Το εντυπωσιακοτερο στοιχειο ειναι οι δικαιολογιες που εφευρισκουν ολοι ωστε να δικαιολογησουν (πρωτιστως στον εαυτο τους κι επειτα στην κρατικη εξουσια) την ατομικη τους εξαιρεση απο τον γενικο κανονα. Ως συμεριφορα, η συγκεκριμενη εχει δυο πολυ
ενδιαφερουσες προεκτασεις: αφενος καταδεικνυει οτι στην ελληνικη κοινωνια ο κανονας γινεται αντιληπτος οχι ως γενικη βουληση, αλλα ως περιπτωση η οποια αφορα σε κατι ή κάποιον «αλλο», μιας και ο καθένας ατομικά αισθάνεται πρωτίστως πως αποτελεί εξαίρεση από το γενικό πεδίο εφαρμογής του «νόμου» (η χρήση ζώνης δεν αφορά στους φορτηγατζήδες, δεν αφορά σε όσους κινούνται εντός Αθηνών, ή, σε τελικό στάδιο, δεν αφορά σε όσους απλώς δεν την θέλουν!). Συνεπώς, τα ατομα αισθανονται την κρατικη εξουσια ως κατι το εντελως ξενο, κατι που επιβαλλεται ανωθεν (και συνεπως, η νομιμοποιηση της βισκεται εξωθεν απο τις ατομικες τους συνειδησεις). Κι αφετέρου, η εφεύρεση δικαιολογιών από τα άτομα, προκειμένου να εσωτερικεύσουν αυτού του τύπου την συμπεριφορά χωρίς να αισθάνονται πως λειτουργούν σε καθεστώς ανομίας, αναδεικνύει πως η ελληνική κοινωνία έχει σημαντικότητα πρόβλημα ουσιαστικής ενηλικίωσης – τα ενήλικα (κατά νόμο) άτομα δεν λειτουργούν ως βιολογικ’ακαι κοινωνικά ενηλικιωμένα, αλλά -όταν εντοπιστούν «επ’ αυτοφόρω» από κάποια εξουσία (είτε κρατική, είτε -εδώ- τηλεοπτική) λειτουργούν ακριβώς με τον τρόπο που θα συμπεριφερόταν ένα παιδί που συνελήφθη να τρώει το απαγορευμένο γλυκό: κατεβάζουν το βλέμμα και (παραδεχόμενοι ή όχι την παρανομία) αναφέρουν τους (συνήθως τόσο αφελείς, που καταλήγουν σουρεαλιστικοί) λόγους για τους οποίους είναι «αθώοι». Πρόκειται για συμπεριφορά παιδιού προς το γονέα, παρά ως πολίτη προς το κράτος.
Συμπέρασμα: και οι δύο παράμετροι, δείχουν πως ατομικά ποτέ δεν έχουμε προχρήσει πέρα από το εγωκεντρικό στάδιο της παιδικότητας, με ό,τι κοινωνικές προεκτάσεις κι αν έχει αυτό….

(Μικρό) χρονικό μιας προαναγγελθείσας κρίσης

Εισαγωγή

Η πτώση της δικτατορίας των στρατιωτικών το 1974 σηματοδοτεί για την Ελλάδα το πέρασμα στη σύγχρονη εποχή. Η περίοδος της μεταπολίτευσης χαρακτηρίστηκε από μια σειρά προκλήσεων σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, καθώς αφενός η ελληνική κοινωνία για πρώτη φορά στη νεότερη ιστορία της εισήλθε σε μια περίοδο ειρηνικής ανάπτυξης κι αφετέρου το ελληνικό κράτος κλήθηκε να αποκτήσει μια δομή αντίστοιχη των δυτικών φιλελεύθερων δημοκρατιών. Για τις επόμενες τρεις δεκαετίες το αίτημα του «εκσυγχρονισμού» κατέχει πρωταγωνιστικό ρόλο στον πολιτικό λόγο. Στην πράξη ωστόσο, δεν αντιλαμβάνονται τον εκσυγχρονισμό όλοι με τον ίδιο τρόπο στην ελληνική κοινωνία, ενώ η διαχρονικότητα του αιτήματος αποδεικνύει πως στην πραγματικότητα αυτό ποτέ δεν επετεύχθη πλήρως.

Το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης κατά την δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα τόνισε με τον πιο γλαφυρό τρόπο την αδυναμία της ελληνικής κοινωνίας να ανταποκριθεί στο αίτημα του εκσυγχρονισμού, ενώ ταυτοχρόνως σήμανε με δραματικό τρόπο το τέλος της μεταπολιτευτικής περιόδου. Αυτό που εκδηλώθηκε αρχικά ως μια χρηματοπιστωτική κυρίως κρίση, σύντομα ανέδειξε μια σειρά από αδιέξοδα σε πληθώρα κοινωνικών συμπεριφορών και αντιλήψεων. Μάλιστα, το γεγονός πως οι λύσεις που εφαρμόζονται για το ξεπέρασμα της κρίσης γίνονται αντιληπτές από το κοινωνικό σύνολο ως έξωθεν επιβληθείσες, αναδεικνύει κάτι περισσότερο από μια αδυναμία προσαρμογής της ελληνικής κοινωνίας στη σύγχρονη νεοφιλελεύθερη πραγματικότητα – μοιάζει να φέρνει στην επιφάνεια έναν τρόπο προσέγγισης της πραγματικότητας από πλευράς των Ελλήνων ριζικά διαφορετικό με τις δυτικές κοινωνίες, ο οποίος μέχρι να επέλθει η οικονομική στενότητα δεν είχε γίνει ευρύτερα αντιληπτός.

Πρόκειται για κάποια ιδιόρρυθμη ελληνική ιδιαιτερότητα; Μήπως οι Έλληνες υπήρξαν απλώς άτυχοι, όντας τα θύματα μιας γενικότερης οικονομικής κρίσης του δυτικού καπιταλισμού; Κι όμως, για κάποιους τα σημάδια της κατάστασης αυτής δεν ήρθαν ως κεραυνός εν αιθρία. Η συστηματική μελέτη των συλλογικών ιδεωδών της ελληνικής κοινωνίας και του τρόπου αναπαραγωγής τους ανέδειξαν ήδη από τη δεκαετία του 1980 ορισμένες βαθιά προβληματικές όψεις του τρόπου με τον οποίο η ελληνική κοινωνία εξελισσόταν. Παρόλο που πολλοί επιστήμονες και πολιτικοί έκρουσαν τον κώδωνα του κινδύνου, πριν το ξέσπασμα της κρίσης κανείς δεν έμοιαζε να τους παίρνει πραγματικά στα σοβαρά. Ωστόσο, μετά τις δραματικές προσαρμογές που επέφεραν επτά και πλέον έτη οικονομικής υπανάπτυξης και κοινωνικών ανατροπών, η ελληνική κοινωνία απέκτησε μια εναργέστερη εικόνα ορισμένων πτυχών της που με δομικό τρόπο συνδέονται με την σημερινή κατάσταση.

Στην παρούσα εργασία θα επιχειρήσουμε μια προσέγγιση της ελληνικής μεταπολιτευτικής εμπειρίας σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, στοχεύοντας στην ανάδειξη όψεων που συνδέονται δομικά με την πρόσφατη κοινωνικοοικονομική κρίση. Προς το σκοπό αυτό αρχικά θα αναφερθούμε συνοπτικά σε κάποια χαρακτηριστικά της μεταπολιτευτικής πολιτικής και κοινωνικής εμπειρίας, ενώ έπειτα θα σκιαγραφήσουμε τους τρόπους με τους οποίους αυτά δόμησαν την κατάσταση που οδήγησε τελικά στην ελληνική κρίση.

Η ελληνική μεταπολιτευτική εμπειρία

Με την πτώση της δικτατορίας τα αιτήματα για εκδημοκρατισμό και εκσυγχρονισμό εκφράζονται συνολικά από την ελληνική κοινωνία, η οποία από το μεσοπόλεμο και μέχρι το 1974 διανύει μια περίοδο έντονων κοινωνικών διαμαχών και αυταρχικής επιβολής. Ωστόσο, τα δύο αυτά αιτήματα δεν διατυπώνονται μέσα σε ένα πλαίσιο οριστικής επίλυσης των κοινωνικών διχοτομήσεων, αλλά υπό το βάρος μιας οπτικής η οποία επιθυμεί τη λήθη του πρόσφατου παρελθόντος μέσω της αύξησης του βιοτικού επιπέδου. Έτσι, ο εκσυγχρονισμός κατανοείται ως προσέγγιση του βιοτικού επιπέδου των υπόλοιπων ευρωπαϊκών κρατών, ενώ ο εκδημοκρατισμός γίνεται αντιληπτός ως διεύρυνση της κοινωνικής προστασίας από το κράτος. Μάλιστα, η διεύρυνση αυτού του δικτύου προστασίας γίνεται με αυξημένο κόστος, καθώς πραγματοποιείται σε μια περίοδο που ο υπόλοιπος δυτικός κόσμος δονείται από το βάρος της οικονομικής κρίσης που σημάδεψε το πέρασμα από τη νεωτερικότητα στη μετανεωτερικότητα (Τσουκαλάς, 2008:244, Παναγιωτοπούλου, 2008:251).

Ως προς την «παρανόηση» αυτή σημαντικό ρόλο έπαιξε το βαθιά εντυπωμένο στο ελληνικό συλλογικό υποσυνείδητο ιδεώδες της διαρκούς βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου. Η ελληνική κοινωνία έχει μονίμως το βλέμμα της στραμμένο «προς τα πάνω», καθώς διέπεται από μια διαχρονική πεποίθηση κοινωνικής ανόδου: οι επόμενες γενιές οφείλουν να ζήσουν καλύτερα από τις προηγούμενες, και η οπτική αυτή διαποτίζει πλήρως τις ατομικές και οικογενειακές στρατηγικές σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο (Τσουκαλάς, 2005). Μάλιστα, καθώς οι στρατηγικές επιβίωσης διαχρονικά χαράσσονται σε οικογενειακό επίπεδο, αυτό καθιστά την οικογένεια κυρίαρχη οντότητα στην ελληνική κοινωνία. Η ελληνική οικογένεια, λόγω και της συστηματικής απουσίας κρατικών φορέων και δράσεων σε επίπεδο μικροκοινωνίας, αποτελεί τη σημαντικότερη μονάδα κοινωνικής αναπαραγωγής, συνοχής και ένταξης (Παναγιωτοπούλου, 2008:259). Η οικογένεια δεν φέρνει απλώς τα άτομα στον κόσμο, αλλά τα υποστηρίζει υπαρξιακά και τα ορίζει συνειδησιακά – επομένως, προσανατολίζει σταθερά τη σχέση τους με το συλλογικό. Ο Έλληνας είναι πρωτίστως μέλος της οικογένειάς του και δευτερευόντως οτιδήποτε άλλο (πχ πολίτης)· η οικογενειακή αλληλεγγύη λοιπόν αποτελεί την πυξίδα που προσανατολίζει τις ατομικές στρατηγικές και τη δράση σε κοινωνικό επίπεδο, κάτι που αναπόδραστα οδηγεί σε μια κατανόηση του συλλογικού γίγνεσθαι με όρους «εμείς» και οι «άλλοι» (Παναγιωτοπούλου, 2008:258). Μεταπολεμικά, καθώς η άνοδος του βιοτικού επιπέδου οδήγησε σε ανάπτυξη των μεσαίων στρωμάτων και, συνεπώς, σε ενίσχυση των ιδεωδών της μέσης ελληνικής οικογένειας γενικά στην κοινωνία, η ιδιότυπη σχέση ανταγωνισμού μεταξύ οικογένειας – συνόλου γενικεύθηκε και εντάθηκε. Η ελληνική κοινωνία δεν αποτελεί μια συσσωμάτωση ανώτερου επιπέδου, αλλά το πεδίο στο οποίο λαμβάνει χώρα ο αδυσώπητος ανταγωνισμός μεταξύ αυτόνομων κοινωνικά οντοτήτων για την ιδιοποίηση πόρων από το συνολικό διαθέσιμο. Επομένως, η αντίληψη της διϋποκειμενικότητας με μη-θεσμισμένους, μη-ορθολογικούς τρόπους δεν είναι ένα ιστορικό απολίθωμα, αλλά ίσως η μόνη ρεαλιστική επιλογή σε αυτό το ανταγωνιστικό παιχνίδι (Τσουκαλάς, 2008).

Αναπόδραστα, η μορφή και η λειτουργία του κράτους επηρεάζονται δομικά από την κατάσταση αυτή. Στην ελληνική περίπτωση το κράτος δεν δομήθηκε επί τη βάσει ενός κοινωνικού συμβιβασμού «συμβολαιικού» τύπου· μεταπολιτευτικά, το κράτος δεν αποτέλεσε ούτε καν το επίτευγμα κοινωνικών αγώνων, αφού η εξουσία απλώς παραχωρήθηκε στον πολιτικό κόσμο από την καταρρέουσα δικτατορία.1 Παρά την αναστήλωση της δημοκρατίας και την επέκτασή της, το ελληνικό κράτος δεν είναι νομιμοποιημένο στις ατομικές συνειδήσεις και, συνεπώς, έχει διαρκώς ανάγκη από νομιμοποίηση της εξουσίας του. Το κράτος λοιπόν στράφηκε στον ισχυρότερο πυλώνα της ελληνικής κοινωνίας, την οικογένεια, επιβεβαίωσε την εξουσία της σε ατομικό μα και συλλογικό επίπεδο, την ενίσχυσε και πήρε ως αντάλλαγμα την ανοχή της, τουλάχιστον στον βαθμό που της εξασφάλιζε πόρους προς οικειοποίηση. Αυτή η κοινωνική συναίνεση πάνω σε εξωθεσμική βάση αποδυνάμωσε εκ των προτέρων οποιαδήποτε προσπάθεια εκσυγχρονισμού της θέσμισης στην Ελλάδα, ενώ οδήγησε στο θόλωμα (ενίοτε μέχρι πλήρους κατάργησης) του διαχωρισμού δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας, στην διαιώνιση των πελατειακών σχέσεων, στην υπερίσχυση του οικογενειακού – ατομικού συμφέροντος έναντι του συλλογικού και, τελικά, στην αντίληψη του συλλογικού ως προέκταση του «εγώ» κι όχι ως υπέρβασή του (Παναγιωτοπούλου 2008:253, 259-260).

Δεν αποτελεί έκπληξη επομένως το γεγονός πως στην Ελλάδα, όλοι αυτοί οι μηχανισμοί ένταξης και εκπροσώπησης που αποτελούν δομικά συστατικά των φιλελεύθερων δημοκρατιών (κοινωνία των πολιτών, συνδικαλιστικό κίνημα, εκπαίδευση, μηχανισμοί οριζόντιας ένταξης κλπ) σπάνια λειτούργησαν ορθολογικά και θεσμικά. Αντιθέτως, εντάχθηκαν στο δίπολο οικογένεια – κράτος και, διαστρεβλωμένοι ως έννοιες και σε περιεχόμενο, ενίσχυσαν τις παραμορφώσεις της ελληνικής κοινωνίας. Η εκπαίδευση αποστεώθηκε από το μορφωτικό της περιεχόμενο κι από τη λειτουργία της ως προς τη δόμιση πολιτών και κατέληξε να αποτελεί καθολικά δικαιούμενο τυπικό προσόν που απλώς εξασφαλίζει άνοδο στη δημοσιοϋπαλληλική ιεραρχία· το συνδικαλιστικό κίνημα αποτέλεσε συχνότερα μέσο ανέλιξης στην πολιτική εξουσία, παρά μηχανισμό ιδεολογικής συσπείρωσης των εργαζομένων· ο κρατικός μηχανισμός και η δημόσια διοίκηση κατέστησαν κυρίως τομείς παροχής κοινωνικής ασφάλειας διά της εξασφάλισης χαμηλά αμειβόμενης μα σταθερής απασχόλησης, παρά εκσυγχρονισμένες μορφές υπηρέτησης του δημόσιου συμφέροντος· τα πολιτικά κόμματα (κυρίως τα δύο μεγάλα κόμματα που μεταπολιτευτικά εναλλάσσονταν στην εξουσία) αντί για ιδεολογικά οσμωμένοι σχηματισμοί εκπροσώπησης συμφερόντων, λειτούργησαν κυρίως ως αρχηγοκεντρικοί μηχανισμοί οικονομικής πατρωνίας, νομιμοποιημένοι πάνω σε μια λαϊκίστικη ηθική εξύψωση του ατομικού συμφέροντος.

Θα περίμενε κανείς πως η είσοδος στην Ε.Ο.Κ. στις αρχές της δεκαετίας του 1980 θα λειτουργούσε ως μοχλός εκσυγχρονισμού και σύγκλισης της ελληνικής κοινωνίας προς τη δυτική νεωτερικότητα. Πράγματι, σε κάποιο βαθμό υπήρξαν κάποιες ρήξεις με το παρελθόν και τις κατεστημένες νοοτροπίες, λόγω των υποχρεώσεων της χώρας ως πλήρες μέλος της Ε.Ε. (Αλεξάκης 2008:115). Ωστόσο, τα σημαντικά κονδύλια που εισέρρευσαν στην Ελλάδα μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990 από τα προγράμματα σύγκλισης και, ακόμη περισσότερο, η πρόσβαση σε εξαιρετικά φθηνό δανεισμό που εξασφάλισε η ένταξη στην ΟΝΕ στις αρχές της δεκαετίας του 2000, συνολικά ενέτειναν τις υφιστάμενες ανορθολογικές τάσεις παρά τις διόρθωσαν. Κι αυτό διότι η διαχείριση αυτών των χρηματοδοτήσεων στράφηκε στην ενίσχυση αντιπαραγωγικών, μικρών επιχειρήσεων και της κοινωνικής προστασίας μέσω της αύξησης των απολαβών, χωρίς όμως τη δημιουργία μακροπρόθεσμων προϋποθέσεων οικονομικής αναπαραγωγής αυτού του συστήματος ή, έστω, μετριασμού των επιπτώσεών του. Η αλματώδης άνοδος του βιοτικού επιπέδου από τη δεκαετία του 1980 και μετά δεν βασίστηκε σε μια αντίστοιχη παραγωγική ανασυγκρότηση, αλλά σε εξωτερικό δανεισμό και στην μεγέθυνση πρακτικών όπως οι άτυπες μορφές οικονομίας, η φοροδιαφυγή, η εξασφάλιση πολιτικών ρυθμίσεων προς ίδιον οικονομικό όφελος κλπ. Η ελληνική κοινωνία κατέληξε έτσι να παρουσιάζει οικονομική μεγέθυνση χωρίς όμως αντίστοιχη οικονομική ανάπτυξη (Τσουκαλάς, 2008:230).

Μια προαναγγελθείσα κρίση αναπαραγωγής

Σε πολλές από τις πτυχές της μεταπολίτευσης μπορεί να εντοπίσει κανείς βαρύνοντα ρόλο ως προς την πορεία που οδήγησε στην κρίση της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας. Το ζήτημα όμως που φαίνεται να ενυπάρχει περισσότερο από οποιαδήποτε άλλο στο υπόβαθρο πολλών από τις κοινωνικές κακοδαιμονίες της μεταπολίτευσης, είναι αυτό της σχέσης κράτους – οικογένειας. Αυτό το δισυπόστατο της ελληνικής κοινωνίας είναι πανταχού παρόν, οδηγώντας σε συμπεριφορές και συνθήκες με έντονο διπολισμό: δίπλα σε κάθε θεσμική μορφή, στην πράξη λειτουργεί και μια άτυπη ενώ, πολύ συχνά, για κάθε τι που εκφέρεται στον δημόσιο διάλογο, αναπτύσσονται παράλληλα νοήματα εντελώς διαφορετικά. Έτσι, ενώ υπάρχει πχ δημόσια και δωρεάν παιδεία, κανείς δεν μπορεί να εκπαιδευτεί με αξιώσεις χωρίς να απευθυνθεί στην ενισχυτική «παραπαιδεία»· αν και η επίσημη οικονομία μοιάζει καχεκτική, το οικογενειακό καταναλωτικό υπόβαθρο αναδεικνύει μια ανθούσα παραοικονομία· η θεσμική εξουσία διαρκώς νομοθετεί για την χρηστή διοίκηση και την αντιμετώπιση της διαφθοράς, όμως η παραδιοίκηση και οι διαπροσωπικές αλληλοεξυπηρετήσεις αποτελούν περισσότερο τον κανόνα παρά την εξαίρεση… Παρουσιάζεται έτσι το οξύμωρο η κοινωνική πρακτική να ρυθμίζεται άτυπα και σε διαπροσωπικό επίπεδο, παρά την ύπαρξη τυπικών μορφών εξουσίας και θεσμισμένων κανόνων λειτουργίας (Αλεξάκης, 2008:120).

Το συγκεκριμένο ζήτημα ιχνηλατείται μάλλον από τις καταβολές του ελληνικού κράτους. Όμως, ειδικά στην περίοδο της μεταπολίτευσης, γιγαντώθηκε αφενός λόγω της αύξησης των οικονομικών μεγεθών (που δημιούργησαν μεγαλύτερο ανταγωνισμό για την πρόσβαση στο κράτος – πάτρωνα) κι αφετέρου λόγω της απώλειας σημαντικών ευκαιριών εκσυγχρονισμού που παρουσιάστηκαν μέσα από την εγγύτερη αλληλεπίδραση της Ελλάδας με τον στενό πυρήνα της ανεπτυγμένης Ευρώπης. Θα μπορούσαμε λοιπόν να κάνουμε λόγο για ημιτελές πέρασμα της Ελλάδας στη νεωτερικότητα, το οποίο δημιουργεί παραμορφώσεις στην κοινωνική πραγματικότητα. Η ελληνική κοινωνία ουδέποτε πέρασε τα στάδια που, με αφορμή τον Διαφωτισμό, οδήγησαν τις δυτικές κοινωνίες στην εσωτερίκευση των νεωτερικών κοινωνικών συμβολαίων, επί τη βάσει των οποίων δομήθηκαν τα σύγχρονα δυτικά κράτη (Αλεξάκης, 2008:116-118). Αντίθετα, στην Ελλάδα έχουν επιβληθεί τυπικά μεν φιλελεύθερες κοινωνικές δομές, οι οποίες όμως δεν βασίζονται σε (ούτε και προέκυψαν αυθόρμητα από) ανάλογους ηθικούς και κοινωνικούς μετασχηματισμούς. Παρά την ύπαρξη ενός φιλελεύθερου κράτους δυτικού τύπου, «ο πρακτικός Λόγος παραμένει ριζωμένος σε παραδοσιακές μορφές» (Τσουκαλάς, 2008:224). Αντί της εσωτερίκευσης μορφών συλλογικής πειθάρχησης, στην ελληνική κοινωνία κυριαρχεί ένα «οικογενειοκεντρικό» σύστημα αξιών, το οποίο δεν ευνοεί την αποτελεσματικότητα των αφηρημένων κανονιστικών κανόνων που απαιτεί η λειτουργία ενός σύγχρονου κράτους (Τσουκαλάς, 2008:242). Ο συνδυασμός αυτός δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα ανταγωνισμού και έλλειψης συλλογικών δεσμεύσεων, το οποίο τελικά λειτουργεί εις βάρος όλων. Έτσι, ο «φιλελεύθερος ατομικισμός» της καπιταλιστικής Δύσης, στην Ελλάδα ερμηνεύτηκε ως «ατομικιστικός αμοραλισμός» που υπακούει όχι σε συλλογικούς κανόνες, αλλά σε μορφές οικογενειακής αλληλεγγύης (Παναγιωτοπούλου, 2008:257 – 258, Αλεξάκης, 2008:111).2

Το πρόβλημα που δημιουργείται ξεπερνά τόσο την οικονομική διάσταση, όσο και τις αμιγώς ανομικές όψεις της ελληνικής πραγματικότητας (διαφθορά κλπ). Στην ουσία του ζητήματος, φαίνεται πως η ελληνική κοινωνία βρίσκεται πλέον χωρίς διαθέσιμους τρόπους αντιμετώπισης μιας ρευστής και διαρκώς μεταβαλλόμενης παγκόσμιας πραγματικότητας. Οι επενδεδυμένες με μανδύα φιλελευθερισμού σχέσεις αλληλοεξυπηρέτησης κράτους – οικογένειας της μεταπολίτευσης, δημιούργησαν ένα πλαίσιο κοινωνικών πρακτικών το οποίο συχνά στερείται νοήματος – κι αυτό φάνηκε καθαρά με την αδυναμία της μεγάλης μάζας των λαϊκών στρωμάτων να καταστρώσουν μια αποδοτική στρατηγική αντίδρασης στην κρίση. Για παράδειγμα, τι μπορεί να σημαίνει στην πράξη μια απεργία ιδιοκτητών ταξί, από τη στιγμή που οι «απεργοί» είναι οι ίδιοι ιδιοκτήτες των μέσων βιοπορισμού τους και όχι εργαζόμενοι; Πώς μπορεί να παρέμβει στην πράξη ένα συνδικαλιστικό κίνημα που επί δεκαετίες αντί να δημιουργήσει στα μέλη του συνδικαλιστικές συνειδήσεις, τους έχει εντυπώσει την πεποίθηση πως η απεργία -θεωρητικά το έσχατο όπλο των εργαζομένων- αφενός είναι μια λύση σε όλα τα ζητήματα κι αφετέρου θα οδηγήσει αναπόδραστα σε βελτίωση των απολαβών; Οι φαινομενικά ανορθολογικές αυτές πρακτικές (και πλείστες άλλες), αποκτούν νόημα υπό την οπτική της κατανόησης της κοινωνίας ως πεδίο ανταγωνισμού μικρότερων συμφερόντων (κλαδικών ή ατομικών), αφού στην πράξη περισσότερο διευρύνουν συλλογικά το όποιο πρόβλημα, παρά οδηγούν στην επίλυσή του.

Η μη ύπαρξη κοινωνικής συνεννόησης οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στην απούσα (ή υπολειτουργούσα) μεταπολιτευτικά κοινωνία των πολιτών. Το ισχυρό αλλά μη θεσμισμένο κράτος και τα προσωπολατρικά κόμματα εξουσίας που ευνοούν την κάθετη και εξαρτημένη πολιτική ένταξη των μαζών δεν επέτρεψαν τη δημιουργία εδάφους στο οποίο να αναπτυχθεί μια ανεξάρτητη κοινωνία των πολιτών (Σωτηρόπουλος, 2014:14). Ακόμη όμως κι όταν αυτή άρχισε να υφίσταται, το φτωχό σε «κοινωνικό κεφάλαιο» εμπιστοσύνης και συνεργασίας κοινωνικό πλαίσιο την κατέστησε ατροφική και αδύναμη απέναντι σε αυθαίρετες ατομικές συμπεριφορές (Αλεξάκης, 2008:110, 116). Τελικά, η ισχνή κοινωνία πολιτών δημιουργεί πολιτικό έλλειμμα και υποβαθμίζει την ποιότητα της δημοκρατίας (Αλεξάκης, 2008:120, Σωτηρόπουλος, 2014:16). Παρά την σταδιακή ωρίμανση αιτημάτων πολιτικού εκσυγχρονισμού και κοινωνικής σύγκλισης με τα σύγχρονα δημοκρατικά κράτη, η οποία εκφράστηκε με την εμφάνιση μιας «μεταρρυθμιστικής» τάσης σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, την κατάσταση δεν ευνοεί η ταυτόχρονη παρουσία μιας «παρωχημένης πολιτισμικής παράδοσης» η οποία δρα ανταγωνιστικά ως προς την πρώτη (στον βαθμό μάλιστα που αυτή η δεύτερη δεν απειλεί το συλλογικό όραμα της ανόδου του βιοτικού επιπέδου, σε αντίθεση με την πρώτη) (Αλεξάκης, 2008:112–113). Όταν λοιπόν, με το ξέσπασμα της κρίσης , η κοινωνία βρέθηκε σε πλήρη αναντιστοιχία με την πολιτική της εκπροσώπηση, η κοινωνία των πολιτών αναγκάστηκε μεν να αναπτυχθεί, αλλά -εκφράζοντας ταυτόχρονα τις δύο αυτές τάσεις- οδηγήθηκε τόσο σε δημοκρατικές (συλλογικότητες αλληλεγγύης, κοινωνικά ιατρεία κλπ) όσο και σε αντιπολιτικές (ρατσιστικές, ξενοφοβικές δράσεις κ.ά.) κατευθύνσεις (Σωτηρόπουλος, 2014:32–33), ενώ ταυτόχρονα εντάθηκε ο πολιτικός κυνισμός και η κομματική απαξίωση. Έτσι, η αρχικά οικονομική κρίση, οδήγησε σε μια γενικευμένη κρίση εκπροσώπησης.

Συμπεράσματα

Στην παρούσα εργασία επιχειρήθηκε μια αδρομερής παρουσίαση των όψεων της μεταπολιτευτικής πολιτικής και κοινωνικής εμπειρίας που συνδέονται δομικά με την κρίση που ξέσπασε από το 2010 στην Ελλάδα. Αν και η οικονομική όψη είναι πρωτίστως ορατή, αποτελεί πλέον κοινό τόπο πως η κρίση είναι κυρίως αξιακή – κοινωνική. Το βασικό χαρακτηριστικό της είναι πως ο κυρίαρχος μεταπολιτευτικά τρόπος κοινωνικής αναπαραγωγής εξάντλησε τα όριά του. Μάλιστα, καθώς οι κοινωνικά κυρίαρχες σήμερα γενιές (που γεννήθηκαν από το 1974 και μετά) δεν έχουν βιώματα μεγάλων οικονομικών ρήξεων και κατακλυσμιαίων κοινωνικών μεταβολών (Αλεξάκης, 2008:115), στερούνται κοινωνικού και πολιτισμικού υποβάθρου ώστε να πορευτούν μέσα στο περιβάλλον της κρίσης και αναγκάζονται να επανεφεύρουν τον «τροχό» της επιβίωσης. Προς το παρόν τα υποκείμενα δεν έχουν αναπτύξει ακόμη νέες στρατηγικές κοινωνικής επιβίωσης και αναπαραγωγής, ενώ ταυτόχρονα (κι αυτό καθιστά το κοινωνικό παρόν ακόμη πιο προβληματικό) στερούνται των απαραίτητων πολιτικών και κοινωνικών εργαλείων που θα επέτρεπαν μια ομαλότερη και αμεσότερη προσαρμογή.

Η κατάσταση αυτή έχει βαθιές ρίζες στην διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας, μερικές από τις οποίες εντοπίζονται πολύ πριν την πτώση της δικτατορίας. Παράγοντες όπως ο κεντρικός ρόλος της οικογένειας, η ελλιπής θέσμιση του δημόσιου χώρου, οι πελατειακές σχέσεις και η προσέγγιση του κράτους ως πάτρωνα, ο ανταγωνισμός για την απομύζηση πόρων από το συλλογικό διαθέσιμο κ.ά. δεν αποτελούν απλώς προβληματικά στοιχεία, αλλά αναδεικνύουν το γεγονός πως στην πραγματικότητα η Ελλάδα ποτέ δεν πέρασε ολοκληρωτικά στη νεωτερικότητα. Για το διάστημα που οι οικονομικές συνθήκες επέτρεπαν την κοινωνική ανέλιξη και τη βελτίωση των όρων διαβίωσης, η Ελλάδα παρουσίαζε την εικόνα «χώρας των θαυμάτων», παρά τα άλυτα κοινωνικά της ζητήματα. Όταν όμως οι «τζαμπατζήδες» αποστερήθηκαν του συλλογικού τους οράματος, τα διαχρονικά άλυτα κοινωνικά ζητήματα αναδύθηκαν εκρηκτικά στην επιφάνεια. Η αρχική συλλογική αντίδραση ήταν η γενικευμένη απαξίωση της πολιτικής και του κράτους, αφού αυτά πλέον έπαψαν να λειτουργούν ως πάτρωνες που μπορούν να αποφέρουν οφέλη (Παναγιωτοπούλου, 2008:256). Η αναζήτηση κοινωνικών εναλλακτικών μέσω κοινωνικών αγώνων φαντάζει προς το παρόν ανέφικτη, αφού κάτι τέτοιο απαιτεί μαζικές ιδεολογικές ζυμώσεις, κάτι που με τη σειρά του μπορεί να αναπτυχθεί όταν έχει ήδη διανυθεί ένα πλήρες στάδιο καπιταλιστικής εξέλιξης (κάτι που στην ελληνική περίπτωση δεν ισχύει). Μένει λοιπόν να φανεί σε ευρύτερο χρονικό ορίζοντα προς ποιά κατεύθυνση θα εξελιχθεί η ελληνική κοινωνική πραγματικότητα.

Βιβλιογραφία

  • Αλεξάκης, Μ., «Καθένας για το Εαυτό του και Όλοι Εναντίων Όλων: Θέσμιση του δημόσιου χώρου, πολιτική κουλτούρα και κοινωνικές συγκρούσεις στην Ελλάδα», στο Κονιόρδος, Σ. (επιμ), Ειδικά θέματα του Ευρωπαϊκού πολιτισμού – Όψεις της σύγχρονης ελληνικής και ευρωπαϊκής κοινωνίας, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα, 2008, σσ. 91-129.

  • Παναγιωτοπούλου, Ρ., «Ορθολογικές Ατομοκεντρικές Πρακτικές στα Πλαίσια ενός ‘Ανορθολογικού’ Πολιτικού Συστήματος» στο Κονιόρδος, Σ. (επιμ), Ειδικά θέματα του Ευρωπαϊκού πολιτισμού – Όψεις της σύγχρονης ελληνικής και ευρωπαϊκής κοινωνίας, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα, 2008, σσ. 249-263.

  • Ραφαηλίδης, Β., Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους 1830 – 1974, εκδ Του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα, 2010.

  • Σωτηρόπουλος, Δ.Α., «Το Διπρόσωπο Κεφάλι του Ιανού: Η Κοινωνία Πολιτών στην Ελλάδα πριν και μετά την έναρξη της οικονομικής κρίσης», στην Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, τευχ. 42, 2014, σσ. 11-35.

  • Τσουκαλάς, Κ., «‘Τζαμπατζήδες’ στη Χώρα των Θαυμάτων: Περί Ελλήνων στην Ελλάδα», στο Κονιόρδος, Σ. (επιμ), Ειδικά θέματα του Ευρωπαϊκού πολιτισμού – Όψεις της σύγχρονης ελληνικής και ευρωπαϊκής κοινωνίας, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα, 2008, σσ. 217 – 248.

  • Τσουκαλάς, Κ., Κράτος, κοινωνία, εργασία στη μεταπολεμική Ελλάδα, εκδ Θεμέλιο, Αθήνα, 2005.

  1. Για την μη-αντίσταση στη χούντα, γλαφυρή είναι η περιγραφή στο Ραφαηλίδης, 2010. []
  2. Με αυτά τα δεδομένα, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός πως στην Ελλάδα ακόμη και η πλουτοκρατία (παρά το μέγεθος του πλούτου της) δεν συγκροτεί μια γνήσια αστική τάξη, υπό τους όρους του δυτικού κεφαλαίου. []

Μετακαλοκαιρινή μελαγχολία…

Καθώς ο καιρός έχει δροσίσει σημαντικά τις τελευταίες μέρες, ο Αύγουστος μας κλείνει το μάτι για τον Σεπτέμβρη που έρχεται. Δεν ξέρω για σας, αλλά για μένα η έλευση του Σεπτέμβρη πάντα συνοδευόταν από μια γλυκιά μελαγχολία, έναν συναισθηματικό μετεωρισμό ανάμεσα στο τέλος του καλοκαιριού και στην έλευση μιας καινούργιας χρονιάς, έτσι ακριβώς όπως την περίοδο αυτή ο καιρός μεταβάλλεται αναποφάσιστος μεταξύ των τελευταίων θερμών ημερών του καλοκαιριού και των πρώτων πραγματικά δροσερών (και βροχερών) του φθινοπώρου. Αυτό το συναίσθημα ακριβώς πραγματεύεται το September Song του Django Reinhardt.

Ο Django ήταν γόνος φτωχής οικογένειας ρουμάνων τσιγγάνων· από μικρός έπαιζε διάφορα έγχορδα (βιολί, μπάντζο κ.ά.), αφού πολλοί στην οικογένειά του ήταν ερασιτέχνες μουσικοί. Όταν ωστόσο του πήρανε την πρώτη του ακουστική κιθάρα, αφοσιώθηκε αποκλειστικά σε αυτήν και μέχρι την ηλικία των 18 κατέληξε να βγάζει τα προς το ζειν αποκλειστικά από την μουσική. Παρέμενε ωστόσο δραματικά φτωχός, μένοντας σε ένα τροχόσπιτο το οποίο καταστράφηκε σε μία πυρκαγιά που παραλίγο να του κοστίσει τη ζωή του. Ο Django τελικά δεν πέθανε, από τα εγκαύματα ωστόσο παρέλυσαν τα δύο δάχτυλα του αριστερού του χεριού και το ένα του πόδι ήταν σε δραματική κατάσταση – οι γιατροί στο νοσοκομείο πρότειναν να τον ακρωτηριάσουν, όμως αυτός δεν δέχτηκε!
Μετά από μερικά χρόνια ο Django όχι απλώς ξαναπερπάτησε, αλλά ξανάπαιξε και κιθάρα, μεταβάλλοντας την τεχνική του στο αριστερό χέρι έτσι ώστε να χρησιμοποιεί κυρίως τα δυο “καλά” του δάχτυλα! Τελικώς, κατάφερε να γίνει ένας από τους σημαντικότερους jazz κιθαρίστες φτάνοντας στη διάσταση του θρύλου, πρότυπο για πολλούς μετά από αυτόν (μάλιστα υπήρξε ο πρώτος σημαντικός ευρωπαίος τζαζίστας). Η σημαντικότερη ίσως συνεισφορά του ήταν ότι έβγαλε την κιθάρα από τον αποκλειστικά συνοδευτικό της ρόλο και την ανέδειξε ως όργανο μελωδίας. Αυτή του έμφαση στη μελωδία είναι υπεύθυνη για τα τόσο συναισθηματικά κεντρικά θέματα των κομματιών του, τα οποία σχεδόν αμέσως σου καρφώνονται στο αυτί.

Η συγκεκριμένη εκτέλεση είναι από τον τελευταίο δίσκο που ηχογράφησε ο Django, σχεδόν ένα μήνα πριν πεθάνει από εγκεφαλικό σε ηλικία 43 ετών (μπορείτε να ακούσετε όλον αυτόν τον εξαιρετικό δίσκο εδώ)…

Μουσική από το 1990

Μια μικρή βουτιά στο ροκ των 90s, με αφορμή τον θάνατο του Νικου Τρανταφυλλίδη, γιού του γνωστού Χάρρυ Κλύν.

Ο Νίκος Τριανταφυλλίδης, εκτός από γενικά ρομαντικός τύπος, υπήρξε σκηνοθέτης και μουσικόφιλος. Το 1993 λοιπόν είχε σκηνοθετήσει σε ασπρόμαυρο super8 το video clip για το «Δεν Χωράς Πουθενά» των Τρυπών. Μεγάλη ιστορία οι Τρύπες, από που’να την πιάσει και που’να την τελειώσει κανείς… Προωπικά θεωρώ πως αποτέλεσαν έναν συγκερασμό ρομαντισμού, πανκ και προβληματισμού υπαρξιακής καθαρότητας – προβληματισμός του τύπου που γεννάται μόνο μέσα στο καθαρό βλέμμα ενός παιδιού που βλέπει ξεκάθαρα τη “γύμνια του βασιλιά”, του κόσμου δηλαδή των ενηλίκων που δεν διακατέχεται ούτε από τα ελάχιστα ψήγματα αυτοσυνέπειας… Οι Τρύπες εξάλλου μεγαλούργησαν ακριβώς την περίοδο που η ελληνική κοινωνία μικροαστικοποιούνταν μαζικά, κι επομένως όταν χτίζονταν οι σύγχρονες συλλογικές αυταπάτες μας, που τόσο βίαια γκρεμίστηκαν πρόσφατα..

Γιατί τα αναφέρω όλα αυτά; Γιατί στο videoclip του Τριανταφυλλίδη για το «Δε χωράς πουθενά» ο ρομαντισμός του σκηνοθέτη συναντά τον υπαρξιακό πανκ ρομαντισμό των Τρυπών και δίνει ένα χαρακτηριστικό δείγμα από την μουσική ατμόσφαιρα που σημάδεψε μια ολόκληρη γεννιά: τα εναρκτήρια πλάνα των ενισχυτών, και ειδικά η κλασσική πρόσοψη του Marshall στο πρώτο κιόλας πλάνο, «φωνάζουν» στούντιο, ροκ συναυλία, χώρο “γρατσουνίσματος” – εκφάνσεις τυπικές για μια εποχή που οι 15άρηδες έψαχναν να βρουν κάποιο νόημα μέσω της μουσικής (σήμερα, οι αντίστοιχες εφηβικές αναζητήσεις διέπονται από εντελώς διαφορετικές εικόνες). Μόλις το πλάνο ανοίγει, το σκοτεινό καταγώγι και οι φιγούρες των Τρυπών ολοκληρώνουν αυτή την εικονοποιημένη ταυτοποίηση μιας εποχής: γυμνοί τοίχοι, τζινάτοι τύποι, άλλοι μαλλιάδες – άλλοι πιο κοντοκουρεμένοι και το ρυθμικό κοπάνημα του Αγγελάκα….

Το κερασάκι στην τούρτα; Το πλάνο στις μπότες με τον κρίκο στο 1:42, οι οποίες μαζί με το τζιν (κι ενίοτε το flight jacket) αποτελούσαν την “κλασσική εμφάνιση” στα λύκεια της εποχής!

Με απλά μέσα, αλλά με ρομαντισμό και ευαισθησία, ο Τριανταφυλλίδης μετέφερε εδώ την καθημερινότητά του στο διαχρονικό, ως δηλωτικό μορφικού τύπου…

Και μιας κι έπιασα τις τρύπες (και θυμήθηκα τα 15 μου) ας δούμε άλλο ένα πολύ πετυχημένο κλιπάκι τους (δεν έκαναν και πολλά εξάλλου). “Ακούω την αγάπη”, από το 1996 (δίσκος: Κεφάλι γεμάτο χρυσάφι). Πολύ πριν δω το videoclip, το συγκεκριμένο κομμάτι μου έδινε την αίσθηση ενός “road movie”, μου δημιουργούσε φευγαλέες εικόνες σαν αυτές που περνάνε από το παράθυρο όταν ταξιδεύεις… Το videoclip πράγματι πιάνει αυτή την αίσθηση, με ασφυκτικά κοντινα πλάνα “roadtrip” πάνω στο σώμα του Αγγελάκα, που ξαφνικά μετατρέπονται σε φευγαλέες εικόνες κίνησης “έξω από το παράθυρο”, κι έπειτα ανοίγουν σε όλη την μπάντα…

Robert Capa: Slightly out of focus

Slightly out of Focus

Αφορμή για αυτό το κείμενο αποτέλεσε η πρόσφατη ανάγνωση του «Slightly out of focus», της αυτοβιογραφίας του Κάπα από την εμπειρία του Β Παγκόσμιου Πολέμου. Τι να πρωτοπεί όμως κανείς για να εισαγάγει ένα θέμα που αφορά σε έναν άνθρωπο ο οποίος μέσα σε 41 χρόνια έζησε πολύ περισσότερο απ’ ότι οι κοινοί θνητοί σε οκτώ πλήρεις δεκαετίες… Ας τον συστήσουμε λοιπόν τυπικά μα περιεκτικά, μέσω του σύντομου βιογραφικού από την Wikipedia:

Ο Ρόμπερτ Κάπα (Robert Capa, πραγματικό όνομα γέννησης Endre Ernő Friedmann, 22 Οκτωβρίου 1913 – 25 Μαΐου 1954) ήταν Ούγγρος πολεμικός φωτογράφος και φωτορεπόρτερ που κάλυψε πέντε διαφορετικούς πολέμους: τον Ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, τον Β΄ Σινοϊαπωνικό πόλεμο, τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο σε όλη την Ευρώπη, τον Αραβο-Ισραηλινό πόλεμο του 1948, και τον Πρώτο Πόλεμο της Ινδοκίνας. Κατέγραψε την πορεία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο Λονδίνο, την Βόρειο Αφρική, την Ιταλία, την Απόβαση της Νορμανδίας στην παραλία Όμαχα (Omaha Beach) και την απελευθέρωση του Παρισιού. Οι εν δράσει φωτογραφίες του, όπως εκείνες που ελήφθησαν κατά την απόβαση στη Νορμανδία το 1944, απεικονίζουν τη βία του πολέμου με μοναδικό τρόπο. Το 1947, ο Κάπα υπήρξε ο συνιδρυτής του Magnum Photos με, ανάμεσα σε άλλους, τον Γάλλο φωτογράφο Ανρί Καρτιέ Μπρεσόν. Ο οργανισμός αυτός υπήρξε το πρώτο συνεργατικό πρακτορείο για ανεξάρτητους φωτογράφους σε παγκόσμια κλίμακα.

Robert Capa

Ακόμα και μέσα σε μια τόσο μικρή, τυπική βιογραφική εισαγωγή, αποτυπώνονται αδρομερώς τόσο το μέγεθος όσο και η πρωτοκαθεδρία του έργου του Κάπα. Ένας πολεμικός φωτοδημοσιογράφος που κάλυψε τόσους πολέμους και που, τελικά, πέθανε στο πεδίο της μάχης, δεν είναι σύνηθες. Ακόμη κι έτσι όμως, η περίπτωση του Κάπα δεν εξαντλείται σε αυτές τις διαστάσεις: είναι ενδεικτική μιας εποχής και μιας γενιάς ανθρώπων που έπαιξαν σημαίνοντα ρόλο στον παγκόσμιο μετασχηματισμό των μέσων του 20ου αι, και που τελικά χάθηκαν στην δίνη του μετασχηματισμού αυτού. Αυτή η πτυχή της εποχής εκείνης περνά συνήθως απαρατήρητη, οπότε έργα σαν το «Slightly out of focus» επιτελούν σημαντικο ρόλο, δίνοντάς μας τις πραγματικές διαστάσεις της ιστορίας και των αληθινών ανθρώπων που την έγραψαν.

capa-germanpows

la-maleta-mexicana-san-ildefonso1

e9cd105c-0460-4d9e-beca-8ae8a36cf06b_m

Πράγματι, αν ο Β’ Παγκόσμιος υπήρξε το αμόνι της ιστορίας πάνω στο οποίο σφυρηλατήθηκε η όψη και η δομή του σύγχρονου κόσμου, τα πλέον ζωντανά και ενεργά πνεύματα της εποχής (σαν τον Κάπα) έγιναν οι σιδεράδες της ιστορίας, συμμετείχαν στην πρωτογενή ιστορική διαδικασία και χάθηκαν μαζί της, καθώς το πυρωμένο σίδερο άρχισε να κρυώνει…Αντιθέτως, η διαχείριση της επόμενης ημέρας ανήκει στα πιο ήπια, λιγότερο τυχοδιωκτικά και ανήσυχα πνεύματα, τα οποία δεν διαμόρφωσαν τόσο το προϊόν πριν αυτό βγει από το καλούπι της ιστορίας – σαν τον φίλο του Κάπα, Κρις, αξιωματικό δημοσίων σχέσεων της αεροπορίας, που τελικά παντρεύτηκε η αγαπημένη του Κάπα με τη λήξη του πολέμου!

Ο κόσμος του Κάπα λοιπόν, είναι ένας κόσμος που υπάρχει «εδώ και τώρα», μόνο για όσο διαρκεί η έξαψη της μάχης• εξάλλου, καθώς το τέλος του Πολέμου πλησίαζε και ο δρόμος προς το Παρίσι γινόταν ομαλότερος, τόσο αραίωναν τα κλικ του Κάπα. Ακριβώς αυτό είναι το κληροδότημα και η πραγματική ουσία του φωτογραφικού έργου του Κάπα, το οποίο κατέστησε ορατό αυτόν τον εφήμερο και σκληρό κόσμο για όλους στο διηνεκές, ώστε η βολή της ειρήνης να μην επιτρέπει να ξεχνάμε…

Σε αυτόν τον κόσμο (που δημιουργήθηκε από την συμπίεση των αδιέξοδων και των αντιθέσεων της νεωτερικότητας – της εποχής του καπιταλισμού των “μαθητευόμενων μάγων” – για το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο δείτε εδώ) η φωτοδημοσιογραφία είναι μια διαδικασία υπαρξιακής νοηματοδότης του υποκειμένου που πασχίζει να σταθεί νοητικά απέναντι σε ένα περιβάλλον που αλλάζει ραγδαία. Για τον Κάπα το “scoop” (η φωτοδημοσιογραφική επιτυχία) είναι μάλλον η πρόφαση• το πραγματικό ζητούμενο είναι το κυνήγι του πυρετού της μάχης, αυτής της κατάστασης που δίνει αίσθηση συνοχής στο υποκείμενο φέρνοντάς το αντιμέτωπο με τα βιολογικά και ψυχολογικά του όρια. Ίσως γι’ αυτό το ποτό είναι πανταχού παρόν στις σελλίδες του «Slightly out of focus», ενώ την ίδια στιγμή η ύπαρξη ενός κοριτσιού (της Pinky εν προκειμένω) έχει αξία μόνον εφόσον ο πόλεμος κρατά το αντικείμενο του πόθου μακριά, ώστε να λειτουργεί ως συναισθηματικός φάρος, ως προβολέας συναισθηματικής νοηματοδότησης στον εφήμερο και φρενήρη κόσμο των μαχών. Όταν ο πόλεμος τελειώσει «δεν υπάρχει πια λόγος να ξυπνάς το πρωί» (κατά την κατακλείδα φράση του Κάπα) – και το κορίτσι θα παντρευτεί κάποιο καλό παιδί, ικανό να διαχειριστει την επόμενη μέρα…

Αυτοβιογραφία ενός σημαντικού φωτογράφου, ιστορικό και κοινωνικό ντοκουμέντο μιας έντονης εποχής, ιστορία αγάπης και πολέμου, το «Slightly out of focus», με ρυθμό έντονο και γλώσσα νουάρ μυθιστορήματος, παρουσιάζει εναργώς τόσο το κοινωνικό αποτύπωμα μιας Τέχνης σε πυρωμένους καιρούς, όσο και ένα είδος ανθρώπων (χαρακτηριστικό τέτοιων πυρωμένων εποχών) που έζησαν για να καούν με το σίδερο….

PAR121453

Όποια βαρύτητα κι αν έχουν τα οικονομικά επιχειρήματα,υπάρχουν πράγματα στη ζωή που πρέπει να προστατευθούν
E. Hobsbawm, Η εποχή των άκρων