Monthly Archives: November 2013

Το τελευταίο αντίο στην μικροαστική αθωότητα

  • (Η μικροαστή νοικοκυρά) προσαρμόζεται, υπακούοντας σε ένα φυσικό νόμο, όπως τα ζώα που μεγαλώνει το τρίχωμά τους το χειμώνα. Χιλιάδες άνθρωποι σαν αυτή προσαρμόζονται. Στο κάτω – κάτω, όποια κυβέρνηση κι αν βρίσκεται στην εξουσία, είναι καταδικασμένοι να ζουν στην πόλη αυτή.
  • Για τα παιδιά της περιοχής το μηχανουργείο και η φυλακή ήταν οι μόνες προοπτικές. Και το μηχανουργείο την επόμενη εβδομάδα κλείνει.
  • Μερικές στιγμές με πιάνει απελπισία. Είναι σα να υπάρχει ένα είδος αρρώστιας, το μικρόβιο του κακού, που εξαπλώνεται σήμερα στον κόσμο.
  • Οι ναζί μπορεί να γράφουν σα σχολιαρόπαιδα, είναι όμως ικανοί για τα πάντα. Κι αυτό είναι που τους κάνει τόσο επικίνδυνους. Γελάει κανείς μαζί τους μέχρι την τελευταία στιγμή…

Αντίο ΒερολίνοΣτις αρχές της δεκαετίας του 1930 ο Κρίστοφερ Ίσεργουντ πηγαίνει στο Βερολίνο. Εκεί ζει σχετικά μποέμικα, παραδίδωντας μαθήματα Αγγλικών σε γόννους μεγαλοαστικών οικογεννειών, σε κρατικούς αξιωματούχους, επίδοξους καλλιτέχνες κ.ά. Ταυτόχρονα, ο κοινοβουλευτισμός της Γερμανίας, μη μπορώντας να αποσβέσει τους κλυδωνισμούς της Μεγάλης Ύφεσης σε μια χώρα που προσπαθεί να διαχειριστεί την βαριά ήττα του μεγαλοϊδεατισμού της στον Α Παγκόσμιο Πόλεμο, τρεκλίζει και ετοιμάζεται να καταρρεύσει.

Ο Ίσεργουντ, μέσα από τις λογοτεχνικές περιγραφές του ημερολογίου του, μας δίνει μια ακτινογραφία της μεσοαστικής βερολινέζικης κοινωνίας, στα πρόθυρα της ανόδου του ναζισμού. Η περιγραφή του, εστιάζοντας στην καθημερινότητα των ανθρώπων που ερωτεύονται, δουλεύουν και προσπαθουν να τα φέρουν βόλτα, αναδεικνύει τη δραματικότητα μιας κοινωνίας που σε λίγο πρόκειται να υποστηρίξει ενθέρμως τα μεγαλύτερα εγκλήματα του 20ου αιώνα.

Στα πρώτα τρία κεφάλαια ο Ίσεργουντ στρέφεται περισσότερο στην ανάδειξη μιας κοινωνίας που προσπαθεί να ζήσει στη σκιά της οικονομικής κρίσης. Η πολιτική δεν εμφανίζεται στο προσκήνιο, παρά μόνο περιστασιακά. Εξάλλου, ο μέσος μικροαστός Γερμανός ζει εκφυλιζόμενα, στη σκιά της εικόνας του για τη Μεγάλη Γερμανία. Στρέφεται λοιπόν σε φαντάσματα όπως ο Κάιζερ για να βρει πολιτικές λύσεις.

Στα επόμενα τρία κεφάλαια ο εθνικοσοσιαλισμός του Χίτλερ έχει ήδη αρχίσει να διαπερνά τη γερμανική κοινωνία. Ο Ίσεργουντ μας παρουσιάζει την εικόνα  μιας κοινωνίας που ενώ έχει κουραστεί από τη βία (τη βία της καθημερινά επιδεινούμενης οικονομίας, τη βία των ανερχόμενων ναζιστών, τη βία που θυμάται από τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο) ταυτοχρόνως στηρίζει τον βίαιο μεταφυσικό παραλογισμό των ναζιστών. Το “αρκετά πια” απέναντι στην κλιμακούμενη ναζιστική βία συνυπάρχει με το “χρειάζεται να τους δείξουν αυτοί”, μερικές μάλιστα φορές συνυπάρχουν εντός του ίδιου ατόμου!1 Μας εμφανίζεται λοιπόν η μαζική ψυχολογία μιας κοινωνίας που από τη μία  η μνησικακία και από την άλλη η ηθική της την στρέφουν στην υποστήριξη ενός εξόφθαλμου παραλογισμού. Η εσωτερική αυτή αντίφαση φωτίζει τη διαδικασία της πολιτικής επιλογής.

Χωρίς να το δηλώνει ευθέως ως σκοπό του, ο συγγραφέας μέσω του ημερολογίου του καταλήγει να μας δίνει ένα κοινωνικό ψυχογράφημα. Το οποίο τυγχάνει εξαιρετικού ενδιαφέροντος, για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, αφορά σε μια κοινωνία που ανέδειξε και υποστήριξε αυτό που θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε στην πραγματικότητα ως τον πιο κοντινό συγγενή του «απόλυτου κακού». Και δεύτερον, η κοινωνία αυτή ταλανίζεται από συνθήκες σχετικά παρόμοιες με τις τωρινές δικές μας, διαποτισμένη από παρόμοια  ψυχολογία (ο μεγαλοϊδεατισμός των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 συνετρίβη ξαφνικά στο διάγγελμα του Καστελόριζου, το οποίο σκόρπισε το πάτωμα από τα πόδια μιας καταναλωτικά παραζαλισμένης κοινωνίας). Δυστυχώς, τηρουμένων των αναλογιών, τα βήματα της δικής μας περίπτωσης ακολουθούν τον παραλογισμό μνησικακίας των Γερμανών μικροαστών του 1930 σαν πατημασιες πάνω στο χιόνι…

Isherwood, Cristopher, 1904-1986. Αντίο Βερολίνο / Κρίστοφερ Ίσεργουντ · μετάφραση Ανδρέας Αποστολίδης. – 2η έκδ. – Αθήνα : Μέδουσα, 1989

  1. Χαρακτηριστικό είναι το επεισόδιο με τον Εβραίο Ράφτη στο 4ο κεφάλαιο []

Ο νεοφιλελευθερισμός φαίνεται να επικράτησε την τελευταία εικοσαετία στην Ευρώπη όχι μόνο στο οικονομικό επίπεδο, αλλά όπως ήταν φυσιολογικό και στο ιδεολογικό, με τρόπο ώστε να καταστεί στη συνείδηση των ανθρώπων ως το μοναδικό ορθό και αποτελεσματικό σύστημα διαχείρισης της οικονομίας και των κοινών.

Η διαχειριστική αυτή λογική που διαπνέει τις ρυθμίσεις και τις πολιτικές αποφάσεις των τελευταίων ετών είναι η ουσία του νεοφιλελευθερισμού. Η πρόταση για καλύτερη διαχείριση δε γίνεται υπό το σκεπτικό βελτίωσης των κρατικών θεσμών ή της αντιμετώπισης προβλημάτων των πολιτών, αλλά υπό την πίεση των αγορών για τη διάλυση των κρατικών δομών και την μετέπειτα ιδωτικοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών (όχι βέβαια των πανάκριβων υποδομών και της συντήρησής τους).

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο τρόπος με τον οποίο σήμερα επιβάλλονται οι φόροι. Αντί να ξεκινά η κυβέρνηση από τις δυνατότητες των πολιτών και βάσει τούτων να φορολογεί τον πλούτο και τα εισοδήματα, πρώτα εξετάζει πόσα χρήματα χρειάζεται και μετά αφού υπολογίσει ένα ποσοστό που αδυνατεί ή αποφεύγει να πληρώσει, τελικά επιβάλλει οικονομικά μέτρα σε ένα μικρό ποσοστό φορολογουμένων, επιβαρύνοντάς τους όλο και περισσότερο (χωρίς φυσικά να ξεχνάμε τους δεκάδες έμμεσους φόρους που καταβάλουν όλοι οι πολίτες).

Αντί να δει τις ανάγκες, αντί να υπολογίσει το κόστος των αναγκών και να αναζητήσει τρόπους είσπραξης φόρων, η κυβέρνηση επιλέγει να φορολογεί μόνο όσους ακόμα αντέχουν τη φορολόγηση με τελικό αποτέλεσμα τη διάλυση της μεσαίας τάξης, καθώς οι ελίτ έχουν μεγάλο περιθώριο αντοχής στη φορολόγηση.

Ίδιον, λοιπόν, της διαχειριστικής τούτης λογικής είναι οι αριθμοί και όχι οι ανάγκες των πολιτών. Μέτρα επιβάλλονται μόνο υπό λογιστική προοπτική, αλλά αδιάφορη εντελώς από εκείνη των ανθρώπων. Άλλωστε, ο νεοφιλελευθερισμός δεν αντιλαμβάνεται την έννοια της κρατικής επένδυσης, αφού το κράτος υπάρχει μόνο για να διατηρεί την τάξη και την ταξική ειρήνη. Υπό ανάλογο σκεπτικό μειώνονται οι πόροι προς την Υγεία, που φτάνει στο χαμηλότατο επίπεδο των άλλων βαλκανικών χωρών, η Παιδεία, που ασφυκτιά από την υποχρηματοδότηση, η κοινωνική πρόνοια που αιμορραγεί.

Αντίθετα, μία αριστερή οπτική πρώτα εξετάζει τις ανάγκες της κοινωνίας και μετά προχωρά σε εξεύρεση πόρων για μέτρα ικανοποίησης των αναγκών αυτών. Η μεγάλη διαφορά, στην ουσία, είναι ο στόχος: ο Άνθρωπος και οι ανάγκες του ή λογιστική διαχείριση; Για την Αριστερά όμως αυτό το δίλημμα έχει απαντηθεί προ πολλού. Σε μία τέτοια ανάγκη, οι μειώσεις των δαπανών είναι αναγκαίες. Αλλά ως δαπάνες οφείλουμε να θυμόμαστε ότι δεν μπορούμε να λογίζουμε το κόστος -κοινωνικό στη βάση του, λόγω ανταποδοτικότητας και άμβλυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων– των προνοιακών δομών, όπως θέλει να βλέπει η νεοδεξιά αντίληψη.

Δαπάνες είναι όσα χαρίζονται σε ιδιώτες με υπερβολικά μικρό τίμημα και χωρίς επενδύσεις (βλ. ΟΠΑΠ, ΔΕΗ, ΟΣΕ κλπ), είναι η υπερκοστολόγηση έργων και δράσεων. Δαπάνη είναι η καταστροφή του περιβάλλοντος, η υποβάθμιση της Ποιότητας Ζωής και της υγείας των πολιτών προς όφελος επιχειρηματικών δραστηριοτήτων (γιατί τελικά το κόστος νοσηλείας και επιδομάτων θα το επωμιστούν όλοι οι φορολογούμενοι κι όχι ο επιχειρηματίας) κοκ

Μία επιθετική ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών και η εξίσου επιθετική διαχείριση των  προβλημάτων, είναι η ουσία της διαφοράς στην πολιτική αντίληψη που βιώνουμε σήμερα. Η διαχειριστική λογική του Στουρνάρα παράλληλα με την επιθυμία για περιορισμό της οικονομικής/παραγωγικής δραστηριότητας του κράτους είναι εκείνα που συνδέουν άρρηκτα τη ΝΔ με το ΠΑΣΟΚ και φλερτάρουν με τμήματα της ΔΗΜΑΡ και των φιλελεύθερων κομμάτων Εξάλλου, ο νεοφιλελεύθερος “ορθολογισμός” έχει μια πολύ ευρύτερη εμβέλεια και μπόρεσε να τεθεί σε εφαρμογή από κυβερνήσεις που ισχυρίζονται ότι είναι αριστερές (Dardot).

Μα βέβαια, ξεχνάμε ότι τελικά αυτός ο ορθολογισμός δε γίνεται για αύξηση των κερδών του κράτους από τις παροχές τους προς ιδιώτες ή την είσπραξη φόρων που του οφείλονται, αλλά πατώντας στη διαπλοκή και την αδιαφάνεια στην άμεση υποστήριξη των ελίτ μέσα από το μοίρασμα έργων. Γιατί τελικά η νεοφιλελεύθερη διαχειριστική πολιτική, με την αίγλη της μαθηματικής λογικής και της αντικειμενικότητας των αριθμών, υπονομεύει τον Άνθρωπο και τον καθιστά εργαλείο της Λογιστικής, παραβλέποντας ότι οι αριθμοί είναι το εργαλείο. Υπομονεύει το μέλλον επιβάλλοντας σισύφεια μαρτύρια -χωρίς προοπτική-  στο λογιστικό πλαίσιο της δημοσιονομικής προσαρμογής.

Αναδημοσίευση από το TVXS

ΕΡΤ, οικονομικός φονταμεταλισμός και κρίση πολιτικής εκπροσώπησης

Τα ιδιωτικά κανάλια, ανταγωνιστές της ΕΡΤ, εδώ και χρόνια πάλευαν να σε πείσουν πως το ανταποδοτικό τέλος για την ΕΡΤ είναι «χαράτσι», και ειδικά στην παρούσα οικονομική συγκυρία δυσβάσταχτο. Παρεμπιπτόντως, ιδιοκτήτες των καναλιών που σε έπεισαν είναι οι ίδιοι που αναθρέφουν την εξουσία που φρόντισε να ταυτίσει στη συνείδησή σου την εκπαίδευση με το «χαρτί» που θα σου εξασφάλιζε μια ξεκούραστη και πλούσια δουλειά, τελικώς όμως σου εξασφάλισε σκοτάδια και πλήρη καταναλωτική υποταγή. Καθώς η προπαγάνδα της ιδιωτικής TV κορυφωνόταν, εσύ σκεφτόσουν πως έτσι κι αλλιώς δεν έβλεπες ΕΡΤ, στην τελική ας γλιτώσεις έστω και δυο δραχμές με την κατάργηση του ανταποδωτικού τέλους.

Την κλείσανε λοιπόν την ΕΡΤ. Εν μία νυκτί. Και, αν και αρχικά κάπως σου φάνηκε αυτό το ξαφνικό μαύρο, τελικώς σκέφτηκες «δε βαριέσαι», τουλάχιστον θα γλιτώσεις το «χαράτσι» και τα «ξενέρωτα ντοκυμανταίρ».
Στη θέση όμως της ΕΡΤ φύτρωσε το αγριόχορτο της ΔΤ, με σκοπό να εξελιχθεί στην περικοκλάδα της ΝΕΡΙΤ.

Η «εκσυγχρονιστική» πολιτική που βρίσκεται από πίσω τους όμως, πρεσβεύει ότι η διαφάνεια (που υποτίθεται πως δεν είχε η ΕΡΤ) εξασφαλίζεται στη ΔΤ και ΝΕΡΙΤ μέσω της… απευθείας ανάθεσης σε ιδιωτικές εταιρίες του τηλεοπτικού έργου1. Η ίδια φονταμεταλιστική οινομική νοοτροπία που θεωρεί πως ο ρόλος του Κράτους δεν έγκειται στο να παρέχει (υπηρεσίες, έργο, προϊόν κλπ) αλλά μόνο να πληρώνει όσους συνδιαλέγονται μαζί του, βρίσκεται φυσικά κι εδώ. Τις οποίες εταιρίες, θα συνεχίσεις εσύ να πληρώνεις, μέσω του (μάντεψε)… ανταποδοτικού τέλους, που δεν καταργείται! Κι όχι μόνον δεν καταργείται, αλλά πλέον θα πληρώνει ιδιώτες για να παρέχουν μια υπηρεσία του δημοσιου. Οι «τεμπέληδες» της ΕΡΤ απολύθηκαν, για να μοιραστεί στη θέση τους το χρήμα με άλλο τρόπο: αντί να το κατευθύνεται στη μισθοδοσία ανθρώπων, κατευθύνεται σε ιδιωτικές εταιρίες, που (λογικά) θα πιστεύουν στα χρηστά ήθη οικονομικής νεοφιλελεύθερης διαπλοκής.

Ας κάνουμε τον απολογισμό μας: με βάση όσα σε πείσανε, η ΕΡΤ ήταν κάτι που πλήρωνες και που δεν ήθελες, γιατί δεν μπορούσες να ελέγξεις. Στη θέση της, θα υπάρχει κάτι που εσύ θα πληρώνεις και, καθώς το έργο του θα εκτελείται από ιδιώτες, δεν θα μπορείς να ελέγξεις. Αυτό θα το θέλεις; Μάλλον όχι.

Στην τεταμένη περίοδο που περνάμε, είναι καταπληκτικό το γεγονός πως η καθημερινότητα διέπεται από τόση «βαριά» πολιτική, την ίδια στιγμή που το μέσο άτομο απονεκρώνεται όλο και περισσότερο από τη δυνατότητά του να αισθανθεί τις συνέπειες της πολιτικής που τον περιβάλλει. Και το μικρότερο θέμα της καθημερινής πολιτικής ατζέντας των ΜΜΕ, περικλείει τέτοιας σημασίας Πολιτική. Ο ιστορικός του μέλλοντος θα έχει πολλή δουλειά…

Βρισκόμαστε λοιπόν σε μία κατάσταση όπου απονεκρωμένα πολιτικά όντα καλούνται να λάβουν σοβαρότατες πολιτικές αποφάσεις. Αν μη τι άλλο, η κατάσταση αυτή δημιουργεί «κρίση πολιτικής εκπροσώπησης»2 (με την έννοια ότι υπάρχει κενό μεταξύ της πολιτικής που το κοινό πράγματι θέλει και αυτής που τελικά ασκείται). Στον κενό πολιτικό χώρο που δημιουργείται, και λόγω της επικρατούσας μικροαστικής – μνησίκακης νοοτροπίας, οργώνεται το έδαφος που φύεται ο ολοκληρωτισμός.

  1. HotDoc, τ. 40 []
  2. Νίκος Πουλαντζάς, Φασισμός και Δικτατορία – Η τρίτη Διεθνής αντιμέτωπη στον φασισμό, Εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 2006 []

Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων

Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξωνGuenassia, Jean – Michel. Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων, μτφρ. Φωτεινή Βλαχοπούλου. – 1η έκδ. – Αθήνα : Πόλις, 2011.

Ο Γκενασιά βρίσκει τον σωστό τόνο, ταυτοχρόνως τρυφερό και πειραχτικό, για να περιγράψει τη γαλλική νεολαία της δεκαετίας του ’60. Τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, η εξέγερση κατά των γονέων, η ανακάλυψη του ροκ-εν-ρολ, το πάθος για το ποδοσφαιράκι… Αριστουργηματικές σελίδες, που
κάνουν επί μακρόν απολαυστική την ανάγνωση αυτού του ογκώδους μυθιστορήματος.

…και θα προσέθετα ότι δίνει ακριβώς το μείγμα λογικών και συναισθηματικών απαντήσεων σε υπαρξιακά ερωτήματα που ο καθένας βάζει σε διάφορες φάσεις της ζωής του. Από τα πιο συναρπαστικά μυθιστορήματα που διάβασα στη ζωή μου. Εκπληκτική ροή, γλώσσα ανθρώπινη και δυνατή, προβληματισμός πηγαίος. Σκέτη ζωή…

Ένα βιβλίο που είναι πολύ πιο εσωτερικό απ’ ότι αρχικά φαίνεται…

Μια εξαιρετική αναφορά στο βιβλίο έχει κάνει το Πανδοχείο. Αποτυπώνει με τον πιο εύγλωττο τρόπο την ατμόσφαιρα που χτίζει ο Guenassia.