Monthly Archives: February 2014

Το έργο του Θόδωρου Αγγελόπουλου, μεγάλο και σε όγκο και σε αξία, έχει πολλούς ερμηνευτές και πολλές ερμηνείες. Έχουν γραφτεί πάμπολλα σχετικά και έχει εστιαστεί η προσοχή και η αξιολόγηση σε διάφορες όψεις, ανάλογες με το βλέμμα του εκτιμητή και ερμηνευτή, πολύ ενδιαφέροντα και κάποια πολύ σπουδαία. Το ταξίδι, η σιωπή, η προσφυγιά, η εξορία κλπ. Είναι ωστόσο όλα ή σχεδόν όλα οι επί μέρους πλευρές ενός έργου και ενός δημιουργού που επεδίωξε και πέτυχε να αποτυπώσει έναν κόσμο ως ΟΛΟΝ. Το έργο αυτό παλεύει με την Ιστορία, όχι ως παρελθόν αλλά και ως παρόν και μέλλον, ως ενιαίο και σπαρασσόμενο σώμα.  Όλα τα άλλα εντάσσονται σε αυτόν τον βασικό καμβά, ως πολύ σημαντικά, ως συστατικά στοιχεία, χωρίς αυτά το έργο εκμηδενίζεται, αλλά πάντως δεν είναι αυτά όλο το έργο. Στην διαπραγμάτευση της Ιστορίας από τον Αγγελόπουλο, πρωταγωνιστής είναι η Αριστερά. Με κάθε τρόπο, από την πρώτη ως την τελευταία ταινία. Ως υπόρρητη δήλωση και αντίληψη στην «Αναπαράσταση», ως προσδοκία στη «Σκόνη του χρόνου». Αν όλα αυτά είναι σωστά, μόνο μια ερμηνεία του αγγελοπουλικού έργου από τη σκοπιά της Ιστορίας και της Αριστεράς θα μπορούσε να το προσεγγίσει με μεγαλύτερη πληρότητα. Αυτή είναι και η ουσιαστική αιτία που το δικό μας ιστορικό ρεύμα συνδέεται στενά με τις αναζητήσεις του Θ. Αγγελόπουλου και όχι τόσο οι δηλώσεις του πως υποστηρίζει το ΝΑΡ.
Ουσιαστικά ο Αγγελόπουλος συνδέεται, με την ριζοσπαστική αναζήτηση της δικτατορικής περιόδου. Απέναντι σε ένα ρεύμα που ερχόταν από τα παλιά, διαμορφωμένο από μια Αριστερά που δεν μπορούσε να απαλλαγεί από τα σύνδρομα της ήττας, που θρηνούσε για την προδομένη δημοκρατία και  αναζητούσε, εκλιπαρούσε συχνά, έναν «ευρωπαϊκό δημοκρατικό εκσυγχρονισμό», αναπτύχθηκε ένα ρεύμα που αναζήτησε και άρχισε να διατυπώνει μια νέα επαναστατική εξαγγελία. Πάνω σ’ αυτό το ρεύμα, με όλες τις αντιφάσεις, τις αφέλειες και τις ολιγωρίες του διαμορφώθηκε το φοιτητικό αντιδικτατορικό κίνημα. Το ρεύμα αυτό αποτύπωσε τα δικά του χαρακτηριστικά στην μεταπολιτευτική εποχή, απαλλαγμένο από τα συμπλέγματα και τα στερεότυπα της παλιάς εν πολλοίς ενσωματωμένης Αριστεράς. Δεν διεκδικεί, δεν εκλιπαρεί για έναν χάρισμα ευρωπαϊκό εκσυγχρονισμό. Έχει συνείδηση πως η Αριστερά για να υπάρχει χρειάζεται να διεκδικεί και να οργανώνει μια συνολική, ως το βάθος επαναστατική ανατροπή. Αυτή την ίδια ιδέα εξέφρασε ποικιλοτρόπως και ο Θ. Αγγελόπουλος στο έργο του. Έλεγε ο ίδιος:
«Και τι μπορεί να κάνει ένας ποιητής; Να τραγουδήσει την επανάσταση. Να κλάψει τους νεκρούς. Να ανακαλέσει το χαμένο πρόσωπο της ελευθερίας».
Έτσι συναντήθηκε με την αναζήτηση του δικού μας ιδεολογικού και πολιτικού ρεύματος. Τουτέστιν, με το αδύναμο αλλά ορατό, ασαφές και αβέβαιο, αλλά φλεγόμενο, σχέδιο μιας νέας επαναστατικής Αριστεράς. Κι όπως εμείς αυτά τα χρόνια κινούμασταν στην αβεβαιότητα και την αναζήτηση, ύστερα και από τις τόσες καταρρεύσεις, έτσι και ο Αγγελόπουλος στις ταινίες του διαχωρίζεται από το πριν αλλά συναντά την ομίχλη. Όμως πάντα στο τέλος κάθε ταινίας υπάρχει μια ελπίδα. Όχι μια ανιστόρητη αισιοδοξία.
Έλεγε ο ίδιος, το 1991, ακόμα, λίγο μετά το τέλος των γυρισμάτων της ταινίας «Το μετέωρο βήμα του πελαργού»:
«Έχω την εντύπωση ότι περνάμε μια περίοδο αλεξανδρινή, σε σχέση με την προηγούμενη που θα τη λέγαμε κλασική. Αν η κλασική εποχή χαρακτηρίζεται από δημιουργία, η αλεξανδρινή χαρακτηρίζεται από συντήρηση, βιβλιογραφίες, σκέψη πάνω σ’ αυτό που έχει γίνει. Όμως, είναι μια περίοδος σιωπής, μυστικών αναζητήσεων, οι οποίες ακόμα δεν έχουν βρει το όνομα τους. Δεν θα μπορούσε να ονομάσει κανείς την αναζήτηση συγκεκριμένα, υπάρχει όμως ένα ρεύμα, μια ανάγκη. Κανείς δεν μπορεί να παραδεχτεί αυτόν τον κόσμο όπως είναι και να τον προτείνει. Είχα πει αρκετές φορές ότι αυτό το αίσθημα σιωπής με διακατέχει από μια εποχή και μετά. Σαν κάπου να σωπαίνουν σιγά-σιγά όλα. Ας το πω καλύτερα με παράδειγμα. Όταν έφτασα στο Παρίσι να σπουδάσω, δεν προλάβαινα να δω πράγματα που ήθελα να δω και ν’ ακούσω πράγματα που ήθελα ν’ ακούσω. Τόσα πολλά ήταν. Τόσες πολλές ήταν οι προτάσεις – αισθητικές, πολιτικές, κοινωνικές, φιλοσοφικές. Όταν μετά το ’80 ξαναγύρισα, έμοιαζε ο χώρος αυτός να έχει σωπάσει. Η εντύπωση ότι σώπασαν κάποια πράγματα δεν είναι δική μου, είναι εντύπωση που έβγαινε από τον ίδιο εκείνο χώρο, από διαφορετικές πλευρές, από διαφορετικές ομάδες, από διαφορετικές γενιές και ηλικίες. Η σιωπή δεν είναι τυχαία. Απουσιάζουν οι νέες προτάσεις σ’ όλα τα επίπεδα. Μπορεί να θέλουμε να πιστέψουμε κάτι, να θέλουμε να υπάρξει αυτό το κάτι και χωρίς αυτό το όνειρο, αυτήν την ελπίδα θα αισθανόμαστε συρρικνωμένοι και ασήμαντοι και χωρίς όπλα για το μέλλον. Αλλά η εποχή που λέγαμε «καβάλα πάμε στον καιρό» πέρασε. Η εντύπωσή μου είναι, λοιπόν, ότι περνάμε ένα διάστημα, μια καμπύλη σιωπής. Θα μπορούσε να ονομαστεί περίοδος αναμονής, σαν να πρόκειται να γεννηθεί κάτι καινούργιο, που δεν ξέρουμε ακόμα, όμως, τα ακριβή του χαρακτηριστικά. Ας το πούμε ένα καινούργιο όνειρο ή όραμα. Αυτό που πρόκειται να αντικαταστήσει, αυτό που πρόκειται να γεμίσει τη σιωπή που υπάρχει αυτή τη στιγμή. Αισθάνομαι πρώτη φορά τόσο έντονα σαν να είμαι σε αίθουσα αναμονής, μια μακριά αίθουσα αναμονής, και στο βάθος υπάρχει μια πόρτα που περιμένω να ανοίξει. Δεν ξέρω ούτε πότε θα ανοίξει ούτε τι θα φανεί».
Στην ουσία ο δημιουργός αναζητεί βοήθεια. Καλεί τις δυνάμεις της κοινωνίας, της σκέψης, της πολιτικής, τη νεολαία, τους συνανθρώπους και τους συντρόφους του, να του προσφέρουν τη νέα τους ψυχή. Για να μπορέσει να δει. Τι πιο σαφές για την αγωνία και την αναζήτηση ενός δημιουργού, που δεν «πειθαρχεί» στον μικρομεσαίο καιρό του; Κοντολογίς, ψάχνει να μας βρει αλλά δεν μας βλέπει.
Έτσι πορεύεται κι εκείνος με τις δικές του αβεβαιότητες. Μερικές φορές πιο σαφής και ξεκάθαρος, ώστε να γίνεται παρεξηγήσιμος, με τα μέσα και τα εργαλεία μιας κουτσής πολιτικής προσέγγισης. Μερικές άλλες πιο μακριά από το δικό μας σχέδιο. Μερικές πιο κοντά ή και ταυτιζόμενος. Προφανές. Η δική μας αμηχανία για τον καιρό και οι αμφισημία μας, δεν είναι σε θέση να αποτυπώσουν ισχυρό σημάδι στην κοινωνική ζωή, πολύ περισσότερο να δώσουν στον δημιουργό μια ισχυρή εντύπωση. Τα δυο ποτάμια μας, του δημιουργού και το δικό μας, συναντιούνται, απομακρύνονται, ξανασυναντιούνται κοκ. Ως παράλληλες και αλληλοεπηρεαζόμενες αναζητήσεις.
Ο Αγγελόπουλος συχνά βρίσκεται πιο μπροστά, από τις αναζητήσεις των επαναστατικών ρευμάτων. Στέκεται αμήχανος αρχικά αλλά εκεί που σύσσωμη η Αριστερά παρατείνει την αμηχανία της εκείνος τολμά να προτείνει, να διατυπώσει απαντήσεις ή έστω διερευνά. Μην το ξεχνάμε, είναι η εποχή των καταρρεύσεων και τα παλιά είδωλα έχουν γκρεμιστεί με πάταγο, οι πεποιθήσεις δεκαετιών έχουν κλονιστεί βαθειά, προκαλώντας κλονισμούς ακόμα και σε εκείνους που είχαν ήδη απορρίψει την πίστη των ειδώλων.
Εκεί ο Αγγελόπουλος εισβάλει κινηματογραφικά στο σκοτάδι και ψάχνει την παλιά και τη νέα πραγματικότητα. Με αυτή την βαθύτερη κατανόηση μπορούμε να «διαβάσουμε» καλύτερα σήμερα το έργο του εμείς, με τη δική μας ματιά.
Περιέχει αποκλίσεις, λάθη, αστοχίες, αν το κρίνουμε από τυπική πολιτική σκοπιά, αλλά είναι ιδιοφυές, διεισδυτικό και επαναστατικό, αν το κρίνουμε στη διαλεκτική του σχέση με την πραγματικότητα της εποχής του, με τα επαναστατικά ιδεολογικά ρεύματα και με τις αισθητικές αναζητήσεις στο τέλος του 20ου αιώνα των διαψεύσεων και στην ανατολή του 21ου  που κουβαλάει περισσότερα ερωτήματα από απαντήσεις.
Έλεγε, ακόμα από το 1991:
«Μιλάμε για μια εποχή που η σύγχυση είναι πάρα πολύ μεγάλη. Έχουν τεθεί μια σειρά προβλήματα που θα μπορούσαν να γίνουν εκρηκτικές ύλες για το αύριο. Δεν πιστεύω ότι το τέλος κάποιου ονείρου σχεδόν ενός αιώνα, που το ζέστανε μυστικά ο προηγούμενος, μπορεί να τελειώσει και οι επιπτώσεις της κατάρρευσης να εξαλειφθούν μέσα σε λίγα χρόνια. Θα κρατήσουν αρκετά. Μια Ευρώπη των προσφύγων είναι μια Ευρώπη ανθρώπων σ’ αναζήτηση ονείρου».
Από την άλλη πλευρά ο Αγγελόπουλος εκφράζει μια ιστορική συνέχεια της αναζήτησης. Το έργο του αλλά και ο ίδιος ως προσωπικότητα εμπεριέχει ολόκληρο τον 20ο αιώνα, τις ιστορικές συγκρούσεις του,  την   κουλτούρα του και τις εν γένει προσπάθειές του. Δεν μπορεί να φανταστεί κανείς πως θα ήταν το έργο του χωρίς την ποίηση του Γ. Σεφέρη. Εν πολλοίς, στις ταινίες του ανακαλύπτεις μια ελεύθερη κινηματογραφική-εικαστική μεταφορά στίχων του ποιητή. Ενσωματώνει επίσης την πνευματική αναζήτηση και τις πνευματικές κατακτήσεις από την κλασική ελληνική αρχαιότητα. Υπογραμμίζει και με αυτόν τον τρόπο σε μας την ανάγκη να ενοποιούμε αδιάκοπα τον κατακερματισμένο κόσμο, με μια προσέγγιση που θα αφομοιώνει και θα εξελίσσει διαλεκτικά τις πνευματικές και ιστορικές κατακτήσεις,  σε μια εποχή που η κοινωνική ζωή αποσυντίθεται, όπου οι άνθρωποι μετατρέπονται σε απομονωμένες προσωπικότητες, κομματιασμένες κι αυτές. Το μόνο που ενώνει τους ανθρώπους πια είναι το πιο διχαστικό: Η τηλεόραση.
Λένε κάποιοι πως ο Αγγελόπουλος δεν είναι λαϊκός, δεν είναι κατανοητός. Ο λαϊκός πολιτισμός, ο Τσιτσάνης, ας πούμε, υπήρξε και αναπτυσσόταν στη βάση μιας κοινωνίας με ενιαίες εκφράσεις, συλλογική ζωή και συμπεριφορά. Η «Δραπετσώνα» έγινε ένας λαϊκός ύμνος, γιατί στην Ελλάδα παντού υπήρχαν Δραπετσώνες. Όμως, σήμερα τα στοιχεία που ενοποιούν τους ανθρώπους αποσυντίθενται. Ποια είναι, ας πούμε η εργατική τάξη; Σκορπισμένη στη δουλειά, στην κατοικία, στην κοινωνική ζωή και στην πολιτική. Οι πολιτικές δυνάμεις δεν συνενώνουν. Οι ιδεολογικές αναζητήσεις δεν πείθουν. Τα μεταμοντέρνα ρεύματα υποσκάπτουν. Μόνο η θρησκεία και η τηλεόραση συγκροτούν ενότητες. Πόσο δραματική γίνεται η θέση του καλλιτέχνη σε ένα τέτοιο πεδίο γίνεται αντιληπτό.
Οι  ταινίες του Θ. Αγγελόπουλου από αυτή την πλευρά συνιστούν την πιο εμπνευσμένη και εκκωφαντική κραυγή αντίστασης και απόγνωσης μαζί. Αν του καταμαρτυρήσουμε ασυνέπεια, ασάφεια ή ελιτισμό, πόσο πιο αυστηροί πρέπει να γίνουμε με τους εαυτούς μας, που ενώ υποσχόμαστε και επιθυμούμε μια πολιτική, ιδεολογική και επαναστατική πρωτοπορία,  ουσιαστικά αναπαράγουμε το κομμάτιασμα του αστικού κόσμου, αρνούμαστε, αδιαφορούμε ή αδυνατούμε να ενσωματώσουμε, στη συμπεριφορά και την πολιτική μας τον πνευματικό πολιτισμό.  Κι όμως μια επαναστατική αντίληψη δεν ολοκληρώνεται αν δεν ενοποιεί τον κόσμο, αν δεν διεκδικεί και δεν κατακτά ολόκληρη τη γνώση, στη διαλεκτική και κριτική της πρόσληψη, αυτό που είναι δικό μας και ενοποιεί τον κόσμο μας. Τον Τσιτσάνη, τον Χατζιδάκι, τον Αγγελόπουλο, τον Σεφέρη, το Ρίτσο –όχι γιατί ή κυρίως γιατί, ήταν μέλος του κόμματος…
 *Το κείμενο αποτελεί εισήγηση του Θανάση Σκαμνάκη στην εκδήλωση της Λέσχης νεολαίας, θεωρίας και πολιτισμού “Αναιρέσεις” στις 22 Ιανουαρίου με τίτλο “Θόδωρος Αγγελόπουλος. Κόντρα στη σκόνη του χρόνου.” Ο Θανάσης Σκαμνάκης είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. πηγή Κοίτα τον ουρανό

ΔΥΟ ΦΩΝΕΣ ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΠΑΛΕΥΟΥΝ. O νους: «Γιατί να χανόμαστε κυνηγώντας το αδύνατο;». Μέσα στον ιερό περίβολο των πέντε αιστήσεων χρέος μας ν’ αναγνωρίσουμε τα σύνορα του ανθρώπου. Μα μια άλλη μέσα μου φωνή, ας την πούμε έχτη δύναμη, ας την πούμε καρδιά, αντιστέκεται και φωνάζει: «Όχι! Όχι! Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα του ανθρώπου! Να σπας τα σύνορα! Ν’ αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου! Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει!»

ΔΕ ΖΥΓΙΑΖΩ, ΔΕ ΜΕΤΡΩ, ΔΕ ΒΟΛΕΥΟΜΑΙ! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι. Ρωτώ, ξαναρωτώ χτυπώντας το χάος: Ποιος μας φυτεύει στη γης ετούτη χωρίς να μας ζητήσει την άδεια; Ποιος μας ξεριζώνει από τη γης ετούτη χωρίς να μας ζητήσει την άδεια;

ΝΑΙ, ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΓΗΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ, δεν είναι ο άνθρωπος. Έζησε χωρίς αυτά, θα ζήσει χωρίς αυτά. Είναι σπίθες εφήμερες της βίαιης περιστροφής της.

ΑΣ ΕΝΩΘΟΥΜΕ, ΑΣ ΠΙΑΣΤΟΥΜΕ ΣΦΙΧΤΑ, ΑΣ ΣΜΙΞΟΥΜΕ ΤΙΣ ΚΑΡΔΙΕΣ ΜΑΣ, ΑΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ, όσο βαστάει ακόμα η θερμοκρασία τούτη της Γης, όσο δεν έρχουνται σεισμοί, κατακλυσμοί, πάγοι, κομήτες να μας εξαφανίσουν, ας δημιουργήσουμε έναν εγκέφαλο και μιαν καρδιά στη Γης, ας δώσουμε ένα νόημα ανθρώπινο στον υπερανθρώπινον αγώνα!

Ν’ ΑΓΑΠΑΣ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω. Ν’ αγαπάς τον καθένα ανάλογα με τη συνεισφορά του στον αγώνα. Μη ζητάς φίλους. Να ζητάς συντρόφους!

ΝΑ ‘ΣΑΙ ΑΝΗΣΥΧΟΣ, ΑΦΧΑΡΙΣΤΗΤΟΣ, ΑΠΡΟΣΑΡΜΟΣΤΟΣ ΠΑΝΤΑ. Όταν μια συνήθεια καταντήσει βολική, να τη συντρίβεις. Η μεγαλύτερη αμαρτία είναι η ευχαρίστηση.

ΠΟΥ ΠΑΜΕ; ΘΑ ΝΙΚΗΣΟΥΜΕ ΠΟΤΕ; Προς τι όλη τούτη η μάχη; Σώπα! Οι πολεμιστές ποτέ δε ρωτούνε!

ΣΚΥΒΩ ΚΙ ΑΦΟΥΓΚΡΑΖΟΜΑΙ ΤΗΝ ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΤΟΥΤΗ ΚΡΑΥΓΗ ΣΤΑ ΣΩΘΙΚΑ ΜΟΥ. Αρχίζω και μαντεύω το πρόσωπο του Αρχηγού, ξεκαθαρίζω τη φωνή του, δέχουμαι με χαρά και με τρόμο τις σκληρές εντολές του.

Η ΚΡΑΥΓΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΗ ΣΟΥ. Δε μιλάς εσύ, μιλούν αρίφνητοι πρόγονοι με το στόμα σου.

ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΛΕΥΤΕΡΟΣ. ΑΟΡΑΤΑ ΜΥΡΙΑΔΕΣ ΧΕΡΙΑ ΚΡΑΤΟΥΝ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ και τα σαλεύουν. Όταν θυμώνεις, ένας προπάππος αφρίζει στο στόμα σου• όταν αγαπάς, ένας πρόγονος σπηλιώτης μουγκαλιέται• όταν κοιμάσαι, ανοίγουν οι τάφοι μέσα στη μνήμη και γιομώνει βουρκόλακες η κεφαλή σου.

ΜΑ ΕΣΥ ΝΑ ΞΕΔΙΑΛΕΓΕΙΣ. Ποιος πρόγονος να γκρεμιστεί πίσω στα τάρταρα του αίματού σου και ποιος ν’ ανηφορίσει πάλι στο φως και στο χώμα. Κάθε σου πράξη αντιχτυπάει σε χιλιάδες μοίρες. Όπως περπατάς, ανοίγεις, δημιουργός την κοίτη όπου θα μπει και θα οδέψει ο ποταμός των απόγονων.

ΌΤΑΝ ΦΟΒΑΣΑΙ, Ο ΦΟΒΟΣ ΔΙΑΚΛΑΔΩΝΕΤΑΙ ΣΕ ΑΝΑΡΙΘΜΗΤΕΣ ΓΕΝΕΕΣ και εξευτελίζεις αναρίθμητες ψυχές μπροστά και πίσω σου. Όταν υψώνεσαι σε μια γενναία πράξη, η ράτσα σου αλάκερη υψώνεται και αντρειεύει.

ΚΟΙΤΑΞΕ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, ΛΥΠΗΣΟΥ ΤΟΥΣ. Κοίταξε τον εαυτό σου ανάμεσα στους ανθρώπους, λυπήσου τον. Μέσα στο θαμπό σούρουπο της ζωής αγγίζουμε ο ένας τον άλλον, ψαχνόμαστε, ρωτούμε, αφουκραζόμαστε, φωνάζουμε βοήθεια!

ΤΡΕΧΟΥΜΕ. ΞΕΡΟΥΜΕ ΠΩΣ ΤΡΕΧΟΥΜΕ ΝΑ ΠΕΘΑΝΟΥΜΕ μα δεν μπορούμε να σταματήσουμε. Τρέχουμε. Μια λαμπάδα κρατούμε και τρέχουμε. Το πρόσωπό μας, μια στιγμή, φωτίζεται. Μα βιαστικά παραδίνουμε τη λαμπάδα στο γιο μας κι ευτύς σβήνουμε, κατεβαίνουμε στον Άδη.

Η ΚΑΡΔΙΑ ΣΜΙΓΕΙ Ο,ΤΙ Ο ΝΟΥΣ ΧΩΡΙΖΕΙ, ξεπερνάει την παλαίστρα της ανάγκης και μετουσιώνει το πάλεμα σε αγάπη.

ΤΙ ΘΑ ΠΕΙ ΕΥΤΥΧΙΑ; Να ζεις όλες τις δυστυχίες. Τι θα πει φως; Να κοιτάς με αθόλωτο μάτι όλα τα σκοτάδια.

Καζαντζάκης

Νίκος Καζαντζάκης, Ασκητική – Salvatores Dei, Εκδ. Καζαντζάκη, Αθήνα, 1985, επιλογή αποσπασμάτων doctv

Μιας και πολύ λόγος γίνεται για τις “επενδύσεις που θα έρθουν” από έξω με τις φαστ-τρακ διαδικασίες, ένα μάθημα από το παρελθόν:

«Οι περιπτώσεις Ρωσίας – Ισπανίας (τον 19ο αιώνα) είναι ενδεικτικές για την τύχη των χωρών που βάσισαν τη βιομηχανική τους ανάπτυξη1 στο ξένο επενδυτικό κεφάλαιο. Η προοπτική συρρίκνωσης του κέρδους οδηγούσε στη μαζική αποχώρηση του ξένου επενδυτικού κεφαλαίου, καταδικάζοντας τις χώρες στην παρακμή, σε περίπτωση που δεν ακολουθούσε κρατική παρέμβαση.» Κ.Γαγανάκης, 2008

  1. σσ εδώ βάλτε απλά ανάπτυξη, κι έχετε την εικόνα του σήεμρα []

Επιτυχία,εργασία,οικογένεια,σκέψεις… Δεν μας ανήκει τίποτα, παρά μόνο ένα κομμάτι χρόνου μεταξύ της γέννησης και του θανάτου μας.

Ο Φρίντμαν μυρίζει πάντα το ίδιο

Καθώς η κρίση έχει θεμελιωθεί για τα καλά στην καθημερινότητά μας, ας ρίξουμε μια ματιά λίγο πριν στον χρόνο, το 2011, τότε που υπήρχαν ακόμη αυταπάτες στα μικροαστικά στρώματα για το πού πηγαίνει η κατάσταση. Στην ημερήσια ειδησεογραφία διαβάζαμε:

«Προς απόλυση οι εργαζόμενοι στην καθαριότητα»

«Την ίδια ώρα, πληροφορίες αναφέρουν πως η κυβέρνηση έχει έτοιμα τα προεδρικά διατάγματα για την κατάργηση των τομέων καθαριότητας των δήμων Αττικής και Θεσσαλονίκης και αναμένεται να τα ενεργοποιήσει άμεσα αν δεν ανασταλούν οι κινητοποιήσεις των εργαζομένων.

Το παραπάνω, όπως αναφέρει «Το Βήμα», έκανε γνωστό ο υφυπουργός Εσωτερικών Π. Κουκουλόπουλος σε διυπουργική σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε, για το θέμα της αποκομιδής των σκουπιδιών, το πρωί της Παρασκευής στη Βουλή.

Τυχόν ενεργοποίηση των Προεδρικών Διαταγμάτων, τα οποία προβλέπουν την κατάργηση όλων ανεξαιρέτως των οργανικών θέσεων, σημαίνει ότι όλοι οι εργαζόμενοι θα απολυθούν, ή στην καλύτερη περίπτωση θα μπουν σε εφεδρεία.»1

Τώρα, εκ των υστέρων, το γεγονός αυτό αποτελεί κοινή καθημερινότητα. Πολιτικά όμως έχει ουσιαστική σημασία: αναδεικνύει τα αδρά περιγράμματα της πολιτικής που ακολουθείται, φωτίζει απόλυτα την ταυτότητά της.

Μας θυμίζει κάτι η παραπάνω στάση; Σε πρώτη ανάλυση φαίνεται ότι οι κυβερνώντες ψάχνανε για μία καλή ευκαιρία να βάλουν ιδιωτικές εταιρείες στην αποκομιδή των σκουπιδιών και -κατ’ επέκταση- στις λειτουργίες της τοπικής αυτοδιοίκησης. Πού αλλού όμως χρησιμοποιήθηκε ακριβώς η ίδια αντιμετώπιση σε μία δημόσια υπηρεσία, με πρόσχημα τους απεργούς; Ας προσφύγουμε στην πρόσφατη πολιτική ιστορία:

Domestic policy of the Ronald Reagan administration

[…..]Notable events included his firing of nearly 12,000 striking air traffic control workers….2

…και επίσης και εδώ:

August 1981 strike

[…]On August 5, following the PATCO workers’ refusal to return to work, Reagan fired the 11,345 striking air traffic controllers who had ignored the order,[6][7] and banned them from federal service for life.3

Και μαντέψτε: στην θέση των ελεγκτών που απολύθηκαν, προσελήφθησαν ιδιωτικές εταιρείες!

Κοινό σημείο του Reagan το 1981 και των σημερινών μας κυβερνήσεων; Είναι και οι δύο υπό την επήρεια ακριβώς της ίδιας υπερνεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, θεμελιωτής της οποίας υπήρξε ο Μίλτον Φρίντμαν και η λεγόμενη «Σχολή του Σικάγο»4, βασικός δε μοχλός εφαρμογής αυτής της ιδεολογίας έχει καταστεί το ΔΝΤ, εφαρμόζοντας πρακτικές και πολιτικές που απέχουν παρασάγγας από τον ιδρυτικό σκοπό και το καταστατικό του.

Η κατάσταση την οποία αντιμετωπίζουμε καθημερινά δεν είναι αποτέλεσμα ούτε της κακής μας τύχης, ούτε κάποιας θείας παρέμβασης. Είναι η πρακτική εφαρμογή ενός συγκεκριμένου πολιτικού σχεδίου, το οποίο έχει δομηθεί πάνω σε συγκεκριμένα ιδεολογικά πλαίσια. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με σπασμωδικές κινήσεις αγανάκτησης, αλλά μόνο μέσα από την ολιστική αντιπαράθεση μιας διαφορετικής πολιτικής ιδεολογίας. Με λίγα λόγια, ή θα πολιτικοποιηθούμε και θα ενεργήσουμε οργανωμένα πάνω σε μια ιδεολογική βάση, ή θα αγόμαστε και θα φερόμαστε από τους μηχανισμούς καταστολής ενός συγκροτημένου πολιτικού «εχθρού».

  1. πηγή: http://tvxs.gr/news/ellada/aytoforo-gia-mi-apokomidi-skoypidion []
  2. πηγή: http://en.wikipedia.org/wiki/Domestic_policy_of_the_Ronald_Reagan_administration []
  3. πηγή: http://en.wikipedia.org/wiki/Professional_Air_Traffic_Controllers_Organization_%281968%29 []
  4. Βλ. Σχετικά Naomi Klein, Το δόγμα του σοκ : Η άνοδος του καπιταλισμού της καταστροφής, μτφρ. Άγγελος Φιλιππάτος. – 1η έκδ. – Αθήνα : Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, 2010 []

Γράμμα σε έναν φωτογράφο

Να κάνω φωτογραφία επειδή γουστάρω. Να ασχολούμαι ατελείωτα επειδή γουστάρω. Να είμαι κλεισμένος σπίτι μου και να βλέπω τις φωτογραφίες μου. Να ζώ λιτά. Ποιο το όφελος αν δεν μοιραστώ αυτό που έχω; Και αν δεν το μοιραστώ ως πότε θα το έχω; Να αφιερώσω τη ζωή μου στην φωτογραφία, και ας μοιράζομαι το έργο μου; Μπορεί αυτό το έργο να παράξει κάτι σημαντικό;
Αυτό που σκέφτομαι καιρό είναι πως δεν αξίζει να δώσεις τόσο χρόνο από τη ζωή σου για κάτι που απλά σου αρέσει αλλά βλέπεις πως δεν μπορεί να προσφέρει πολλά. Δεν μπορεί να προσφέρει τόσα όσα μπορεί να προσφέρει η θυσία αυτού του ατελείωτου χρόνου(ενασχόλησεις με την φωτογραφία) σε πράγματα πιο ουσιώδη.

Αυτό που υπάρχει στον πυρήνα αυτού του προβληματισμού, και το οποίο είναι εξαιρετικό, είναι ουσιαστικά μια κραυγή για υπαρξιακή αυτογνωσία. Και σε τελική ανάλυση, όλοι οι προβληματισμοί που τίθενται με πραγματική διάθεση γνώσης, είναι συγκαλυμμένοι υπαρξιακοί προβληματισμοί. Το αισθάνομαι απόλυτα (και φωτογραφικά και γνωσιακά), πέρασα -και περνώ- αυτό το στάδιο. Όπως όλοι μας.

Αν επέλεγα ένα πρώτο σημείο αγκύρωσης της σκέψης, αυτό θα ήταν οτι είναι πάρα πολυ σημαντικό το να θέτεις ερωτήματα. Μην το προσπερνάμε σαν κάτι κοινότοπο. Σπάνια αντιλαμβανόμαστε ότι το σημαντικότερο στην εξελικτική διαδικασία, η οποία μάλλον αποτελεί έμφυτη ανάγκη του ανθρώπου -ή, με άλλα λόγια, στο να μην ξοδεύουμε την πεπερασμένη ζωή μας απλά υπάρχοντας- είναι η έγερση του ερωτήματος. Ο Καρτέσιος στήριξε ολόκληρη τη σκέψη του (η οποία έμελλε να αλλάξει τον τρόπο που σκεφτόμαστε και υπάρχουμε, οδηγώντας στον σημερινό ορθολογισμό) απλά στη διαπίστωση ότι το να διερωτώμαστε, το να αμφιβάλλουμε, σημαίνει ότι όντως υπάρχουμε, ως «πράγματα σκεπτόμενα».1 Με λίγα λόγια, αν καμιά φορά τα πολλά ερωτήματα καταλήγουν στη βασανιστική αίσθηση ότι δεν οδηγούν πουθενά, στάσου, πάρε μια ανάσα και συνειδητοποίησε ότι αυτό από μόνο του σε φέρνει σε επαφή με την πραγματικότητά σου. Από αυτό και μόνο έχεις μάθει κάτι παραπάνω. Μπορεί να μην καταλήγεις κάπου, αλλά ένα πράγμα είναι αδιαμφισβήτητο: την στιγμή που τα ερωτήματα σε έχουν πνίξει, την ίδια ακριβώς στιγμή είσαι λιγάκι καλύτερος απ’ ότι ήσουν πριν…

Καλά όλα αυτά. Παρακάτω όμως; Αρκεί το ερώτημα;
Το ερώτημα είναι η φιτιλιά που ανάβει το μπαρούτι μέσα μας. Από την έναρξή της, μπορεί να καταλήξουμε σε έκρηξη (καλλιτεχνική, διανοητική, επαναστατική ή ότι άλλο), μπορεί και όχι (ανάλογα με τις προσωπικές συνθήκες του καθενός). Και μόνο όμως η κάψα που αισθάνεται κανείς στην ύπαρξή του από αυτή τη φιτιλιά, αξίζει. Σε επανατοποθετεί υπαρξιακά.

Σε επόμενο επίπεδο, θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε το εξής (κάτι που αναδεικνύεται ποιητικά στο γράμμα του Ράινερ Μαρία Ρίλκε προς το νέο ποιητή)2 : άπαξ και τεθεί το ερώτημα, απαντήσεις θα προκύψουν κι εξαρτώνται κυρίως από το σημείο το οποίο θα χρησιμοποιήσεις -συνειδητά ή υποσυνείδητα- ως «υπομόχλιο» στη σκέψη σου. Αξίζει πχ να καταναλώνω τον χρόνο μου φωτογραφίζοντας, αφού είναι μάλλον απίθανο3 να γίνω «μεγάλος φωτογράφος» αφήνοντας το στίγμα μου στην ιστορία της τέχνης; Ή να στραφώ πχ στο να βοηθήσω τους ανθρώπους γύρω μου, ή να ψάξω μια καλύτερη δουλειά; Εφόσον η διατύπωση και μόνο του ερωτήματος σημαίνει επιλογή μεταξύ εναλλακτικών δρόμων, εκ των πραγμάτων θα υπάρξει απάντηση. Στις μικρές εκείνες στιγμές μετά την αμφιβολία που τελικά θα δράσουμε (εν προκειμένω, πηγαίνωντας να φωτογραφίσεις ή θα επιλέξεις να το ρίξεις στο διάβασμα, στην εθελοντική δράση ή ότι άλλο), έχει ήδη αρχίσει να δομείται η προαωπική απάντηση, η οποία είναι άμεσα συνδεδεμένη με τις προτεραιότητες που -ίσως υποσυνείδητα- θέτει κανείς στη ζωή του, και άρα με την ηθική που κουβαλά (και, μέσω της ηθικής, συνδέεται και με την ίδια την αισθητική του ατόμου…)4
Αυτό όμως που εγώ συμπεραίνω από τα παραπάνω είναι το εξής: δεδομένου ότι απαντήσεις θα υπάρξουν σίγουρα και ότι η απάντηση του καθενός είναι συνδεδεμένη με αυτόν τον ίδιο, ίσως είναι σημαντικότερο όχι να παρέχουμε στους άλλους απαντήσεις, αλλά να τους βοηθήσουμε ώστε να διερωτώνται καλύτερα.

Ας φανταστούμε τώρα όλο αυτό το πλαίσιο προβληματισμών να μην είναι μόνο θεωρητικό, υπαρξιακής φύσεως, αλλά να πιέζεται και από τις ανάγκες τις καθημερινότητας, από την αλληλεπίδρασή μας με τους άλλους, από αυτά που περιμένουμε (ή νομίζουμε πως περιμένουμε) από τον εαυτό μας και τους άλλους, ή οι άλλοι από εμάς κ.ο.κ. Το ερώτημα «Να κάνω φωτογραφία επειδή γουστάρω. Να ασχολούμαι ατελείωτα επειδή γουστάρω. Να είμαι κλεισμένος σπίτι μου και να βλέπω τις φωτογραφίες μου. Να ζώ λιτά. Ποιο το όφελος αν δεν μοιραστώ αυτό που έχω; Και αν δεν το μοιραστώ ως πότε θα το έχω; Να αφιερώσω τη ζωή μου στην φωτογραφία, και ας μοιράζομαι το έργο μου; Μπορεί αυτό το έργο να παράξει κάτι σημαντικό;» είναι αρκούντως σημαντικό από μόνο του. Τώρα όμως, οι πιθανές απαντήσεις που θα του δώσουμμε, θα πρέπει να συμπεριλαμβάνουν και απαντήσεις σε χιλιάδες άλλα ερωτήματα όπως Να ακολουθήσω το όνειρό μου; Πώς θα το χρηματοδοτήσω; Δεν πρέπει να έχω μια δουλειά; Ποιά; Η σύντροφός μου θα με ακολουθήσει; Να παντρευτώ; Πώς θα ανταπεξέλθω; Να κάνω παιδί; Πώς θα το μεγαλώσω; Σε δυο χρόνια θα έχω δουλειά; Ξεκινάς να αναρωτιέσαι όλα αυτά στα 17 και, σε μια αποστροφή της σκέψης σου, συνειδητοποιείς ότι είσαι ήδη 30… Και, ενώ ακόμα δεν έχεις σαφείς απαντήσεις, ούτε καν κατευθύνσεις, η καθημερινότητα, η ζωή η ίδια, σε έχει ήδη αναγκάσει να προχωρήσεις προς κάποια κατεύθυνση!

Όταν κάποια στιγμή αισθάνθηκα έτσι, προσπαθώντας αφενός να εξακριβώσω τη σχέση μου με την φωτογραφία και αφετέρου να προσδιορίσω την κατεύθυνση που έπαιρνε η ζωή μου, συνειδητοποίησα ότι θα έπρεπε πρώτα να οργανώσω τη σκέψη μου. Από τη μία η ιδιοσυγκρασία μου και η άποψη που είχα αρχίσει να σκιαγραφώ και από την άλλη η κουβέντα με κάποιους ανθρώπους, με έσπρωξαν στις ανθρωπιστικές σπουδές. Ελλείψει χρόνου, έβαλα σε δεύτερη μοίρα τη φωτογραφία και στράφηκα στην ιστορία (των κοινωνιών, των ιδεών, των γεγονότων, της επιστήμης, της τέχνης), τη φιλοσοφία, την έρευνα. Όλα αυτά με ενθουσίασαν και, ανοίγοντας νέους ορίζοντες στη σκέψη μου, με βοήθησαν πρακτικά: μπορεί πλέον -ελέω χρόνου- να φωτογραφίζω λιγότερο, απολαμβάνω όμως τη φωτογραφία με τρόπο βαθύτερο (και πέρα από τη φωτογραφία, απολαμβάνω κι ένα σωρό άλλα πράγματα τα οποία μέσα σε αυτή την πορεία ανακάλυψα). Μπορεί να έχω καιρό να βγάλω κάτι σημαντικό ή οργανωμένο, κοιτάζω όμως παραπίσω στο παρελθόν μου και ανακαλύπτω πως οι μεμονωμένες φωτογραφίες μου, αυτά που τότε θεωρούσα ασύνδετες λέξεις από το υποσυνείδητο και που δεν τις καταλάβαινα πάντα πλήρως,5 μου φανερώνουν τώρα τον εαυτό μου και, αφού το παρελθόν μου είμαι εγώ, μου εξηγούν εμένα σήμερα. Μάλιστα, έχοντας καλύτερη επίγνωση του χθες και του τώρα του εαυτό μου, αισθάνομαι πως μπορώ να με κατανοήσω (και, σε δεύτερο βαθμό, να κατανοήσω και τον κόσμο) μέσα από μια πορεία.

Ας κρατήσουμε αυτή τη λέξη: πορεία. Αν κάτι αρχίζω να καταλαβαίνω με όλη του τη σημαντικότητα, είναι πως σημασία δεν έχει το τι θα γίνει τελικά (αν και το «εντελώς τελικά» είναι δεδομένο και κοινό για όλους!). Σημασία έχει τι γίνεται κάθε μέρα, σε κάθε επαφή μας με τους άλλους και τον εαυτό μας. Ζούμε; Ή ” ξοδεύουμε την πεπερασμένη ζωή μας απλά υπάρχοντας”; Το να θέτουμε ερωτήματα καθορίζει το πού θα γείρει το δίπολο αυτό, και συνεπώς καθορίζει και το αν τελικά θα μείνει κάτι πίσω μας όταν εμείς θα έχουμε αναχωρήσει…

  1. Αυτό είναι το περιβόητο “σκέπτομαι, άρα υπάρχω” του Καρτέσιου, το οποίο όμως με αυτή τη μορφή ουδέποτε διατυπώθηκε από τον Καρτέσιο. Σε κάθε περίπτωση, το σημαντικό που αναδείχθηκε από τον Καρτέσιο είναι η σύνδεση για τον άνθρωπο ύπαρξης και ερώτησης, δηλαδή σκέψης / διανόησης… []
  2. «Ρωτάτε αν είναι καλοί οι στίχοι σας. Ρωτάτε εμέναν. Ρωτήσατε, βέβαια, κι άλλους πριν. Τους στέλνετε στα περιοδικά. Τους συγκρίνετε μ’ άλλα ποιήματα, αναστατωνόσαστε όταν κάποιοι αρχισυντάχτες σάς γυρνάνε πίσω τα ποιητικά σας δοκίμια. Από δω κι εμπρός (μια και μου επιτρέψατε να σας δίνω συμβουλές) σας παρακαλώ να τ’ απαρνηθείτε όλ’ αυτά. Η ματιά σας είναι γυρισμένη προς τα έξω˙ αυτό, προπάντων, δεν πρέπει να κάνετε τώρα πια. Κανένας δε μπορεί να σας συμβουλέψει ή να σας βοηθήσει, κανένας. Ένας μονάχα δρόμος υπάρχει: βυθιστείτε μέσα στον εαυτό σας, αναζητήστε την αιτία που σας αναγκάζει να γράφετε, δοκιμάστε αν οι ρίζες της φυτρώνουν απ’ τις πιο βαθιές γωνιές τής καρδιάς σας. Εξομολογηθείτε στον εαυτό σας: θα πεθαίνατε τάχα, αν σας απαγόρευαν να γράφετε; Τούτο, πρώτ’ απ’ όλα: αναρωτηθείτε, την πιο σιγηλή ώρα τής νύχτας σας: Πρέπει να γράφω; Σκαλίστε βαθιά μέσα σας, να βρείτε την απόκριση. Κι αν η απόκριση τούτη αντηχήσει καταφατικά, αν απέναντι στο βαθυσήμαντο τούτο ρώτημα μπορείτε να υψώσετε ένα στέρεο κι απλό Πρέπει, τότε πλάσετε τη ζωή σας σύμφωνα μ’ αυτή την ανάγκη. Η ζωή σας, ακόμα και στην πιο αδιάφορη, την πιο άδειαν ώρα της, πρέπει να γίνει σημάδι και μάρτυρας αυτής της ορμής. Ζυγώστε, τότε, τη φύση. Πασχίστε, τότε, να πείτε, σα να ‘σαστε ο πρώτος άνθρωπος πάνω στη γη, τι βλέπετε, τι ζείτε, τι αγαπάτε, τι χάνετε.» []
  3. Απίθανο με την έννοια ότι, ανεξαρτήτως ποιότητας του καθενός, πόσοι θα μείνουν στην ιστορία από κάθε γενιά; Μερικές μονάδες, άντε δεκάδες, σε μια εποχή που καθημερινά κατακλυζόμαστε από εκατομμύρια επίδοξους καλλιτέχνες… []
  4. Το ζήτημα της σύνδεσης ηθικής και αισθητικής πρώτος ανέδειξε ο Πλάτωνας με την κριτική που άσκησε στην ποίηση (δλδ γενικότερα στην τέχνη) κατά την διαπραγμάτευση της «Ιδεώδους Πολιτείας» του, από την οποία μάλιστα εξόρισε κάθε τέχνη! Από τότε πολλά έχουν γραφτεί, παραμένει όμως αδιαμφισβήτητο πως ηθική και αισθητική συνδέονται άμεσα, αποτελώντας όψεις του ίδιου νομίσματος. Γι’ αυτό και κάθε φορά που επιλέγουμε να ακούσουμε μία μουσική κι όχι κάποια άλλη, που επιλέγουμε να δουμε μία ταινία ή να ντυθούμε με έναν τρόπο, δεν κάνουμε απλά μια αισθητική επιλογή, αλλά δομούμε και την ηθική μας. []
  5. Πολλές φορές κοίταζα τις «καλές» (για μένα) φωτογραφίες μου κι αναρωτιόμουν τι διάολο σημαίνουν για μένα. Γιατί μου αρέσουν; Τι αναγνωρίζω πάνω τους; Γιατί κάποιες δεν αρέσουν σε άλλους ενώ εγώ δεν μπορώ να τις αποχωριστώ; Τώρα, κοιτώντας προς τα πίσω, καταλαβαίνω. Και αρχίζω να μπορώ να τις βάλω σε μια σειρά… []