Το ξένο ρούχο

Η ελληνική κοινωνία πάντα είχε περίεργη σχέση με τη νεωτερικότητα. Τα ιδανικά που δημιουργήθηκαν στην υπόλοιπη Ευρώπη κατά τον 19ο αιώνα και οι διαδικασίες που πυροδότησαν (επαναστάσεις, αντεπαναστάσεις, γέννεση εθνικών κρατών, άνοδος του καπιταλισμού κλπ) στην Ελλάδα υπήρξαν περισσότερο ως αύρα προερχόμενη απ’ έξω, παρά ως γηγενής πραγματικότητα. Στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία αυτό δημιουργεί μία πολύ ιδιάζουσα και συχνά αντιθετική ταυτότητα. Από τους ματσο λήσταρχους επαναστάτες του 1821, που αντιτίθεντο σε κάθε μορφή εξουσίας, ακόμη και της δικής τους 1 μέχρι τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Θόδωρο Αγγελόπουλο και τον «ξέρεις ποιός είμαι εγώ ρε;» νεοέλληνα, οι αντιθέσεις καθορίζουν την ιδιαιτερότητά μας ως κοινωνία.

Παρά όμως την αντιθετική ιδιοσυγκρασία της ελληνικής κοινωνίας, είναι πρόδηλο πως η πολιτική και οικονομική ταυτότητα που γίνεται προσπάθεια να της επιβληθεί στις παρούσες συνθήκες είναι εντελώς έξω από τα χαρακτηριστικά της. Το ρούχο που προσπαθούν να της φορέσουν τα εγχώρια και αλλοδαπά οικονομικά συμφέροντα που εξουσιάζουν, δεν της ταιριάζει. Όχι απλά δεν έχει ραφτεί στα μέτρα της, ίσως δεν ταιριάζει καν στα μέτρα του ανθρώπου.  Γι’ αυτό και η ελληνική μνημονιακή κοινωνία φαίνεται σα να είναι ντυμένη με ένα «οικονομικό και πολιτικό τσουβάλι», όπου μέσα του ψάχνει να βρει πού είναι τα μανίκια και πού τα μπατζάκια.

Η φονταμεταλιστική νεοφιλελεύθερη οικονομία2 που γίνεται προσπάθεια να επιβληθεί στην κοινωνία κουβαλά πολιτικές, εμπορικές, οικονομικές, εργασιακές και καταναλωτικές συνήθειες που, όντας βασισμένες στην προτεσταντική καπιταλιστική ηθική, είναι σχεδόν αδύνατο να γίνουν κατανοητές από την κοινωνίας μας. Γι’ αυτό και ο μόνος τρόπος με τον οποίο θα μπορούσαν να εφαρμοστούν οι συνήθειες αυτές είναι διά της επιβολής, και μάλιστα με μια «θεραπεία σοκ».3

Ως αποτέλεσμα της «θεραπείας» αυτής δημιουργήθηκε στην ελληνική κοινωνία μία παράλογη καθημερινότητα, αδύνατο να γίνει κατανοητή από τα άτομα με βάση τον μέχρι τώρα τρόπο σκέψης τους. Αυτή η κοινωνική ψυχολογία φαίνεται παρόμοια με τις αρχικές αντιδράσειςτων νεοφερμένων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Όπως ο κρατούμενος των στρατοπέδων εξόντωσης, έτσι κι ο «μνημονιακός πολίτης»  αισθάνεται «να τον εξουσιάζει ένας μηχανισμός βίας και απειλών (που) αδυνατεί να τον ερμηνεύσει, διότι οι ανάγκες της κάθε στιγμής κρατούν το βλέμμα του προσηλωμένο συνεχώς στο έδαφος».4 Η μεθοδολογία αυτή έχει διττό αποτέλεσμα: από τη μία εμπεδώνει τη βία ως αδήριτη κοινωνική πραγματικότητα 5 κι από την άλλη δεν επιτρέπει στο άτομο να σχηματίσει πλήρη και λογική εικόνα της πραγματικότητας. Συνεπώς, το άτομο όχι μόνο δεν αντιδρά αλλά αδυνατεί να αντιληφθει καν την ύπαρξη εναλλακτικού κόσμου, αφού δεν κατανοεί πλήρως τον παρόντα κόσμο που το περιβάλλει.

Εντός των συνθηκών αυτών ο παραλογισμός φαντάζει ιδιαίτερα ελκυστικός στα άτομα ως μέθοδος εξήγησης της πραγματικότητας. Η ίδια η πραγματικότητα εξάλλου είναι παράλογη και επιπλέον τα παράλογα επιχειρήματα δεν απαιτούν κοπιαστική λογική θεμελίωση, κάτι που θα ανάγκαζε το άτομο να περισπαστεί από τον αγώνα για την επιβίωσή του. Το εξουσιαστικό σύστημα φαίνεται να έχει συναίσθηση αυτής της πραγματικότητας και γι’ αυτό καταφεύγει σε πολιτικούς που ντύνουν ηθικά την εφαρμοζόμενη πολιτική με εντελώς παράλογα δομημένα επιχειρήματα, καθιστώντας τα έτσι κατανοητές αλήθειες στην χειμαζόμενη από τον παραλογισμό κοινωνία. Η εκτόξευση στην εξουσιαστική ιεραρχία σκεπτικών σαν αυτό που πρεσβεύει ο Αδ. Γεωργιάδης εντάσσονται στο πλαίσιο αυτό.

Ο ανατροφοδοτούμενος κύκλος παραλογισμού έχει πολύ σοβαρότερες επιπτώσεις απ’ ότι αρχικά γίνεται εμφανές· οδηγεί στην πλήρη απαξίωση της λογικής. Η λογική όμως αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό του ανθρώπου, που τον διαφοροποιεί από άλλα είδη ζωής. Με την απαξίωση της λογικής ο άνθρωπος αποκτηνώνεται. Η μνημονιακή πολιτική είναι λοιπόν απάνθρωπη τόσο σε υλικό όσο και σε πνευματικό επίπεδο.

Αυτός ο απάνθρωπος παραλογισμός όμως κουβαλάει μέσα του το σπέρμα του ολοκληρωτισμού και επιπλέον του παρέχει τις ιδανικές συνθήκες ανάπτυξης. Η άνοδος και σταθεροποίηση της κοινωνικής απήχησης της Χρυσής Αυγής είναι απόλυτα συνεπής με την κατάσταση που η μνημονιακή πολιτική δημιούργησε στην κοινωνία. Γι’ αυτό τελικά είναι εξαιρετικά σημαντική η προάσπιση της λογικής, ως μια πρώτη και αναγκαία πράξη αντίστασης.

Η άνοδος των προνομιούχων (…) σε κάθε ανθρώπινη συμβίωση είναι φαινόμενο ανησυχητικό αλλά αδιάλειπτο. (…) Είναι καθηκον των δικαίων να πολεμάνε κάθε καταχρηστικό προνόμιο, αλλά δε πρέπει να ξεχνάμε ότι πρόκειται για έναν ατέρμονα πόλεμο.
Primo Levi

  1. Eric Hobsbawm,  Η εποχή των επαναστάσεων 1789-1848, μτφρ. Μαριέτα Οικονομοπούλου, Αθήνα : Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1997 []
  2. «Φονταμενταλιστική» με την έννοια ότι εμμένει σε μία θεωρία με τρόπο παράλογο, παρόλο που η θεωρία αυτή συνεχώς διαψεύδεται στα αποτελέσματά της. «Νεοφιλελεύθερη» με τους όρους που περιγράφει η οικονομική «Σχολή του Σικάγο», βλ. σχετικά Naomi Klein, Το δόγμα του σοκ : Η άνοδος του καπιταλισμού της καταστροφής, μτφρ. Άγγελος Φιλιππάτος. – 1η έκδ. – Αθήνα : Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, 2010 []
  3. βλ. σχετικά Naomi Klein, ό.π. []
  4. Primo Levi, Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν, μτφρ. Χαρά Σαρλικιώτη. – Αθήνα : Άγρα, 1997, σ. 17 []
  5. Κάθε είδους βία: την πείνα, την εξαθλίωση σημαντικών τμημάτων της κοινωνίας, την αυταρχική διακυβέρνηση με Πράξεις Νομοθετικού Κινδύνου, την βίαιη καταστολή κάθε αντίδρασης, την διάλυση της μεσαίας τάξης. []