Είναι τα ελληνικά η «περιούσια» γλώσσα;

Οι γλώσσες και καθετί άλλο ανθρώπινο ακολουθεί εξελικτική πορεία μέσα από μακρές (μετρούμενες σε χρονικούς ορίζοντες αρκετών δεκαετιών, συχνά και αιώνων) περιόδους κοινωνικών μετασχηματισμών. Η ελληνική εκπαιδευτική πραγματικότητα παρουσιάζει αξιοσημείωτα σταθερές τάσεις τα τελευταία 40-50 χρόνια. Μελέτες αναδεικνύουν1 πως οι τάσεις αυτές έχουν τις ρίζες τους στα πρώτα χρόνια συγκρότησης του νεωτερικού ελληνικού κράτους και -κυρίως- σε κοινωνικές παραμέτρους που επηρέασαν τη μορφή του κράτους αυτού.

Για όσο υπάρχουν κοινωνίες, αυτές θα μεταβάλλονται. Οι μεταβολές τους είναι που καθορίζουν τον ρυθμό και την εξέλιξη όλων των πραγμάτων, συμπεριλαμβανομένων της γλώσσας και της εκπαίδευσης2. Δεν είναι ούτε το dna της ελληνικής γλώσσας ιδιαίτερο, ούτε υπάρχουν ανθελληνικές συνωμοσίες. Τα αρχαία ελληνικά (που από πολλούς σοβαρούς μελετητές αυτή τη στιγμή -και Έλληνες- αμφισβητείται η άμεση σύνδεσή τους με τα νέα, σύγχρονά μας Ελληνικά -συγχωρέστε με, εδώ δεν θυμάμαι αυτή τη στιγμή τη σχετική βιβλιογραφική παραπομπή…) δεν ήταν τα μόνα που είχαν πληθώρα λέξεων· και άλλες γλώσσες τότε είχαν αξιοσημείωτο εννοιολογικό φάσμα. Απλώς τα αρχαία ελληνικά γνώρισαν ιδιαίτερη ανάπτυξη για λόγους κοινωνικούς: στην ανατολική Μεσόγειο των αρχαίων χρόνων, η οποία μάλιστα ταυτιζόταν χωροθετικά με την έννοια της Ευρώπης, ο ελληνικός πολιτισμός αντιπροσώπευε το κυρίαρχο παράδειγμα κυρίως για λόγους οικονομικούς – κοινωνικούς.3 Καθώς τα ελληνικά αποτελούσαν την κυρίαρχη τότε γλώσσα, η εξέλιξη της και ο πλουτισμός της ήταν λογικό αποτέλεσμα, μιας και την χρησιμοποιούσε μεγάλος αριθμός ανθρώπων για πολύ μεγάλο χρόνο. Ο εννοιολογικός πλούτος της οφείλεται στο ότι χρησιμοποιήθηκε από ανθρώπους που καλλιέργησαν την αφαιρετική – εννοιολογική σκέψη, η οποία αναπτύχθηκε στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου την ίδια εποχή4. Με λίγα λόγια, ο εννοιολογικός πλούτος των αρχαίων ελληνικών ήταν αποτέλεσμα της καλλιέργειάς τους από τη σκέψη των φιλοσόφων, κι όχι το αντίθετο.

Μάλιστα εύκολα αποδεικνύεται αυτή η συσχέτιση κοινωνικών παραμέτρων με τον γλωσσικό πλούτο, καθώς σε μεταγενέστερες εποχές που σημειώθηκαν σημαντικές εξελίξεις στον κόσμο των ιδεών, η ελληνική γλώσσα δεν χρησιμοποιήθηκε ιδιαίτερα: στην μεσαιωνική – προνεωτερική φιλοσοφική παραγωγή (μέχρι τον 17ο αι) απόλυτα κυρίαρχη γλώσσα είναι τα λατινικά (με εκπληκτικό εννοιολογικό πλούτο), στην δε εποχή των επιτευγμάτων της σύγχρονης φιλοσοφίας, κυρίαρχα είναι τα Γερμανικά (18ος – 19ος αι -εποχή του γερμανικού ιδεαλισμού- και αρχές 20ου). Και στις δύο αυτές περιπτώσεις οι γλώσσες που χρησιμοποιήθηκαν εξέφρασαν με ιδιαίτερο πλούτο τις ολοένα και πιο αφηρημένες και δύσκολες έννοιες.

Με λίγα λόγια, τα πράγματα αλλάζουν γιατί αλλάζουν οι κοινωνίες. Σε αυτή τη διαδικασία δεν είμαι σίγουρος αν υπάρχουν “σωστό” και “λάθος”, γιατί η κοινωνική – ιστορική εξέλιξη δεν υπακούει σε ορθολογικές αιτίες, αλλά αποτελεί αποτέλεσμα της συνισταμένης παράλληλων δράσεων…

  1. Ενδεικτικά, βλ., σχετ Δερτιλής, Γιώργος Β., 1939-. Αεί παίδες απαίδευτοι] []
  2. Για μια εξαιρετική μελέτη της σύνδεσης κοινωνικών παραγόντων και εκπαιδευτικής εξέλιξης, βλ. σχετ. Emile Durkheim, Η εξέλιξη της παιδαγωγικής σκέψης. Ειδικά για τη νεωτερική εποχή στον δυτικό κόσμο (ο οποίος αποτελεί το κυρίαρχο πλέον παράδειγμα για την εκπαιδευτική οργάνωση) βλ. σχετ. Andy Green, Εκπαίδευση και συγκρότηση του κράτους – Η ανάδυση των εκπαιδευτικών συστημάτων στην Αγγλία, στη Γαλλία και στις ΗΠΑ []
  3. Βλ. σχετ. Λίλα Λεοντίδου, Αγεωγράφητος χώρα – Ελληνικά είδωλα στους επιστημολογικούς αναστοχασμούς της ευρωπαϊκής γεωγραφίας []
  4. Η εμφάνιση της αφαιρετικής σκέψης στην ίδια περιοχή συνδέεται πάλι με λόγους κοινωνικούς. []