Καθρεύτης

Ένα παιδί 13 χρονών πεθαίνει, στην προσπάθεια της μάνας του να το ζεστάνει. Το περιστατικό, πέρα από την τραγικότητά του ως γεγονός, αναδεικνύει ως καθρεύτης την τραγική κατάσταση μιας κοινωνίας που στην απόγνωσή της επάνω λειτουργεί εντελώς κυνικά. Υπό αυτή την έννοια η εποχή μας είναι ιστορική, όχι διότι συμβαίνουν καινοφανή πράγματα (ανέκαθεν άνθρωποι σκοτώνονταν “άδικα”, αν θεωρήσουμε πως υπάρχει και “δίκαιος” θάνατος), αλλά διότι τα γεγονότα υπερβαίνουν τις διαχειριστικές δυνατότητες της κοινωνίας μας.

Το κράτος που ουσιαστικά προκάλεσε αυτό το γεγονός, με την κοινωνικά αποσαθρωτική του λειτουργία τα τελευταία χρόνια, σαστισμένο απέναντι σε μια πραγματικότητα που το ίδιο εξέθρεψε αλλά αδυνατεί να συλλάβει την έκβαση που παίρνει, προσπαθεί να λειτουργήσει με τις δομές και τις έννοιες που μέχρι τώρα χρησιμοποιούσε. Μόνο που οι δομές αυτές ήταν κατασκευασμένες να ανταποκρίνονται σε άλλες ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες. Καταλήγουν έτσι στην παρούσα φάση να λειτουργούν αρνητικά, αποδεικνύοντας από τη μία τη διαχειριστική αδυναμία της σημερινής εξουσίας και από την άλλη την κυνικότητά της. Το κράτος προσπάθησε να “αποδώσει δικαιοσύνη” στο συγκεκριμένο περιστατικό, ερμηνεύοντας το γράμμα ενός ποινικού κώδικα που δεν αναγνωρίζει ανθρωπιστική κρίση και αγώνες επιβίωσης. Η δικαιοσύνη λοιπόν αποδόθηκε με την επίρριψη της ευθύνης στη μητερα του νεκρού παιδιού, η οποία όχι μόνο κατηγορήθηκε για το θάνατό του, αλλά απελαύνεται από τη χώρα λόγω “προβλημάτων” με την άδεια παραμονής της. Λες και η απέλασή της θα διορθώσει την κατάσταση που γέννησε το “έγκλημα”.

Η μητέρα αντιμετωπίζεται ωσάν να είχε εναλακτική επιλογή ή γνώση των συνεπειών της πράξης της. Προφανώς, κανένα από τα δύο δεν ισχύει. Την εναλλακτική της την στέρησαν αυτοί που της έκοψαν το ρεύμα, δημιουργώντας της την ίδια στιγμή το άγχος επιβίωσης για την ίδια και το παιδί της. Την έλλειψη αληθινής γνώσης την αποδεικνύει το γεγονός ότι το παιδί σκοτώθηκε στην προσπάθεια της μάνας να το προστατέψει από τον θάνατο λόγω ψύχους. Το σύστημα εξουσίας, είναι τόσο κυνικό που δεν αντιλαμβάνεται την κυνικότητα της σκέψης του: αν η μάνα “ήθελε” να σκοτώσει το παιδί της, θα το άφηνε εξαρχής να πεθάνει από το κρύο, δεν θα προσπαθούσε να το ζεστάνει…

Μια δικαιοσύνη που λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο είναι τόσο αστόχαστη, που καταντά τεχνοκρατική. Προσπαθεί να εντάξει μια περίπλοκή πραγματικότητα στο στενό ερμηνευτικό της πλαίσιο, στερούμενη ηθικού προβληματισμού. Ο Σωκράτης πίστευε πως οι άνθρωποι δεν είναι δυνατόν να πράττουν αρνητικά εις γνώση τους, και στο συγκεκριμένο συμβάν φαίνεται να επαληθεύεται. Η δικαιοσύνη τι διατείνεται πως πιστεύει; Ποιες είναι οι αρχές μιας τέτοιας δικαιοσύνης;

Το πρόβλημα όμως δεν είναι αποκλειστικά νομικό, αλλά ευρύτερα κοινωνικό. Η δικαιοσύνη καθρευτίζει τα ιδανικά, το κοσμοείδωλο και το αποδεκτό ή κατακριτέο της εκάστοτε κοινωνικής συνείδησης. Αν λοιπόν ως κοινωνία πράγματι θεωρούμε υπαίτια τη μάνα, έχουμε αποτύχει παταγωδώς. Αντιμετωπίζουμε το πένθος και την τραγωδία της φτύνοντας τις χειρότερες μνησικακίες μας επάνω της και, ακόμα χειρότερα, οικτίρωντάς την, αφού υποσυνείδητα θεωρούμε πως «εμείς ποτέ δεν θα πέφταμε σε τέτοιο σφάλμα». Μόνο που έτσι ουσιαστικά παραδεχόμαστε ότι δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα για τις συνθήκες που την οδήγησαν στην απόφαση αυτή και τα διλήματα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει. Συνεπώς δεν γνωρίζουμε, βρισκόμαστε σε γνωσιολογικά χειρότερο επίπεδο κι από την ίδια τη μάνα, που μάλιστα έλαβε αποφάσεις υπό το βάρος του αγώνα της για επιβίωση. Πώς θα αποδώσουμε δικαιοσύνη τότε; Η γνώση είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την ηθική δόμηση και την απόδοση δικαιοσύνης…

Το δυστυχές συμπέρασμα είναι πως εξουσιαστικές δομές και σημαντικό τμημα της κοινωνίας μας δεν γνωρίζουν και καλύπτουν το γνωσιολογικό κενό με μία τραγική κυνικότητα. Η ανάγνωση της πραγματικότητας με αυτόν τον τρόπο είναι αδιέξοδη και επιδεινωτική της καταστάσεως, αφού όχι μόνο δεν παράγει λύσεις και επιτείνει τα προβλήματα, αλλά αναζητά διέξοδο μέσω μίας οδού αστόχαστης και εντελώς κυνικής. Είναι η ίδια αφετηρία που γεννά τις θεωρίες περί «καταδικαστέας βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται», «των δύο άκρων» κλπ. Η οπτική αυτή αναγνωρίζει μόνο την ύπαρξη του “πτώματος” και παραβλέπει αντικειμενικές συνθήκες, θύτες και θύματα. Οδηγείται έτσι σε μία υπεραπλουστευμένη αντίληψη της πραγματικότητας, που καταλήγει παράλογη. Και η ιστορική εμπειρία έχει δείξει πως η επικράτηση του παραλογισμού σε τεταμένες κοινωνικές συνθήκες έχει συνήθως ως κατάληξη τον ολοκληρωτισμό.