλους τους Τεν Τεν ας πούμε και, όταν έκανε τον κάπτεν Χάντοκ φωνάζοντας «Μα τις χίλιες μέδουσες!» φαινόταν να το διασκεδάζει τουλάχιστον όσο κι εμείς που τον ακούγαμε. Ωστόσο, νομίζω ότι ξεχνούσε πολλές φορές πως δεν ήμασταν τίποτα υψηλόφρονες λόγιοι, αλλά συνηθισμένα παιδιά. Στα λίγα λόγια που είπε ο αδελφός μου ο Άντυ στην κηδεία του μπαμπά, θύμισε πόσο ντρεπόμασταν, σαν παιδιά, όταν «όλοι οι φίλοι μας είχαν αθλητικούς, όμορφους, καλοντυμένους νεαρούς μπαμπάδες, ενώ ο δικός μας δρασκέλιζε το κατώφλι της αίθουσας συγκεντρώσεων, ζωντανό αρχέτυπο αφηρημένου καθηγητή, με αραιά γκρίζα μαλλιά, χοντρά γυαλιά και το ακαδημαϊκό του σακίδιο κρεμασμένο στην πλάτη».

Τη μέρα του γάμου μου με συνόδευσε στο ληξιαρχείο του Μέριλμποουν, κρατώντας ιπποτικά την ομπρέλα του για να με προστατεύσει από τη λονδρέζικη βροχή. Εγώ φορούσα μπλε οργάντζα, πράσινο ιριδίζον μετάξι κι ένα κόσμημα της μητέρας μου. Εκείνος φορούσε ένα κοστούμι, κρυμμένο κάτω από το καθημερινό του αδιάβροχο, και το σακίδιό του, το οποίο εννοείται ότι περιείχε κάτι για διάβασμα. Τον σκέφτομαι πάλι, τώρα, μια ψηλή φιγούρα που περπατούσε δρασκελίζοντας τον δρόμο με τα μαλακά καφέ παπούτσια του και τη γραβάτα του να χοροπηδάει, να μιλά κουνώντας τα χέρια του, ικανός να προκαλέσει αφόρητη ένταση και δυνατά γέλια σε μία και μόνη συζήτηση. Τον σκέφτομαι, αυτόν και τα βιβλία του: ήταν έτοιμος για όλα, σίγουρος ότι υπάρχει πάντα, κάθε λεπτό, κάτι ενδιαφέρον να ανακαλύψει.

  μετάφραση: Δημήτρης Ιωάννου

πηγή: Ενθέματα

  1. Το περίφημο Hay Festival ξεκίνησε το 1988 ως φεστιβάλ λογοτεχνίας, ενώ τα επόμενα περιέλαβε και συναυλίες, κινηματογραφικές προβολές κ.ά. Λαμβάνει χώρα κάθε καλοκαίρι στην ουαλική πόλη Hay-on-Wye, βόρεια του Κάρντιφ. (Σ.τ.Μ.). []
  2. Το RocknRoll (2006) ξεκινά από τη σχέση που αναπτύσσεται, μετά την Άνοιξη της Πράγας, ανάμεσα σε έναν νεαρό Τσέχο υποψήφιο διδάκτορα του Κέμπριτζ, που αγαπά το ροκ και αποστρέφεται το σοσιαλιστικό καθεστώς της πατρίδας του, και στον μαρξιστή καθηγητή του, που εξακολουθεί να πιστεύει στον υπαρκτό σοσιαλισμό. (Σ.τ.Μ. []
  3. Enid Blyton (1897-1968): Αγγλίδα συγγραφέας παιδικών βιβλίων. Η διασημότερη σειρά βιβλίων της ήταν Τα Πέντε Λαγωνικά. (Σ.τ.Μ. []
  4. Αμερικανικός οίκος που ειδικεύεται στα εκπαιδευτικά βιβλία. (Σ.τ.Μ. []
  5. Βρετανικός οίκος παιδικών και εικονογραφημένων βιβλίων. (Σ.τ.Μ. []

Η κρίση οδήγησε στην εξαφάνιση των πραγματικών αμοιβών. Αυτό έγινε στο πλαίσιο -αλλά είναι και αποτέλεσμα- της ανακατανομής των εισοδημάτων και της διαμόρφωσης νέων κοινωνικοοικονομικών σχέσεων, όπως τις χρειαζόταν το νέο Σύστημα. Αμεσα αποτελέματα αυτού είναι η καταχρέωση του αγροτικού κόσμου, η απώλεια της μικρής ιδιοκτησίας και περιουσίας, η ανακατανομή του πλούτου μέσω της οικονομικής κρίσης. Άμεσο αποτέλεσμα η δημιουργία “νέου τύπου φτωχών”, οι οποίοι αποτελούν γνήσιο δημιούργημα της κρίσης.
Β. Κρεμμύδας

Φαντάζει για ανάλυση των αποτελεσμάτων της σημερινής κρίσης. Κι όμως, αφορά στην κρίση του 17ου αιώνα, τότε που η μετάβαση από τον φεουδαλισμό στον καπιταλισμό συνέθλιβε τις αγροτικές μάζες. Όπως ακριβώς η σημερινή μετάβαση από τον καπιταλισμό στον άκρατο νεοφιλελευθερισμό συνθλίβει τα μικροαστικά στρώματα…

H ανακωχή του χειμώνα του 1914, κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, έγινε παρά τις εντολές των στρατηγών και των πολιτικών

Υπάρχουν ορισμένα ιστορικά γεγονότα, τα οποία μας υπενθυμίζουν, ότι ακόμα και κατά τη διάρκεια των πολέμων η ανθρώπινη φύση δεν είναι καταστροφική, αλλά ικανή για πράξεις αδελφοσύνης και αλληλεγγύης. Ένα τέτοιο συμβάν είναι η ανακωχή τον χειμώνα του 1914, κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η οποία έγινε παρά τις εντολές των στρατηγών και των πολιτικών. Ήδη, στους λίγους μήνες που κρατούσε η πολεμική εμπλοκή, οι νεκροί ήταν πολλές χιλιάδες, ενώ όλοι ισχυρίζονταν ότι θα είναι ένας ρομαντικός πόλεμος λίγων ημερών. Ψέματα. Μέχρι το τέλος, εννέα εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους.

«Η ανακωχή των Χριστουγέννων»

Πριν την ανακωχή, ο Πάπας Βενέδικτος ο 15ος είχε κάνει έκκληση σε διάφορες κυβερνήσεις «να σωπάσουν τα όπλα, την ημέρα που τραγούδησαν οι άγγελοι», δηλαδή τα Χριστούγεννα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής κατατέθηκε πρόταση στη γερουσία, σε μία γενική προσπάθεια ανακωχής για 20 μέρες πριν τα Χριστούγεννα, με την ελπίδα ότι θα συνεχιζόταν και μετά το πέρας της προθεσμίας.

Οι επιστολές των γυναικών

Επιπλέον, σύνδεσμοι φεμινιστριών της Αγγλίας έστειλαν μία επιστολή στις γυναίκες της Αυστρίας και της Γερμανίας. Οι Γερμανίδες φεμινίστριες απάντησαν με δικό τους μήνυμα, στο οποίο πραγματεύονταν την αξία της ειρήνης και κατήγγειλαν τις αισχρότητες του μοντέρνου πολέμου. Οι γυναίκες είχαν συγκλονιστεί, καθώς μόνο στη μάχη του Σομ, στη βόρεια Γαλλία, μόνο την πρώτη μέρα, οι Βρετανοί είχαν εξήντα χιλιάδες νεκρούς.

Με τις πρωτοβουλίες για εκεχειρία σε όλα τα μέτωπα του πολέμου, σημειώθηκαν συγκινητικά περιστατικά αλληλεγγύης και κατανόησης. Οι στρατιώτες κατάφεραν επιτέλους και έθαψαν νεκρούς, περιποιήθηκαν τους αρρώστους και ενίσχυσαν τα χαρακώματά τους.

Κατάπαυση του πυρός κι ευχές

Στα χαρακώματα του Βελγίου, από όπου ξεκίνησε η ανταρσία της ανακωχής, οι Γερμανοί πρώτοι στόλισαν δέντρα, όπως ήταν το έθιμό τους και ξεκίνησαν να τραγουδούν. Οι Γάλλοι και οι Άγγλοι τραγούδησαν και αυτοί. Ένας αξιωματικός των Γερμανών βγήκε και πρότεινε να μην πέσουν άλλοι πυροβολισμοί. Ευχήθηκε στα αγγλικά καλά Χριστούγεννα. Του αντευχήθηκαν και ξαφνικά άρχισαν όλοι να εύχονται, ακόμη και αν δεν καταλάβαιναν τη γλώσσα.

Χωρίς άνωθεν εντολές

Ήταν παραμονή Χριστουγέννων. Την επόμενη μέρα, η ανακωχή ήταν απόλυτη.

Το γλέντι στα χαρακώματα άρχισε, χωρίς άνωθεν εντολές. Άλλωστε, οι στρατηγοί που διεύθυναν τον πόλεμο πολλές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, μέσα από την θαλπωρή των γραφείων τους, διαφωνούσαν με οποιαδήποτε κατάπαυση του πυρός.

Ανταλλαγή δώρων και αγώνας ποδοσφαίρου

Οι στρατιώτες όμως, εκτός από τις πατροπαράδοτες ανταλλαγές δώρων στο μέτωπο, λέγεται ότι έκαναν και κοινές προσευχές.

Σίγουρα έπαιξαν ποδόσφαιρο με πάνινη μπάλα, ή τενεκεδάκια.

Το ματς έληξε με όλους τους φαντάρους ζωντανούς, αν και έπαιζαν με τον εχθρό.

Η εκεχειρία επεκτάθηκε σε όλο το μέτωπο. Ήταν σχεδόν καθολική και οι στρατιώτες άρχισαν να έχουν μία τελείως διαφορετική προσέγγιση για την ζωή, τόσο τη δική τους, όσο και των εχθρών.

Σε ορισμένες μάλιστα περιοχές, οι παρατάξεις αντάλλαζαν μεταξύ τους αγαθά όπως τσιγάρα και εφημερίδες.

Περίπου ένα εκατομμύριο στρατιώτες κατέβασαν τα όπλα και οι στρατηγοί έγιναν έξαλλοι. Τι αξιωματικοί ήταν αυτοί, που έδιναν εντολές και δεν τους υπάκουαν;

Τα μέτρα λοιπόν ήταν άμεσα, με τιμωρίες και μεταθέσεις αξιωματικών που ανέχθηκαν τη στάση του στρατού.

Αντίθετος με την εκεχειρία ο δεκανέας Αδόλφος Χίτλερ

Ένας Βρετανός ταγματάρχης επέμενε, ότι τον Γερμανό όπου τον βλέπεις, πρέπει να τον σκοτώνεις, αλλά δεν τον άκουσε κανείς. Τουλάχιστον εκείνη τη μέρα. Στην ανακωχή πήρε μέρος και ο δεκανέας Αδόλφος Χίτλερ, που φέρεται να είπε ότι τέτοιες πρωτοβουλίες θα έπρεπε να απαγορεύονται αυστηρά. Αν κρίνουμε από τη μελλοντική του διαδρομή, ίσως είπε και χειρότερα.

Η ανακωχή δεν επαναλήφθηκε το 1915, αφού και η μάχη είχε γίνει αρκετά πιο έντονη και οι αξιωματικοί είχαν γίνει αρκετά πιο σκληροί σε τέτοια ζητήματα. Μάλιστα, είχε δοθεί εντολή να μην σταματήσουν τα πολυβόλα και αντίθετα να ρίχνουν συνεχώς, ώστε να μένουν σε εγρήγορση οι φαντάροι. Ακόμα και τότε όμως, υπάρχουν μαρτυρίες που λένε, ότι τα κανόνια που έριχναν, δεν στόχευαν στα απέναντι χαρακώματα, ώστε να μην προκληθούν απώλειες την άγια εκείνη μέρα.

Καλά Χριστούγεννα

Πηγή: Left.gr

‘Εθνος και Εθνικισμός

Εθνικισμός

 

Εννοιολογική ομίχλη

Στη σημερινή πραγματικότητα η συνεχής χρήση εννοιών όπως «έθνος», «πατρίδα», «πατριωτισμός» κ.λ.π. έχει οδηγήσει σε αμφισημίες ως προς την πραγματική τους σημασία. Προκύπτει έτσι μία εννοιολογική διαστρέβλωση η οποία, είτε καλλιεργείται τεχνηέντως είτε προκύπτει ακούσια, οδηγεί σε πολιτικες καθοδηγήσεις. Είναι γεγονός πως όσο πιο καταπιεστική είναι μια εξουσιαστική δομή, τόσο περισσότερο επικαλείται τη «σωτηρία του έθνους». Καθίσταται λοιπόν απολύτως αναγκαία η διερεύνηση του ιστορικού  περιεχομένου αυτών των εννοιών και η αποσαφήνισή τους.

Η διαμόρφωση της ιδέας του έθνους, μετά την Γαλλική Επανάσταση και την επικράτηση των αστών, θέτει το νέο περίγραμμα εντός του οποίου οργανώνονται οι ευρωπαϊκές κοινωνίες από τον 19ο αιώνα κι έπειτα. Η επακόλουθη δημιουργία εθνικών κρατών ενσωματώνει κάποια σημαντικά προοδευτικά στοιχεία. Ταυτόχρονα όμως λειτουργεί και ως ένα ισχυρό εργαλείο προς όφελος της αστικής ανάπτυξης και της καπιταλιστικής επικράτησης. Αντικείμενο της παρούσας δημοσίευσης, η οποία αποτελεί ελαφρώς τροποποιημένη εκδοχή πανεπιστημιακής εργασίας, είναι η επανατοποθέτηση της έννοιας του «έθνους» στις πραγματικές της διαστάσεις και η διερεύνηση της αλληλοτροφοδοτούμενης σχέσης καπιταλισμού – εθνικισμού.

Προς τον σκοπό αυτό αρχικώς επιχειρείται η περιγραφή της έννοιας του έθνους, η οποία αποτελεί την βάση του οικοδομήματος του εθνικισμού. Έπειτα εξετάζεται το πώς ο εθνικισμός αναπτύχθηκε, καλλιεργώντας εθνικές συνειδήσεις. Στη συνέχεια, παρουσιάζεται το πώς ο εθνικισμός πρόβαλλε την δημιουργία εθνικών κρατών ως λογική και δίκαιη εξέλιξη. Τέλος, δίδονται συνοπτικά παραδείγματα δημιουργίας εθνικών κρατών, προς υποστήριξη των θέσεων που αναπτυσονται.

Η έννοια του «έθνους»

«Η ελευθερία οδηγεί τον λαό», Delacroix, 1830
«Η ελευθερία οδηγεί τον λαό», πίνακας του Delacroix με αφορμή τη Γαλλική Επανάσταση, 1830

Η Γαλλική Επανάσταση του 1789 άλλαξε εκ βάθρων την φυσιογνωμία της ευρωπαϊκής πολιτικής οργάνωσης και, μέσω της επιβολής του ιδεολογικού της πλαισίου, διαμόρφωσε τα νέα χαρακτηριστικά της. Απότοκο της Γαλλικής Επανάστασης ήταν και η εδραίωση της ιδέας του «έθνους»1, έννοια που από ιστορικής πλευράς είναι κάτι το εντελώς καινούργιο.2 Από τότε, αν και το έθνος κυριαρχεί στο παγκόσμιο συλλογικό υποσυνείδητο, δεν είναι μονοσήμαντα ορισμένο3, εκφράζοντας μια πλειάδα νοημάτων ανάλογα με την περίσταση και τη σκοπιμότητα. Σημεία αναφοράς στην περιγραφή του έθνους αποτελούν συνήθως η εδαφική σύμπτωση4 και η ύπαρξη κοινών πολιτισμικών ποιοτήτων σε ένα σύνολο ανθρώπων. Ωστόσο, αυτό το σύνολο είναι κάτι το ευμετάβλητο5, καθιστώντας έτσι ακόμη πιο δύσκολο έναν ορισμό.

Κατά την περίοδο της Γαλλικής Επαναστάσεως του 1789, η διαμάχη των αστών με το κατεστημένο των αριστοκρατών για την πρόσβαση στην εξουσία, οδήγησε στην αυτοανακήρυξη της τρίτης τάξης σε «έθνος με δικαιώματα υπεράνω του βασιλιά».6 Υπό αυτή την αντίληψη ως έθνος νοείται «το σώμα των πολιτών» που συγκροτούν το κράτος7, εκφράζοντας ταυτοχρόνως τα ιδεώδη της νεωτερικότητας8 που η επανάσταση φέρνει στο προσκήνιο.9 H θεώρηση αυτή λοιπόν οδηγεί σε μία έννοια κατά την οποία το έθνος δημιουργείται εντός ενός υφιστάμενου κράτους, η δε εθνική ιδεολογία συμπλέει με τα επαναστατικά αιτήματα του πολιτικού φιλελευθερισμού10. Η ιδιότητα του πολίτη και οι πολιτικές ελευθερίες αποτελούν όχι απλώς κατακτήσεις, αλλά στοιχεία της ίδιας της εθνικής ταυτότητας.11 Υπό τις συνθήκες αυτές η ένταξη ενός ατόμου στο έθνος αποτελεί συνειδητή επιλογή.12 Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της θεώρησης περί έθνους αποτελεί η Γαλλία.

Από την άλλη, υπάρχει και η πολιτισμική αντίληψη περί του έθνους, κατά την οποία η εθνότητα εκφράζει τα κοινά χαρακτηριστικά των μελών του έθνους, τα οποία με την σειρά τους πηγάζουν αορίστως από κάποια κοινή καταγωγή. Τέτοια χαρακτηριστικά μπορεί να είναι η γλώσσα, το κοινό ιστορικό παρελθόν, η θρησκεία, οι κοινοί μύθοι και παραδόσεις κ.α. και σε ακραίες περιπτώσεις έμφαση μπορεί να δίδεται ακόμη και στη «συγγένεια και το αίμα».13 Αυτού του είδους η εθνική ιδεολογία προσέλαβε κάποια χαρακτηριστικά της υπό την επίδραση του ρεύματος του ρομαντισμού14, το οποίο στρέφει την προσοχή του σε στοιχεία του παρελθόντος, εξιδανικεύοντάς τα.15 Γίνεται φανερό πως στην περίπτωση της πολιτισμικής θεώρησης, η ένταξη των ατόμων σε κάποιο έθνος γίνεται ανεξάρτητα από την ατομική τους θέληση και ανάλογα με τα κοινά τους γνωρίσματα. Ιστορικά, οι εθνικές συνειδήσεις αυτού του τύπου συνήθως δημιουργηθήκαν πριν την ύπαρξη αντίστοιχης κρατικής υπόστασης, ζώντας υπό ξένη κυριαρχία ή σε μικρές πολιτικές οντότητες.16 Αντιπροσωπευτική αυτού του είδους είναι η περίπτωση του γερμανικού έθνους.

Εθνικισμός: καλλιέργεια και υποστηρικτές του

Ο εθνικισμός είναι το αξίωμα που θεωρεί πως «η εθνική και η πολιτική ενότητα πρέπει να συμπίπτουν».17 Επιζητούμενη πολιτική ενότητα για τον εθνικισμό αποτελεί το κράτος που περιλαμβάνει ένα και μοναδικό έθνος («εθνικό κράτος»).18 Για να συμβεί όμως αυτό, θα πρέπει να καλλιεργηθεί κοινή εθνική συνείδηση στον λαό, ούτως ώστε αυτός να απαιτήσει την δημιουργία εθνικού κράτους ή να αποδεχτεί το κράτος του ως έκφραση του έθνους του.

«Ο εθνικισμός σμιλεύει τη γη», γελοιογραφία εποχής
«Ο εθνικισμός σμιλεύει τη γη», γελοιογραφία εποχής

Προς την κατεύθυνση αυτή, σημαντικότατη ήταν η συμβολή της Γαλλικής Επανάστασης: εδραιώνοντας την ιδέα της «εθνικής κυριαρχίας», έθεσε τα θεμέλια της πολιτικής έκφρασης του εθνικισμού. Μέσα στο γενικότερο πλαίσιο του κοινωνικού εκσυγχρονισμού που διαπνέει την Ευρώπη του 19ου αιώνα, η ιδέα αυτή ήρθε ως απάντηση στο πολιτικό έλλειμμα που δημιούργησε η απέκδυση της παραδοσιακής μορφής κοινωνικής οργάνωσης.19 Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες της εποχής χαρακτηρίζονται από την εδραίωση της αστική τάξης, η οποία αντλεί από τον εθνικισμό την κοινωνική της ταυτότητα.20 Η ανάπτυξη της υποχρεωτικής εκπαίδευσης δημιούργησε και τυποποίησε τις εθνικές γλώσσες, προσφέροντας έτσι ένα ουσιώδες κριτήριο για τον διαχωρισμό των εθνών. Σημαντικό ρόλο έπαιξε και η διάδοση της τυπογραφίας21, αλλά και η καθιέρωση νέων τεχνολογιών που βοηθούσαν στην ταχύτερη διάδοση ιδεών και ειδήσεων σε μεγαλύτερες αποστάσεις.22 Οι ίδιες οι απαιτήσεις του σύγχρονου (κατά τον 19ο αιώνα) κράτους, όπως για παράδειγμα η αναλυτική απογραφή των πληθυσμών του, πυροδότησαν σε κάποιες περιπτώσεις εθνικιστικά αισθήματα.23 Πέραν όλων αυτών όμως, ο εθνικισμός παρείχε στους πολίτες μιας χώρας την απαιτούμενη «φαντασιακή κοινότητα»24, προς την οποία εκπληρώνει το ατομικό υποσυνείδητο την «αίσθηση του ανήκειν»25. Δημιουργείται έτσι στο άτομο το απαιτούμενο αίσθημα ασφαλείας, ώστε να καταφέρει να λειτουργήσει εντός των αναπτυσσόμενων αστικών κοινωνιών, οι οποίες διαφέρουν ως προς το μέγεθος από τις κοινωνίες στις οποίες το άτομο μέχρι τότε ζούσε. Με αυτόν τον τρόπο, ο εθνικισμός της περιόδου λειτούργησε και ως το κοσμικό υποκατάστατο της θρησκείας, αποκτώντας σχεδόν θρησκευτικό χαρακτήρα.26

Υπό τις συνθήκες αυτές λοιπόν, δεν φαίνεται παράξενο ότι στην υποστήριξη του εθνικισμού πρωτοστάτησαν οι κύριοι εκφραστές της αστικής τάξης, οι επιχειρηματίες και οι διανοούμενοί της.27 Οι πρώτοι αντιλήφθηκαν τον εθνικισμό ως ένα εργαλείο δημιουργίας ενός ευνοϊκότερου πολιτικού πλαισίου εντός του οποίου θα μπορούσαν να αναπτύξουν τις οικονομικές δραστηριότητές τους, κάτι που οδήγησε στην παράλληλη εξέλιξη εθνικών κρατών – καπιταλισμού.28 Οι δεύτεροι, δεν παρείχαν απλώς τα απαιτούμενα διανοητικά εργαλεία για την εδραίωση του εθνικισμού, αλλά προσέβλεπαν και σε ευκαιρίες επαγγελματικής ανέλιξης, καθώς τα εθνικά κράτη συνδέθηκαν άρρηκτα με την καθιέρωση μίας γραφειοκρατικής και λόγιας ελίτ29.

Ιστορικό καινοφανές: τα εθνικά κράτη

Η ανάπτυξη του εθνικισμού σε συνδυασμό με τον διχασμό του γενικού κινήματος υπέρ της επανάστασης κατά τον 19ο αιώνα30, δημιούργησε τα επιμέρους εθνικά κινήματα. τα οποία, υπό την ιδεολογική επικράτηση της «αρχής των εθνοτήτων»31, κατέληξαν στην δημιουργία εθνικών κρατών. Η αρχικώς φιλελεύθερη επαναστατική ρητορική, με τον διαμελισμό της επανάστασης σε εθνικά κινήματα, έγινε επιρρεπής στην υιοθέτηση πιο συντηρητικών απόψεων.32 Αυτή η μεταστροφή κατέληξε στην εδραίωση της αστικής τάξης στην εξουσία ή, όπου η παλαιότερη καθεστηκυία τάξη πρόλαβε να ενδυθεί την εθνικιστική αντίληψη, σε αστικό μετασχηματισμό του κράτους. Ταυτόχρονα ωστόσο, η νέα πολιτική πραγματικότητα αναγκαστικά έφερε και προοδευτικές αλλαγές, οδηγώντας στην πολιτικοποίηση μεγαλύτερου μέρους των μαζών33 μέσω της παραχώρησης περισσότερων ή λιγότερων κατά περίπτωση δημοκρατικών ελευθεριών. Η δε οντότητα του «εθνικού κράτους» κατέστη από τότε κυρίαρχη στην Ευρώπη, ως και τις μέρες μας.34

Η εξουσία πλέον δεν κληρονομείται αλλά νομιμοποιείται από την ιδέα της «κυριαρχίας του έθνους»35 και οφείλει να συνδιαλέγεται με τον λαό μέσα από κάποιου είδους εκλογική διαδικασία36. Η σχέση ατόμου – εξουσίας αναπροσαρμόστηκε ριζικά μέσω της δημιουργίας εθνικών κρατών, καθώς πλέον το άτομο δεν είναι «υποτελής» αλλά «πολίτης» ενός «ένδοξου έθνους». Από την ιδιότητά του αυτή πηγάζουν δικαιώματα αλλά και -κυρίως- υποχρεώσεις.37

Στο πλαίσιο της εθνικιστικής διανόησης το εθνικό κράτος παρουσιάστηκε σαν λογική συνέχεια στην κλίμακα της εξέλιξης των ανθρώπινων κοινωνιών,38 ωστόσο διαφέρει σημαντικά στα ποιοτικά χαρακτηριστικά του από τις πραγματικές κοινωνίες με τις οποίες οι άνθρωποι ταυτίστηκαν ιστορικά: μέχρι τον 19ο αιώνα η ανθρώπινη ζωή ήταν χτισμένη γύρω από κοινωνίες τοπικού χαρακτήρα. Η συνείδηση «του κοινώς ανήκειν» για το άτομο εξαντλούνταν στα όρια της οικείας του περιοχής: του ευρύτερου οικισμού του, ή της πόλης του. Η γειτονική πόλη αποτελούσε «ξένο μέρος», με το οποίο το άτομο δεν μπορεί να ταυτιστεί. Η ιδέα πως κάτοικοι γεωγραφικών περιοχών που απέχουν μεταξύ τους εκατοντάδες χιλιόμετρα έχουν κοινή ταυτότητα ή ανήκουν στην ίδια επικράτεια, είναι εντελώς έξω από τα ιστορικά δεδομένα μέχρι τότε.39 Ως επί τω πλείστον, με την ίδρυσή του κάθε εθνικό κράτος παγιοποίησε ένα ευνοϊκό ως προς το εμπόριο και την βιομηχανία οικονομικό πλαίσιο, καθιστώντας έτσι τον οικονομικό παράγοντα βασικό στοιχείο που οδήγησε στην υιοθέτηση της εθνικιστικής αντίληψης.

Εξάλλου, από μόνη της η «αρχή των εθνοτήτων» δεν διασφάλισε το δικαίωμα ίδρυσης εθνικού κράτους στα μικρότερα έθνη.40 Πολλά εθνικά κινήματα που δυνάμωσαν την περίοδο αυτή διεκδίκησαν τον χαρακτηρισμό μικρότερων κοινωνικών ομάδων ως εθνών, προσβλέποντας σε εθνική ενοποίηση ή επέκταση41, κάτι που όμως δεν έγινε αποδεκτό από τα μεγαλύτερα έθνη. Το γεγονός αυτό οδήγησε στην διατύπωση πιο «μετρήσιμων» κριτηρίων για τον προσδιορισμό ενός λαού ως έθνος. Σύμφωνα με αυτά, για να θεωρηθεί ως έθνος ένας λαός θα πρέπει να έχει ιστορική σχέση με ένα σύγχρονο (κατά τον 19ο αιώνα) κράτος με μακρόχρονη παράδοση, να διαθέτει πολιτική ελίτ που να χειρίζεται κάποια γραπτή γλώσσα και, επιπλέον, να έχει αποδείξει την ικανότητά του για επεκτατικές κατακτήσεις.42Επιπροσθέτως, το έθνος αυτό θα πρέπει να διαθέτει μέγεθος τέτοιο που να του επιτρέπει να σχηματίσει μια «βιώσιμη μονάδα ανάπτυξης».43

Δημιουργία εθνικών κρατών

Η δημιουργία του γαλλικού κράτους αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα πολιτικού μοντέλου εθνικού κράτους. Ως αποτέλεσμα της Γαλλικής Επανάστασης, η δημιουργία του γαλλικού κράτους εξέφρασε πλήρως την πολιτική έννοια του έθνους, οδηγώντας στην εγκαθίδρυση της αστικής τάξης. Το γαλλικό παράδειγμα υπήρξε το σημείο εκκίνησης και των υπόλοιπων λαών της Ευρώπης προς την ανάπτυξη του εθνικισμού και τη δημιουργία εθνικών κρατών. Ταυτόχρονα, αναδεικνύει την οικονομική βάση της επανάστασης, μέσω της οποίας οι νέες ανερχόμενες οικονομικές τάξεις επιζητούν οικονομικό χώρο και πρόσβαση στην εξουσία.

Η γερμανική ενοποίηση από την άλλη, αποτέλεσε την απάντηση της Πρωσίας στον ανταγωνισμό με την Γαλλία. Βασικός εκφραστής του γερμανικού εθνικισμού υπήρξε η Πρωσία.44 Τα πολυδιασπασμένα γερμανικά κράτη αναζήτησαν την κοινή τους γερμανική ταυτότητα μέσω της αναφοράς τους σε κοινά πολιτισμικά χαρακτηριστικά όλων των Γερμανών, υιοθετώντας όμως στην πράξη τα πολιτικά χαρακτηριστικά που συνέφεραν την Πρωσία. Με τον τρόπο αυτό αποκλείστηκε το ενδεχόμενο να ηγηθεί της εθνικής προσπάθειας η Αυστρία.

Η σημαντικότητα της γερμανικής ενοποίησης αναδείχθηκε μετά την επιτυχή τελωνειακή ένωση. Πέρα από τον οικονομικό παράγοντα όμως, ο γερμανικός εθνικισμός χρησιμοποιήθηκε ενσυνείδητα από τον Βίσμαρκ για να καταπολεμηθούν τα αιτήματα για φιλελευθεροποίηση μετά τις επαναστάσεις του 1848. Αν και αριστοκράτης στην καταγωγή, ο Βίσμαρκ αντιλήφθηκε τις δυνατότητες που είχε η εθνικιστική ιδεολογία για την ενεργοποίηση των μαζών και ιδιαίτερα της αστικής τάξης.45 Ταυτόχρονα όμως, έχοντας ως στόχο την δημιουργία ενός σταθερού κρατικού συστήματος που να μην είναι ευάλωτο σε επαναστατικές εξάρσεις, εφάρμοσε ένα πολιτικό μείγμα νεωτερικών μεταρρυθμίσεων που έμεινε γνωστό ως «realpolitik»46, προωθώντας τελικώς τον οργανωμένο καπιταλισμό.

Το παράδειγμα της δημιουργίας του ιταλικού εθνικού κράτους επίσης συνοψίζει τις οικονομικές σκοπιμότητες της αστικής τάξης. Επικεφαλής του εθνικού αγώνα τέθηκε το οικονομικά πιο εύρωστο κράτος (το Πεδεμόντιο) και τελικώς επικράτησε η ενοποιητική λύση που εξέφρασε αρτιότερα τα συμφέροντα των επιχειρηματιών, των βιομηχάνων και των εμπόρων (Καβουρ). Σε αντίθεση με την γερμανική «realpolitik» όμως, στην Ιταλία δεν εφαρμόστηκαν φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις. Ως αποτέλεσμα εδραιώθηκε ένας άκρατος καπιταλισμός που οδήγησε στην όξυνση των προϋπαρχουσών κοινωνικών αντιθέσεων και, στον εικοστό αιώνα, γέννησε τον φασισμό.47

Χάρτης με τα εθνικά κράτη στην Ευρώπη κατά τα τέλη του 19ου αιώνα.
Χάρτης με τα εθνικά κράτη στην Ευρώπη κατά τα τέλη του 19ου αιώνα.

Η πιο ιδιαίτερη ίσως περίπτωση γέννησης εθνικού κράτους υπήρξε η Ελλάδα. Εκεί, «ο ατέρμονος πόλεμος των ποιμενικών φυλών και ληστών ενάντια σε οποιαδήποτε αληθινή κυβέρνηση, συγκεράστηκε με τις ιδέες του αστικού εθνικισμού και της Γαλλικής Επανάστασης».48 Σημαντικό ρόλο ως προς αυτό έπαιξε η επιτυχής δράση της μασονικού τύπου οργάνωσης της «Φιλικής Εταιρίας», που εξέφρασε τα διαφωτιστικά ιδεώδη της μεταναστευμένης ελληνικής οικονομικής ελίτ. Προς την κατεύθυνση αυτή βοήθησε και το ρεύμα του φιλελληνισμού που διαμορφώθηκε πανευρωπαϊκώς, υπό την επίδραση του ρομαντισμού.

Ο απελευθερωτικός αγώνας της Ελλάδας δίχασε τις μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης και ανέδειξε με αυτό τον τρόπο την διάσταση μεταξύ των αστικών προοδευτικών και των συντηρητικών αριστοκρατικών δυνάμεων.49 Η διάχυτη αίσθηση όμως πως η πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είναι αναπόφευκτη, οδήγησε σε έναν διπλωματικό συμβιβασμό που χρησιμοποίησε την δημιουργία του ελληνικού εθνικού κράτους ως την αρχή της λύσης του ανατολικού ζητήματος.50

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, φαίνεται ίσως παράξενη η επιβίωση της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων. Πράγματι, το κρατικό μόρφωμα της Αυστροουγγαρίας φαντάζει παλιάς κοπής. Ωστόσο, εντός της επικράτειάς της το οικονομικό σύστημα λειτουργούσε ήδη φιλικά προς τα συμφέροντα των επιχειρηματιών αστών, επομένως εξέλιπε η«οικονομική ανάγκη» για εθνική επανάσταση.51Δεδομένης όμως της πολλαπλότητας των εθνών που περιέκλειε στο εσωτερικό της, η αυτοκρατορική διοίκηση σε κάποιες περιπτώσεις υποδαύλισε ταξικές συγκρούσεις προς αποφυγή εθνικιστικών ξεσπασμάτων.52Τελικώς όμως, δεν απέφυγε ούτε αυτή το αναπόφευκτο τέλος που επιφύλαξε για τις παλιές αυτοκρατορίες η εποχή του εθνικισμού και κατέρρευσε στις αρχές του 21ου αιώνα, με την ευκαιρία του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Έθνος, «συγκολητική ουσία»

Από την σκιαγράφησητης έννοιας του έθνους και την ανάλυση του πώς ο εθνικισμός αλληλεπίδρασε με την νεωτερικότητα των κοινωνιών κατά τον 19ο αιώνα, καταλήξαμε στην ίδρυση των εθνικών κρατών.

Όπως γίνεται φανερό, η καθολική επικράτηση του εθνικισμού οδήγησε στην δημιουργία των εθνικών κρατών, τα οποία με τη σειρά τους αναπροσάρμοσαν πλήρως την σχέση του ατόμου με την εξουσία. Ταυτόχρονα, τα εθνικά κράτη παρείχαν τα απαραίτητα οικονομικά μεγέθη για την ανάπτυξη του βιομηχανικού και εμπορικού καπιταλισμού. Αυτός ο μετασχηματισμός της Ευρώπης με βάση το έθνος που ξεκίνησε τον 19ο αιώνα, δημιούργησε τη νέα μορφή της ηπείρου, που υφισταται ως τις μέρες μας.

Μέσα σε αυτό το νέο σκηνικό, οι μεγάλες μάζες των εθνών, οι λαοί, έγιναν κοινωνοί προοδευτικών μεταρρυθμίσεων. Κυρίως όμως φορτώθηκαν με υποχρεώσεις έναντι του έθνους, οι οποίες είναι υπεράνω της ατομικής τους υπόστασης. Το ισοζύγιο υποχρεώσεων – δικαιωμάτων ιστορικά δεν είναι ισομερώς μοιρασμένο. Το ίδιο και ο πλούτος. Θα μπορούσαν όλα αυτά να οδηγήσουν σε ανατρεπτικές καταστάσεις, όμως η ιδέα του «έθνους» λειτουργεί ως η συγκολλητική ουσία του νέου αυτού τρόπου κοινωνικής οργάνωσης που εκφράζει τα συμφέροντα της αστικής τάξης. Το φαινόμενο αυτό είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό σε περιόδους σοβαρών οικονομικών κρίσεων (όπως στις μέρες μας), όπου όσο η ανισοκατανομή του πλούτου μεγαλώνει, τόσο περισσότερο γίνεται επίκληση του «εθνικού συμφέροντος».

Πίνακας Βιβλιογραφίας

  • Δεμερτζής, Ν., Ο λόγος του εθνικισμού – αμφίσημο σημασιολογικό πεδίο και σύγχρονες τάσεις, Αθήνα – Κομοτηνή, Εκδ. Αντ. Ν. Σακκουλα, 1996, σ. 28

  • Ράπτης, Κ., Γενική Ιστορία της Ευρώπης, τ. Β’, Πάτρα, Ε.Α.Π., 2000

  • Anderson, B., Φαντασιακές κοινότητες – Στοχασμοί για τις απαρχές και τη διάδοση του εθνικισμού, Αθήνα, Εκδ. Νεφέλη, 1997

  • Blanning, T.C.W., “Η εμπορευματοποίηση και η ιεροποίηση του ευρωπαϊκού πολιτισμού τον 19ο αιώνα.”, στο T.C.W. Blanning (επιμ.), Ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης, Εκδ. Τουρίκη, Αθήνα, 2009, σ. 141 – 175

  • Burns, E. M., Ευρωπαϊκή Ιστορία – Εισαγωγή στην ιστορία και τον πολιτισμό της νεότερης Ευρώπης, τ. Β’, Θεσσαλονίκη, Εκδ. Παρατηρητής, 1983

  • Giddens, A., Οι συνέπειες της νεοτερικότητας, Εκδ. Κριτική, Αθήνα, 2001

  • Hobsbawm, E. J., Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, Αθήνα, Εκδ. Ινστιτούτο του Βιβλίου – Μ. Καρδαμίτσα, 1994

  • Hobsbawm, E. J., Η εποχή των επαναστάσεων 1789 – 1848, Αθήνα, Εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, 2002

  • Pilbeam, P., “Από τις νομοκατεστημένες στις κοινωνικές τάξεις. Η ευρωπαϊκή κοινωνία τον 19ο αιώνα.”, στο T.C.W. Blanning (επιμ.), Ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης, Εκδ. Τουρίκη, Αθήνα, 2009, σ. 141 – 175

  • Roberts, J., “Επανάσταση από τα πάνω και από τα κάτω: Πολιτική ιστορία της Ευρώπης από τη Γαλλική Επανάσταση έως τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο”, στο T.C.W. Blanning (επιμ.), Ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης, Εκδ. Τουρίκη, Αθήνα, 2009, σ. 31 – 68

  1. Κώστας Ράπτης, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, τ. Β’, Πάτρα, Ε.Α.Π., 2000, σ. 71 και Νίκος Δεμερτζής, Ο λόγος του εθνικισμού – αμφίσημο σημασιολογικό πεδίο και σύγχρονες τάσεις, Αθήνα – Κομοτηνή, Εκδ. Αντ. Ν. Σακκουλα, 1996, σ. 28. []
  2. Eric Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, Αθήνα, Εκδ. Ινστιτούτο του Βιβλίου – Μ. Καρδαμίτσα, 1994, σ. 62. Συνεπώς καθίσταται προφανές πως αναφορές σε «αρχαίες εθνικές συνειδήσεις» αποτελούν -το λιγότερο- ιστορική ανακρίβεια. []
  3. Ράπτης, ό.π., σ. 72. []
  4. Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 34 και Ράπτης, ό.π., σ. 72. []
  5. Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 22. []
  6. Ράπτης, ό.π., σ. 72. Μάλιστα, σε φυλλάδιο που κυκλοφόρησε ο αβάς Σεγιές στο πλαίσιο της σύγκλησης της Γενικής Συνέλευσης των Τάξεων το 1789, προσδιορίζει τους αστούς ως «συνώνυμο του έθνους», Pamelna Pilbeam, «Από τις νομοκατεστημένες στις κοινωνικές τάξεις. Η ευρωπαϊκή κοινωνία τον 19ο αιώνα.», στο T.C.W. Blanning (επιμ.), Ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης, Εκδ. Τουρίκη, Αθήνα, 2009, σ. 150. []
  7. Ο Hobsbawm περιγράφει την εξίσωση αυτή με το παραστατικό ΕΘΝΟΣ = ΚΡΑΤΟΣ = ΛΑΟΣ, Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 34. []
  8. «Η νεωτερικότητα αναφέρεται σε τρόπους κοινωνικής ζωής ή οργάνωσης που εμφανίστηκαν στην Ευρώπη μετά τον 17ο αιώνα και στη συνέχεια απέκτησαν σχεδόν παγκόσμια επιρροή». Ο όρος είναι πολυσύνθετος, ωστόσο κάποια από τα ιδιαίτερα στοιχεία που εκφράζει είναι η αυξημένη αυτονομία του ατόμου, η θεσμική οργάνωση των κοινωνιών, η αύξηση της διαθέσιμης γνώσης, η τεχνολογική πρόοδος, το ξεπέρασμα της στατικότητας του παρελθόντος κ.ά., Anthony Giddens, Οι συνέπειες της νεωτερικότητας, Εκδ. Κριτική, Αθήνα, 2001 []
  9. Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 33 και 36. []
  10. Edward Burns, Ευρωπαϊκή Ιστορία – Εισαγωγή στην ιστορία και τον πολιτισμό της νεότερης Ευρώπης, τ. Β’, Θεσσαλονίκη, Εκδ. Παρατηρητής, 1983, σ. 118 – 119. []
  11. Ράπτης, ό.π., σ. 72. []
  12. Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 125-126 και Ράπτης, ό.π., σ. 73. []
  13. Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 92 – 93. []
  14. Ο ρομαντισμός, αν και σχεδόν αδύνατο να οριστεί ως κίνημα, υπήρξε ως αντίδραση εναντίον του διαφωτισμού του 18ου αιώνα. Εναντίον της λογικής, οι ρομαντικοί αντιπαρέθεταν την πίστη τους στο συναίσθημα. Αποτίοντας φόρο τιμής στο παρελθόν, εκφράζει -κυρίως μέσω της τέχνης- την αγωνία για τις αλλαγές που φέρνει η νέα εποχή, Burns, ό.π., σ. 119. []
  15. Burns, ό.π., σ. 119-120. []
  16. Ράπτης, ό.π., σ. 72. []
  17. Ο ορισμός κατά τον Ernest Gellner, Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 22 και Ράπτης, ό.π., σ. 73. []
  18. Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 110. []
  19. Timothy Blanning, «Η εμπορευματοποίηση και η ιεροποίηση του ευρωπαϊκού πολιτισμού τον 19ο αιώνα.», στο T.C.W. Blanning (επιμ.), Ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης, Εκδ. Τουρίκη, Αθήνα, 2009, σ. 203. []
  20. Κατ’ αντίστοιχο τρόπο οι προλετάριοι αντλούσαν την κοινωνική τους ταυτότητα από το ταξικό τους κίνημα, Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 173. []
  21. Του ιδίου, σ. 80 και 91. []
  22. Ράπτης, ό.π., σ. 79. []
  23. Χαρακτηριστικό είναι το ζήτημα της απογραφής της γλώσσας των πολιτών της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων, την οποία ενσυνείδητα ο κρατικός μηχανισμός μετέθετε στο μέλλον, παρά τις σχετικές αποφάσεις των συνεδρίων στατιστικής, Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 143. []
  24. Μπένεντικτ Άντερσον, Φαντασιακές κοινότητες – Στοχασμοί για τις απαρχές και τη διάδοση του εθνικισμού, Αθήνα, Εκδ. Νεφέλη, 1997 []
  25. Ράπτης, ό.π., σ. 74 και Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 70 και 106. []
  26. Του ιδίου, σ. 123 και Ράπτης, ό.π., σ. 74 και Blanning, ό.π., σ. 203. Απόρροια αυτού του θρησκευτικού χαρακτήρα είναι η καθιέρωση των σημαιών, «ιερών εικόνων» των εθνικών κρατών και η ένταξή τους σε συναισθηματικά φορτισμένα τελετουργικά, Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 105. []
  27. Ράπτης, ό.π., σ. 74 και Eric Hobsbawm, Η εποχή των επαναστάσεων 1789 – 1848, Αθήνα, Εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, 2002, σ. 193 (για τους διανοούμενους). []
  28. Burns, ό.π., σ. 155. []
  29. Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 59 και 194 – 195 και Ράπτης, ό.π., σ. 74 και 75. []
  30. Hobsbawm, Η εποχή των επαναστάσεων 1789 – 1848, ό.π., σ. 192. []
  31. Η «αρχή των εθνοτήτων» μπορεί να συμπυκνωθεί στην φράση του Ιταλού εθνικιστή Μαρσίνι «κάθε έθνος ένα κράτος, μόνο ένα κράτος για κάθε έθνος», Ράπτης, ό.π., σ. 75. []
  32. Hobsbawm, Η εποχή των επαναστάσεων 1789 – 1848, ό.π., σ. 193. []
  33. John Roberts, «Επανάσταση από τα πάνω και από τα κάτω: Πολιτική ιστορία της Ευρώπης από τη Γαλλική Επανάσταση έως τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο», στο T.C.W. Blanning (επιμ.), Ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης, Εκδ. Τουρίκη, Αθήνα, 2009, σ. , σ. 37. []
  34. Του ιδίου, σ. 63. []
  35. Του ιδίου, σ. 36. []
  36. Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 119 – 120 και Roberts, ό.π., σ. 43 – 44. []
  37. Burns, ό.π., σ. 130. []
  38. Burns, ό.π., σ. 121 και Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 53. []
  39. Του ιδίου, σ. 70. []
  40. Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ. 49. []
  41. Του ιδίου, σ. 51. []
  42. Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ.59 – 60. []
  43. Το κριτήριο αυτό αναφέρεται από τον Hobsbawm ως «αρχή του ορίου», Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, ό.π., σ.49 – 50. []
  44. Ράπτης, ό.π., σ. 80 και Burns, ό.π., 128. []
  45. Ράπτης, ό.π., σ. 81 και Burns, ό.π., 144. []
  46. Του ιδίου, σ. 142. []
  47. Του ιδίου, σ. 147 – 150. []
  48. Hobsbawm, Η εποχή των επαναστάσεων 1789 – 1848, ό.π., σ. 203. []
  49. Του ιδίου, σ. 153 – 154. []
  50. Roberts, ό.π., σ. 61 – 62. []
  51. Ράπτης, ό.π., σ. 83 και Burns, ό.π., 132 και 137. []
  52. Του ιδίου, σ. 32. []