Το εντυπωσιακοτερο στοιχειο ειναι οι δικαιολογιες που εφευρισκουν ολοι ωστε να δικαιολογησουν (πρωτιστως στον εαυτο τους κι επειτα στην κρατικη εξουσια) την ατομικη τους εξαιρεση απο τον γενικο κανονα. Ως συμεριφορα, η συγκεκριμενη εχει δυο πολυ
ενδιαφερουσες προεκτασεις: αφενος καταδεικνυει οτι στην ελληνικη κοινωνια ο κανονας γινεται αντιληπτος οχι ως γενικη βουληση, αλλα ως περιπτωση η οποια αφορα σε κατι ή κάποιον «αλλο», μιας και ο καθένας ατομικά αισθάνεται πρωτίστως πως αποτελεί εξαίρεση από το γενικό πεδίο εφαρμογής του «νόμου» (η χρήση ζώνης δεν αφορά στους φορτηγατζήδες, δεν αφορά σε όσους κινούνται εντός Αθηνών, ή, σε τελικό στάδιο, δεν αφορά σε όσους απλώς δεν την θέλουν!). Συνεπώς, τα ατομα αισθανονται την κρατικη εξουσια ως κατι το εντελως ξενο, κατι που επιβαλλεται ανωθεν (και συνεπως, η νομιμοποιηση της βισκεται εξωθεν απο τις ατομικες τους συνειδησεις). Κι αφετέρου, η εφεύρεση δικαιολογιών από τα άτομα, προκειμένου να εσωτερικεύσουν αυτού του τύπου την συμπεριφορά χωρίς να αισθάνονται πως λειτουργούν σε καθεστώς ανομίας, αναδεικνύει πως η ελληνική κοινωνία έχει σημαντικότητα πρόβλημα ουσιαστικής ενηλικίωσης – τα ενήλικα (κατά νόμο) άτομα δεν λειτουργούν ως βιολογικ’ακαι κοινωνικά ενηλικιωμένα, αλλά -όταν εντοπιστούν «επ’ αυτοφόρω» από κάποια εξουσία (είτε κρατική, είτε -εδώ- τηλεοπτική) λειτουργούν ακριβώς με τον τρόπο που θα συμπεριφερόταν ένα παιδί που συνελήφθη να τρώει το απαγορευμένο γλυκό: κατεβάζουν το βλέμμα και (παραδεχόμενοι ή όχι την παρανομία) αναφέρουν τους (συνήθως τόσο αφελείς, που καταλήγουν σουρεαλιστικοί) λόγους για τους οποίους είναι «αθώοι». Πρόκειται για συμπεριφορά παιδιού προς το γονέα, παρά ως πολίτη προς το κράτος.
Συμπέρασμα: και οι δύο παράμετροι, δείχουν πως ατομικά ποτέ δεν έχουμε προχρήσει πέρα από το εγωκεντρικό στάδιο της παιδικότητας, με ό,τι κοινωνικές προεκτάσεις κι αν έχει αυτό….