Category Archives: Ιστορία

Robert Capa: Slightly out of focus

Slightly out of Focus

Αφορμή για αυτό το κείμενο αποτέλεσε η πρόσφατη ανάγνωση του «Slightly out of focus», της αυτοβιογραφίας του Κάπα από την εμπειρία του Β Παγκόσμιου Πολέμου. Τι να πρωτοπεί όμως κανείς για να εισαγάγει ένα θέμα που αφορά σε έναν άνθρωπο ο οποίος μέσα σε 41 χρόνια έζησε πολύ περισσότερο απ’ ότι οι κοινοί θνητοί σε οκτώ πλήρεις δεκαετίες… Ας τον συστήσουμε λοιπόν τυπικά μα περιεκτικά, μέσω του σύντομου βιογραφικού από την Wikipedia:

Ο Ρόμπερτ Κάπα (Robert Capa, πραγματικό όνομα γέννησης Endre Ernő Friedmann, 22 Οκτωβρίου 1913 – 25 Μαΐου 1954) ήταν Ούγγρος πολεμικός φωτογράφος και φωτορεπόρτερ που κάλυψε πέντε διαφορετικούς πολέμους: τον Ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, τον Β΄ Σινοϊαπωνικό πόλεμο, τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο σε όλη την Ευρώπη, τον Αραβο-Ισραηλινό πόλεμο του 1948, και τον Πρώτο Πόλεμο της Ινδοκίνας. Κατέγραψε την πορεία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο Λονδίνο, την Βόρειο Αφρική, την Ιταλία, την Απόβαση της Νορμανδίας στην παραλία Όμαχα (Omaha Beach) και την απελευθέρωση του Παρισιού. Οι εν δράσει φωτογραφίες του, όπως εκείνες που ελήφθησαν κατά την απόβαση στη Νορμανδία το 1944, απεικονίζουν τη βία του πολέμου με μοναδικό τρόπο. Το 1947, ο Κάπα υπήρξε ο συνιδρυτής του Magnum Photos με, ανάμεσα σε άλλους, τον Γάλλο φωτογράφο Ανρί Καρτιέ Μπρεσόν. Ο οργανισμός αυτός υπήρξε το πρώτο συνεργατικό πρακτορείο για ανεξάρτητους φωτογράφους σε παγκόσμια κλίμακα.

Robert Capa

Ακόμα και μέσα σε μια τόσο μικρή, τυπική βιογραφική εισαγωγή, αποτυπώνονται αδρομερώς τόσο το μέγεθος όσο και η πρωτοκαθεδρία του έργου του Κάπα. Ένας πολεμικός φωτοδημοσιογράφος που κάλυψε τόσους πολέμους και που, τελικά, πέθανε στο πεδίο της μάχης, δεν είναι σύνηθες. Ακόμη κι έτσι όμως, η περίπτωση του Κάπα δεν εξαντλείται σε αυτές τις διαστάσεις: είναι ενδεικτική μιας εποχής και μιας γενιάς ανθρώπων που έπαιξαν σημαίνοντα ρόλο στον παγκόσμιο μετασχηματισμό των μέσων του 20ου αι, και που τελικά χάθηκαν στην δίνη του μετασχηματισμού αυτού. Αυτή η πτυχή της εποχής εκείνης περνά συνήθως απαρατήρητη, οπότε έργα σαν το «Slightly out of focus» επιτελούν σημαντικο ρόλο, δίνοντάς μας τις πραγματικές διαστάσεις της ιστορίας και των αληθινών ανθρώπων που την έγραψαν.

capa-germanpows

la-maleta-mexicana-san-ildefonso1

e9cd105c-0460-4d9e-beca-8ae8a36cf06b_m

Πράγματι, αν ο Β’ Παγκόσμιος υπήρξε το αμόνι της ιστορίας πάνω στο οποίο σφυρηλατήθηκε η όψη και η δομή του σύγχρονου κόσμου, τα πλέον ζωντανά και ενεργά πνεύματα της εποχής (σαν τον Κάπα) έγιναν οι σιδεράδες της ιστορίας, συμμετείχαν στην πρωτογενή ιστορική διαδικασία και χάθηκαν μαζί της, καθώς το πυρωμένο σίδερο άρχισε να κρυώνει…Αντιθέτως, η διαχείριση της επόμενης ημέρας ανήκει στα πιο ήπια, λιγότερο τυχοδιωκτικά και ανήσυχα πνεύματα, τα οποία δεν διαμόρφωσαν τόσο το προϊόν πριν αυτό βγει από το καλούπι της ιστορίας – σαν τον φίλο του Κάπα, Κρις, αξιωματικό δημοσίων σχέσεων της αεροπορίας, που τελικά παντρεύτηκε η αγαπημένη του Κάπα με τη λήξη του πολέμου!

Ο κόσμος του Κάπα λοιπόν, είναι ένας κόσμος που υπάρχει «εδώ και τώρα», μόνο για όσο διαρκεί η έξαψη της μάχης• εξάλλου, καθώς το τέλος του Πολέμου πλησίαζε και ο δρόμος προς το Παρίσι γινόταν ομαλότερος, τόσο αραίωναν τα κλικ του Κάπα. Ακριβώς αυτό είναι το κληροδότημα και η πραγματική ουσία του φωτογραφικού έργου του Κάπα, το οποίο κατέστησε ορατό αυτόν τον εφήμερο και σκληρό κόσμο για όλους στο διηνεκές, ώστε η βολή της ειρήνης να μην επιτρέπει να ξεχνάμε…

Σε αυτόν τον κόσμο (που δημιουργήθηκε από την συμπίεση των αδιέξοδων και των αντιθέσεων της νεωτερικότητας – της εποχής του καπιταλισμού των “μαθητευόμενων μάγων” – για το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο δείτε εδώ) η φωτοδημοσιογραφία είναι μια διαδικασία υπαρξιακής νοηματοδότης του υποκειμένου που πασχίζει να σταθεί νοητικά απέναντι σε ένα περιβάλλον που αλλάζει ραγδαία. Για τον Κάπα το “scoop” (η φωτοδημοσιογραφική επιτυχία) είναι μάλλον η πρόφαση• το πραγματικό ζητούμενο είναι το κυνήγι του πυρετού της μάχης, αυτής της κατάστασης που δίνει αίσθηση συνοχής στο υποκείμενο φέρνοντάς το αντιμέτωπο με τα βιολογικά και ψυχολογικά του όρια. Ίσως γι’ αυτό το ποτό είναι πανταχού παρόν στις σελλίδες του «Slightly out of focus», ενώ την ίδια στιγμή η ύπαρξη ενός κοριτσιού (της Pinky εν προκειμένω) έχει αξία μόνον εφόσον ο πόλεμος κρατά το αντικείμενο του πόθου μακριά, ώστε να λειτουργεί ως συναισθηματικός φάρος, ως προβολέας συναισθηματικής νοηματοδότησης στον εφήμερο και φρενήρη κόσμο των μαχών. Όταν ο πόλεμος τελειώσει «δεν υπάρχει πια λόγος να ξυπνάς το πρωί» (κατά την κατακλείδα φράση του Κάπα) – και το κορίτσι θα παντρευτεί κάποιο καλό παιδί, ικανό να διαχειριστει την επόμενη μέρα…

Αυτοβιογραφία ενός σημαντικού φωτογράφου, ιστορικό και κοινωνικό ντοκουμέντο μιας έντονης εποχής, ιστορία αγάπης και πολέμου, το «Slightly out of focus», με ρυθμό έντονο και γλώσσα νουάρ μυθιστορήματος, παρουσιάζει εναργώς τόσο το κοινωνικό αποτύπωμα μιας Τέχνης σε πυρωμένους καιρούς, όσο και ένα είδος ανθρώπων (χαρακτηριστικό τέτοιων πυρωμένων εποχών) που έζησαν για να καούν με το σίδερο….

PAR121453

Όποια βαρύτητα κι αν έχουν τα οικονομικά επιχειρήματα,υπάρχουν πράγματα στη ζωή που πρέπει να προστατευθούν
E. Hobsbawm, Η εποχή των άκρων

Όψεις του νεοφιλελευθερισμού: Το πέρασμα από τη νεωτερικότητα στη μετανεωτερικότητα. Παραδείγματα από τον χώρο των πόλεων

Εισαγωγή

Οι αλλαγές που επήλθαν στις δυτικές κοινωνίες ως απόρροια της Γαλλικής όσο και, κυρίως, της Βιομηχανικής Επανάστασης, ήταν τόσο ευρείες και σημαντικές που σηματοδότησαν την αλλαγή μιας εποχής. Αν και στα κοινωνικά ζητήματα η περιοδολόγηση ποτέ δεν είναι απόλυτη ούτε εύκολη, ο νεωτερικός χαρακτήρας των δυτικών κοινωνιών σχηματοποιήθηκε πλήρως στις αρχές του 20ού αιώνα. Μία από τις εξέχουσες πλευρές του χαρακτήρα αυτού είναι η έμφαση στην οικονομική διάσταση του κοινωνικού φαινομένου, γεγονός που είχε ιδιαίτερες επιπτώσεις στην ανάπτυξη του αστικού χώρου.

Από τη δεκαετία του 1970 και μετά, συνεπεία μιας σημαντικής οικονομικής κρίσης, επήλθαν σημαντικές αλλαγές στο επί 70 χρόνια κυρίαρχο στον δυτικό κόσμο παράδειγμα οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης. Ως αποτέλεσμα αναδύθηκαν πολύπλευρες κριτικές απέναντι στο προηγούμενο παράδειγμα, η ένταση και ευρύτητα των οποίων οδήγησε στη διατύπωση της άποψης πως ίσως πρόκειται για ακόμα μία αλλαγή εποχής. Η εποχή της μετανεωτερικότητας, όπως αποκλήθηκε, συνεχίζει να δίνει έμφαση στην οικονομική διάσταση, αλλά με έναν διαφοροποιημένο τρόπο που, στον αστικό χώρο, αποτυπώθηκε με νέες μορφές.

Αντικείμενο της παρούσας εργασίας αποτελεί η συνοπτική παρουσίαση των χαρακτηριστικών της νεωτερικόττηας και της μετανεωτερικότητας και η επίδραση στον αστικό χώρο λόγω της μετάβασης από τη μία θεώρηση στην άλλη. Προς το σκοπό αυτό αρχικά θα επιχειρήσουμε μια αδρομερή περιγραφή της εποχής της νεωτερικότητας μέσω της επιγραμματικής αναφοράς στα χαρακτηριστικά του μοντερνισμού και του τρόπου που αυτός επέδρασε στη διαμόρφωση των πόλεων. Έπειτα από μια σύντομη αναφορά στον χαρακτήρα της κρίσης του 1970, θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε τον τρόπο με τον οποίο επήλθε η μετάβαση στη μετανεωτερικότητα και πώς οι αρχές του μεταμοντερνισμού επηρρέασαν την ανάπτυξη και τον κοινωνικό χαρακτήρα των πόλεων.

Η ανάδυση των νεωτερικών πόλεων

Με τον όρο νεωτερικότητα περιγράφεται η εποχή της ανάδυσης του σύγχρονου καπιταλιστικού κόσμου, όψεις του οποίου διακρίνονται από την εποχή του Διαφωτισμού (Gregory, 2009: 471). Ωστόσο, ως διακριτή ιστορική οντότητα, η νεωτερικότητα διαμορφώθηκε κυρίως κατά τα πρώτα τριάντα χρόνια του 20ού αιώνα (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 224), υπό το βάρος της επίδρασης οικονομικών και τεχνολογικών παραγόντων, οι οποίοι οδήγησαν σε συνακόλουθες κοινωνικές και πνευματικές μεταβολές. Από τις σημαντικότερες μεταβολές της περιόδου υπήρξε η συμπίεση χρόνου – χώρου, η μεταβολή δηλαδή της αίσθησης του ανθρώπου για τον χρόνο και τον χώρο ως αποτέλεσμα τόσο νέων τεχνολογιών στις επικοινωνίες και στις μεταφορές, όσο και των αναγκών του καπιταλισμού για αύξηση της συσσώρευσης κεφαλαίου (Harvey, 2009).

Χαρακτηριστικές όψεις της νεωτερικότητας αποτελούν οι αστικές, ταξικές κοινωνίες και η βιομηχανική παραγωγή. Τα ιδανικά της νεωτερικότητας εκφράστηκαν στον μοντερνισμό, το κίνημα που διαπέρασε όλες τις εκφάνσεις της πνευματικής δραστηριότητας στον δυτικό κόσμο για τα πρώτα τρία τέταρτα του 20ού αιώνα. Ο μοντερνισμός υιοθετεί τα πνευματικά ιδανικά του Διαφωτισμού, αναζητώντας την τάξη στον κόσμο μέσω του ορθολογισμού και δίνοντας έμφαση στην εύρεση των οικουμενικών, μεγάλων αληθειών (Harvey, 2009: 34, Gregory, 2009: 471). Μέσω της λειτουργικότητας προσπαθεί να απελευθερώσει τον άνθρωπο από την φυσική αναγκαιότητα και να τον οδηγήσει σε διαρκή πρόοδο. Ως αποτέλεσμα της πίστης του στην πρόοδο, ο μοντερνισμός διατηρεί το βλέμμα του στραμμένο στο μέλλον και ως εκ τούτου έρχεται σε ρήξη με την παράδοση και την ιστορικότητα, κάτι που τον οδηγεί στην δημιουργία διπολικών σχημάτων ως προς την κατανόηση του κόσμου (Gregory, 2009: 472).

Η εδραίωση των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών της νεωτερικότητας επέδρασε στην δομή και οργάνωση των πόλεων ήδη από τον 19ο αιώνα. Οι νεωτερικές πόλεις σχηματοποιήθηκαν καθώς η αυξανόμενη εμφάνιση των εργοστασίων, μέσω των διαδοχικών κυμάτων της βιομηχανικής επανάστασης, και η ένταση των ταξικών ανταγωνισμών μετασχημάτισαν ριζικά το μεσαιωνικό αστικό τοπίο των ευρωπαϊκών πόλεων ή οδήγησαν στην εμφάνιση εντελώς νέων, πολυπληθών –μα εξαθλιωμένων- αστικών κέντρων (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 215 – 216).1 Με αφορμή τον εξευγενισμό των πόλεων και την αντιμετώπιση των τοπίων εξαθλίωσης που συνόδευσαν την βιομηχανική επέκταση, στα τέλη του 19ου αιώνα παρατηρούνται οι πρώτες πολεοδομικές παρεμβάσεις ευρείας κλίμακας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της αναμόρφωσης του Παρισιού από τον Haussmann, όπου η «επιβολή της ευθείας» των μεγάλων λεωφόρων παρουσιάστηκε ως εξορθολογισμός της πόλης, στοχεύοντας όμως ουσιαστικά στον οικονομικό (μέσω της αύξησης της υπεραξίας της γης), οπτικό αλλά και αστυνομικό (μετά την εμπειρία των οδοφραγμάτων στα στενά του Παρισιού ) έλεγχο του αστικού τοπίου από τα ανώτερα στρώματα (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 84 – 86, Hobsbawm, 2008: 249). Καθώς σταδιακά η όραση καθίσταται σημαντικό στοιχείο στην εμπειρία του αστικού τοπίου, με τη χρήση νέων τεχνολογιών (μεταλλικές κατασκευές, γυάλινες επιφάνειες, σκυρόδεμα) επιχειρείται η όραση διαμέσω των κτιρίων (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 88), ενώ στην οργάνωση του τοπίου αναζητείται η οπτική τάξη της ευθείας (μεγάλες λεωφόροι κλπ) (Gregory, 2009: 473).

Από τις αρχές του 20ού αιώνα ωστόσο σχηματοποιήθηκε ένα συνολικότερο πλαίσιο μοντερνιστικής αντιμετώπισης των πόλεων. Η εδραίωση του φορντισμού ως κυρίαρχου βιομηχανικού παραδείγματος οδήγησε στην εμφάνιση μεγαλύτερων βιομηχανικών μονάδων, καθώς η στόχευση σε μαζική παραγωγή τεραστίων ποσοτήτων απαιτούσε την συγκέντρωση των επιμέρους παραγωγικών διαδικασιών στον ίδιο χώρο και συνακόλουθα οδήγησε στη συσσώρευση μαζικού εργατικού δυναμικού γύρω από τα υπερμεγέθη εργοστάσια (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 220). Υπό τις επιταγές του φορντισμού σχηματοποιήθηκαν οι μεγάλες βιομηχανικές πόλεις της βορειοδυτικής Ευρώπης με τις κεντρικά χωροθετημένες βιομηχανικές μονάδες. Μέσα σε αυτό το κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον ο μοντερνισμός στοχεύει σε συγκροτημένες και ολιστικές προσπάθειες απάντησης στα ζητήματα αστικού χώρου μέσω του σχεδιασμού (Gregory, 2009: 471). Αναπτύσσονται η πολεοδομία και η αστική αρχιτεκτονική και, μέσω διεθνών συνεδρίων, εξετάζονται τα ζητήματα της σχέσης των κτιρίων με τον κοινωνικό και οικονομικό τους περίγυρο (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 278) Οι ορθολογιστικές αρχές του φορντισμού και ο προσανατολισμός του αποκλειστικά στην οικονομική ανάπτυξη επηρέασαν την μοντερνιστική πολεοδομία, οδηγώντας στην αντιμετώπιση του αστικού χώρου με βάση τις βασικές λειτουργίες της πόλης (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 280 – 281). Η «φορντική πόλη» διακρίνεται από την εφαρμογή ζωνών αποκλειστικών χρήσεων (εργασίας, κατοικίας, βιομηχανίας κλπ) και από την έμφαση στην βελτίωση της κυκλοφορίας μεταξύ των ζωνών (Harvey, 2009: 102).

Οι ανάγκες ανοικοδόμησης και αντιμετώπισης των μαζικών κοινωνικών προβλημάτων που προέκυψαν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έδωσαν περεταίρω ώθηση στην εφαρμογή των μοντερνιστικών επιταγών αστικού σχεδιασμού και ενέτειναν τον κοινωνικό προσανατολισμό τους. Ως συνέπεια η μορφή προκύπτει με βάση τις ανάγκες της λειτουργίας (Harvey, 2009: 101)· η λειτουργία όμως δεν συνίσταται στην απλή πρακτικότητα, αλλά είναι προσανατολισμένη στην πραγμάτωση των ιδανικών ενός εναλλακτικού, καλύτερου κοινωνικά κόσμου (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 296). Είναι ενδεικτικός ο τρόπου που επιχειρήθηκε να αντιμετωπιστεί το επιτακτικό ζήτημα της μαζικής στέγασης από τον Λε Κορμπυζιέ και άλλους μοντερνιστές αρχιτέκτονες. Προτάθηκε (και σε ορισμένες περιπτώσεις υλοποιήθηκε)2 η δημιουργία «πύργων κατοικίας», μεγάλων συγκροτημάτων διαμερισμάτων (που σε ορισμένες περιπτώσεις έφταναν τους χιλιάδες ενοίκους και ενσωμάτωναν δραστηριότητες αναψυχής) με χρήση προκατασκευασμένων τμημάτων που θα ελαχιστοποιούσαν το κόστος κατασκευής. Οι πύργοι κατοικίας, που ήταν αποτέλεσμα τόσο των μοντερνιστικών αρχιτεκτονικών ιδεών όσο και των κερδοσκοπικών πιέσεων του κεφαλαίου στη γη (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 279-280), έδωσαν τη δυνατότητα άμεσης πρόσβασης σε λειτουργικές κατοικίες σε χιλιάδες οικογένειες, όμως ο ομογενοποιητικός τους χαρακτήρας ενίοτε δημιούργησε μη ανθρώπινα περιβάλλοντα διαβίωσης (Harvey, 2009: 69).3

Κρίση και μετανεωτερικότητα

Τη δεκαετία του 1970 ο δυτικός καπιταλισμός εισήλθε σε μία παρατεταμένη περίοδο οικονομικής κρίσης, από την οποία προέκυψε ένα ρεύμα κριτικής των μοντερνιστικών αξιών και, συνακόλουθα, διαφορετικές προσεγγίσεις στον αστικό χώρο. Η οικονομική κρίση αποτελούσε μια χαρακτηριστική κρίση καπιταλιστικής υπερσυσσώρευσης και οφειλόταν στην εξάντληση των δυνατοτήτων αναπαραγωγής του τρέχοντος συστήματος κεϋνσιανισμού – μαζικής παραγωγής / κατανάλωσης, εντός των πλαισίων ανταγωνισμού της εντεινόμενης παγκοσμιοποίησης (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 222). Η κρίση εκφράστηκε με άνοδο στις τιμές του πετρελαίου, κατακόρυφη πτώση της βιομηχανικής παραγωγής και στροφή στη ζήτηση μη τυποποιημένων προϊόντων, ενώ την ίδια περίοδο αναδύθηκαν πλείστα κινήματα (οικολογικά, εναλλακτικής διαβίωσης κ.ά.) που ασκούσαν κριτική στο τρέχον μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής οργάνωσης. Σημαντική ήταν η επίδραση εξελίξεων όπως η αποϋλοποίηση του χρήματος (κάτι που προσέδωσε μεγαλύτερη ευελιξία στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο), ενώ η ευρεία διάδοση των media και οι νέες τεχνολογίες άμεσης διάδοσης πληροφοριών (ειδικά από τη δεκαετία του 1980 κι έπειτα) οδήγησαν σε έναν νέο γύρο συμπίεσης χώρου – χρόνου (Harvey, 2009: 114).

Η κρίση τελικά δεν έφερε την κατάρρευση του καπιταλισμού αλλά την αντικατάσταση του φορντισμού από την ευέλικτη συσσώρευση, ένα νέο καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής το οποίο στοχεύει στην παραγωγή για όταν ζητηθεί. Με την ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών και καινοτόμων μεθόδων, εγκαταλείφθηκαν οι φορντικές βιομηχανίες μεγάλης κλίμακας και η παραγωγική διαδικασία οργανώθηκε σε υπεργολαβίες. Απαραίτητες προϋποθέσεις της ευέλικτης συσσώρευσης είναι η ευελιξία στην εργασία και η αποστέωση του συνδικαλισμού, ενώ ως μοντέλο παραγωγής οδήγησε τελικά στην παγκόσμια άνοδο του τομέα υπηρεσιών (με έμφαση στις υπηρεσίες παραγωγού –νομικά, πληροφόρηση, έρευνα και ανάπτυξη, χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες κ.ά.) (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 223 – 225). Καθώς ο πυρήνας της καπιταλιστικής οικονομίας δεν είναι πλέον η δευτερογενής παραγωγή αλλά ο τεταρτογενής τομέας, το νέο αυτό στάδιο καπιταλισμού χαρακτηρίζεται συχνά ως «οικονομία της γνώσης» (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 320). Σε ιδεολογικό επίπεδο, η πτώση του κεϋνσιανισμού ακολουθήθηκε από την κατακόρυφη άνοδο της επιρροής του νεοφιλελευθερισμού, ο οποίος γενικά υπερασπίζεται τις ελεύθερες αγορές και ροές κεφαλαίου, αλλά απαιτεί σφραγισμένα σύνορα για την εργασία μαζί με εξαφάνιση του κρατικού παρεμβατισμού σε όλα τα επίπεδα (Gregory, 2009: 570).

Ο μετασχηματισμός του οικονομικού παραδείγματος συνοδεύτηκε από συστηματική κριτική στις αξίες του μοντερνισμού, σε βαθμό που άρχισε να γίνεται λόγος για αλλαγή εποχής.4 Η νέα εποχή χαρακτηρίστηκε ως «μετανεωτερικότητα» και το πνευματικό κίνημα που εκφράζει τις αρχές της «μεταμοντερνισμός». Χαρακτηριστικά του μεταμοντερνισμού είναι η απόρριψη των μεγάλων αφηγήσεων και ο μεταπαραδειγματικός του χαρακτήρας (Λεοντίδου, 2011: 217).5 Δίνει έμφαση στο επιμέρους, στην τοπική ταυτότητα, στην ετερότητα, στην επικοινωνία, ενώ αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα ως πολυσήμαντο μωσαϊκό (Λεοντίδου, 2011: 215). Ουσιαστικό ρόλο στην μεταμοντερνιστική πρόσληψη της πραγματικότητας παίζει η φαντασία, η εικόνα και η αισθητική λειτουργία (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 327, Λεοντίδου, 2011: 214),6 τάσεις που σχετίζονται με την ταυτόχρονη άνοδο των media και την τηλεοπτική επέκταση (Gregory, 2009: 567), οι οποίες εξάλλου ευνοούνται από την επιφανειακή προσέγγιση του μεταμοντερνισμού (Harvey, 2009: 96).

Οι διαδικασίες που συνόδευσαν την μετάβαση στην ευέλικτη συσσώρευση είχαν σημαντικές προεκτάσεις στον χώρο και στο τόπο, αφού παγκοσμίως σημειώθηκε ανακατανομή παραγωγικών και οικονομικών δραστηριοτήτων (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 223).7 Η θεώρηση του μεταμοντερνισμού για τον χώρο αναγκαστικά επηρεάστηκε από τη νέα οικονομική οργάνωση και οδήγησε στην πρωτοκαθεδρία του χώρου έναντι του χρόνου και στην ανασημασιοδότηση των χωρικών κλιμάκων σε κάθε επίπεδο, ευνοώντας τη νέα χωρική διάρθρωση των καπιταλιστικών παραγωγικών δραστηριοτήτων (Λεοντίδου, 2011: 213, Λεοντίδου κ.ά., 2013: 334).8

Στον αστικό χώρο ειδικότερα, συνειδητοποιήθηκε πως η «μητροπολιτική κουλτούρα» του μοντερνισμού (Gregory, 2009: 470) ήταν υπεύθυνη για τη δημιουργία ποικίλλων προβλημάτων, όπως η περιβαλλοντική υποβάθμιση, τα κυκλοφοριακά προβλήματα,9 η αποξένωση, η αίσθηση του ανοίκειου, το αίσθημα απειλής, ο κατακερματισμός του χώρου λόγω των ζωνών αποκλειστικών χρήσεων (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 291-294, Λεοντίδου, 2011: 224), ενώ η ομογενοποιητική επίδραση του μοντερνιστικού πολεοδομικού σχεδιασμού και αρχιτεκτονικής δημιούργησε «καταπιεσμένες επιθυμίες» στα ανερχόμενα μεσοαστικά στρώματα (Harvey, 2009: 120). Για τον μεταμοντερνισμό οι πόλεις δεν αποτελούν πεδία εφαρμογής κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, αλλά «ετεροτοπίες», δηλαδή χώροι όπου συνυπάρχουν πολλαπλές νοηματοδοτήσεις και πραγματικότητες (Harvey, 2009: 82). Με την οπτική αυτή το διαφορετικό δεν συνιστά λ.χ. ταξικό πρόβλημα, αλλά απεναντίας ενισχύει τον πλουραλισμό.

Ο μεταμοντερνισμός πράγματι εξυμνεί την ιδιαιτερότητα και διαφορετικότητα ως θετικούς κοινωνικούς και χωρικούς παράγοντες. Ως απότοκο αυτής της θεώρησης, μεταμοντερνιστές εξυμνούν την κιτς αισθητική του Λας Βέγκας ή δυσφημισμένων προαστίων, επειδή αυτήν την αισθητική φαίνεται να επιλέγουν τα μεσοαστικά στρώματα, ανεξαρτήτως φύλου, χρώματος κλπ. Κατά την άποψη αυτή «η Disneyland φαίνεται να βρίσκεται πιο κοντά σε αυτούς τους ανθρώπους (σσ: και γι’ αυτό είναι πιο αληθινή), απ’ οτιδήποτε κατάφεραν ποτέ να τους δώσουν οι αρχιτέκτονες» (Harvey, 2009: 94). Τέτοιες θεωρήσεις ωστόσο αναδεικνύουν τον κοινωνικό μυωπισμό του μεταμοντερνισμού, καθώς στην προσπάθειά τους να εστιάσουν στην μικρή κοινωνική κλίμακα, αγνοούν τις μεγαλύτερες, καθιστώντας τα μεταμοντερνιστικά επιχειρήματα εκ των υστέρων εκλογικεύσεις. Οι υπερασπιστές της «Disneyland» λ.χ. δεν εξετάζουν από πού αντλούν τα μεσοαστικά στρώματα αυτές τις συγκεκριμένες αισθητικές προτιμήσεις και τον ρόλο των κυρίαρχων επικοινωνιακών, καταναλωτικών και οικονομικών προτύπων στην διαμόρφωσή τους.

Πάντως, οι προσεγγίσεις του μεταμοντερνισμού στον αστικό χώρο εντάσσονται στο γενικότερο πλαίσιο που προέκυψε από τον καπιταλιστικό μετασχηματισμό. Καθώς η οικονομική κρίση του 1970 ενέτεινε το ενδιαφέρον για μη χρηματικό κεφάλαιο υπήρξε μία γενικότερη στροφή -μεταξύ άλλων- στη γη ως επενδυτική δραστηριότητα. Η αύξηση της υπεραξίας της ενέτεινε την κερδοσκοπία στη γη και δημιούργησε μεγάλο ενδιαφέρον για την ανοικοδόμηση στον αστικό χώρο (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 286). Ως αποτέλεσμα της διαδικασίας αυτής αναδύθηκαν τα διάφορα σχέδια επαναστικοποίησης και εξευγενισμού του κέντρου των αποβιομηχανοποιημένων πόλεων. Εξάλλου οι παγκοσμιουπόλεις, πλανητικοί επιχειρηματικοί κόμβοι που δημιουργήθηκαν μέσα στα πλαίσια της «οικονομίας της πληροφορίας», έχουν ανάγκη από εντοπισμένα χωρικά και επικοινωνούντα δίκτυα συναφών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, καθώς και από μεγάλους γραφειακούς χώρους που να στεγάζουν τις λειτουργίες αυτές. Πράγματι, σε μεγάλο ποσοστό δράσεων εξευγενισμού τα εγκαταλελειμμένα βιομηχανικά κτίρια στα κέντρα ευρωπαϊκών πόλεων μετατράπηκαν σε γραφειακά συγκροτήματα.

Οι μετανεωτερικές πόλεις αλλάζουν αναγκαστικά χαρακτήρα: η πόλη δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως κοινωνικός σχηματισμός με σκοπό την εξυπηρέτηση των κατοίκων της, αλλά ως επιχειρηματική μονάδα με στόχο την προσέλκυση διεθνούς επενδυτικού κεφαλαίου εντός ενός πλαισίου παγκόσμιου ανταγωνισμού και κεφαλαιακής ευελιξίας (Λεοντίδου, 2011: 217, 226, 227). Στην επιχειρηματική πόλη ο κοινωνικός προσανατολισμός της αρχιτεκτονικής είναι επιζήμιος· πλέον η μορφή δεν ακολουθεί τη λειτουργία, αλλά τη χρηματοδότηση και τον εντυπωσιασμό (Harvey, 2009: 115). Η μεταμοντέρνα αρχιτεκτονική υιοθετεί πιο αισθητική κι εκλεκτικιστική αντιμετώπιση του σχεδιασμού με ανάμιξη κομματιών από το παρελθόν κατά βούληση και επιζητά τη μνημειακότητα, τη θεατρικότητα και την οργάνωση του χώρου ως θεάματος, την ψευδαίσθηση του υψηλού στα όρια του κιτς (Λεοντίδου, 2011: 216, Harvey, 2009: 89, 135).10 Αντί του πολεοδομικού προγραμματισμού προτιμώνται οι καινοτόμες σημειακές αναπλάσεις, οι οποίες μέσω της βελτίωσης της ορατότητας του αστικού τοπίου στοχεύουν στην προσέλκυση εφήμερων γεγονότων (Ολυμπιακοί αγώνες, πολιτιστικές πρωτεύουσες κλπ) και κεφαλαίου (Λεοντίδου, 2011: 227-228).

Μέσα σε αυτό το μετανεωτερικό εμπορευματικό πλαίσιο δεν εκπλήσσει το ενδιαφέρον του μεταμοντερνισμού για την ιστορία: για να αυξηθεί η επενδυτική ανταγωνιστικότητα του τόπου θα πρέπει να διακρίνεται για την ταυτότητά του. Ο χώρος προσεγγίζεται ως τόπος με μνήμη (Λεοντίδου, 2011: 219 – 221)· ο μεταμοντερνισμός θεωρητικά αναζητά την τάξη στον μεταβαλλόμενο κόσμο μέσω της συνέχειας παρελθόντος και παρόντος (Harvey, 2009: 123), παρέχοντας όμως ταυτόχρονα στο επενδυτικό κεφάλαιο ένα πλαίσιο δημιουργίας υπεραξιών πάνω στη γη. Το ενδιαφέρον του μεταμοντερνισμού για την ιστορικότητα συνδέεται επίσης με την ανάγκη του ύστερου εμπορικού καπιταλισμού να δημιουργεί και να διατηρεί ζήτηση σε νέες αγορές υπηρεσιών (Harvey, 2009: 98-99). Η κατεύθυνση αυτή εξηγεί τη γενικότερη μετανεωτερική προσέγγιση της πολιτισμικής κληρονομιάς ως μαζικό καταναλωτικό προϊόν (πολιτισμική βιομηχανία), η οποία όμως έχει ως αποτέλεσμα την επιφανειακή και εμπορική ανάγνωση της ιστορίας (Harvey, 2009: 98).11

Η αστική οπτική του μεταμοντερνισμού και η στροφή στην επιχειρηματική πόλη προσέδωσαν ένα αναπάντεχο συγκριτικό πλεονέκτημα στις μεσογειακές πόλεις (Λεοντίδου, 2011: 230), οι οποίες εξάλλου ποτέ δεν χώρεσαν στα ερμηνευτικά σχήματα του μοντερνισμού. Η προσθετική τους ανάπτυξη, που αποκαλούσε πονοκέφαλο για τους μοντερνιστές πολεοδόμους, καθιστά τις μεσογειακές πόλεις την ιδανική «κουρελού» διαφορετικότητας για τους μεταμοντερνιστές (Λεοντίδου, 2011: 226). Λόγω των μικτών χρήσεων γης οι πόλεις της Μεσογείου είναι ζωντανές καθ’ όλο το εικοσιτετράωρο ενώ η μακραίωνη ιστορία και η διαρκής κατοίκησή τους είναι εμφανής μέσα στον ιστό τους (Λεοντίδου, 2011: 224). Ταυτόχρονα, το εύκρατο μεσογειακό κλίμα τις καθιστά ιδανικές για διοργάνωση μεγάλων γεγονότων ανοικτού χώρου καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.

Τελικά όμως, η μεταμοντερνιστική προσέγγιση στον αστικό χώρο δημιούργησε και σοβαρά προβλήματα. Λόγω των σημειακών παρεμβάσεων και της έμφασης στην διαφορετικότητα κατακερματίζεται ο ιστός των πόλεων (Harvey, 2009: 101). Ο προσανατολισμός του μεταμοντερνισμού στην αγορά τον ωθεί στη δημιουργία μονότονων τοπίων, κάτι για το οποίο οι μεταμοντερνιστές ασκούσαν κριτική στον ιδεαλισμό του μοντερνισμού (Harvey, 2009: 116). Επίσης, ο μεταμοντερνιστικός εκλεκτικισμός εντείνει τις ταξικές διαφορές στον αστικό χώρο και επιπλέον, καθώς η μετατροπή των πόλεων σε τουριστικούς προορισμούς γίνεται με απομύζηση των πόρων των κατοίκων, το οικιστικό περιβάλλον καταλήγει να υπεξαιρείται από τους κατοίκους προς όφελος μιας παγκόσμιας άρχουσας τάξης (Λεοντίδου, 2011: 231). Μάλιστα, καθώς η προσέλκυση του διεθνούς κεφαλαίου γίνεται με τρόπους που δεν εγγυώνται αειφορία (Λεοντίδου, 2011: 231), τελικά το μέλλον των πόλεων υποθηκεύεται με τρόπο που δεν αποκλείει την εμφάνιση «μετανεωτερικών Ντιτρόιτ» όταν τα ενδιαφέροντα του κεφαλαίου προσανατολιστούν αλλού.

Καταλήγοντας, είναι ενδιαφέρον να δούμε επιγραμματικά πώς εξασφαλίζεται η συναίνεση των τοπικών κοινωνιών στον μεταμοντέρνο σχεδιασμό των επιχειρηματικών πόλεων. Στο κοινωνικό πεδίο το πέρασμα στη μετανεωτερικότητα χαρακτηρίστηκε από την παρακμή των ταξικών αγώνων, την απόρριψη της σκληρής εργασίας και την έμφαση στον αισθησιακό καταναλωτισμό και τον ευδαιμονισμό αντί της τεϋλορικής εργασιακής πειθαρχίας και της συμβατικής ζωής της τυπικής προαστιακής οικογένειας. Η επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού μαζί με την μεταμοντερνιστική απόρριψη των μεγάλων αφηγήσεων καλλιέργησαν ειρωνική διάθεση απέναντι στην αριστερά και στην καθαρότητα του στυλ (Λεοντίδου. 2011: 233). Σε αυτό το πλαίσιο, και μέσω ενός ευφυούς συστημικού ελιγμού, η ανασφάλεια που νιώθουν τα κατώτερα στρώματα από την ανταγωνιστική αγορά εργασίας και τον μετασχηματισμό του τόπου κατοικίας, ωθείται στην αναζήτηση ασφάλειας μέσω της δόμησης ταυτότητας, μακριά από τον ορίζοντα των ταξικών αγώνων. Όσο οι ταξικές διαφορές εντείνονται, η αναζήτηση της «κοινότητας» μες στην πόλη στρέφεται σε άλλες κατευθύνσεις. Σε αυτή την περίπτωση το διαφορετικό μπορεί να λειτουργεί εσκεμμένα ως συνδετικό: λ.χ. σε μια πόλη με πολλές μειονότητες η εθνοτική διαφοροποίηση μπορεί να εκληφθεί ως «κοινό πολυπολιτισμικό υπόστρωμα» της κοινότητας της πόλης – αρκεί να κατευνάζει τις ταξικές εντάσεις και να μπορεί να πωληθεί από τη νεοφιλελεύθερη πολιτισμική βιομηχανία.12

Επίλογος

Αν κάτι έμεινε αναλλοίωτο κατά τη μετάβαση των πόλεων από τη νεωτερικότητα στη μετανεωτερικότητα ήταν η κατεξοχήν οικονομική τους διάσταση: από τη φορντική στην επιχειρηματική πόλη, ο αστικός χώρος οργανώνεται με μια οπτική κατά βάση οικονομική. Ωστόσο ο μοντερνισμός, στην προσπάθειά του να απελευθερώσει τον άνθρωπο από τις αναγκαιότητες της επιβίωσης, τον σκλάβωσε στα δεσμά μιας ορθολογιστικής γραφειοκρατίας που εστίαζε μόνο στις μεγάλες ποσότητες, αγνοώντας τις ποιότητες. Από αυτή τη χροιά της μοντερνιστικής σκέψης εκίνησε η μεταμοντερνιστική κριτική.

Πράγματι, ο μεταμοντερνισμός κατάφερε να δημιουργήσει έναν ανοιχτό χαρακτήρα που του επέτρεψε να κατανοήσει την ετερότητα. Με την εστίαση στην τοπικότητα και στη διαφορά προσέφερε απελευθερωτική δυναμική σε ποικίλα κοινωνικά κινήματα. (Harvey, 2009: 81, 160-162). Ωστόσο, η σύνδεση του μεταμοντερνισμού με τους κανόνες της αγοράς και το νεοφιλελευθερισμό οδήγησαν σε κατακερματισμό του χώρου, μηδενιστική αποδόμηση και στην ενίσχυση της εξουσίας (Harvey, 2009: 165-166). Η μεταμοντερνιστική απόρριψη των μεγάλων αφηγήσεων και η εστίαση στην τοπικότητα δεν καταργούν τα συνολικά ιδεολογικά σχήματα από τον προγραμματισμό των παγκόσμιων οργανισμών που ρυθμίζουν τις ζωές μας σε υπερτοπικό επίπεδο.13

Ακόμα χειρότερα όμως, η ρητορική του μεταμοντερνισμού είναι επικίνδυνη επειδή αποφεύγει να αντιπαρατεθεί με τις πραγματικότητες της πολιτικής οικονομίας και τις συνθήκες της παγκόσμιας εξουσίας (Harvey, 2009: 166). Η αποστροφή του μεταμοντερνισμού για τις μεγάλες αφηγήσεις ταυτόχρονα με την έμφασή του στη φαντασία και στην ετερότητα (όλα είναι διαφορετικά, αλλά με ίση αξία) λειτουργεί τελικά υπέρ του λαϊκισμού, της εύκολης πειθούς και του εντυπωσιασμού του επιχειρήματος έναντι του ίδιου του επιχειρήματος. Χωρίς το συνεκτικό πλαίσιο της μεγάλης αφήγησης, κάθε επιμέρους επιχείρημα μπορεί να παρουσιαστεί πειστικά ως μεγάλη αλήθεια – αφού δεν έχει ανάγκη από ένα συστηματικό πλαίσιο εξήγησης από το οποίο να αντλεί την εγκυρότητά του. Μια τέτοια στάση ευνοεί τελικά τις συντηρητικές και λαϊκίστικες πολιτικές, στρέφοντας την κοινωνία σε μια κατεύθυνση υπέρ του νεοφιλελευθερισμού και διασφαλίζοντάς του τα μέσα κοινωνικής αναπαραγωγής του, αφού ακόμα και οι καταπιεζόμενοι του συστήματος το βλέπουν με την δική του οπτική.14

Βιβλιογραφία

  • Λεοντίδου, Λ., κ.ά. (2013), Γενική Γεωγραφία, Ανθρωπογεωγραφία και υλικός πολιτισμός της Ευρώπης – Ευρωπαϊκές Γεωγραφίες, Τεχνολογία και Υλικός Πολιτισμός. Πάτρα: ΕΑΠ.
  • Λεοντίδου, Λ. 2011, Αγεωγράφητος χώρα – Ελληνικά είδωλα στους επιστημολογικούς αναστοχασμούς της ευρωπαϊκής Γεωγραφίας, Αθήνα: Προπομπός.
  • Gregory κ.ά. (2009), The dictionary of Human Geography, Chichester: Wiley – Blackwell.
  • Harvey, D. 2009, Η κατάσταση της μετανεωτερικότητας – Διερεύνηση των απαρχών της πολιτισμικής μεταβολλής, μτφρ. Ε. Αστερίου, Μεταίχμιο, Αθήνα.
  • Hobsbawm, E. 2008, Επαναστάτες, μτφρ. Π. Μπουρλάκης, Θεμέλιο, Αθήνα.
  • «Unité d’ Habitation», Wikipedia, http://en.wikipedia.org/wiki/Unit%C3%A9_d%27Habitation , 10 Απριλίου 2015.
  • «Resurgence of the Traditional Wet Shaving Technique Drives the Global Non-Electric Shavers Market, According to a New Report by Global Industry Analysts, Inc.», Prweb, http://www.prweb.com/releases/cartridge_razors_market/injector_razor_market/prweb12636250.htm , 23 Απριλίου 2015.

  1. Η δημιουργία ενός εργοστασίου συνοδευόταν από την συρροή –και προσωρινή εγκατάσταση- μεγάλων εργατικών πληθυσμών γύρω του. Οι παραγκουπόλεις των χιλιάδων εργατών και των ανύπαρκτων συνθηκών υγιεινής συνόδευαν την εμφάνιση κάθε εργοστασίου. []
  2. Χαρακτηριστικά είναι τα κτίρια «Unité d’Habitation» (μονάδων κατοικίας) που ο Λε Κορμπυζιέ σχεδίασε σε Γαλλία και Γερμανία, βλ. σχετ. «Unité d’Habitation», Wikipedia, http://en.wikipedia.org/wiki/Unit%C3%A9_d%27Habitation , 10 Απριλίου 2015. []
  3. Δεν προκαλεί εντύπωση το γεγονός πως η ιδέα των μαζικών εργατικών κατοικιών βρήκε ιδιαίτερη απήχηση στο ανατολικό μπλοκ, καθώς συνδύαζε την μαζική στέγαση με την εφαρμογή των σοσιαλιστικών ιδανικών για αταξική συνύπαρξη []
  4. Η τάση αυτή εντάσσεται στη γενικότερη αίσθηση κλεισίματος ενός κύκλου που εκπήγασε από τις κοσμογονικές αλλαγές που συνόδευσαν την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού και που οδήγησε σε διατυπώσεις για το «τέλος της ιστορίας», το «τέλος της ιδεολογίας» κλπ. Ωστόσο, το κατά πόσο πρόκειται για όντως νέα εποχή ή όχι αποτελεί αντικείμενο διαφωνίας σε πολλούς επιστημολογικούς κύκλους. Στην παρούσα ανάλυση υιοθετούμε την προσέγγιση όσων (με εξέχοντα τον Harvey) υποστηρίζουν πως πρόκειται για μετασχηματισμό εντός του καπιταλισμού κι όχι για ριζική αλλαγή παραδείγματος. []
  5. Για τον μεταμοντερνισμό δεν έχει νόημα η αναζήτηση των καθολικών αληθειών, διότι τα πάντα μεταβάλλονται ραγδαία (Λεοντίδου, 2011: 217). Ακόμη όμως κι αν υπάρχουν καθολικές αλήθειες, δεν μπορούν να συγκεκριμενοποιηθούν (Ηarvey, 2009: 77). []
  6. Η εικόνα τόσο ως στιγμιαία εντύπωση, όσο και ως έκφραση κοινωνικής θέσης (συμβολικό κεφάλαιο). Το επάγγελμα του image maker (διαμορφωτή εικόνας) μετουσιώνει, στα πλαίσια του μεταμοντερνισμού, την εικόνα από μέσο σε σκοπό.. []
  7. Ολόκληρες βιομηχανικές πόλεις ερήμωσαν, με τα κουφάρια των εργοστασίων να αιωρούνται πάνω από τους άνεργους εργατικούς πληθυσμούς. Χαρακτηριστικότερη όλων η περίπτωση του Ντιτρόιτ, της πάλαι ποτέ παγκόσμιας πρωτεύουσας της αυτοκινητοβιομηχανίας που ακόμα και σήμερα δεν έχει ανακάμψει. []
  8. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τάσης αποτελεί η αναδιάρθρωση του αυτοδιοικητικού χάρτη της Ελλάδας («Καποδίστριας» και «Καλλικράτης») με στόχο όχι τόσο τη συνένωση ομοειδών κοινοτήτων αλλά τη δημιουργία ικανού μεγέθους αυτοδιοικητικών μονάδων ώστε να αποτελούν συμφέρουσες επιλογές για επιχειρηματικές δραστηριότητες. []
  9. Ως αποτέλεσμα του διαχωρισμού τόπου εργασίας – κατοικίας (λόγω των ζωνών αποκλειστικής χρήσης) και της συνεπακόλουθης μαζικής χρήσης Ι.Χ., όσο και της χωροθέτησης των βιομηχανιών στα αστικά κέντρα (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 279). []
  10. Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της Piazza d’ Italia στη Νέα Ορλεάνη (Ηarvey, 2009: 138). []
  11. Η τάση αυτή ισχυροποιείται τα τελευταία χρόνια, ισχυροποιώντας ως καταναλωτικά πρότυπά το ρετρό, το vintage κλπ. Η επαναφορά του παρελθόντος, ειδικά μέσα σε περιόδους κοινωνικών κρίσεων, αφενός προσφέρει ένα αίσθημα οικειότητας και ασφάλειας κι αφετέρου ανοίγει μεγάλες νέες αγορές. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η βιομηχανία ειδών συναφών με την ανδρική περιποίηση: μέχρι και τη δεκαετία του 1990 η αγορά πρόβαλε τις ηλεκτρικές ξυριστικές μηχανές και τα προϊόντα μίας χρήσης (έτοιμοι αφροί ξυρίσματος, ξυραφάκια μιας χρήσης κλπ) ως την επιτομή της ευχρηστίας και του μοντέρνου άνδρα. Τα τελευταία χρόνια όμως παρατηρείται παγκοσμίως μια εντυπωσιακή εμπορική αναβίωση των προϊόντων παραδοσιακού ξυρίσματος (πινέλα, ξυράφια διπλής κόψης κ.ά, που, ως τρόπος περιποίησης έχει τις ρίζες του στις αρχές του 20ού αιώνα) και μάλιστα πρόσφατες έρευνες αγοράς διακρίνουν σημαντικές τάσεις ανόδου, βλ. σχετ. την συνοπτική παρουσίαση έρευνας αγοράς της Global Industry Analysis στο prweb, διαθέσιμο στο http://www.prweb.com/releases/cartridge_razors_market/injector_razor_market/prweb12636250.htm , 23 Απριλίου 2015. []
  12. Κάτι τέτοιο ωστόσο δύσκολα μπορεί να λειτουργήσει στις μεσογειακές πόλεις, λόγω του έντονου εθνικού χαρακτήρα τους και των ιστορικών αντιπαλοτήτων με τις γειτονικές χώρες (απ’ όπου συχνά προέρχονται οι μειονότητες) που έχουν εγγραφεί στην επίσημη ανάγνωση της ιστορίας. []
  13. Για τις Η.Π.Α., για παράδειγμα, η Κούβα παραμένει μία σημαντική απειλή και συμπεριλαμβάνεται ακόμη στους επίσημους καταλόγους των «τρομοκρατικών χωρών». Δεδομένης της ανύπαρκτης στρατιωτικής ισχύος της χώρας και της οικονομικής καταστροφής από το 50ετές εμπάργκο, η θεώρηση αυτή βασίζεται αποκλειστικά σε ιδεολογικά κριτήρια. Παρόμοια, η ιδεολογική εμμονή των νεοφιλελεύθερων πιστωτών της Ελλάδας στην εφαρμογή νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων, παρόλο που αυτές τελικά υπονομεύουν την δυνατότητά της χώρας να αποπληρώσει τα χρέη της στους πιστωτές της. []
  14. Αυτό εξηγεί το γιατί π.χ. ο σύγχρονος μικροαστός απεχθάνεται την ομοιογένεια που συνεπάγεται μια αταξική κοινωνία, την στιγμή που χρωστάει το σπίτι του για την αποπληρωμή της υποθήκης του και δυσκολεύεται να ταΐσει το παιδί του, βλ. σχετ. Harvey, 2009: 29. []

Είναι τα ελληνικά η «περιούσια» γλώσσα;

Οι γλώσσες και καθετί άλλο ανθρώπινο ακολουθεί εξελικτική πορεία μέσα από μακρές (μετρούμενες σε χρονικούς ορίζοντες αρκετών δεκαετιών, συχνά και αιώνων) περιόδους κοινωνικών μετασχηματισμών. Η ελληνική εκπαιδευτική πραγματικότητα παρουσιάζει αξιοσημείωτα σταθερές τάσεις τα τελευταία 40-50 χρόνια. Μελέτες αναδεικνύουν1 πως οι τάσεις αυτές έχουν τις ρίζες τους στα πρώτα χρόνια συγκρότησης του νεωτερικού ελληνικού κράτους και -κυρίως- σε κοινωνικές παραμέτρους που επηρέασαν τη μορφή του κράτους αυτού.

Για όσο υπάρχουν κοινωνίες, αυτές θα μεταβάλλονται. Οι μεταβολές τους είναι που καθορίζουν τον ρυθμό και την εξέλιξη όλων των πραγμάτων, συμπεριλαμβανομένων της γλώσσας και της εκπαίδευσης2. Δεν είναι ούτε το dna της ελληνικής γλώσσας ιδιαίτερο, ούτε υπάρχουν ανθελληνικές συνωμοσίες. Τα αρχαία ελληνικά (που από πολλούς σοβαρούς μελετητές αυτή τη στιγμή -και Έλληνες- αμφισβητείται η άμεση σύνδεσή τους με τα νέα, σύγχρονά μας Ελληνικά -συγχωρέστε με, εδώ δεν θυμάμαι αυτή τη στιγμή τη σχετική βιβλιογραφική παραπομπή…) δεν ήταν τα μόνα που είχαν πληθώρα λέξεων· και άλλες γλώσσες τότε είχαν αξιοσημείωτο εννοιολογικό φάσμα. Απλώς τα αρχαία ελληνικά γνώρισαν ιδιαίτερη ανάπτυξη για λόγους κοινωνικούς: στην ανατολική Μεσόγειο των αρχαίων χρόνων, η οποία μάλιστα ταυτιζόταν χωροθετικά με την έννοια της Ευρώπης, ο ελληνικός πολιτισμός αντιπροσώπευε το κυρίαρχο παράδειγμα κυρίως για λόγους οικονομικούς – κοινωνικούς.3 Καθώς τα ελληνικά αποτελούσαν την κυρίαρχη τότε γλώσσα, η εξέλιξη της και ο πλουτισμός της ήταν λογικό αποτέλεσμα, μιας και την χρησιμοποιούσε μεγάλος αριθμός ανθρώπων για πολύ μεγάλο χρόνο. Ο εννοιολογικός πλούτος της οφείλεται στο ότι χρησιμοποιήθηκε από ανθρώπους που καλλιέργησαν την αφαιρετική – εννοιολογική σκέψη, η οποία αναπτύχθηκε στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου την ίδια εποχή4. Με λίγα λόγια, ο εννοιολογικός πλούτος των αρχαίων ελληνικών ήταν αποτέλεσμα της καλλιέργειάς τους από τη σκέψη των φιλοσόφων, κι όχι το αντίθετο.

Μάλιστα εύκολα αποδεικνύεται αυτή η συσχέτιση κοινωνικών παραμέτρων με τον γλωσσικό πλούτο, καθώς σε μεταγενέστερες εποχές που σημειώθηκαν σημαντικές εξελίξεις στον κόσμο των ιδεών, η ελληνική γλώσσα δεν χρησιμοποιήθηκε ιδιαίτερα: στην μεσαιωνική – προνεωτερική φιλοσοφική παραγωγή (μέχρι τον 17ο αι) απόλυτα κυρίαρχη γλώσσα είναι τα λατινικά (με εκπληκτικό εννοιολογικό πλούτο), στην δε εποχή των επιτευγμάτων της σύγχρονης φιλοσοφίας, κυρίαρχα είναι τα Γερμανικά (18ος – 19ος αι -εποχή του γερμανικού ιδεαλισμού- και αρχές 20ου). Και στις δύο αυτές περιπτώσεις οι γλώσσες που χρησιμοποιήθηκαν εξέφρασαν με ιδιαίτερο πλούτο τις ολοένα και πιο αφηρημένες και δύσκολες έννοιες.

Με λίγα λόγια, τα πράγματα αλλάζουν γιατί αλλάζουν οι κοινωνίες. Σε αυτή τη διαδικασία δεν είμαι σίγουρος αν υπάρχουν “σωστό” και “λάθος”, γιατί η κοινωνική – ιστορική εξέλιξη δεν υπακούει σε ορθολογικές αιτίες, αλλά αποτελεί αποτέλεσμα της συνισταμένης παράλληλων δράσεων…

  1. Ενδεικτικά, βλ., σχετ Δερτιλής, Γιώργος Β., 1939-. Αεί παίδες απαίδευτοι] []
  2. Για μια εξαιρετική μελέτη της σύνδεσης κοινωνικών παραγόντων και εκπαιδευτικής εξέλιξης, βλ. σχετ. Emile Durkheim, Η εξέλιξη της παιδαγωγικής σκέψης. Ειδικά για τη νεωτερική εποχή στον δυτικό κόσμο (ο οποίος αποτελεί το κυρίαρχο πλέον παράδειγμα για την εκπαιδευτική οργάνωση) βλ. σχετ. Andy Green, Εκπαίδευση και συγκρότηση του κράτους – Η ανάδυση των εκπαιδευτικών συστημάτων στην Αγγλία, στη Γαλλία και στις ΗΠΑ []
  3. Βλ. σχετ. Λίλα Λεοντίδου, Αγεωγράφητος χώρα – Ελληνικά είδωλα στους επιστημολογικούς αναστοχασμούς της ευρωπαϊκής γεωγραφίας []
  4. Η εμφάνιση της αφαιρετικής σκέψης στην ίδια περιοχή συνδέεται πάλι με λόγους κοινωνικούς. []

Το Δόγμα του Σοκ – Μια ανάγνωση

Είναι το Δόγμα του Σοκ της Ναόμι Κλάιν1  μια συνομωσιολογική ανάγνωση της ιστορίας του νεοφιλελευθερισμού;

Προσωπικά δεν ειμαι υπερμαχος των θεωριων συνωμοσιας, με την εννοια οτι δεν προκυπτει απο πουθενα οτι αυτες καθοριζουν την ιστορικη πραγματικοτητα (αυτο δε σημαινει βεβαια οτι δεν υπαρχουν κυκλοι γυρω απο τις εξουσιες οι οποιοι προσπαθουν να δρασουν με τετοιον τροπο).

Ωστοσο η Κλαιν δεν διατυπωνει μια αναλυση ιστοριων συνομωσιας. Με αναλυση ιστορικων παραδειγματων αποτομης προσαρμογης κοινωνιων στον νεοφιλελευθερισμο, καταληγει στο οτι η παραδοχή του Φριντμαν, ό,τι οι θέσεις του απαιτούν για την εφαρμογή τους αυταρχικά καθεστώτα ή περιστολή των δημοκρατικών ελευθεριών,  δεν ειναι απλως μια ακραια ακαδημαϊκη διατυπωση, αλλα ενα δογμα το οποιο κατα καιρους εχει εφαρμοστει στην πράξη απο τους υποστηρικτες του νεοφιλελευθερισμου.

Αυτο από μόνο του δεν ειναι ουτε καμια ριζοσπαστικη διαπιστωση, ουτε και κατι παραλογο: καθε δογμα για να επιβληθει θα χρησιμοποιησει ολα τα μεσα που ειναι συμβατα με τις επιταγες του. Οταν ενα συστημα λοιπον οπως ο νεοφιλελευθερισμος αντιμετωπιζει τις κοινωνιες ως εμποδιο στην οικονομικη δραστηριοτητα,2 λογικο ειναι να προσπαθει να τους επιβληθει εξωθεν, με καθε μεσο.

Το καινουργιο και ενδιαφερον που κανει η Κλαιν ειναι πως παραθετει μαζεμενα και διεξοδικα αναλυμενα πολλα παραδειγματα, οποτε μας φανερωνει πιο αναγλυφα μια πραγματικοτητα που δεν την συνειδητοποιουμε οσο την προσεγγιζουμε μεσα απο τη χρονικη ροη των δελτιων ειδησεων. Εξαλλου, αυτος ειναι ενας γενικοτερος ρολος της ιστοριας: οι αλλαγες απλωνονται στο χρονο και στην χρονική διάρκεια της ζωσας πραγματικοτητας ειναι δυσκολος ο εντοπισμος τοσο των χαρακτηριστικων τους οσο και των αιτιων και συνεπειων τους (μερικες φορες ειναι δυσκολο να συνειδητοποιησει μια κοινωνια ακομα και το οτι γινονται αλλαγες…). Η ιστορια ερχεται να κοιταξει εκ των υστερων ενα μεγαλο σωμα δεδομενων, οποτε της ειναι πιο ευκολο να διατυπωσει συμπερασματα. Το γεγονος οτι το υλικο της ιστοριας ειναι το παρελθον δεν αφαιρει κατι απο την επιστημονικοτητα της ή απο την αξια του ρολου που εχει να πραγματοποιησει, αφου «το παρελθον βρισκεται ενσωματομενο στο παρον, το οποιο περιεχει μεσα του εν σπερματι το μελλον…

Σε κάθε περίπτωση, ειναι απαραιτητο η ενασχοληση με την οικονομια να περιλαμβανει ενεργη γνωση τοσο ιστοριας οσο και κοινωνιολογιας. Δεν ειναι τυχαιο που εδω και παρα πολλα χρονια η κοινωνικη και η οικονομικη ιστορια εξεταζονται μαζι – η αλληλεπιδραση τους ειναι δομικού τύπου, δεν μπορει να διαχωριστει το ενα απο το αλλο. Ουτε καν στην εποχη μας οπου οι τεχνολογικες δυνατοτητες εχουν επιτρεψει σε πολυ μεγαλο βαθμο στην οικονομια να αυτονομηθει και να κινειται σε εναν δικο της, αϋλο ηλεκτρονικο χωρο, εξω απο την κοινωνια. Ακομα κι ετσι ομως, τα αποτελεσματα της ειναι αμεσα ορατα στην κοινωνια (ειτε σαν συγκεντρωση πλουτου, ειτε σαν συγκεντρωση φτωχειας), και επιπλέον οι συνθηκες που γεννησαν και επιτρεπουν την τεχνολογικη και ηθικη αυτονομηση της ειναι κατα βαση κοινωνικες…

  1. Κλάιν, Ν., Το δόγμα του σοκ, Η άνοδος του καπιταλισμού της καταστροφής, μτφρ: Άγγελος Φιλιππάτος, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα, 2010 []
  2. αυτή την ανάδυση της οικονομίας ως ξεχωριστή οντότητα και τελικα την αυτονομηση της απο της κοινωνια εντοπιζει πολυ αναγλυφα στην εξελιξη του καπιταλισμου από τη Βιομηχανική Επανάσταση κι έπειτα, ο Karl Polanyi στον Μεγαλο μετασχηματισμο []

Δουλεύοντας ένα ντοκιμαντέρ για την δικτατορία καθώς και ένα βιβλίο για την αντίσταση, αυτό που μου έχει κινήσει το ενδιαφέρον, υπό το φως και των σημερινών εξελίξεων, είναι η ανοχή που επέδειξε η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού στο καθεστώς της χούντας των συνταγματαρχών.

 Τα νεότερα κινηματογραφικά αρχεία δείχνουν πλήθος κόσμου να υποδέχεται και να επευφημεί τους δικτάτορες, σε όλα τα μέρη της Ελλάδος. Η αντίσταση ξεκίνησε από τις πρώτες ώρες, αλλά από μια χούφτα αγωνιστές, απομονωμένους από τον πληθυσμό. Ο Μανόλης Καραπιπέρης, ένας από τους αφανείς ήρωες που βασανίστηκε απάνθρωπα στο κολαστήριο της Μπουμπουλίνας, διηγείται ότι όταν τον ανέβαζαν στην ταράτσα για την φάλαγγα, οι γείτονες που άκουγαν τις κραυγές του αντιδρούσαν κλείνοντας τα παράθυρα.

Τα ξημερώματα του πραξικοπήματος, ο δημοσιογράφος Γιώργος Βότσης, μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα να περάσει την είδηση σε μια έκτακτη έκδοση της “Αυγής”, βλέπει τους εργάτες στην Ομόνοια που φθάνουν με τα λεωφορεία για να πάνε στην δουλειά τους, χώνεται ανάμεσα τους και αρχίζει να φωνάζει συνθήματα: ¨κάτω η χούντα”, “δημοκρατία”. Παγωνιά. Δεν τον ακολουθεί κανείς.

Όταν μετά από μήνες ο Καραπιπέρης απελευθερώνεται, τσακισμένος από τα βασανιστήρια, στο καφενείο της γειτονιάς του δεν του μιλάει κανείς, ούτε ο θείος του. “Για αυτόν τον λαό αγωνίζομαι; ” αναρωτιέται κάποια στιγμή. Η πλειοψηφία υιοθετεί συμπεριφορά Χατζηαβάτη: φοβισμένος και δειλός, ένας ραγιάς με ευλύγιστη μέση έτοιμος να κολακέψει, να συνεργαστεί ή να ανεχθεί τους ισχυρούς. Αυτή η στάση δίνει την απάντηση σε ένα άλλο αμείλικτο ερώτημα που προκύπτει ακούγοντας  και βλέποντας στα επίκαιρα τις ανεκδιήγητες δηλώσεις και τα καμώματα των δικτατόρων:  πως δηλαδή μπόρεσε να κρατηθεί στην εξουσία για εφτά χρόνια ένα τόσο απάνθρωπο αλλά και γελοίο καθεστώς.

Σε όλο αυτόν τον πληθυσμό που κλήθηκε να “απολογηθεί” για την στάση του όταν η χούντα κατέρρευσε προδίδοντας την Κύπρο, η  εξέγερση της 17ης του Νοέμβρη  αποτέλεσε το τέλειο άλλοθι: υποτίθεται ότι ακόμη και αν δεν μπήκαν στο Πολυτεχνείο κάπου πέρασαν απ’ έξω εκείνες τις μέρες. Ακόμη και αν δεν πλησίασαν, είχαν το.. θάρρος να ακούσουν τον ραδιοφωνικό σταθμό ή τέλος πάντων είχαν κάποιο συγγενή ή γνωστό εκεί μέσα. Είναι γεγονός ότι τις μέρες της εξέγερσης σημειώθηκαν συγκινητικά περιστατικά λαϊκής συμπαράστασης, όπως εκφράστηκε με τις προσφορές στους έγκλειστους φοιτητές και την περίθαλψη τους μετά την είσοδο των τανκς. Αλλά όλα αυτά συμβαίνουν τον έκτο χρόνο που η οικονομία έχει μπει σε κρίση, η δικτατορία παραπατάει δίνοντας σήματα ότι δεν μπορεί να κρατήσει για πολύ-ο Χατζηαβάτης κοιτάει ήδη για άλλο αφεντικό- και δείχνει το αποκρουστικό της πρόσωπο με το μακελειό και τους δεκάδες νεκρούς.

Για όσους δεν έχουν να επιδείξουν καμιά από τις προηγούμενες `”αντιστασιακές” περγαμηνές, υπάρχουν και οι επέτειοι του Πολυτεχνείου: oι πρώτες μεγαλειώδεις συγκεντρώσεις λειτουργούν σαν γιγαντιαίες κολυμβήθρες του Σιλωάμ. Ξαφνικά, η Ελλάδα αποκτά 9 εκατομμύρια αντιστασιακούς. Για τους δικούς τους λόγους, τα κόμματα της αριστεράς επίσης επενδύουν στην εξέγερση και η “γενιά του Πολυτεχνείου” αποκτά μυθικές διαστάσεις. Στην πραγματικότητα πρόκειται για 2-3 χιλιάδες φοιτητές σε όλη την Ελλάδα, που πλαισιώθηκαν την Παρασκευή 17 Νοέμβρη του 1973 από μερικές δεκάδες χιλιάδες άτομα που εξεγέρθηκαν.

Το “ιστορικό καθήκον” αυτής της γενιάς ήταν να ρίξει την χούντα, στόχο στην επίτευξη του οποίου συνέβαλλε με επιτυχία. Αλλά αυτή η γενιά, δεν κυβέρνησε ποτέ: με την αποκατάσταση της δημοκρατίας για την πορεία της χώρας αποφασίζουν οι εκλεγμένες κυβερνήσεις. Τον Νοέμβριο του 1974, τέσσερις μήνες μετά την πτώση της χούντας, ο Κ. Καραμανλής κερδίζει τις εκλογές με 54, 37 %. Ούτε ένας από την “γενιά του Πολυτεχνείου” δεν τον έχει ψηφίσει. Το ίδιο και στις εκλογές του 1977, στις οποίες η ΝΔ επανεκλέγεται. Το 1981 το ΠΑΣΟΚ κερδίζει τις εκλογές με 48%. Μόνο το 5%-10% της “γενιάς του Πολυτεχνείου”,δηλαδή των 3.000 του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος, υποστηρίζουν τότε τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Το 1974 ο Καραμανλής επαναφέρει στις κυβερνήσεις του όλο το παλιό πολιτικό προσωπικό της ΕΡΕ. Είναι γεγονός ότι το 1981, το σύστημα εξουσίας του ΠΑΣΟΚ θα πλαισιώσουν στελέχη του φοιτητικού κινήματος, αλλά ως μικρή μειοψηφία. Ο βασικός κορμός των κυβερνήσεων Παπανδρέου αποτελείται από πολιτευτές της προδικτατορικής Ένωσης Κέντρου ή στελέχη που ανήκουν ηλικιακά στις προηγούμενες γενιές από αυτήν του Πολυτεχνείου. Στην οικουμενική κυβέρνηση του 1990 ο πρωθυπουργός Ξ Ζολώτας είναι 80 ετών και οι τρεις πολιτικοί αρχηγοί που συναποφασίζουν για την πορεία της χώρας πάνω από 70. Που είναι η “γενιά του Πολυτεχνείου”;

Φαινόμενα διαφθοράς σημειώθηκαν τα επόμενα χρόνια σε πολιτικούς αυτής της γενιάς, αλλά η συλλογική ενοχοποίηση της “γενιάς του Πολυτεχνείου” που υποτίθεται ότι ευθύνεται για όλα τα σημερινά κακά της χώρας εξυπηρετεί πολλαπλές σκοπιμότητες. Πιο εμφανής είναι η ακροδεξιά: μέσω της γενιάς του Πολυτεχνείου, αμφισβητείται η ίδια η εξέγερση και εξαγνίζεται η χούντα.

Υπάρχει όμως και μια αφανής σκοπιμότητα που εξυπηρετεί τον χατζηαβατισμό: οι ίδιες μάζες που είχαν ενσωματωθεί στο σύστημα εξουσίας της χούντας, έχουν περάσει ..αρμονικά στο σύστημα της μεταπολίτευσης. Κολακεύουν τους ισχυρούς και τους υποστηρίζουν, ανταλλάσσοντας. όπως ο Χατζηαβάτης στον Καραγκιόζη,  την υποταγή με ένα ρουσφέτι ή κάποιο διορισμό, με το ξεροκόμματο που θα θυμίσει ο Πάγκαλος στο διαβόητο “μαζί τα φάγαμε”. Χωρίς να μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό της, η ανύπαρκτη άλλωστε, γενιά του Πολυτεχνείου είναι ένας ιδανικός αποδιοπομπαίος τράγος, μια νέα κολυμβήθρα εξαγνισμού.

Τον ίδιο χατζηαβατισμό παρατηρούμε και σήμερα: είναι όλες αυτές οι μάζες που φοβούνται το μέλλον, δειλιάζουν να πάρουν τα πράγματα στα χέρια τους, υπακούουν και στην νέα τηλεοπτική εξουσία -αν δεν συνοδεύουν τα παιδιά τους στα ριάλιτι- και την βρίσκουν με το κυνήγι του νεκρού στην Αμφίπολη, όπως διασκέδαζαν με τα κιτς προγονοπληξίας της χούντας στο Παναθηναϊκό Στάδιο.

Κάνοντας πως δεν καταλαβαίνουν ότι η εξουσία τους δουλεύει ψιλό γαζί, αγνοώντας τον εθνικό διασυρμό μιας χώρας που κυβερνάται με e-mail της τρόικας. Στην φετινή επέτειο ακούστηκε κατά κόρο ότι το αίτημα “Ψωμί, παιδεία, ελευθερία” είναι επίκαιρο όσο ποτέ. Είναι αλήθεια, αλλά για να ικανοποιηθεί κάποτε, οι Έλληνες πρέπει να γίνουν από Χατζηαβάτες  συνειδητοί πολίτες, με δικαιώματα και υποχρεώσεις. Που θα τηρούν τις τελευταίες και συγχρόνως θα αγωνίζονται για τα δικαιώματα τους, χωρίς να υποκλίνονται με γαλιφιές στην όποια εξουσία ή να περιμένουν τα πάντα από αυτήν.

Πηγή: tvxs.gr, Στ. Κούλογλου

Ο Αλμπέρ Καμύ για την πρώτη πυρηνική βόμβα

«Μας κάνουν γνωστό εν μέσω ενθουσιωδών σχολίων, ότι οποιαδήποτε πόλη μεσαίου μεγέθους μπορεί να ισοπεδωθεί ολοκληρωτικά από μια βόμβα μεγάλη όσο μια μπάλα ποδοσφαίρου. Αμερικανικές, αγγλικές και γαλλικές εφημερίδες επιδίδονται σε περίτεχνες εκθέσεις ιδεών για το μέλλον, το παρελθόν, τους εφευρέτες. Μιλούν για το κόστος, τον ειρηνικό προσανατολισμό και τα πολεμικά αποτελέσματα, τις πολιτικές συνέπειες ακόμα και για τον ανεξάρτητο χαρακτήρα της ατομικής βόμβας.

Συνοψίζουμε σε μια φράση: Ο μηχανικός πολιτισμός κατόρθωσε να φθάσει στον έσχατο βαθμό αγριότητας. Στο εγγύς ή στο απώτερο μέλλον, θα χρειαστεί να επιλέξουμε τη συλλογική αυτοκτονία ή την ευφυή χρήση των επιστημονικών κατακτήσεων……

Μπροστά στις τρομακτικές προοπτικές που ανοίγονται στην ανθρωπότητα, αντιλαμβανόμαστε ακόμα καλύτερα ότι η ειρήνη είναι η μόνη μάχη που αξίζει τον κόπο να δοθεί. Δεν πρόκειται πια για μια παράκληση, αλλά για μια εντολή που πρέπει να ανεβεί από τους λαούς στις κυβερνήσεις, είναι η εντολή να επιλέξουν οριστικά την κόλαση ή τη λογική»

Πρωτομαγιά

«Η πρωτομαγιά είναι γιορτή αμερικάνικη, ελληνική ή διεθνής;»

Αν η ερώτηση δεν πήγαζε από πολιτικά χείλη, θα μπορούσε απλώς να είναι απορία ανιστόρητου. Χωρίς να αποκλείεται κάτι τέτοιο (καθότι οι πολιτικοί  δεν εκλέγονται με βάση το θεωρητικό υπόβαθρό τους, αλλά μάλλον αυτό των ψηφοφόρων τους…), η εμμονή του νεοφιλελευθερισμού και των οπαδών του να πείσουν για την κατάργηση του ταξικού χαρακτήρα της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας, δεν έχει κανένα έρεισμα στην κοινωνική και οικονομική ιστορία και  μπορεί να εκληφθεί μόνο εκ του πονηρού. Στόχος της προσπάθειας αυτής προφανώς είναι ο αποπροσανατολισμός στην έκφραση της δυσαρέσκειας των κυριαρχούμενων τάξεων και στα απόνερα της προσπάθειας αυτής δημιουργούνται (άλλες φορές ενσυνείδητα από τις κυρίαρχες τάξεις, κι άλλες ως παράπλευρες απώλειες) οι εθνικισμοί, η φασιστική εκτροπή, οι ενδοκοινωνικές εντάσεις κλπ.

Οφείλουμε λοιπόν να επανερχόμαστε στην κοινωνική και οικονομική ιστορία ακόμη και γα τα αυτονόητα. Η Πρωτομαγιά λοιπόν (ή καλύτερα, η Εργατική Πρωτομαγιά) δεν είναι γιορτή αμερικάνικη, ελληνική ή διεθνής, απλούστατα διότι δεν έχει εθνικό χαρακτήρα, αλλά ταξικό. Η Εργατική Πρωτομαγιά είναι μία καθαρά ταξική γιορτή, όσο κι αν το κυρίαρχο σύστημα προσπαθεί να μας πείσει ότι δεν υπάρχουν πλέον ταξικοί διαχωρισμοί…

21 Απριλίου 1967: η ταφόπλακα της “χαμένης άνοιξης”

Πραξικοποιματίες

«Ξημερώματα της 21ης Απριλίου 1967 ο ταξίαρχος Στυλιανός Παττακός και οι συνταγματάρχες Γεώργιος Παπαδόπουλος και Νικόλαος Μακαρέζος καταλύουν το δημοκρατικό πολίτευμα και επιβάλλουν στρατιωτική δικτατορία.»

2014. H πλειοψηφία των κατοίκων αυτής της χώρας αγνοούν σε μεγάλο βαθμό τα ιστορικά γεγονότα και βασίζουν την κρίση τους σε αστικούς μύθους, θρύλους, μυθεύματα και συναισθηματικά φορτία. Εξάλλου, πότε τα πηγαίναμε καλά με την ιστορία για να τα πάμε στο ζήτημα της χούντας;

Ακολουθεί η σκιαγράφηση των γεγονότων της ημέρας, από άρθρο του tvxs:


  Η χώρα βρισκόταν ουσιαστικά σε προεκλογική περίοδο με τις εκλογές να έχουν προκηρυχθεί για τις 28 Μαΐου. Στην κυβέρνηση μόλις για 20 μέρες βρισκόταν η ΕΡΕ, με πρωθυπουργό τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Καθώς οι εκλογές του Μαΐου 1967 πλησιάζουν, η ΚΥΠ προειδοποιεί ότι η Ένωση Κέντρου και ο Γεώργιος Παπανδρέου θα κερδίσουν τις εκλογές.

«Θα αφήναμε τον Ανδρέα να κάνει επανάσταση;» θα πει αργότερα ο Στυλιανός Παττακός ο οποίος προετοίμαζε το πραξικόπημα καιρό. Οι συνταγματάρχες ουσιαστικά περίμεναν την έγκριση του βασιλιά, ο οποίος, όπως αποκαλύπτουν Αμερικανοί διπλωμάτες, περιμένει το «πράσινο φως» από την Ουάσιγκτον προκειμένου να πραγματοποιηθεί το πραξικόπημα. Οι δύο πλευρές τελικώς συμφωνούν αρχικά να μη προχωρήσουν σε καμία κίνηση τουλάχιστον μέχρι το αποτέλεσμα των εκλογών της 28 Μαΐου.

 O Παπαδόπουλος και οι συνταγματάρχες σχεδιάζουν από καιρό την κατάληψη της εξουσίας με ή χωρίς την έγκριση του βασιλιά. Όπως αποκαλύπτει ο πρώην βουλευτής Νίκος Φαρμάκης, ο Παπαδόπουλος του αναθέτει ήδη από τον Ιούνιο του 1966 να επιβλέψει ένα σχέδιο για την κατάληψη της Αθήνας. Την ίδια στιγμή η συμφωνία βασιλιά-Αμερικάνων έχει διαρρεύσει. Η Ένωση Κέντρου αποφεύγει τις συνεχείς αναφορές στον κίνδυνο της δικτατορίας καθώς φοβάται πως μπροστά σε μία τέτοια απειλή οι ψηφοφόροι μπορεί να κινηθούν προς την ΕΡΕ, ωστόσο, δεν εφησυχάζει εντελώς.

Ο Νίκος Οικονομάκος με εντολή του Χαρίλαου Φλωράκη έχει στήσει ένα μηχανισμό συλλογής πληροφοριών, που θα τους προειδοποιούσε για το πραξικόπημα. Ο πληροφοριοδότης ζητά 50.000 δρχ για δώσει στον Οικονομάκο μία σημαντική πληροφορία. Τα ταμεία της ΕΔΑ είναι άδεια καθώς τα χρήματα έχουν επενδυθεί στα γραφεία της οργάνωσης. Η πληροφορία εδόθη κατόπιν εορτής και απεδείχθη ιστορική. Σε μυστική σύσκεψη οι συνταγματάρχες παίρνουν την απόφαση. Ο κύβος ερρίφθη. Θα προχωρούσαν σε πραξικόπημα.

Μία εβδομάδα πριν το πραξικόπημα ο Παττακός επισκέπτεται τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων, Γρηγόρη Σπαντιδάκη, τονίζοντάς του ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου στις 22 του μηνός ξεκινά την προεκλογική του εκστρατεία. «Θα αφήσουμε να γίνουν εκλογές και να παραλάβει ο Ανδρέας;» ρώτησε ο Στυλιανός Παττακός για να λάβει την απάντηση «μετά τις εκλογές βλέπουμε».

Τρεις μέρες μετά ακολούθησε η συνάντηση των συνωμοτών και αποφάσισαν ότι αν σε λίγες ημέρες δεν αποφασίσουν οι στρατηγοί να επέμβουν θα το κάνουν οι ίδιοι. Την ίδια ώρα οι στρατηγοί τους πιέζουν να περιμένουν μέχρι να πάρουν το «πράσινο φως» από το παλάτι. Ο Παττακός όμως ήταν αποφασισμένος να προχωρήσει.

Tα πρώτα τανκς θα εμφανιστούν στους δρόμους στις 2 τα ξημερώματα, για να καταλάβουν όλα τα στρατηγικά σημεία της πρωτεύουσας (Βουλή, Υπουργεία, ΕΙΡ, ΟΤΕ, Ανάκτορα). Την ίδια ώρα, ο συνταγματάρχης Ιωάννης Λαδάς εξαπέλυε δυνάμεις υπό τις εντολές του για να συλλάβουν το σύνολο της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. Οι πραξικοπηματίες έβαλαν σε εφαρμογή το σχέδιο «Προμηθεύς», για την αντιμετώπιση του κομμουνιστικού κινδύνου, με αποτέλεσμα να κινηθούν όλες οι στρατιωτικές μονάδες της Αττικής.

Ο διοικητής της Σχολής Ευελπίδων, Δημήτρης Ιωαννίδης, κινητοποίησε το τάγμα της σχολής και την ΕΣΑ, ενώ ο Σπαντιδάκης συνελήφθη και αντικαταστάθηκε από τον Οδυσσέα Αγγέλη. Παρά τις προσπάθειες του υπουργού Δημόσιας Τάξης, Γεώργιου Ράλλη, να κινητοποιήσει στρατεύματα στη Βόρεια Ελλάδα. Δεν πρόλαβε, όμως, καθώς το σχέδιο «Προμηθεύς» είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή.

Στις 3:30 τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου το στρατιωτικό κίνημα είχε επικρατήσει χωρίς καμία δυσκολία. Το ραδιόφωνο άρχιζε να παίζει τα πρώτα εμβατήρια ενώ κατά τη διάρκεια τις ημέρας με συντακτική πράξη ματαιώθηκαν οι εκλογές της 28ης Μαΐου και ανεστάλησαν οι διατάξεις του Συντάγματος. Η ηγεσία των πραξικοπηματιών επισκέφτηκε τα Ανάκτορα και ζήτησε από το Βασιλιά Κωνσταντίνο να ορκίσει την κυβέρνηση τους.

Αργά το απόγευμα, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνος Κόλλιας, ορκίστηκε πρωθυπουργός της κυβέρνησης των συνταγματαρχών. Την ίδια μέρα ξεκινούν οι συλλήψεις αλλά και δολοφονίες πολιτών στην συντριπτική τους πλειονότητα αριστερών πεποιθήσεων. «Η Ελλάδα μπαίνει «στο γύψο» του Γεώργιου Παπαδόπουλου…. Μία επταετία θα περάσει μέχρι «να κάνει ξαστεριά».

Πηγή: Η Συνωμoσία των Συνταγματαρχών, tvxs

Το κλίμα της εποχής, η τρομοκρατία του δεξιού συστήματος, οι αγωνίες των σκεπτόμενων αριστερών, μαζί με μια διεισδυτική πολιτική σκέψη που ξεπερνά την επιφάνεια της καθημερινότητας κι αγγίζει τον πυρήνα ιστορικής συγκυρίας, περιγράφονται ανάγλυφα στο μυθιστόρημα του Τσίρκα «Η χαμένη άνοιξη»1. Σταχυολογώ μερικά αποσπάσματα:

    • (σσ αναφορικά με τις εκλογικές μάχες της αριστεράς μετά τον εμφύλιο) Δεν ήταν η πραγματική τους δύναμη: ήταν μόνο το βαρόμετρο που έδειχνε το κλίμα της τρομοκρατίας της δεξιάς. (σ 11)
    • Η δολοφονία του Λαμπράκη και η πάνδημη κηδεία του κάνουν να τρίζουν τα θεμέλια της παντοκρατορίας της δεξιάς. (σ 11)
    • Ο καλός μαρξιστής, για να μην πέφτει έξω, πρέπει να συνδυάζει την απαισιοδοξία της γνώσης με την αισιοδοξία της βούλησης. (σ 26)
    • Παλιά δουλειά να βγάζουμε τον άλλο τρελό… Γράφουμε μια συνταγή: πλύση εγκεφάλου, και ξεμπερδεύουμε… Μήτε το κεφάλι μας να σπάμε για να καταλάβουμε, μήτε και τραβολογήματα να χουμε με τη συνείδησή μας. (σ 27)
    • Ας την ανεβάζει κάθε τόσο την κοτρόνα ο λαός ως την κορυφή. Την τελευταία στιγμή, πάρ’ την κάτω. Από κάτω θα τον βάλουμε πάλι το λαό. (σ 28 – 29)
    • Ο εργολάβος που χτίζει τη διπλανή πολυκατοικία …, και τρώει ένα – ένα τα χαμόσπιτα και τα οικόπεδα εδώ γύρω, (…) που σε λίγο θα τα σκεπάσει όλα με πολυκατοικίες … στην Κατοχή κυκλοφορούσε με περίστροφο και πάσο της Γερμανικής Κομαντατούρας. (σ 99)
    • Το πολιτικό έγκλημα ήταν το πιο πρόχειρο και το πιο αποτελεσματικό μέσο των φανατισμένων κύκλων της ανωμαλίας. Αφού ο Παπανδρέου είχε υιοθετήσει την αναμνηστική τελετή στον Γοργοπόταμο … που έμμεσα σήμαινε αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης και προσέγγιση του Κέντρου με την Αριστερά, έπρεπε να χυθεί αίμα … και ν’ ανακοπεί ο εκδημοκρατισμός της πολιτικής ζωής, να γυρίσουμε πίσω στο αντικομμουνιστικό κράτος. (σ 100)
    • Η πόλη είχε αλλόκοτη όψη, ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη σα να είμαστε σε παραμονές επιστράτευσης… (σ 105)
    • Πτώση του Παπανδρέου σήμερα (σσ λίγο πριν το πραξικόπημα) σήμαινε νίκη της άκρας Δεξιάς, της παλατιανής καμαρίλας. (σ 107)
    • Ο τόπος διψούσε για δημοκρατική αλλαγή, μέσα σε δέκα δεκαπέντε χρόνια ο λαός είχε χωνέψει την ήττα, τεράστιες μάζες από την αγροτιά, τους διανοούμενους και τη νεολαία, είχαν έρθει στο πολιτικό προσκήνιο κι αγωνίζονταν με νέους τρόπους. Αυτοί όμως (σσ η εσωτερική ηγεσία του ΚΚΕ) αναχαίτιζαν κάθε πρωτοβουλία, δεν προσάρμοζαν τη γραμμή τους στις νέες συνθήκες, μόνο θέλαν το βέτο να το έχει πάντα το “επιτελείο της πρωτοπορίας του προλεταριάτου”, δηλαδή οι ίδιοι. Κι επειδή ο διορισμός τους και η γραμμή ερχόταν από μια ηγεσία εξόριστη, που δε ζούσε μέρα με τη μέρα την πραγματικότητα, γι αυτό κι ο τόπος δε θα βλεπε προκοπή. (σ 108)
    • Παραλογισμοί και φτηνές συκοφαντίες αποθηριώνουν τους πιο αντιδραστικούς και σκοταδιάζουν το μυαλό τους. (σ 118)
    • Θέλουν την Ελλάδα πόρνη να τους ανοίγει τα σκέλια στην ποδιά της Ακρόπολης να προμηθεύει μισοτιμής το ρίγος της αμαρτίας στις μαραγκιασμένες από τον πουριτανισμό ψυχές τους. Μας θέλουν γκαρσόνια, ταβερνάρηδες, μαστροπούς … και Ζόρμπα δη Γκρήκ κι αυτοί να αρμέγουν τον τόπο … … καταντήσαμε κάθε πολιτικός και κόκκινο φαναράκι στην πόρτα του... (σ 148)
    • Μια διεφθαρμένη, βασικά ξενόδουλη, άρχουσα κάστα βίαζε ξετσίπωτα την εκφρασμένη θέλησή του (σσ λαού) να κυβερνηθεί επιτέλους δημοκρατικά, πάσχιζε μ’ όλους τους σκοτεινούς μηχανισμούς της να κρατήσει αυτόν τον τόπο εκατό χρόνια πίσω, στον απολυταρχισμό και την ξενοκρατία του Όθωνα. (σ 163)
    • Όλα για το Κυπριακό… Γι αυτό ρίξαν τον Παπανδρέου. (σ 169)
    • Φρακάρισε το Κολωνάκι στο γιωταχί. Να πού πηγαίνει ο ιδρώτας του λαού. (σ 170)
    • Όσο για τους Αμερικάνους, αυτοί καρφί δεν τους καίγεται για κοινοβουλευτικές ελευθερίες και δημοκρατία, μήτε ακόμη και για τη Μοναρχία. Αυτοί θέλουν να εχουν εδώ τις βάσεις τους, τις διευκολύνσεις τους, και μια κυβέρνηση ανδρείκελων, για να υπακούει σε κάθε νεύμα τους… (σ 201)
    • Ενώ το δημοκρατικό κίνημα πιέζει για μια φιλελευθεροποίηση των θεσμών, τα συμφέροντα της οικονομικής ολιγαρχίας πιέζουν για γενικότερη αναπροσαρμογή, με πιο αυταρχικό χαρακτήρα. (σ 202)
    • Γιατί τώρα τι έχουμε; ρώτησε ο Βάρναλης. Έχουμε διχτατορία των δωσιλόγων με φερετζέ. Την παρουσιάζουνε για «αληθινή δημοκρατία». Και η δουλειά τους – δηλαδή η προδοσία του λαού- γίνεται. Καμαρώστε καθεστώς: πατημένο Σύνταγμα, κυβέρνηση της μειοψηφίας, χιτλερική νομοθεσία, αστυνομοκρατία, παρακρατικοί δολοφόνοι, γερμανοντυμένοι «πατριώτες» και τα λοιπά. (σ 217)
    • …τα αστικά κόμματα είναι ανίκανα να αποτρέψουν το πραξικόπημα δίχως ν’ αλλάξουν ριζικά τη στάση τους απέναντι στην Αριστερά μα τότε αυτό θα σήμαινε και την αυτοκατάργησή τους… (σ 225)
Σωτήρης Πέτρουλας - δολοφονήθηκε σε διαδήλωση κατά της αποστασίας την 21/7/1965
Σωτήρης Πέτρουλας – δολοφονήθηκε σε διαδήλωση κατά της αποστασίας την 21/7/1965
  • …ε πια εδώ (…) δεν είναι μόνο κεντρώοι κι αριστεροί, εδώ ένας ολόκληρος λαός κατέβηκε στο δρόμο για τη Δημοκρατία… (σ 226)
  • …είχαμε μπει στον αστερισμό του παρακράτους και της τρομοκρατίας, το ίδιο που πριν από δυο χρόνια είχε δολοφονήσει το Λαμπράκη. (σ 236)
  • (σσ Πέτρουλας, ο πρώτος νεκρός της καινούργιας γενιάς). Τούτη η γενιά μπορεί να ξεπεράσει και τη δική μας. … Ίσως γιατί διαβάζει περισσότερο, ίσως γιατί έμαθε να σκέφτεται μόνη της και να κρίνει . (σ 255)

  1. Στρατής Τσίρκας, Η χαμένη άνοιξη , Κέδρος, Αθήνα, 2011 (38) []